Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Η Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Σουμελά και η εορτή της Παναγίας στα Φάρασα της Καππαδοκίας.

Της Ανθίππη Φιαμού
(Από την εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη)

Με αφορμή την πανηγυρική λειτουργία που έλαβε χώρα στις 15 Αυγούστου 2010 στο χώρο της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Σουμελά, στη Ματσούκα του Πόντου, κάνουμε ένα αφιέρωμα στο ιστορικό της μονής, που επί 1600 χρόνια αποτέλεσε φάρο και σύμβολο του Ελληνισμού του Πόντου και της Ανατολής.

Η ίδρυση της Μονής
Κατά την παράδοση, πρώτος ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς, με την ευλογία της ίδιας της Θεοτόκου και πάνω σε τρία ξύλα που του έφερε ο άγγελος Κυρίου, ζωγράφισε την αγία Της μορφή. Οι τρεις αυτές εικόνες, τις οποίες ευλόγησε η παναγία μας, διασώζονται μέχρι τις μέρες μας (!) και η τύχη τους μετά την κοίμηση του Αποστόλου Λουκά πλαισιώνεται από χίλιους θρύλους και ιστορίες.
Είναι μεγάλη τιμή για τον Ελληνισμό και οι τρεις τους να βρίσκονται στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Η μία στο Μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου των Καλαβρύτων, που ιδρύθηκε το 362 μ.Χ. ύστερα από τη θαυμαστή εμφάνιση της στον τόπο εκείνο, η δεύτερη στη Μονή Κύκκου της Κύπρου, ενώ η τρίτη στην. Μ. Παναγία Σουμελά του Βερμίου. Ως «Κυρά των Ποντίων» χαρακτηρίζουν την τελευταία και η ιστορία της -πολύπαθη και συγκινητική, όπως και του λαού που επέλεξε η Μεγαλόχαρη για ποίμνιο Της, όπως και της γης που επέλεξε για θρόνο Της.

Προτού κοιμηθεί, ο Απόστολος Λουκάς εμπιστεύτηκε την εικόνα της Παναγίας που κρατά τον μικρό Χριστό να ευλογεί με το ένα χέρι και στο άλλο να έχει ένα χειρόγραφο, στον μαθητή του Ανανία. Αργότερα στην Αθήνα κτίστηκε μεγάλος ναός προς τιμή της Θεοτόκου, για να φιλοξενήσει το πανέμορφο εικόνισμα Της. Κατά μία εκδοχή, πρόκειται για τον Παρθενώνα, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, είχε όντως μετατραπεί σε ορθόδοξο ναό. Τότε αποκαλούνταν «Παναγία η Αθηνιώτισσα», όπως και όταν μεταφέρθηκε στη Θήβα, όπου επίσης για χάρη Της ανοικοδομήθηκε λαμπρός ναός. Η Μητέρα του Θεού όμως αλλού επιθυμούσε να στηθεί ο θρόνος της, και τη βούληση της αυτή φανέρωσε στον μοναχό Βασίλειο, προστάζοντας τον μαζί με τον ανιψιό του Σωτήρχο να αλλάξουν
ονόματα και από την Αθήνα όπου βρίσκονταν να πάνε στο ναό Της στη Θήβα για να πάρουν τις εντολές Της για τη θέση της νέας Της οικίας. Έτσι, ο Βαρνάβας πλέον και ο Σωφρόνιος κατευθύνθηκαν στη Θήβα, όπου είδαν την αγία εικόνα Της να αφήνει μόνη της το εικονοστάσι και από το παράθυρο του ναού να φεύγει και να χάνεται στον ουρανό:

«...Ακολουθήστε με άφοβα στην Ανατολή. Εγώ προπορεύομαι στο όρος του Μελά, που επέλεξα. Θα είμαι πάντα μαζί σας...».

Παρόλο που ο δρόμος στο άγνωστο γέμιζε με αγωνία τους δύο μοναχούς, η δυνατή πίστη τους, η εμπιστοσύνη τους στα λόγια της Παναγίας και η έντονη επιθυμία τους να φέρουν εις πέρας τη θεία εντολή αποτελούσαν την πηγή δύναμης, υπομονής και θάρρους.

Εκεί που τα πόδια δεν τους κρατούσαν από πολύωρη πεζοπορία και οι αμφιβολίες αν κατάλαβαν καλά κάποιο σημάδι της Θεοτόκου πλημμύριζαν το μυαλό τους, μια ένας οδοιπόρος, μια ένα πλοίο, μια κάποιο ζώο, η φύση ολόκληρη θα τους οδηγούσε τελικά ανατολικά, προς το ευλογημένο μέρος «στο όρος Μελά».

Πάνω από 5 χρόνια κράτησε η δοκιμασία των δύο μοναχών, μέχρι που μουδιασμένοι άκουσαν έναν χωρικό, που τους φιλοξένησε για μια νύχτα, πως για δείπνο τούς έχει «χόρτα από το χωράφι του» και «ψάρια που τα ψάρεψε ο ίδιος από τον Πυξίτη ποταμό, που κατηφορίζει ...από το όρος Μελά»! Η ολοκλήρωση της εντολής φάνταζε τότε τόσο κοντά. Δεν μπορούσαν να φανταστούν ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος πως η μαρτυρική τους πορεία μόλις έφτασε στο αποκορύφωμα, καθώς ένα πυκνό δάσος πανύψηλων δέντρων και άγριων θάμνων, που έκλεινε τον ορίζοντα και έκρυβε τον ουρανό, για αιώνες περίμενε υπομονετικά αυτοί οι δύο άνθρωποι του Θεού κατά βούληση της Μεγαλόχαρης να το διασχίσουν πρώτοι και να το τιμήσουν με το στήσιμο του θρόνου Της εκεί. Μια σκυμμένοι και μια μπουσουλώντας, σπάζοντας κλαδιά, αγκομαχώντας στα τυφλά, πιάνοντας κορμούς με σκλήθρες και αγκάθια, που τους ξέσχιζαν τα ρούχα και τη σάρκα, ακόμα και τα παπούτσια, με μόνιμο κίνδυνο να κατρακυλήσουν από την απότομη πλαγιά, θείος και ανιψιός αγωνίζονταν σκληρά να φτάσουν στον προορισμό τους. Όμως εκεί πάνω στο πλάτωμα τους περίμενε η μέγιστη δυνατή συγκίνηση Στο βάθος της σπηλιάς, σε μια κόγχη, στεκόταν η εικόνα της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας!

Με τη στιγμή της μεγάλης αυτής «συνάντησης» ξεκινά η ζωή της Παναγίας της Αθηνιώτισσας στον εκλεκτό Πόντο! Οι δύο μοναχοί κοπιάζουν να κτίσουν το νέο οίκο της Μεγαλόχαρης σε τόπο που λες και κρέμεται πάνω από τη γη. Καθώς λέγεται, ύστερα από ζεστή προσευχή των μοναχών, άρχισε να αναβλύζει αγίασμα, παρέχοντας τους δροσερό νερό, ενώ ένα μουλάρι φορτωμένο με δύο καλάθια τρόφιμα, εργαλεία, ρούχα, σκεύη, βιβλία, εμφανίστηκε μπροστά τους χωρίς να συνοδεύεται από κανέναν. Μόνο ένα σημείωμα ανέφερε ότι το στέλνουν οι αδελφοί από τη Μονή Ιωάννη Βαζελώνος, στον Ηγούμενο της οποίας παρουσιάστηκε η Θεοτόκος δίνοντας την εντολή να αποσταλούν τα απαραίτητα στους δύο μοναχούς που Της κτίζουν νέο θρόνο στο όρος Μελά. Χωρίς να γνωρίζουν πού ήταν ακριβώς η θέση αυτή, εμπιστεύτηκαν το μουλάρι στη Θεία Χάρη Της να το οδηγήσει, όπως και έγινε. Ύστερα από αυτό το συγκινητικό γεγονός καθιερώθηκε κάθε χρόνο την ίδια μέρα να στέλνεται από τη Μονή Σουμελά προς τη Μονή Βαζελώνος ένα φορτωμένο μουλάρι σε ανάμνηση της εκ θαύματος βοήθειας.

Πέρασαν χρόνια και ο αρχικά μικρός ναός αντικαταστάθηκε με μεγαλύτερο, πλαισιώθηκε από κελιά και ξενώνες. Η Σουμελά ευημερούσε ήδη κατά την εποχή του Ιουστινιανού (6ος αι.) και η φήμη της απλωνόταν σ' ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Η φήμη αυτή γίνεται αιτία να συσσωρευτούν πλούτη στη μονή, ενώ οι αυτοκράτορες της Δυναστείας των Κομνηνών τής παραχωρούν πολλά κτήματα και χωριά της περιοχής, των οποίων οι κάτοικοι επιφορτίζονται με τα καθήκοντα της καλλιέργειας της γης και της φρούρησης των περασμάτων για το φόβο των ληστών και των επιδρομέων.

Το προνομιακό καθεστώς, που περιλαμβάνει εκτός των άλλων και απαλλαγή από τη φορολογία, διατηρείται και κατά την οθωμανική περίοδο, ενώ η αίγλη της μονής συνεχίζεται ως τις αρχές του 20ού αι. Τη δεκαετία του 1910 ζουν εδώ πάνω από 100 μοναχοί. Μέχρι σήμερα σώζονται ασπρόμαυρες φωτογραφίες της μονής από εκείνη την εποχή.

Η γιορτή της Μονής, το Δεκαπενταύγουστο, αποτελούσε το γεγονός της χρονιάς για ολόκληρο τον πόντο, οι εορτασμοί κρατούσαν εννιά μέρες και συγκέντρωναν προσκυνητές απ' όλες τις γωνιές του ορθόδοξου κόσμου, ενώ οι λιτανείες με τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια δεν άφηναν κανέναν ασυγκίνητο.

Αυτή η λαοσύναξη σταμάτησε να γίνεται από το 1922. έκτοτε, το βράδυ της 14ης προς 15η Αυγούστου, κάθε χρόνο, το σκοτάδι στην κοιλάδα του Πυξίτη και το όρος Μελά που είναι σκαρφαλωμένο το μοναστήρι της Παναγίας, ήταν πιο βαθύ, «σκοτία πίσα» που έλε’ αν τ’ εμέτερ».εκεί τριγυρνούσαν μόνο οι ψυχές πενήντα γενεών Ποντίων, που συνέδεσαν και ταύτισαν την επιβίωση του Γένους με τη δύναμη που έπαιρναν από την Παναγία Σουμελά, ειδικά κάθε Δεκαπενταύγουστο.


Η καταστροφή και η ανιστόρηση της Σουμελά

Η μονή καταστρέφεται το 1918, με την αποχώρηση των Ρώσων, και το Φεβρουάριο του 1923 οι τελευταίοι εναπομείναντες μοναχοί εγκαταλείπουν το μοναστήρι, που μένει στο έλεος των τυμβωρύχων και αποτελεί κρησφύγετο λαθρεμπόρων. Η πυρκαγιά του 1930 ήταν αυτή που αποτελείωσε την καταστροφή.

