Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ- ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ









Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Στα Κατουνάκια με τον Γέροντα Εφραίμ


του κ. Νικολάου Βοϊνέσκου, φιλολόγου
Το μεσημέρι της 2ας Αυγούστου 1979 ο πατέρας μου κι εγώ ανεβαίναμε με τη βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας το στενό και ανηφορικό μονοπάτι που οδηγεί στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους. Η ανάβασις ήταν κοπιαστική και σε κάποια σημεία επικίνδυνη. Η καρδιά χτυπούσε δυνατά και γρήγορα και ο ιδρώτας έτρεχε άφθονος, διότι ο καυτερός ήλιος μας χτυπούσε ανελέητα στην πλάτη. Όμως η ελπίδα ότι θα συναντούσαμε τον φημισμένο γέροντα Εφραίμ έδινε κουράγιο στην καρδιά και φτερά στα πόδια.
Μετά μιάμιση ώρα φτάσαμε έξω από την καλύβη του γέροντος Εφραίμ. Πήραμε πολλές φορές βαθειές ανακουφιστικές ανάσες και δοξάσαμε το Χριστό και την Παναγία που μας αξίωσαν να ανεβούμε εκεί πάνω. Πρώτος μας συνάντησε ένας δόκιμος αδελφός, ο οποίος αφού μας χαιρέτησε μας είπε ότι ο γέροντας δεν δέχεται επισκέπτες. Δεν απογοητευτήκαμε, μόνο παρακαλέσαμε τον αδελφό να πη στο γέροντα ότι θέλαμε να τον δούμε. Ο αδελφός μας οδήγησε στην καλύβη και μας είπε να περιμένουμε, διότι ο γέροντάς του έκανε τον εσπερινό με κομποσκοίνι.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και ο γέροντας Εφραίμ παρουσιάστηκε. Ήλθε κοντά μας και κάθισε μαζί μας πολλή ώρα συζητώντας διάφορα πνευματικά θέματα.
Η ψυχή μας ευφραινόταν από τα σοφά του λόγια και γέμισε χαρά, όταν μας είπε ότι θα μας κρατούσε να φάμε μαζί, να κοιμηθούμε στην καλύβη του, να λειτουργηθούμε την επόμενη μέρα και με την ευχή του να πάμε στην σκήτη της Αγίας Άννης για να προσκυνήσουμε το ευωδιάζον ποδάρι της μητέρας της Παναγίας μας.
Πολλά από όσα μας είπε ο μακαριστός γέροντας Εφραίμ θα αναφέρω ευθύς αμέσως στην αγάπη σας προς δόξαν Θεού.
Όταν μας είδε κουρασμένους και ιδρωμένους μας είπε, ότι το προσκύνημα που γίνεται με κόπο έχει μεγαλύτερη αξία από ένα άνετο προσκύνημα.
Είπε στον πατέρα ότι δεν ξέρουμε για ποιο λόγο επιτρέπει ο Θεός την αρρώστια και ανέφερε το περιστατικό του εκ γενετής τυφλού που όχι από αμαρτίες, αλλά για να δοξασθεί ο Θεός ήταν τυφλός. Τόνισε ότι είναι ανεξιχνίαστοι αι βουλαί του Θεού.
Δεν πρέπει να δίνουμε υποσχέσεις στο Θεό διότι μπορεί να μην μπορέσουμε να τις εκπληρώσουμε. Ηταν μία μάνα, είπε, που της αρρώστησε ένα κορίτσι και προσηύχετο στην Παναγία να το κάνη καλά και να γίνη μοναχή. Όταν όμως η Παναγία έκανε το θαύμα η μάνα κράτησε το κορίτσι στο σπίτι διότι το χρειαζόταν. Μετ’ ολίγον αρρώστησε πάλι το κορίτσι και παρά τις προσευχές της μάνας του, έζησε άρρωστο την υπόλοιπη ζωή του.
Μας διηγήθηκε δύο θαύματα. Προ πέντε ετών πήγε στη Μονή Κουτλουμουσίου ένας τυφλός και όταν προσκύνησε την κάρα της αγίας Παρασκευής, αυτή ευωδίασε και ο τυφλός αμέσως είδε και κρέμασε τα γυαλιά του εκεί.
Το δεύτερο θαύμα έγινε στη σκήτη της Αγίας Άννης. Πήγε εκεί ο διοικητής του Αγίου Όρους που ήταν άθεος και δεν πίστευε ότι ευωδιάζει το ποδάρι της Αγίας Άννης. Όταν όμως προσκύνησε, το ποδάρι ευωδίασε πράγμα που ομολόγησε ο διοικητής. Ο π. Εφραίμ παρατήρησε ότι τα λείψανα άλλοτε ευωδιάζουν και άλλοτε όχι, ανάλογα με την κρίσι του Θεού και την ευλάβεια του προσκυνητού.
Δεν πρέπει να λέμε πάρε Θεέ μου την αρρώστια από τον δείνα και δος μου τη εμένα, διότι έτσι αποδεικνυόμεθα σοφότεροι του Θεού.
Ήταν μια μοναχή άρρωστη και γι αυτό δεν μπορούσε να πηγαίνη στις ακολουθίες. Παρακαλούσε το Θεό να την κάνη καλά και μια μέρα βίασε τον εαυτό της και σηκώθηκε να πάη στο ναό. Έπεσε όμως στο δρόμο και έσπασε το πόδι της. Μετ’ ολίγον της παρουσιάστηκε ο Χριστός και της είπε: «Βλέπεις τι δίνει ο Χριστός σε αυτούς που τον αγαπούν;» εκείνη απάντησε: «γι’ αυτό και λίγοι Τον αγαπούν».
Οταν προσευχώμεθα πρέπει να λέμε, εάν θέλεις Θεέ μου να γίνω καλά δόξα στο ονομά Σου, εάν δεν θέλεις νάναι ευλογημένο.
Χαρακτήρισε τον αγιο Νεκτάριο ως φοβερό Άγιο.
Χαρακτήρισε την ευχή ως παντοδύναμι προσευχή και ως βασίλισσα των προσευχών. Στην ευχή υπάρχει ικεσία, ευχαριστία, δοξολογία, παράκλησις, μετάνοια.
Κάνοντας επιφωνήματα είπε ότι με το πρώτο «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» ο διάβολος αρχίζει να βράζη, με το δεύτερο αρχίζει να σκάη και με το τρίτο φεύγει μακριά.
Του ζήτησα να μου πη κάτι για τη μητέρα και την αδελφή μου και εκείνος είπε να τους πω τα εξής: «Θές να νιώσης ανείπωτη χαρά που να κλαις και να λες σ΄ ευχαριστώ, Θεέ μου, που με παρέβλεψες και δεν μου έδωσες ανάλογα με τις αμαρτίες μου αλλά μου δίνεις τόση χαρά; Θες να δης το Χριστό και την Παναγία; Θες να δης τον παράδεισο από τούτο τον κόσμο; Λέγε την ευχή και θάρθη μια μέρα που μόνο την ευχή θα λες».
Όταν του είπα ότι νοιώθω κάποιο φόβο στα μοναστήρια το βράδυ που πάω να κοιμηθώ, μου εξήγησε ότι αυτός ο φόβος είναι των αρχαρίων και ότι πολλές φορές ο διάβολος πιάνει το χέρι των μοναχών και δεν μπορούν να κάνουν κομποσκοίνι και το σταυρό τους. Όμως, συνέχισε, λέγε την ευχή και μη φοβάσαι. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα σαν πουλάκι και σε άλλα τρία μοναστήρια που πήγαμε τις επόμενες ημέρες, κοιμήθηκα χωρίς κανένα φόβο.
Τον ρώτησα πώς γίνονται οι ακολουθίες με το κομποσκοίνι και μου απάντησε ότι όση ώρα διαρκεί η ακολουθία τόση ώρα λέει την ευχή. Είναι π.χ. ο εσπερινός 1 ώρα, 1 ώρα αυτός κάνει κομποσκοίνι. Μυστήρια όμως και θεία λειτουργία δεν γίνονται με το κομποσκοίνι.
Όταν τον επήνεσε ο πατέρας είπε: «δεν έχει σημασία τι λες εσύ για μένα αλλά τι λέει ο Θεός».