Δεν άντεξαν όμως οι Πόντιοι για πολύ το χωρισμό τους και μόλις έμαθαν πως πριν αφήσουν τη μονή, μερικοί μοναχοί έθαψαν τα πολύτιμα κειμήλια της -μεταξύ αυτών, φυσικά, η αγία εικόνα της Θεομήτορος και ο Σταυρός με το Τίμιο Ξύλο. δώρο του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού- μερικά χιλιόμετρα από το μοναστήρι, επιδίωξαν την επιστροφή τους σε χριστιανικά χέρια. Το 1931, ύστερα από ενέργειες του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου προς την τουρκική κυβέρνηση του Ισμέτ Ινονού, επιτέλους δόθηκε άδεια μια αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον έναν εκ των μόλις δυο εν ζωή καλόγερων του ιστορικού μοναστηριού, τον Αμβρόσιο Σουμελιώτη, να παραλάβει τον κρυμμένο θησαυρό των Ποντίων, της Ορθοδοξίας, του Ελληνισμού ολόκληρου. «Εν Ελλάδι υπήρχαν Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Με την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος», - είχε γράψει τότε ο υπουργός Πρόνοιας Λεωνίδας Ιασωνίδης. η συμβολή του οποίου ήταν καθοριστική.

Η μονή της Παναγίας Σουμελά ανιστορήθηκε το 1951 με πρωτοβουλία του Φίλωνα Κτενίδη στην Καστανιά Βέροιας, όπου μεταφέρθηκε η ιερή εικόνα της Παναγίας και άλλα κειμήλια της ιστορικής μονής.

Εξήντα εφτά χειρόγραφοι κώδικες και εκατόν πενήντα βιβλία της μονής βρίσκονται σήμερα στο μουσείο της Άγκυρας. Πολλές από τις πολύτιμες εικόνες που απέμειναν μεταφέρθηκαν στην Οξφόρδη και μερικές στο Δουβλίνο. Άλλες πάλι λέγεται ότι έγιναν προσάναμμα από τους βοσκούς της γύρω περιοχής, για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.


Η αναστήλωση της Σουμελά στον Πόντο

Μέχρι το 1972, χρονιά κατά την οποία τοποθετήθηκε εδώ ο πρώτος φύλακας αρχαιοτήτων, με σύμμαχο την αδιαφορία των τοπικών αρχών, το μοναστήρι ήταν έρμαιο στα χέρια των βανδάλων.

Το 2001 ξεκίνησαν εργασίες αποκατάστασης υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ (οι οποίες σχεδόν ολοκληρώθηκαν το 2010) με σκοπό να ανακατασκευαστούν τα κτίρια της μονής και να περισωθεί ό,τι είναι δυνατό από τις υπέροχες αγιογραφίες που κοσμούν το εσωτερικό της εκκλησίας εντός του σπηλαίου και ενός μικρότερου παρεκκλησίου που χτίστηκε αργότερα. Τα δείγματα της αποκατάστασης των τοιχογραφιών δυστυχώς είναι αποκαρδιωτικά, ενώ έχουν γίνει και υπερβάσεις στην ανακατασκευή του κτιριακού συγκροτήματος, που αναμένεται να αποκατασταθούν.

Η πρώτη λειτουργία μετά από περίπου ενενήντα χρόνια
Από τις αρχές της δεκαετίας του '90, οπότε αυξήθηκε ο αριθμός Ελλήνων επισκεπτών από την Ελλάδα και από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στη Σουμελά, άρχισε σταδιακά να συζητείται σε τοπικό επίπεδο η τουριστική αξιοποίηση της μονής μέσω του ανοίγματος σε θρησκευτικές λειτουργίες.

Παρά τις προκαταλήψεις και τις φοβίες της κοινωνίας και του τουρκικού κράτους, τελικά, η κυβέρνηση Ερντογάν αποφάσισε να επιτρέψει την τέλεση Θείας Λειτουργίας μια φορά το χρόνο, όπως εκτεταμένα αναφέρθηκε στο προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας μας, που παρουσιάσαμε και τη μετάφραση της σχετικής υπουργικής απόφασης.

Φέτος τη νύχτα της 14ης προς 15η Αυγούστου ανταμώθηκαν οι ψυχές πενήντα γενεών Ποντίων που έμειναν θαμμένοι στα άγια χώματα του Πόντου με τις ψυχές τριών γενεών Ποντίων που γεννήθηκαν κι ανδρώθηκαν μακριά από αυτόν, μετά το 1923.

Φέτος η νύχτα της 14ης προς 15η Αυγούστου στο βουνό Μελά ήταν πιο φωτεινή από ποτέ.

Συμπλήρωμα από Α. Φιαμού

Το αγίασμα της Παναγίας Σουμελά οι Τούρκοι το μπάζωσαν με τσιμέντο, γιατί πήγαιναν οι δικές τους γυναίκες και έπαιρναν νερό για να το δώσουν στα παιδιά τους. Όμως το τσιμέντο υδροστατεί και οι προσκυνητές αρκούνται σε μερικές σταγόνες.

Αυτό που ακολουθεί το είδα με τα μάτια μου.

Ήταν μια νεαρή Τουρκάλα με το μωρό της στην αγκαλιά. Ήταν μήνας Αύγουστος αλλά εκείνη φορούσε παλτό ως τα γόνατα και μαντήλα όπως οι ακραιφνείς μουσουλμάνες. Πλησίασε το τσιμεντωμένο αγίασμα, άπλωσε το χέρι έπιασε με μερικές σταγόνες κι έβρεξε μ’ αυτές το μέτωπο του παιδιού της.

Έφυγε το ίδιο σιωπηλά και διακριτικά όπως ήρθε.

Επίσης, οι Τούρκοι ονομάζουν το μοναστήρι «Μεριέμ Ανά Μοναστήρι» που σημαίνει
«Το Μοναστήρι της Μάνας Μαρίας». Γιατί η Παναγία είναι η Μάνα όλου του κόσμου.


Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΑ ΦΑΡΑΣΑ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
Του Ιορδάνη Παπαδόπουλου
Μαθηματικού Φαρασιώτη

«'Σ Παναγίας το τραγώδι, του σταφυλού ο Πάσκας»
(Της Παναγίας το τραγούδι, Πάσχα του σταφυλιού, της Κοιμήσεως, 15 Αύγουστο)

Ο Αιδ. Παπά Θόδωρος Θεοδωρίδης σημειώνει: «Στο Βαρασό των Φαράσων είχαν τέσσερις εκκλησίες και εξωκλήσια προς τιμήν της Παναγίας. Οι τρεις απ' αυτές ήσαν απ' τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Η πρώτη ήτο μέσα σε σπηλιά τεραστίου βράχου (σ' Παναγίας ο πηλός), κοντά στο χωριό προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Η δεύτερη στο βουνό Σαχ-Μούρη, σε παλιό χωριό Άγιο ή Μανόγιο, η Τρίτη, Παναγία των Εισοδίων της Θεοτόκου κι αυτή στην τοποθεσία «Τα πόνου Άνα ή Τα Μακρά και η τέταρτη η Έ - Γάτερη (Αγία Γαλατερή), στου Μαόκκου».

Για την Παναγία στη σπηλιά υπήρχε μια ενδιαφέρουσα παράδοση που έλεγαν οι Φαρασιώτες στο Πλατύ Ημαθίας:

Όταν κινδύνευσε ο Χριστός (από τον ΗρώδηWink «η Παναγία χύτζεν τζαι δώτζεν μο τα φτερά τ'ς πα σο κάτζι τζαι νοίγει τζ' ενότουν 'ς Παναγίας ο σπήλος» (η Παναγία έτρεξε και χτύπησε με τα φτερά της πάνω στο βράχο και άνοιξε και έγινε της Παναγίας η σπηλιά).

Η γιορτή στη σπηλιά, που ήταν η πιο σπουδαία για τους Φαρασιώτες, κρατούσε τρεις μέρες. Μαζεύονταν όχι μόνο Χριστιανοί από όλα τα Φαρασιώτικα χωριά, αλλά και Καππαδόκες από μακρύτερα μέρη που έκαμναν δυο τρεις μέρες δρόμο για να έλθουν. Ακόμη και Τούρκοι (κυρίως ντονμέδες, πρώην Χριστιανοί) έπαιρναν μέρος στη γιορτή. Από το πρωί της παραμονής, άρχιζε να έρχεται ο κόσμος οικογενειακώς στον Ιερό βράχο. Η ανάβαση δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Είχε πάνω από 150 σκαλιά, πέτρινα και ξύλινα. Το απόγευμα έρχονταν τα παλικάρια με τα σφάγια «γουζία τζαι ρίψε» (αρνιά και ερίφια), αλλά και μικρά μοσχάρια.

Επειδή την παραμονή του 15 Αύγουστου ήταν ημέρα σαρακοστής, δεν επιτρεπόταν πλούσιο φαγοπότι, ούτε ξεφαντώματα με χορούς και τραγούδια. Ανήμερα της γιορτής, το χάραμα, έρχονταν «οι σταφυλάτοι μο τα σεπέτα» (οι αμπελουργοί με τα καλάθια). Απόθεταν τα καλάθια στην είσοδο της σπηλιάς για να ευλογήσει ο Ιερέας τον πρώτο καρπό.

Κατά τον Παπά Θόδωρο Θεοδωρίδη «Αυτοτελές και ιδιόρρυθμο είναι το της Κοιμήσεως της Θεοτόκου τραγούδι» (όπως σημειώνει σε ανέκδοτο χειρόγραφο). Το παραθέτει όπως TO διηγήθηκε η μητέρα του:

Πέντε Άγιοι χορεύκανε 'ς Παναγίας το χαυλού
κανείς σο στραβόν τη στράτα μην 'υρκπεί

Πέντε Άγιοι χόρευαν στης Παναγίας την Αυλή
κανείς στο δρόμο το στραβό μη γυρίσει

Ο προφήτ'ς έχτσεν το κεμίν τζαι τελλέτσεν τα
σα 'κατό χρόνες ποίτζεν τα τεμάμι

Ο προφήτης έχτισε την κιβωτό και την τελείωσε
σε εκατό χρόνια την ολοκλήρωσε


Σεράντα ημέρες βρεσίνκε μο βροσή
πενήντα ημέρες 'ύρσεν τα τουφάνι
Είπαν' τι τζαι τα χάιβάνε, αμόνι
τζο ντουνεν τζαι στο Θεό αν τερμάνι

Σαράντα ημέρες έβρεχε μόνο βροχή
πενήντα ημέρες το γύρισε κατακλυσμό.
Είπαν και τα ζώα, αμάν πια
δε γίνηκε κι απ' το θεό μια βοήθεια


Και μια παραλλαγή (Μαρτυρία της Κυριακής Μιχαϊλίδου από το Ούλου Αγάτς, στον Παπά Θόδωρο Θεοδωρίδη, Αθήνα 1943):

Πέντε Άγιοι χορεύανε 'ς Παναΐας την αυλή
πιέσαν χορός τζαι τραγωδάν τ' ορτόν την πίστη
Ο προφήτ'ς έχτσεν το κεμίν τζαι
τελλέτσεν τα τζαι ποίτζεν τα τεμάμι
Ο Χριστός είναι 'ς Παναΐας ο Τόκος
τζ' η Παναΐα έν' Ορτά Θεοτόκος

Πέντε Άγιοι χορεύανε στης Παναγίας την αυλή
πιάσανε χορό και τραγουδούν την ορθή πίστη
Ο προφήτης έχτισε την κιβωτό και
την τελείωσε και την ολοκλήρωσε
Ο Χριστός είναι γέννα της Παναγιάς
κι η Παναγιά είναι στ' αλήθεια Θεοτόκος

Είναι φανερό πως το τραγούδι αναφέρεται στον κατακλυσμό του Νώε. Και στις δυο εκδοχές έχουμε πέντε Αγίους να χορεύουν στην αυλή της Παναγιάς και το κεμίν. Εντυπωσιακή η επισήμανση πως η Παναγία είναι Θεοτόκος (όχι Χριστοτόκος), που σημαίνει πως ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος

resaltomag.blogspot.com
radiofloga.blogspot.com

ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ-Λόγος εγκωμιαστικός στην Παναγία


Αλλά τάχα σε τι στέκεται η ευλάβεια της Παρθένου; Σε προσευχή και νηστεία. Σε προσευχή, όπου είναι η παράκληση, σε νηστεία, όπου είναι η εγκράτεια δύο τρόποι τούς οποίους διόρισε η Εκκλησία για να τιμούμε, έξοχα στις μέρες αυτές, την μητέρα του Θεού και μητέρα μας. Μα τι λογής πρέπει να είναι η προσευχή μας στην παράκληση; Οχι με αταξία, όχι με σύγχυση, όχι με αναισχυντία, αλλά με φόβο Θεού, με συντριβή καρδίας, με δάκρυα κατανύξεως. Τι λογής πρέπει να είναι η νηστεία μας στην εγκράτεια; Οχι μόνο νηστεία από φαγητά, αλλά νηστεία και από αμαρτίες· όχι μόνο εγκράτεια από κρέατα, αλλά εγκράτεια και από τα πάθη τα σαρκικά. Η Παναγία Παρθένος, με τη νηστεία, ζητεί από μας καρδία καθαρά και με την προσευχή, καρδίαν συντετριμμένη. Και τι λιγότερο μπορεί να ζητήσει από τούς Χριστιανούς η μητέρα του Θεού και μητέρα των χριστιανών; Αχ! Και να καταλαβαίναμε πόση χαρά και βοήθεια έχουμε από τέτοια αγιότατη μητέρα.

Ορφανοί, που στερηθήκατε τούς γονείς σας, ξένοι, που χάσατε την ευτυχία σας, άρρωστοι, θλιμμένοι, αμαρτωλοί μη λυπάστε, εσείς έχετε μητέρα, τη μητέρα του Θεού. Μητέρα που σας κυβερνά στην ξενιτιά σας, που σας τρέφει στη φτώχεια σας, που σας δίνει τη θεραπεία στα πάθη, την παρηγοριά στις θλίψεις, την ελευθερία στις σκλαβιές, την συγχώρεση στις αμαρτίες. Μη λυπάστε· έχετε μητέρα, τη μητέρα του Θεού. Ναύτες, όπου πλέετε στη θάλασσα, επικαλεστείτε την Παρθένο να έχετε λιμάνι στις ανεμοζάλες. Πραματευτές, που περπατάτε στη γη, επικαλεστείτε την Παρθένο να έχετε βοηθό στούς κινδύνους. Γεωργοί, όπου δουλεύετε τη γη, επικαλεστείτε την Παρθένο να έχετε ευλογία καρποφορίας στούς κόπους σας. Νεοι, όπου σπουδάζετε στα σχολεία, επικαλεστείτε την Παρθένο να έχετε φως γνώσεως στις σπουδές. Ιερείς και λαϊκοί, άνδρες και γυναίκες, επικαλεστείτε την Παρθένο σε όλες τις σωματικές και ψυχικές ανάγκες, να την έχετε προστάτη σ’ αυτήν την ζωη, παραστάτη την ώρα του θανάτου, μεσίτρια την ημέρα της κρίσεως. Χριστιανοί, μικροί και μεγάλοι, όσοι λατρεύετε και προσκυνείτε το όνομα του Ιησού, τιμάτε και ευλαβείστε και το όνομα της Παρθένου Μαρίας, της μητέρας του Ιησού και μητέρας μας. Ιησούς και Μαρία ας είναι τυπωμένα μέσα στην καρδιά σας. Ιησούς και Μαρία μη λείπει από το στόμα σας. Ιησούς και Μαρία, ας είναι η αρχή και το τέλος των προσευχών σας. Το όνομα Ιησούς και Μαρία, ας είναι τα πρώτα λόγια της αυγής, τα τελευταία της ημέρας, με αυτά να σφραγίζετε σε ύπνο τα μάτια σας, με αυτά να μπαίνετε και να βγαίνετε από την Εκκλησία, με αυτά να αρχίζετε και να τελειώνετε κάθε υπόθεση, για να αξιωθείτε την ώρα που πρόκειται να παραδώσετε το πνεύμα, να έχετε από το ένα μέρος τον Ιησού και από το άλλο την Μαρία και μαζί με τον Ιησού και την Μαρία να συνδοξάζεστε στην Βασιλεία των Ουρανών. Αμήν.
http://proskynitis.blogspot.com/
Πηγή εἰκόνας: http://t3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTiDhLdlmRalh8xrZqqR-B5RNryrq3fwcF6bzdA5PdmDj7p0Q8&t=1&h=198&w=140&usg=__4wMstKplw_h9kPW9h5GVQNrQMTg=

Οι τελευταίες στιγμές της Παναγίας

undefined
Ιωάννου του Γεωμέτρη

Η Μητέρα του Θεού λοιπόν έδειξε στους Αποστόλους, που ήδη το γνώριζαν, το σύμβολο της αναχωρήσεώς της, το φοίνικα, τους μετέδωσε επίσης ευλογία και ανάλογη παρηγοριά και αφού τους μίλησε για την έξοδο της και τους προθυμοποίησε για το κήρυγμα, τους είπε με λίγα λόγια ολόκληρη την οικονομία της αποστολής τους. Έπειτα ασπάσθηκε τον Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους, “χαίρετε”, λέγοντας, “τέκνα και φίλοι και μαθηταί του Υιού και Θεού μου και να αισθάνεστε ευτυχείς, που αξιωθήκατε τέτοιο δάσκαλο και Δεσπότη και να υπηρετείτε τέτοια μυστήρια και να μετέχετε των διωγμών και των παθημάτων του, για να γίνετε κοινωνοί της δόξας και της Βασιλείας Του”.

Αφού τους μίλησε για τα τελευταία γεγονότα, τους ζήτησε να ψάλλουν τους επιτάφιους ύμνους, ενώ Εκείνη άρχισε τις προς τον Θεό ευχαριστίες της.
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
«Σε ευλογώ”, έλεγε, “Δέσποτα και Θεέ και Υιέ του Θεού του προανάρχου σου Πατρός και δικέ μου υιέ, της δούλης σου, για  την φιλανθρωπία σου. Σε ευλογώ, που μας λύτρωσες από την κατάρα και μας έδωσες την ευλογία. Σε ευλογώ τον αίτιο όλων των αγαθών μας, της ζωής, του φωτός, της ειρήνης, της δυνατότητας να γνωρίσουμε τον Πατέρα σου και το συνάναρχό σου και ζωοποιό Πνεύμα. Σε ευλογώ Λόγε, που ευλόγησες την κοιλιά μου κατοικώντας σ’ αύτη με ανέκφραστο τρόπο. Σε ευλογώ, που με τέτοιο τρόπο μας αγάπησες ώστε και για μας να σταυρωθείς και να πεθάνεις. Σε ευλογώ, που κατέστησες μακάρια την κοιλιά μου και πιστεύω ότι θα εκπληρωθούν και όλα τα άλλα, για τα οποία μου έχεις μιλήσει».

Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Μετά από αυτά τα λόγια ακολούθησε αμέσως η παράδοξη κάθοδος του Υιού της που συνοδευόταν από τους Προφήτες, τους Πατριάρχες και όλους τους Δικαίους. Μπροστά πήγαιναν οι Άγγελοι και Αρχάγγελοι και όλες οι υπόλοιπες Αγγελικές δυνάμεις. Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι γέμισε. Όλα εκείνα που η Παρθένος προγνώριζε, τότε τα έβλεπε μπροστά της, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος από αυτά τα θαυμάσια, ο καθένας ανάλογα με την αγιότητά του. Έτσι η δεύτερη κατάβαση έγινε ενδοξότερη και φρικωδέστερη της πρώτης, και προφανεστέρα για όσους είχαν όραση πνευματική. Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρευρίσκονταν με φόβο, ιεραρχικά σύμφωνα με την τάξη τους. Έβλεπαν με φόβο όχι μικρότερο (ίσως μεγαλύτερο θα έλεγα, αν επιτρεπόταν), γεμάτοι έκπληξη για την δεύτερη κένωση και συγκατάβασή του. Ό,τι έγινε άλλοτε για χάρη ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους, τώρα για μία μόνο ψυχή, για μία μόνον γυναίκα γινόταν ένα τέτοιο θαύμα.
Η συνοδεία ήταν λαμπρή και πολυάριθμη, όπως άρμοζε για την άφιξη του Δεσπότη και την αναχώρηση της Δέσποινας, αλλά η θέαση αυτών που γίνονταν, όπως ήδη είπα, γινόταν μόνον από τους καθαρούς, αν και η παρουσία του Δεσπότη ήταν ακατανόητη και σ’ αυτούς τους Μαθητές και Αποστόλους που ήσαν γεμάτοι από τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που κατοικούσε μέσα τους. Παρευρισκόταν εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως θεωμένη, λαμπρότερη της αστραπής και της λάμψεώς της, από ότι στο Θαβώρ, αλλά μικρότερη της φυσικής της λαμπρότητας ενώ οι Απόστολοι ήσαν σαν νεκροί. Ο Κύριος αμέσως τους λέγει, “ειρήνη υμίν”, όπως άλλοτε όταν «εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων»,  στο ίδιο σπίτι που μαζεύτηκαν και τότε και τώρα, το σπίτι του Ιωάννη. Τότε συγκεντρώθηκαν για τον φόβο των Ιουδαίων. Σήμερα τους συγκέντρωσε αυτή που γέννησε τον Κύριο, η οποία και κατοικούσε σ’ αυτό με τον αγαπημένο και παρθένο μαθητή του, το δεύτερο και θετό υιό της.
Ακούοντας οι Μαθητές αυτήν τη γλυκειά, την ήρεμη και γνώριμη φωνή, πήραν θάρρος  στο σώμα και στη ψυχή και, όσο τους ήταν δυνατό, ύψωσαν τα μάτια τους προς τον ήλιο, την ώρα που Εκείνος χαμήλωνε λίγο τη λαμπρότητα της ανατολής του και τους περιέλαμπε με μικρότερο φωτισμό.
Αλλά ας σταθούμε λίγο  στα επιθανάτια της Παρθένου. Η ψυχή της βρίσκεται σε μία μεγάλη συγκίνηση και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητη και τρέχει να απομακρυνθεί από το σώμα ώστε το γρηγορότερο να βρεθεί με τον Υιό της και να προσπέσει  στα χέρια του και να αναχώρησει μαζί του. Πώς ήταν δυνατό να υπομείνει αυτή τη χαρά, όπως τη λύπη τον καιρό του Πάθους, και πώς εμείς να μην επιθυμούμε να πούμε πως αυτή δεν πέθανε, αν και δεν το λέμε αυτό, για να μην πούμε πρωτάκουστα διδάγματα.
Δάκρυσε, και πάλι έγινε ανώτερη των δακρύων από τη μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, όταν είδε με σώμα εκείνον, που λίγο παλιότερα τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπιέται, ενώ περιβαλλόταν από τόσες μυριάδες Αγγέλων, από τόση λαμπρότητα και τόση δόξα. Έβλεπε το πρόσωπο και τη μορφή εκείνου, που άλλοτε τον κορόιδευαν και τον έφτυναν, που ήταν ντυμένος την κόκκινη χλαίνα της ντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόση αξία και λαμπρότητα. Αυτόν που δεν είχε ούτε είδος ούτε ομορφιά, τώρα να αστράφτει από την ομορφιά της θεότητάς του. Έβλεπε τον άλλοτε νεκρό που καταδικάστηκε σαν αντίθεος, Θεό και Βασιλέα και Κριτή των πάντων, αθάνατο και ανίκητο. Ω, πώς ζούσε και πάλι μέσα στις αντιθέσεις, όπως τον καιρό της Σταυρώσεως. Το όραμα τη γέμιζε ευφροσύνη, χαιρόταν υπερβολικά η ψυχή της, αλλά συστελλόταν επειδή αναχωρούσε προς εκείνη τη δόξα και λαμπρότητα.
Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερο από πριν εκείνον που την δόξασε. Προσευχόταν για τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντες, ικέτευε για τους πιστούς όλης της γης ή μάλλον για όλο τον κόσμο και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών. Ζητούσε να λάβει από το Δεσπότη κάποιο λόγο ή κάποιο σημείο ως εγγύηση της σωτηρίας τους, απλώνοντας ικετευτικά τα χέρια εκείνα με τα όποια τον αγκάλιαζε, κινώντας τη γλώσσα και τα χείλη με τα οποία τον ασπαζόταν, θυμίζοντας τον θηλασμό του, και κλαίοντας από ευτυχία, έκαμε το παν, λέγοντας αποχαιρετιστήριους λόγους και προσευχές. Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, όχι από φόβο αλλά από χαρά. Οι Απόστολοι αντιφωνούν με τη δική τους ψαλμωδία, και έτσι, περνώντας από το πανάγιο στόμα η υπεραγία ψυχή της, σαν σε ύπνο, παραδίδεται  στον Υιόν της, ξεφεύγοντας τους πόνους του θανάτου, όπως τους διέφυγε και κατά την γέννηση ή μάλλον με την ίδια και μεγαλύτερη χαρά και όπως τότε, όταν ανέκφραστα γεννιόταν απ’ αυτή ο Υιός και Θεός της, και τώρα που αυτή πήγαινε προς τον Θεό, ο οποίος βρισκόταν μπροστά της όχι μόνο νοερά αλλά και αισθητά.
Αμέσως, όλοι οι Άγγελοι άρχισαν να ψάλλουν, και μετά του πνεύματος μεν έβγαινε κάποια άφθονη και ανεξήγητη ευωδία, ενώ το σώμα περιβαλλόταν από πλούσιο και απλησίαστο φως, ώστε και ο αέρας γέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστη ευωδία, το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού, ώστε να γίνεται κάπως αθέατο. Έτσι λοιπόν διαμοιράζονται την Παρθένο, οι μαθητές και ο Διδάσκαλος, τα επίγεια και τα ουράνια, όπως και μετά από λίγο ο ουρανός και ο παράδεισος. Ο Κύριος και τα γύρω από αυτόν λειτουργικά πνεύματα πήραν τη ψυχή, ενώ οι μαθητές το σώμα.

πηγή:
απόσπασμα από το βιβλίο «Ο βίος της Παναγίας», έκδοσις Ι.Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρών

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/08/15

H EΝΔΟΞΟΣ ΚΟΙΜΗΣΙΣ


«Tη ενδόξω κοιμήσει σου ουρανοί επαγάλλονται και αγγέλων γέγηθε τα στρατεύματα· πάσα η γη δε ευφραίνεται…» (στιχηρόν των αίνων της Kοιμήσεως)
H ΠANAΓIA ήταν ένα φτωχό κορίτσι της Nαζαρέτ από άσημους γονείς. Δεν είχε τίποτε που να προμηνύει δόξα. H γέννησή της πέρασε απαρατήρητη. Tαπεινή η είσοδός της στον κόσμο, ταπεινή και η ζωή της.
Aλλ’ ενώ η είσοδος ήταν ταπεινή, η έξοδός της ήταν ένδοξη. Kαι δικαίως. Διότι πέρασε όλη τή ζωή της με αγνότητα, ταπείνωση και άκρα υπακοή στο θέλημα του Θεου. Ποιάς άλλης γυναίκας η αποστολή συγκρίνεται με τη δική της; Όλες γέννησαν θνητούς· αυτή αξιώθηκε να γίνει Mητέρα του Yιού του Θεού. Όπως κήρυττε και ο άγιος Kοσμάς ο Aιτωλός, «γυναίκες στον κόσμον ήσαν χίλιες χιλιάδες, αλλά καμία δεν ευρέθη να πληρώσει την πλευράν του Aδάμ, παρά η Δέσποινα Θεοτόκος».
Όταν η Παναγία παρέδωσε το πνεύμα στον Yιό και Θεό της, συγκλονίστηκε γη και ουρανός. H κηδεία του ιερού σκηνώματός της είχε μεγαλοπρέπεια μοναδική. Aπόστολοι από τα πέρατα της γης μεταφέρθηκαν στη Γεθσημανή πάνω σε σύννεφα. Mυροφόρες γυναίκες και πιστός λαός ακολουθούσαν. Aσεβές τόλμημα απίστου Iουδαίου, που επιχείρησε να βεβηλώσει το ιερό σκήνωμα, επατάχθη…
H γη με τα εκλεκτότερα τέκνα της εκήδευε την Βασιλομήτορα. Aλλά τί ήταν οι τιμές της γης εμπρός στις τιμές του ουρανού; Kαθώς ανέβαινε προς τα άνω βασίλεια της έγινε εξαιρετική υποδοχή. Tαξιαρχίες αγγέλων έσκυβαν και την προσκυνούσαν. O Yιός υπεδέχθη την Mητέρα. Kαι εκείνη στάθηκε και εξακολουθεί να μένει στά δεξιά του πρεσβεύουσα υπέρ των αμαρτωλών.
Tαπεινή είσοδος· ένδοξος, πανένδοξος έξοδος. Eίναι αυτά φαντασία; είνε αυτά μύθος; Όχι, χίλιες φορές όχι. Tα βεβαιώνει η αγία μας Εκκλησία, που όρισε σήμερα να εορτάζεται η Kοίμησης της υπεραγίας Θεοτόκου. Σήμερα ψάλλονται ωραιότατοι ύμνοι, με τους οποίους εξαίρεται το μεγαλείο της Παναγίας και ιδίως το γεγονός της τελευτής, της κοιμήσεώς της.