Μας είπε ότι όταν είπε στον πατέρα του ότι θα πήγαινε να μονάση εκείνος του είπε να έχη την κατάρα των 318 πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Αυτός απήντησε, αμήν και έφυγε. Μετά από πολλά χρόνια έγιναν μοναχοί η μητέρα του αλλά και ο πατέρας του στα Κατουνάκια με το όνομα Ιώβ.
Ρώτησε αν έγινε ανακομιδή του π. Γερβασίου Παρασκευοπούλου. Όταν του είπαμε όχι απόρησε, γιατί δεν έγινε ανακομιδή.
Όταν τον ρώτησα αν κάναμε καλά που αγριέψαμε και διώξαμε τους μάρτυρες του ιεχωβά και τα παιδιά του Θεού μου είπε, αμ τι θα τους αφήνατε στο σπίτι σας; Τόνισε δε να περιφρονούμε τους μάρτυρες του ιεχωβά.
Κάποιος που είχε αρραβωνιαστεί, επειδή νόμιζε ότι του είχαν κάνει μάγια, πήγαινε στα μέντιουμ. Γι’ αυτό, ενώ πέρασαν 10 χρόνια, δεν παντρεύτηκε ακόμη. Μάγια σε ανθρώπους που εξομολογούνται και κοινωνούν δεν πιάνουν. Σ’ αυτά τα μυστήρια είναι ανάγκη να συμμετέχουμε συχνά, κατέληξε.
Όταν κάποιος δεν μας φέρεται καλά δεν πρέπει να τον συζητούμε με άλλους, αλλά να λέμε τα παραπονά μας στον ίδιο.
Ο Χριστός δεν μακάρισε τους πλουσίους αλλά είπε: «Μακάριοι οι πτωχοί, μακάριοι οι πενθούντες, μακάριοι οι πεινώντες, μακάριοι οι δεδιωγμένοι».
Ο γέροντάς του κάποτε δεν μπορούσε να φάη και του είπαν ότι εάν σε μια μέρα δεν συνήρχετο να τον ετοίμαζε γιατί θα πέθαινε. Τότε πήγε στην Παναγία και έκανε προσευχή και έλαβε πληροφορία ότι δεν θα πεθάνη. Πράγματι από τότε πήρε προς το καλύτερο και έζησε 20 χρόνια.
Αξέχαστη θα μου μείνει η θεία λειτουργία που παρακολουθήσαμε στο εκκλησάκι της καλύβης. Ο γέροντας Εφραίμ λειτούργησε πολύ κατανυκτικά και οι μοναχοί έψαλλαν απλά και σύντομα.
Όταν τρώγαμε το πρωϊνό, μας είπε ότι η αιτία της Μικρασιατικής καταστροφής ήταν ο γάμος του βασιλέως Κωνσταντίνου με τη Ρουμάνα και του αδελφού αυτής με την αδελφή του Κωνσταντίνου (4ος βαθμός συγγενείας).
Τούτο στήριξε αγιογραφικώς με το εξής περιστατικό. Κάποτε ο Δαυϊδ είπε να μετρήσουν το λαό του. Ο υπήκοός του του είπε, μήπως βασιλιά κάνουμε αμαρτία; Εκείνος είπε όχι και ζήτησε να μετρηθή ο λαός. Όταν έγινε αυτό ο προφήτης Γαδ πήγε στο Δαυϊδ και του είπε, βασιλιά τι αμαρτία είναι αυτό που έκανες; Ώστε στηρίζεσαι στο πλήθος του λαού σου και όχι στο Θεό; Διάλεξε να γίνη ένα από τα τρία: ή να γίνη λιμός τρία χρόνια ή να σε καταδιώκουν οι εχθροί σου τρεις μήνες ή να πέση θανατικό τρεις μέρες. Ο Δαυϊδ διάλεξε το τρίτο και σε τρεις μέρες πέθαναν 70.000 άνδρες. Τότε ο Δαυϊδ είπε: «Αχ Θεέ μου, οι δικές μου αμαρτίες να ταλαιπωρούν το λαό!». Το γιατί οι αμαρτίες των αρχόντων ταλαιπωρούν το λαό, ο Θεός γνωρίζει.