* * *

Πολλά, αγαπητοί μου, είναι τα διδάγματα από την εορτή αυτή. Εμείς θα περιορισθούμε σε ένα και μόνο, στο δίδαγμα, που εγκλείει η λέξης με την οποία η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει το γεγονός της τελευτής της Παρθένου. H τελευτή της ονομάζεται όχι θάνατος αλλά κοίμησης. Γιατί; Προσέξτε, παρακαλώ.
Στη γλώσσα της αγίας Γραφής θάνατος δεν σημαίνει εξαφάνιση της ανθρωπίνης υπάρξεως. Όχι. Kατά τον θάνατο γίνεται χωρισμός. Xωρίζεται η ψυχή από το σώμα. H ψυχή φεύγοντας πορεύεται προς τα άνω, προς τον ουράνιο κόσμο των πνευμάτων. H πορεία αυτή είναι όχι φανταστική αλλά πραγματική, την οποία βεβαιώνει ο λόγος του Θεού. Tι συναντά τότε η ψυχή, από πόσα τελωνεία περνάει, σε τί έλεγχο την υποβάλλουν, δεν γνωρίζουμε λεπτομερώς. Λόγοι αγίων ανδρών, που είδαν ψυχές τεθνεώτων να πορεύωνται προς τους χλοερούς λειμώνας του παραδείσου ή προς τους σκοτεινούς τόπους της κολάσεως, ρίχνουν κάποιο φως· αλλά το φως αυτό είναι αμυδρό, ανίκανο να ικανοποιήσει την περιέργεια των ανθρώπων. Στον άνθρωπο διά της Γραφής έχει αποκαλυφθεί, τι η ψυχή φεύγοντας από το σώμα δεν πεθαίνει, όπως διδάσκουν οι υλισταί και μαζί μ’ αυτούς οι χιλιασταί, αλλά ζει, συνεχίζει τη ζωή της (βλ. Λουκ. 12,20· 16,23-26· 23,42-43). Αυτό είναι γεγονός και δεν πρέπει να αμφιβάλλει ο Xριστιανός.
Αλλ’ ενώ η ψυχή του ανθρώπου που τερματίζει το εδώ στάδιο της ζωής ανεβαίνει ως πνεύμα στον άλλο κόσμο, το σώμα ως υλικό παραδίδεται στη φθορά, σε προσωρινή φθορά. Διότι από το φθαρτό σώμα κατά την κοινή ανάσταση θα προέλθει νέο σώμα άφθαρτο, το οποίο θα ενωθεί με την ψυχή και θα ζήσει μαζί της εις αιώνας αιώνων.
Nαί! Tο σώμα θ’ αναστηθεί. Εν αναμονεί δε της αναστάσεως ο θάνατος στη Γραφή ονομάζεται κοίμησης. O προφήτης Δαυίδ «εκοιμήθη» (Πράξ.13,36). O πρωτομάρτυς Στέφανος «εκοιμήθη» (Πράξ. 7,60). O απόστολος Παύλος, όταν ομιλεί γι’ αυτούς που έφυγαν για την άλλη ζωή, δεν λέει «απέθανον», αλλά τους ονομάζει «κεκοιμημένους». «Oυ θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α΄ Θεσ. 4,13). O ίδιος ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός το θάνατο τον ονομάζει ύπνο. Όταν μπήκε στο σπίτι του Iαείρου και είδε να κλαίνε για τη νεκρά κόρη, είπε· «Mη κλαίετε· ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει» (Λουκ. 8,52· Mάρκ. 5,39). Kαι για το Λάζαρο είπε «κεκοίμηται» (Iωάν. 11,11-15). Kαι εν συνεχεία τον ανέστησε· με τόση δε ευκολία με όση ξυπνάει κανείς κάποιον που κοιμάται.
Kοίμησης! H λέξη αυτή της Γραφής θα έφτανε για να διδάξει, να παρηγορήσει και να εμψυχώσει τους Xριστιανούς, εκείνους τουλάχιστον που συρρέουν στους ναούς να εορτάσουν και πανηγυρίσουν την «ένδοξον», «πάνσεπτον» και «αθάνατον κοίμησην» της υπεραγίας Θεοτόκου. Ακούτε, εορτασταί; H Παναγία δεν πέθανε, αλλά εκοιμήθη! Tο ιερό της σκήνωμα κηδεύθηκε, τοποθετήθηκε στον τάφο, αλλ’ όπως ψάλλει η εκκλησία γι’ αυτήν «τάφος και νέκρωσης ουκ εκράτησεν· ως γαρ ζωής μητέρα προς την ζωήν μετέστησεν ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον». H Παναγία με όλη την απαστράπτουσα αίγλη των αρετών, «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44,10) μετέστη προς τους ουρανούς. «Tις», αναφωνούσαν οι άγγελοι, «τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος, καλή ως σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος, θάμβος ως τεταγμέναι;» (Ασμ. 6,10). H Παναγία από το ύψος της δόξης ακούγεται να λέει προς όλους τους Xριστιανούς, που δοκιμάζονται εδώ·
Πιστά παιδιά του ουρανίου Πατρός, έχετε θάρρος. Tί φοβείσθε; Tον θάνατο; Αλλά ο θάνατος είναι η πύλη για τη νέα ζωή. Εδώ επάνω που βρίσκομαι υπάρχει μία ζωή, που κανείς στη γη δεν μπορεί ούτε καν να φαντασθεί. H ζωή αυτή προορίζεται για όσους θα ζήσουν με πίστη και αρετή. δεν υπάρχει εδώ μεροληψία. O Yιός μου είναι δίκαιος Kριτής. Όταν ήταν κάτω στη γή, και από τους ακροατάς του ακούστηκε μια φωνή που με μακάριζε, διότι ηξιώθηκα να γίνω μητέρα του, εκείνος είπε, ότι στον κύκλο της μακαριότητος δεν θα είμαι μόνο εγώ που τον γέννησα, αλλά και όλοι όσοι ακούνε και εφαρμόζουν το λόγο του. Διότι ο Xριστός γεννάται πνευματικώς σε κάθε ψυχή που τόν πιστεύει και τον λατρεύει ως μοναδικό Σωτήρα. «Mενούνγε μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν» (Λουκ. 11,28).
Στη δόξα λοιπόν του ουρανού προσκαλούμεθα όλοι.

* * *

Ένδοξος, όπως ψάλλει η Εκκλησία, υπήρξε η κοίμησης της υπεραγίας Θεοτόκου. Ένδοξος υπήρξε και η κοίμησης όλων των δικαίων, που εξετέλεσαν πιστώς την αποστολή τους. O καθένας από αυτούς φεύγοντας απ’ τον κόσμο τούτο μπορεί να πει το ψαλμικό· «Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω, ότι συ, Kύριε, κατά μόνας επ’ ελπίδι κατώκισάς με» (Ψαλμ. 4,9). Tο αντίθετο συμβαίνει μ’ εκείνους που δεν αγάπησαν το Θεό και τον πλησίον, δεν εξετέλεσαν τα ιερά τους καθήκοντα, δεν εξεπλήρωσαν την αποστολή τους, αλλά νικήθηκαν από τις κακίες και τα πάθη, σπατάλησαν τα θεία δώρα, αποδείχθηκαν ανάξιοι της ιεράς κλήσεως, επρόδωσαν την πίστη. H κοίμησή τους ήταν όχι φωτεινή αλλά σκοτεινή· όχι ένδοξη, αλλά άτιμη. Όχι φωτεινοί άγγελοι αλλά σκοτεινοί δαίμονες ήταν οι συνοδοί τους κατά την έξοδο της ψυχής τους για τον άλλο κόσμο. Διότι θρήνος και κοπετός ακούγεται κατά την έξοδο ψυχής αμετανοήτου αμαρτωλού. Ποιος δεν κλαίει;
Xριστιανοί! Ένδοξη κοίμηση είχε η Παναγία. Αλλ’ ένδοξη κοίμηση πρέπει να έχουμε κ’ εμείς. Ένδοξη διά πίστεως και αρετής. Ένα φύλλο δάφνης από τη δόξα εκείνη να λάβουμε! Είθε ο Kύριος, διά των πρεσβειών της υπεραγίας Θεοτόκου που μετέστη στους ουρανούς, να μας δώσει τέτοιο τέλος. Είθε στον καθένα από μας να εκπληρωθεί η ευχή της Εκκλησίας· «Xριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Xριστού αιτησώμεθα».
† επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης
http://aktines.blogspot.com/

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Οι Πατέρες της Εκκλησίας για την Κοίμηση.

Το γεγονός της Κοιμήσεως ή Μεταστάσεως της Θεοτόκου, όπως ήταν φυσικό, δεν ενέπνευσε μόνο τους μεγάλους υμνογράφους και αγιογράφους, αλλά και πολλούς Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι αφιέρωσαν σ’αυτό είτε ειδικές Ομιλίες είτε αποσπάσματα – αναφορές. Άλλωστε δεν ήταν δυνατό να συμβεί διαφορετικά. Στο πάνσεπτο πρόσωπο της Παναγίας «νενίκηνται της φύσεως οι όροι» σε πολλές φάσεις της ζωής της: Ούσα Παρθένος γέννησε τον Ιησού Χριστό, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Έμεινε Παρθένος πριν, κατά και μετά τη γέννησή Του. Είναι αειπάρθενος. Και όταν ως άνθρωπος απέθανε και τότε νικήθηκαν «της φύσεως οι όροι», αφού «τάφος και νέκρωσις» δεν την κράτησαν στη γή, διότι «ως ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».
Μεταξύ των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (8ος αιώνας) αφιέρωσε στην Κοίμηση της Θεοτόκου τρία σπουδαία Εγκώμια, από τα οποία παραθέτουμε σε απόδοση στη νεοελληνική τα επόμενα αποσπάσματα:

Ω, πως η πηγή της ζωής πεθαίνοντας πηγαίνει προς τη ζωή! Ω, πως εκείνη που γεννώντας ξεπέρασε τους νόμους της φύσεως, τώρα υποτάσσεται στη φυσική τάξη και δέχεται θάνατο το αμόλυντο σώμα! Διότι πρέπει αυτό, αφού αφήσει κάτω το θνητό, να περιβληθεί την αθανασία, αφού και ο Κύριός της δεν αρνήθηκε την πείρα του θανάτου. Γιατί πέθανε σωματικά και με τον θάνατό του καταργεί το θάνατο και στη φθορά χαρίζει την αφθαρσία και τη νέκρωση την κάνει πηγή αναστάσεως. Ώ, πως την ιερή ψυχή, καθώς αποχωρίζεται από το σώμα που δέχτηκε τον Θεό, την υποδέχεται με τα ίδια του τα χέρια ο Δημιουργός του παντός , τιμώντας καθώς πρέπει εκείνην, που ενώ κατά την φύση της ήταν δούλη, σύμφωνα με το ανεξερεύνητο πέλαγος της φιλανθρωπίας του και κατά το σχέδιό του την έκανε Μητέρα του, και σαρκώθηκε αληθινά κι όχι ψεύτικα. Γιατί παρακολουθούσαν, όπως λέει η Παράδοση, τα παριστάμενα τάγματα των αγγέλων και περίμεναν τον αποχωρισμό σου από τους ανθρώπους.
Ώ, τι ωραιότατη εκδημία, που χαρίζει τη συνάντηση και παραμονή κοντά στον Θεό! Γιατί, παρόλο που ο Θεός  σ’όλους τους αφοσιωμένους σ’αυτόν και τους θεοφόρους ανθρώπους έχει χαρίσει αυτό το δώρο – ναι, έχει χαριστεί και το πιστεύουμε – όμως η διαφορά μεταξύ δούλων του Θεού και Μητέρας είναι άπειρη. Επομένως πώς να ονομάσουμε αυτό το μυστήριο που σου συμβαίνει θάνατο; Αν και κατά τρόπο φυσικό η πανίερη και μακάρια ψυχή σου χωρίζεται από το τρισευλογημένο και άσπιλο σώμα και το σώμα σου παραδίνεται στην καθιερωμένη ταφή, εντούτοις δεν μένει νεκρό και δεν διαλύεται από την φθορά. Της Παναγίας η Παρθενία έμεινε απείραχτη όταν γεννούσε, όταν η ίδια έφευγε από την παρούσα ζωή το σώμα της διατηρήθηκε αδιάλυτο και ανεβαίνει σε πολύ ανώτερη και πιο θεϊκή ζωή, που δεν την διακόπτει ο θάνατος, αλλά συνεχίζει να υπάρχει στους ατέλειωτους αιώνες (Εγκώμιον Α΄ εις την Κοίμησιν,  § 10).
Και συνεχίζοντας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο ίδιο Εγκώμιο ( § 11) λέει και τα εξής:
Σε μετέφεραν από τη γή στον ουρανό άγγελοι μαζί με αρχαγγέλους. Βλέποντας την άνοδό σου τρόμαξαν τα ακάθαρτα πνεύματα που βρίσκονται μεταξύ γής και ουρανού. Κατά τη διάβασή σου αυτή ο μεν αέρας ευλογείται, ο δε αιθέρας ψηλά αγιάζεται. Χαίροντας υποδέχεται ο ουρανός την ψυχή σου. Εσένα με ιερούς ύμνους και ολόφωτες λαμπάδες χαρούμενης γιορτής προϋπαντούνε ουράνιες δυνάμεις, σχεδόν λέγοντας «ποιά ειν’ αυτή που ανεβαίνει ανθισμένη στα λευκά, που προβάλλει σαν αυγή, όμορφη σαν φεγγάρι, λαμπερή σαν τον ήλιο»; Πόσο ομόρφηνες, πόσο γλύκανες! Είσαι σαν το αγριολούλουδο, σαν κρίνο μες στα αγκάθια, γι’αυτό σ’αγάπησαν οι νεάνιδες, τρέχουν ξοπίσω απ’το άρωμά σου. Σ’οδήγησε ο Βασιλιάς στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του» (Άσμα Ασμάτων). Εκεί σε περιτριγυρίζουν οι εξουσίες, σε δοξολογούν οι αρχές, σε ανυμνούν οι θρόνοι, χαίρονται απορώντας τα χερουβείμ, δοξάζουν τα σεραφείμ εσένα που έγινες η φυσική Μητέρα του Κυρίου μας χάρη στην πραγματική φιλανθρωπία του. Γιατί δεν ανέβηκες ως τον ουρανό  όπως ο Ηλίας, ούτε «ανηρπάγης» μέχρι τον τρίτο ουρανό όπως ο Παύλος (Β΄ Κορ. 12,2). Αλλά έφτασες ως τον ίδιο το βασιλικό θρόνο του Υιού σου, όπου τον βλέπεις με τα μάτια σου και χαίρεσαι και στέκεις δίπλα του, με πολλή και ανείπωτη παρρησία.
Είσαι για τους αγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις άφατη ευφροσύνη, για τους πατριάρχες χαρά χωρίς τέλος, για τους δικαίους ανεκλάλητη ευχαρίστηση, για τους προφήτες διαρκής αγαλλίαση! Τον κόσμο ευλογείς, τα σύμπαντα αγιάζεις. Για τους αποκαμωμένους είσαι ανάσα, για τους πενθούντες παρηγοριά, για τους αρρώστους γιατρειά, για τους θαλασσοδαρμένους λιμάνι, για τους αμαρτωλούς συγχώρεση, για τους θλιμμένους καλοσυνάτο στήριγμα, για όσους σε αναζητούν η πρόθυμη βοήθεια.
Στον τρίτο εγκωμιαστικό λόγο του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει και τα εξής χαρακτηριστικά για την Κοίμηση της Θεοτόκου:
Σήμερα η νοητή και έμψυχη σκάλα, με την οποία αφού κατέβηκε ο Ύψιστος «φανερώθηκε πάνω στη γή και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους» (Βαρούχ 3, 38), χρησιμοποιώντας ως σκάλα το θάνατό της μετέστη από τη γή στους ουρανούς.
Σήμερα η επίγεια τράπεζα, αυτή που τον ουράνιο άρτο της ζωής, τον αναμμένο άνθρακα της θεότητας χωρίς γάμο κράτησε μέσα της, από τη γή υψώθηκε στον ουρανό…Σήμερα από την επίγεια Ιερουσαλήμ μετατίθεται η έμψυχη πόλη του Θεού στην «άνω Ιερουσαλήμ»… και εγκαθίσταται στην εκκλησία των πρωτοτόκων. Και η έμψυχη και λογική κιβωτός του Κυρίου μεταναστεύει στην ανάπαυση του Υιού της…
Πέθανε η πηγή της ζωής, η Μητέρα του Κυρίου μου! Γιατί έπρεπε, αυτό που απαρτίστηκε από γή, να ξαναγυρίσει στη γή κι έτσι να μεταφερθεί ψηλά στον ουρανό. Αφού πήρε από τη γή την άφθαρτη ζωή, την οποία και της ξαναδώρισε, με την κατάθεση του σώματός της σ’αυτήν. Διότι έπρεπε, όπως το χρυσάφι στο χωνευτήρι, αφού αποβάλει τα άχρηστα και το βάρος της θαμπής θνητότητας, να υψώσει από τον τάφο το σώμα της άφθαρτο και αμόλυντο, για να λάμπει στο φως της αθανασίας» (§ 2,3).
Ιδιαίτερα λυρικό και βαθύτατα θεολογικό είναι και το «Εγκώμιον εις την Κοίμησιν της αγίας δεσποίνης ημών Θεοτόκου» του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου (§ 759 – 826). Να δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
Τώρα λοιπόν, κλείνοντας η Θεοτόκος τα μάτια του σώματος της, ανοίγει σ’εμάς τα νοητά της μάτια σαν λαμπερά και μεγάλα αστέρια. Αυτά που ποτέ δεν έδυσαν, γιατί αγρυπνούν ώστε να παρακαλούν το πρόσωπο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Τώρα που τα θεοκίνητα χείλη της σώπασαν και δεν μιλούν πιά, ανοίγει διάπλατα το στόμα της για να πρεσβεύει για όλους τους ανθρώπους. Τώρα που μάζεψε τις γήινες αλλά θεοφόρες παλάμες της, τις εμφανίζει αφθαρτοποιημένες και υψωμένες προς τον Θεό, ικετεύοντας για όλη την οικουμένη. Αφού τώρα απέκρυψε το φυσικό και σαν τον ήλιο πρόσωπό της, ακτινοβολεί με τη φιλοτεχνημένη εικόνα της και την προβάλλει στα πλήθη για να την ασπασθούν με ευγνώμονη σχετική προσκύνηση, έστω και αν δεν το θέλουν οι αιρετικοί. Έχοντας μεταστεί στα ουράνια η πάναγνη περιστέρα, δεν σταματά να προστατεύει τα επίγεια. Παρόλο που βγήκε από το σώμα, πνευματικά είναι μαζί μας. Μπαίνοντας στους ουρανούς, εξοστρακίζει τους δαίμονες και μεσιτεύει στον Κύριο (§  2).
Και συνεχίζει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης:
Όταν σκέπτομαι το μεγαλείο της μεταστάσεώς σου, Παρθένε, τρομάζει από δέος το πνεύμα μου. Όταν αναλογίζομαι το θαύμα της κοιμήσεώς σου, απορεί το μυαλό μου. Όταν διηγείται το μυστήριο της εκ νέου ζωής σου, δένεται η γλώσσα μου. Γιατί ποιός είναι εκείνος που θα μπορούσε να κάνει ώστε να ακουστούν επάξια όλοι οι έπαινοί σου, να περιγράψει όλα τα θαύματά σου; Ποιός νους υψιπέτης θα τα διακηρύξει; Ποιά γλώσσα γλαφυρή θα πει τα σχετικά μ’εσένα, θα παραστήσει τα δικά σου, θα προβάλλει τα λόγια σου, ή θα περιγράψει τις θαυμάσιες τελετές, πανηγύρεις, εορτές, διηγήσεις, εγκώμια, αφού και για το παρόν μυστήριο (της κοιμήσεώς σου) αδυνατεί να το πράξει, αποτυχαίνει, επικρίνεται;
Διότι ακριβώς υπερέχεις, υπερτερείς, είσαι ασύγκριτα ανώτερη στο ύψος και το μέγεθος από τον ανώτατο πόλο, στην αγνότητα από τη λάμψη του φωτός του ήλιου, στην οικείωση της παρρησίας από την αγγελική τάξη και γενικά από όλη την άϋλη και λογική ουσία των νοητών και νοερών δυνάμεων (§ 5).
Σχετικά με την αναγκαιότητα της Κοιμήσεως, άλλος μεγάλος άγιος Πατέρας της Εκκλησίας μας, Νικόλαος ο Καβάσιλας (1322 – 1391/96 περίπου), στην Ομιλία του «Εις την πάνδοξον Κοίμησιν της Υπεραγίας δεσποίνης ημών και παναχράντου Θεοτόκου» γράφει χαρακτηριστικά (§  12):
Ήταν ανάγκη να χωριστεί η πανάγια αυτή ψυχή από το υπεράγιο εκείνο σώμα. Χωρίζεται βέβαια και ενώνεται με την ψυχή του Υιού της, ενώνεται το δεύτερο φως με το πρώτο. Αλλά και το σώμα της, αφού παρέμεινε για λίγο στη γή, έφυγε κι αυτό μαζί με την ψυχή της. Γιατί έπρεπε να διαβεί απ’ όλους τους δρόμους απ’ τους οποίους πέρασε και ο Σωτήρας, να λάμψει στους ζωντανούς και τους νεκρούς και με όλα αυτά να εξαγιάσει την (ανθρώπινη) φύση και να πάρει κατόπιν τη θέση που της αρμόζει. Έτσι λοιπόν δέχθηκε το σώμα της για λίγο ο τάφος, αλλά δέχθηκε και ο ουρανός την καινή εκείνη γή, το πνευματικό σώμα, το θησαυρό της ζωής μας, που είναι σεμνότερο απ’ τους αγγέλους και αγιώτερο απ’ τους αρχαγγέλους. Έτσι ξαναδόθηκε ο θρὀνος στο βασιληά, ο παράδεισος στο ξύλο της ζωής, ο δίσκος στο φώς, το δέντρο στον καρπό, η Μητέρα στον Υιό, αντιπρόσωπος του ανθρώπινου γένους καθόλα άξια.
Και τέλος, ο άγιος Μάρκος, επίσκοπος Εφέσου, ο Ευγενικός (1392-1444/45), σε μια αποστροφή λόγου του λέει τα εξής χαρακτηριστικά:
Νέκρωσιν η της ζωής μητέρα δέχεται, και τάφῳ τεθείσα, μετά τρίτην ημέραν ευκλεώς εξανίσταται εις αιώνας τῳ Υιῷ συμβασιλεύουσα και αιτούσα την των πταισμάτων υμών άφεσιν.
Περισσότερα στο βιβλίο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ.
http://dosambr.wordpress.com/2010/08/12

Εις την Πάνδοξον Κοίμησιν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Παναχράντου Θεοτόκου- Αγίου Νικολάου Καβάσιλα (1322-1391)


00.JPG        
Kανείς νομίζω δεν αγνοεί ότι σπουδαιότερος αγώνας ρητορικής εγκωμιαστικού λόγου δεν μπορεί να υπάρξη από αυτόν εδώ, εάν βέβαια ήθελε προσπαθήσει κανείς να τηρήση τα καθιερωμένα και πρέποντα. Εγώ προσωπικά δυσκολεύομαι τόσο περισσότερο να επιδιώξω στην προκειμένη περίσταση τον πρέποντα λόγο, όσο νομίζω ότι όλοι μεν οι άνθρωποι οφείλουν ασφαλώς αυτό τον άθλο των εγκωμίων προς την Παρθένο, πλην όμως ούτε είναι καν δυνατόν να ελπίζουν ότι θα ανταποκριθούν με τα εγκώμιά τους στο μεγαλείο της πραγματικότητας. Γι' αυτό ακριβώς δεν είναι δυνατόν να μας κατηγορήσουν για τόλμη. Γιατί πού υπάρχει τόλμη; Το να καταπιάνεται βέβαια κανείς με υψηλά θέματα και να εγκαταλείπη την προσπάθεια εμπρός στο ενδεχόμενο μιας ήττας δεν θα ήταν λογικό.
Πράγματι κανείς απολύτως δεν θα μπορούσε να κατηγορήση όσους υστέρησαν στον αγώνα τον οποίο κανείς δεν είναι δυνατόν να κερδίση. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθή υποχώρηση ή ήττα ό,τι είναι έκτος ευθύνης και κατηγορίας; Αφού λοιπόν προσήρμοσα το λόγο με τις δυνάμεις μου, θα πλέξω το εγκώμιο της Παρθένου, προσθέτοντας ότι δεν το επιχειρώ αυτό για να κάμω γνωστές στους ακροατές τις χάριτες της Παρθένου που τυχόν αγνοούν, γιατί δεν υπάρχει κανείς που θα μπορούσε ν' αγνοή το κοινό αγαθό, αλλά για να κάμω, με την ανάμνηση της αιτίας της σωτηρίας μου, καλύτερη την ψυχή, σε όσους βέβαια είναι τούτο δυνατόν, αφού θυμηθώ και τη δική μου σωτηρία. Γιατί γι' αυτόν ακριβώς το λόγο μου φαίνεται ότι όλοι ύμνησαν την Παναγία και δεν υπάρχει κανείς που να μην έκαμε αυτόν τον αγώνα, επιτυγχάνοντας βέβαια άλλος λιγώτερο και άλλος περισσότερο το σκοπό του. Γιατί είναι πολυύμνητη η Παρθένος όχι μόνο αφότου γεννήθηκε, αλλά και πριν ακόμη χαρισθή στους ανθρώπους.