Ο π. Εφραίμ μας είπε για έναν υπάλληλο ότι τον πίεζαν οι μασόνοι προϊστάμενοι και υφιστάμενοι του να γίνει μασόνος. Επειδή όμως αρνιόταν, τον παρηγκώνιζαν. Τότε έγραψε στον π. Εφραίμ ότι γνώριζε απόρρητα του προϊσταμένου του. Αυτός είπε, όχι οδόντα αντί οδόντος και να μη φανερώση τα απόρρητα. Μετ’ ολίγον οι μασόνοι έπεφταν στα πόδια του και τον παρακαλούσαν να μη φανερώση τα απόρρητά των.
Δοξασμένος να είναι ο Άγιος Τριαδικός Θεός και η Παναγία μας που μας έκαναν τη χάρι να συναντήσουμε τον μακαριστό γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη. Είθε ο Θεός να αναπαύη κοντά του την αγία ψυχή του και με τις ευχές του να χαρίζη μετάνοια και πνευματική προκοπή σε όλους μας.
http://dosambr.wordpress.com/2010/07/08

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Μια αγράμματη γιαγιά φθάνει στη θέωση.(Μοναχή Μαρία: Ἡ μητέρα τοῦ Γέροντος Ἐφραίμ Κατουνακιώτη).

Αναδημοσίευση από το βιβλίο: «Γεροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης», Εκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ», Κατουνάκια Αγίου Ορος, σελ 72 – 73.
Ενώ πολλοί διαβάζουμε και μελετάμε αναζητώντας το δρόμο της θέωσης γύρω από τα θέματα της πίστης, κάποιοι αγράμματοι συνάνθρωποί μας, πετυχαίνουν το στόχο με λιγότερα γραμματικά εφόδια!
Στο μεταξύ, το 1963, λίγο μετά την αναχώρηση τού πατέρα για το Όρος ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή» είχε κοιμηθεί και η μητέρα τού Γέροντα [Εφραίμ του Κατουνακιώτη]. Αυτή η υπέροχη γυναίκα αφενός αξιώθηκε δύο μέρες προ τού θανάτου της να γίνει μεγαλόσχημη μοναχή με το όνομα Μαρία –παρακαλούσε την Παναγία μια ζωή γι’ αυτό- αφετέρου είχε έναν χαριτωμένο, οσιακό όντως θάνατο.
Γλυκιά και παρήγορη στους γύρω της ψυχή, όταν για λόγους καρδιακής πάθησης μπήκε στο Νοσοκομείο του Στρατού, εξέπληξε τους πάντες με την ευγενική της γλώσσα. Πήγαινε ο γιατρός να την επισκεφθεί: «Καλώς τον χρυσό μου τον γιατρό. Τι κάνετε; Πώς είσθε; Η κυρία σας, τα παιδάκια σας Είναι καλά;» προλάβαινε και ρωτούσε με χάρη. «Μα, αυτή η γιαγιά», έλεγαν θαυμάζοντας οι γιατροί «αντί να της δώσουμε θάρρος εμείς, αυτή εμψυχώνει και παρηγορει εμάς». Τον γιό της τον μικρό» τον αξιωματικό, τον αγαπούσε πολύ. Όταν πήγαινε να την επισκεφθεί το διαισθανόταν και έλεγε τάχα εμπιστευτικά στην τότε αρραβωνιαστικιά και μετά σύζυγο του: «Έρχεται ο δικός σου». Και να σε λίγο ο αξιωματικός. Απορούσε η κοπέλα, αν μία πεθερά μπορεί να λέει «ο δικός σου». Κι όμως μπορούσε.

Ο Γέροντας, όταν έμαθε ότι μπήκε στο Νοσοκομείο, έστειλε ένα σχήμα και ένα πολυσταύρι στον αδελφό του και του έγραψε να την κάνουν μοναχή, «διότι δεν θα βγει από το Νοσοκομείο ζωντανή», βεβαίωνε.
Διηγείται η κόρη της: «Όταν η μητέρα μας έγινε μεγαλόσχημη στο Νοσοκομείο (σε όλη την ζωή της είχε την επιθυμία να γίνει μοναχή), ενώ τις άλλες ήμερες ήταν σιωπηλή (καθώς έλεγαν οι νοσοκόμες), την ήμερα και το βράδυ εκείνο συνεχώς μιλούσε! Εγώ κάθισα κοντά της όλη εκείνην τη νύχτα. Το πρόσωπο της έλαμπε, είχε γίνει φωτεινό μετά την κουρά της! Μιλούσε και κοίταζε προς τον ουρανό! “Τι λέγεις, μητέρα;” τη ρωτούσα, “τι βλέπεις;” “Τι να σου πω, παιδί μου, τι όμορφα! Τι έβλεπα! Αλλά που βρίσκομαι;” Τότε συνερχόταν, και καταλάβαινε ότι ήταν στο Νοσοκομείο.