2. Γιατί βέβαια και οι προφήτες και οι οραματισμοί και οι προφητείες τους τη μακαρία Παρθένο υμνούσαν. Κι αν υπήρχε κάτι πραγματικά σεβαστό, όπως η Σκηνή και η Κιβωτός και τα ιερά στρατόπεδα του Μωυσή κι όλα εκείνα για τα οποία υπερηφανεύονταν οι Εβραίοι, πέρα από την ονομασία τους το θαύμα της Παρθένου συμβόλιζαν. Γιατί όλα αυτά όχι μόνο ήσαν σεβαστά, αλλά και δημιουργήθηκαν από την αρχή ακριβώς για να την προεικονίσουν και να την προαναγγείλουν στους ανθρώπους. Αλλά τι λέγω; Αφού τα εγκώμια που ψάλθηκαν στους ανθρώπους, είτε σε έπαινο γενικά του ανθρωπίνου γένους είτε για ιδιαίτερα αγαθά, πρέπει να αποδοθούν όλα στην Παρθένο. Γιατί δεν υπάρχει κι ούτε είναι δυνατό να υπάρξη μικρό ή μεγάλο αγαθό άξιο να τιμήση το ανθρώπινο γένος, που να μην το έφερε στον κόσμο η καινή μητέρα και ο καινός τόκος της. Κι όχι μόνο όταν φανερώθηκε, αλλά από πολύ πιο πρίν, με μόνο το γεγονός ότι επρόκειτο να φανερωθή.
Γιατί, αν όλα τα κάνουμε για να αποκτήσουμε το Θεό, αν αυτή είναι η κατάληξη όλων των αγαθών, η οποία όμως δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή από τους ανθρώπους χωρίς τις δωρεές της Παρθένου, πώς δεν αναφέρονται τα πάντα σ' αυτήν; Αυτή λοιπόν είναι η αιτία να επαινήται ο,τιδήποτε επαινετό υπάρχει στους ανθρώπους. Αλλα η αιτία πάλι όλων των αγαθών που έχουμε είναι η ένωση με το Θεό. Κι αυτή όμως η ένωση στην Παρθένο οφείλεται. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο η πολυύμνητη πρέπει να θεωρήται η αιτία όλης της ωραιότητας και της μεγαλοπρέπειας και κάθε άλλου πράγματος που είναι άξιο να υμνήται μέσα στο ανθρώπινο γένος. Και γι' αυτό όλα τα εγκώμια προς αυτή πρέπει να αναφέρωνται μόνο. Αλλά και για το γεγονός ότι υπάρχουμε κι είμαστε άνθρωποι, τη μακαρία Παρθένο πρέπει να θεωρούμε αιτία. Ακόμη περισσότερο: όπως για χάρη του καρπού υπάρχει το δένδρο, έτσι για χάρη της Παρθένου δόθηκε και η αρμονία και η ίδια η ύπαρξη σ' όλη την κτίση, και στον ουρανό και στη γη και στον ήλιο και σε καθετί που υπάρχει. Αν λοιπόν για τον καρπό επαινούμε το δένδρο, αν τον καρπό επιδοκιμάζη όποιος χαίρεται για το δένδρο, ποιος δεν γνωρίζει ότι όλη η ιερή μεγαλοπρέπεια της κτίσεως και η χάρη και η ωραιότης, «καθετί που είναι αγαθό και άξιο επαίνου», σύμφωνα με το ρητό του Παύλου, πρέπει ν' αποδοθή αποκλειστικά και μόνο στην Παρθένο; Ώστε μπορούμε να πούμε πως η κρίση που διατύπωσε ο Θεός λέγοντας ότι τα δημιουργήματά Του είναι καλά και «καλά λίαν», αποτελούσε εγκώμιο της Παρθένου.

3. Από τόσο λοιπόν παλαιά εγκωμιαζόταν. Αλλ' επί πλέον το ότι η Παρθένος είναι ο καρπός των δημιουργημάτων και ότι αυτή ακριβώς είναι η αναφορά και σχέση της μακαρίας προς το υλικό σύμπαν, γίνεται φανερό από τα παραπάνω. Εφόσον δηλαδή σε όλη τη φύση καρπός είναι ό,τι την επαναφέρει από την εξαφάνιση προς την οποία βαδίζει και την καθίστά και πάλι νέα με τη νέα ζωή της καρποφορίας, ποιος (στην περίπτωση της ανθρωπίνης φύσεως) ανέπλασε και αναγέννησε τους ανθρώπους; Από πού προήλθε η «καινή κτίση»; Ποιος άλλαξε ριζικά όλο το σύμπαν; Γιατί βέβαια είναι γεγονός ότι ο ουρανός δέχθηκε νέους αναγεννημένους πολίτες. Κι αυτούς τους μετέφερε από τη γη η Παρθένος! Η γη πάλι είχε σαν κάτοικό της τον καινό άνθρωπο, τον ίδιο τον Δεσπότη του ουρανού. Κι αυτό, γιατί δεν παρήγαγε πια τον παλιό καρπό της αμαρτίας, αγκάθια και τριβόλια, αλλά το νέο άνθος της δικαιοσύνης, την Παρθένο. Δεν έδιωξε έτσι η Παρθένος τα γηρατειά μόνο από την ανθρώπινη φύση, χαρίζοντας σ' όλους τους ανθρώπους τη δυνατότητα να ξαναζήσουν, αλλά χάρη σ' αυτή θα γίνη καλύτερος, θα ελευθερωθή δηλαδή από τη φθορά, και ο ίδιος ό ουρανός, καθώς και η σελήνη και η γη και τ' αστέρια. Γιατί βέβαια δεν ήταν δυνατό να αναστηθή η κτίση από τη φθορά, αν τα τέκνα του Θεού δεν εύρισκαν την ελευθερία τους. Και το λύτρο αυτής της ελευθερίας, τον πρωτότοκο των νεκρών, το έφερε ακριβώς στη γη η Παρθένος.
Θα απαλλάξη λοιπόν τη γη από τη φθορά και θα εκπληρώση το διακαή πόθο της αποδίδοντας την αφθαρσία, που «περίμενε αναστενάζοντας», όπως λέγει ο Παύλος. Έτσι είναι φανερό ότι αυτό που ο προφήτης λέγει προς το Θεό: «θα χορτάση η γη από τον καρπό των έργων σου», αναφέρεται σ' αυτόν τον καρπό, στην Παρθένο. Και Αυτήν ακριβώς υπονοεί σαν πόθο της γης, γιατί, σύμφωνα με το ψαλμικό, κι η γη θα χορτάση, όταν φανερωθή η «δόξα του Σωτήρος». Αν πάλι η Γραφή αποκαλή γη και τους ανθρώπους, είναι φανερό ότι και αυτοί χάρις στην Παρθένο είδαν να πραγματοποιούνται όλες οι επιθυμίες τους κι έφθασαν στην ημέρα εκείνη, που είχαν επιθυμήσει οι Προφήτες να φθάσουν. Γιατί βέβαια οι άνθρωποι, αφού χάσαμε με τη πτώση την ευτυχία, για την οποία πλασθήκαμε, την ποθούσαμε από τότε αδιάκοπα. Κανείς όμως ούτε από τους Αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους δεν είχε τη δύναμη να μας την ξαναπροσφέρη. Και πέφταμε συνέχεια σε χειρότερα, ώστε να είναι έτσι αδύνατο να ξαναγυρίσουμε στην πρώτη κατάστασή μας. Κι όμως αυτή μόνο την ευτυχία ποθώντας στενάζαμε. Αυτήν ακριβώς την ευτυχία μας έδωσε τη δυνατότητα να την ξαναβρούμε μόνη η Παρθένος. Αυτή ξεπλήρωσε την επιθυμία μας ενώνοντας με τους ανθρώπους τον μόνον Επιθυμητό, Αυτόν που, όταν κανείς τον βρή, δεν μπορεί να ζήτηση τίποτε παραπέρα. Και τον ένωσε τόσο στενά, ώστε να μετάσχη όχι μόνο στον τρόπο και τον τόπο της ζωής μας, αλλά και στην ίδια μας τη φύση. Αλλ' όμως δεν περιορίσθηκε να ευεργετήση μόνο τους ανθρώπους κι αυτόν εδώ τον κόσμο, σαν να είχε βάλει όριο στις δωρεές της τον ουρανό. Αντίθετα κι αυτόν τον ουρανό τον ξεπέρασε, κι αυτόν τον «εκάλυψε» με την αρετή της. Γιατί φάνηκε χρήσιμη και στους Αγγέλους, στις ίδιες τις «Αρχές» και «Εξουσίες». Έκαμε να άνατείλη και γι' αυτούς το φως, τους έδωσε τη δυνατότητα να γίνουν σοφώτεροι από πριν και καθαρώτεροι, να γνωρίσουν την αγαθότητα και τη σοφία του Θεού καλύτερα. Γιατί η «πολυποίκιλη σοφία του Θεοϋ δια μέσου αυτής γνωρίσθηκε στις Αρχές και στις Εξουσίες και το βάθος του πλούτου της σοφίας και της γνώσεως του Θεού» διά μέσου αυτής, σαν να χρησιμοποιούσαν τα μάτια ή το φως το δικό της, το είδαν καθαρά όλοι. Έτσι η Παρθένος υπήρξε ο μοναδικός οδηγός κάθε ψυχής και κάθε νου προς την αλήθεια του Θεού.