»Μετά μία εβδομάδα που ήταν στο Νοσοκομείο, και ενώ ήταν καλά και θα έβγαινε, παρουσίασε έναν πυρετό υψηλό, ανεξήγητο. Ξημερώματα Μεγάλης Παρασκευής κοιμήθηκε. Ο θάνατός της ήταν ήσυχος, ειρηνικός. Ήρθε η μοναχή που την είχε αναλάβει κατά την κουρά και την έντυνε, δηλαδή την ετοίμαζε. Αμέσως αισθάνομαι έντονη ευωδία, άρρητη ευωδιά! Λέω τότε στη μοναχή: “Καλά, κι εσείς οι μοναχές βάζετε αρώματα;” “Όχι, κυρία Ελένη”, απαντά, “δεν βάζουμε αρώματα. Αυτό που ευωδιάζει, εγώ το αισθάνθηκα αμέσως, την ώρα που την άλλαζα. Βγαίνει από το σώμα της μητέρας σας. Περίμενα να το αισθανθείτε κι εσείς, γι’ αυτό δεν έλεγα τίποτε. Αυτό είναι σημάδι αγιότητας. Είναι σημάδι ότι σώθηκε η μητέρα σας”. Μείναμε κατάπληκτοι!
»Ο ιερέας κατά την κηδεία θαύμαζε και έλεγε ότι πρόκειται περί άγιας ψυχής! Σαν ίδρωτας έβγαινε από το σώμα της μητέρας μύρο! Τα ρούχα μας, που ήρθαν σε επαφή με το σώμα της μητέρας μας (την αγκαλιάζαμε και την φιλούσαμε), επί μιαν εβδομάδα ευωδίαζαν! Κατά την κηδεία περισσότερο ευωδίαζε η μητέρα μας παρά ο επιτάφιος».
Και ο ίδιος ο Γέροντας ομολογούσε: «Ναι, έτσι έγινε, αφού έπεσα, τρόπον τινά, σε μνησικακία. Να, το εξομολογούμαι. Μία γυναίκα, λέω, χωριάτισσα, αγράμματη, πού έφθασε! Όταν προσευχόμουν γι’ αυτήν, έπαιρνα, δεν έδινα! Πλημμύριζα από χάρη.
»Είδα σαν μια θεωρία, να πούμε. Πήγαινε η μητέρα μου στον Χριστό: “Καλώς τη Μαρία, καλώς τη Μαρία”. Χρόνια έχουμε εμείς εδώ, για να αποκτήσουμε αυτήν την κατάσταση.
»Πολλές φορές έβλεπα ότι η μητέρα μου είναι ο γέρο-Ιωσήφ, και ο γερο-Ιωσήφ μητέρα μου. Ένα πράγμα και οι δύο…
»Είδα ότι είχαν με τον γερο-Ιωσήφ την ίδια πνευματική κατάσταση. Και πριν πεθάνει, και μετά τον θάνατό της, είχα πληροφορία, την ίδια πληροφορία: η μητέρα μας έφθασε σε [υψηλά πνευματικά] μέτρα. Πώς να το πεις τώρα. Νερώνεις το κρασί με το νερό ή το νερό με το κρασί, ένα θα γίνει. Έτσι κάπως. Ο γερο-Ιωσήφ μητέρα μου, και η μητέρα μου γερο-Ιωσήφ ήτανε.
»Η μητέρα μου δεν είχε παράδειγμα, μονάχη της έκανε υπομονή στις θλίψεις. Και στο βιβλίο του γερο-Ιωσήφ βλέπει κανείς την πολλή υπομονή που έκανε στις θλίψεις. Για τον Ιώβ γράφει ο άγιος Χρυσόστομος ότι είχε και άλλες αρετές, άλλα για τη μεγάλη του υπομονή, το να μη γογγύζει, επαινέθηκε από τον Θεό».
http://dosambr.wordpress.com/2010/07/04/

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...