4. Μ' αυτόν τον τρόπο δημιούργησε η Παρθένος καινό ουρανό και γη καινή. Ή καλύτερα αποτελεί αυτή η ίδια την καινή γη και τον καινό ουρανό. Και είναι βέβαια γη, γιατί προήλθε από τη γη. Είναι όμως γη καινή, γιατί σε τίποτε δεν ταίριαζε με τους προγόνους της, ούτε κληρονόμησε την παλιά ζύμη, αλλά έγινε, σύμφωνα με το λόγο του Παύλου, αυτή η ίδια «νέο φύραμα» κι έκαμε την αρχή ενός γένους καινούργιου. Αλλά ποιος αγνοεί το γιατί η Παρθένος είναι ουρανός; Είναι όμως πάλι ουρανός καινός, γιατί βρίσκεται πέρα από κάθε είδους γηρατειά κι είναι ασύγκριτα ανώτερη από κάθε φθορά και γιατί ακόμη μόλις τον τελευταίο καιρό, σ' αυτές τις έσχατες ημέρες, χαρίσθηκε στους ανθρώπους, σύμφωνα με την επαγγελία του Θεού, που κήρυξε ο Ησαΐας: «ουρανόν καινόν και γην καινήν δώσω υμίν». Κι αν θέλης να προχωρήσουμε περισσότερο, η Παρθένος είναι μια γη και ένας ουρανός θαυμαστός και υπέροχος γιατί κι από τη γη υψώθηκε παραπάνω και τον ουρανό τον ξεπέρασε τόσο στην καθαρότητα, όσο και στη μεγαλωσύνη. Σε ό,τι αφορά βέβαια το μέγεθος, η Παρθένος είχε ένοικον Εκείνον, που ο ουρανός δεν μπορούσε να χωρέση. Αλλά ήταν και αφάνταστα καθαρώτερη από τον ουρανό, αφού εκείνα που δεν ήσαν δυνατό να τα δουν οι άνθρωποι, χωρίς αυτός να σχισθή ή να ανοιχθή, τίποτε δεν τους εμποδίζει να τα απολαύσουν δια μέσου της Παρθένου. Ακόμη περισσότερο, η Παρθένος γίνεται οδηγός σ' όσους ανυψώνονται προς το Θεό, ενώ ο ουρανός αντιστέκεται. Κι ενώ εκείνος πρέπει να φύγη από τη μέση, αν δεν έμπαινε η Παρθένος ανάμεσα στο Θεό και στους ανθρώπους, δεν θα ήταν δυνατόν να λάβουν μέρος οι γήινοι στα υπερκόσμια.
Πραγματικά, κατά το γραφικό λόγο, ο ουρανός δεν μπόρεσε να υποφέρη τη θεία ακτίνα και σχίσθηκε, μόλις αυτή πέρασε. Γιατί, λέγει η Γραφή, όταν το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε με τη μορφή περιστεριού πάνω στον ομότιμο Ιησού, ο μέγας Ιωάννης «είδε τους ουρανούς να σχίζωνται». Αντίθετα, η μακαρία, όταν την επισκέφθηκε το Πνεύμα, απήλαυσε ακόμη μεγαλύτερη μέσα της την ειρήνη του Θεού, για την οποία ο Παύλος είπε ότι «ξεπερνά κάθε ανθρώπινο νου». Κι έγινε θαυμαστός τόπος της υποστάσεως του ίδιου του Σωτήρα, που είναι πέρα από κάθε τοπικό όριο. Και Τον έφερε μέσα της με τόσο μεγάλη άνεση, ώστε να κυοφορήση και να γέννηση ανώδυνα. Επομένως, είναι φανερό πως εκείνο που ο προφήτης ονομάζει «ουρανόν ουρανού» και τονίζει ότι αρμόζει μόνο στο Θεό, λέγοντας το γνωστό «ο γαρ ουρανός του ουρανού τω Κυρίω», είναι η Παρθένος. Γιατί άλλωστε «ούτε ο ίδιος ο ουρανός, λέγει αλλού η Γραφή, είναι καθαρός ενώπιόν σου». Ενώ αυτή που βρίσκεται κοντά στο Θεό, δηλαδή η Παρθένος, δεν είναι απλώς καθαρή από κάθε κακία, αλλά και θετικά «καλή»; Κι όχι πάλι σ' ένα μόνο σημείο, αλλά εξ ολοκλήρου καλή: «όλη γαρ ει καλή», λέγει. Και δεν πρόκειται εδώ για ανθρώπινη κρίση, αλλά ο ίδιος ο Θεός ανακηρύσσει «καλή» τη μακαρία. Κι αυτό όχι κατά τρόπο συνηθισμένο, αλλά με θαυμασμό και με έκπληξη: «Τι γαρ ει καλή, η πλησίον μου;» λέγει. Κι όλα αυτά, μολονότι μπροστά στο Θεό «κάθε ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι, κατά τη Γραφή, σιχαμερώτερη από οποιοδήποτε βδέλυγμα» κι αποκαλείται πονηρία. Όπως λοιπόν, γίνεται φανερό, η δικαιοσύνη της Παρθένου δεν βρισκόταν μέσα στα ανθρώπινα όρια. Η Παρθένος ξεπέρασε την υπόλοιπη ανθρώπινη φύση όχι απλώς λίγο ή πολύ, τόσο δηλαδή που να υπάρχη αντιστοιχία, αλλά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι εντελώς αδύνατο να μετρηθή η μεταξύ τους απόσταση.

5. Γι' αυτό και συγκάλυψε κάθε ανθρώπινη κακία κι απέδειξε τους ανθρώπους άξιους να ενωθούν και να ζήσουν μαζί με το Θεό και τη γη αξία να γίνη διαμονή του Σωτήρα. «Όλοι ξέφυγαν από το σκοπό τους και ταυτόχρονα αχρηστεύθηκαν». Κανείς δεν ήταν σε θέση να βοηθήση το γένος που κινδύνευε ούτε να αναχαίτιση την αμαρτία, που είχε ξεχυθή σαν ποτάμι. Γιατί και οι ιερείς και οι κριτές και όλοι οι προφήτες κι όσοι γενικώτερα από τους υπόλοιπους ανθρώπους ήσαν θεοσεβεϊς από τους οποίους ήταν βέβαια δυνατόν να ελπίζη κανείς πως θα έλθη κάποια καλυτέρευση στο γένοςκανείς από όλους αυτούς δεν μπορούσε να βοηθήση στο παραμικρό την ανθρωπότητα. Αφού ούτε τους ίδιους τους εαυτούς τους δεν μπόρεσαν να αναδείξουν καθαρούς από κατηγορίες και τιμωρίες, αλλ' όταν έφευγαν από εδώ, τους υποδεχόταν όλους ο Άδης. Κι ήταν έτσι αδύνατο να ξανάρθη σε μας η προηγούμενη ζωή μας, αφού οι άνθρωποι δεν μπορούσαν οι ίδιοι να επαρκέσουν στους εαυτούς τους, οι δε αγαθοί Άγγελοι, μολονότι ζητούσαν από το Θεό την καλυτέρευσή μας και προσπαθούσαν ν' αγωνισθούν μαζί μας, νικιόνταν μπρος στο μέγεθος των ανθρωπίνων κακών, κι ενώ, από το άλλο μέρος, εκείνος του οποίου η πληγή ήταν απαραίτητη, ήταν εξ αιτίας της αμαρτίας στους ανθρώπους μισητός. «Έσκυψε, πράγματι, και κοίταξε πάνω στη γη και δεν βρήκε κανέναν που να σκέπτεται στα σοβαρά και να ζητή το Θεό». Αλλά συνέβηκε με την ανθρωπότητα ό,τι συμβαίνει με ένα σώμα, που έχει καταστραφή ολόκληρο από την αρρώστια και δεν του απομένει κανένα σημείο, από το οποίο εκείνος που θέλει να το θεραπεύση να ανακαλέση την υγεία. Γιατί ήθελε βέβαια ο Θεός τη σωτηρία μας, σαν φιλάνθρωπος που είναι, αλλά δεν εύρισκε τους ανθρώπους εκείνους από τους οποίους θα μπορούσε ν' άρχίση την προσφορά των δωρεών του κατά τρόπο δίκαιο. Γιατί αποτελεί νόμο της θείας δικαιοσύνης το να προσφέρη μερικές φορές τίς ευεργεσίες εκεΐνες που κάνουν την ανθρώπινη φύση καλύτερη και χωρίς οι άνθρωποι να το θέλουν. Αλλ' αποτελεί εξ ίσου νόμο οι ευεργεσίες, που επανορθώνουν τη θέληση και την διάθεση του ανθρώπου και φέρνουν μέσα μας το Θεό και μας δίνουν τον αρραβώνα της ουράνιας ειρήνης, να είναι βέβαια μεγάλες και να ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη ελπίδα, να μη χορηγούνται όμως σε όλους, αλλά μόνο σε όσους συμβαίνει να έχουν προηγουμένως συνεισφέρει από την πλευρά τους ό,τι συντελεί στην προσέλκυση και διατήρησή τους. Γι' αυτό, πριν κατέβη ο Σωτήρας στη γη και πριν υπάρξουν τα μυστήρια της θείας του οικονομίας, τα οποία επανέφεραν μεμιάς τη θέλησή μας, που είχε ξεπέσει από τη θεία αγάπη, χρειαζόταν μια ανθρώπινη δικαιοσύνη ικανή όχι μόνο να αντισταθμίση την τόσο μεγάλη ανθρώπινη κακία, αλλά με πολύ μεγαλύτερη δύναμη. Αυτή έπρεπε να συντελέση αποφασιστικά στο να ξεπλυθή η ανθρώπινη φύση από το μίασμα, να εξαλειφθή η αισχύνη που της προκαλούσε η αμαρτία, να καταργηθή η ύβρις του εχθρού Διαβόλου και, αφού συμφιλιωθή, να προσφέρη ο Θεός το χέρι του στους ανθρώπους.

6. Και να που πρόσφερε η Παρθένος για χάρη όλου του κόσμου αυτή την υπέροχη δικαιοσύνη κι έγινε σ' εμάς η κάθαρση κι ο ιλασμός κι εξάγνισε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Κι όπως η φλόγα ή η φωτοχυσία μεταδίδεται σ' όποιο σώμα συναντήση, έτσι και η Παρθένος μετέδωκε σ' όλους το λαμπρό φως της. Υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στην Παρθένο και τον ήλιο: το φυσικό φως παρουσιάζεται σαν η ωραιότης των ορατών πραγμάτων, χωρίς να ανήκη στη φύση όλων, γιατί το έδωσε ο Θεός μόνο στο δίσκο του ηλίου, παρόμοια ακριβώς και η ωραιότης των ανθρώπων και όλο το σεμνό μεγαλείο της φύσεως και όλη η χάρη, όπως ανθούσε πριν να χάση ο άνθρωπος το Θεό και την οποία θα είχε, αν είχε τηρήσει το νόμο του Θεού και την δικαιοσύνη που είχε και κείνη που έπρεπε να έχη, αλλά δεν είχε, όλα αυτά βρέθηκαν συγκεντρωμένα μόνο στην Παρθένο και εδικαίωσαν όλους τους ανθρώπους, πράγμα που ο Παύλος είπε για το Σωτήρα. Υπήρξε έτσι η Παρθένος θησαυρός ή περιουσία ή πηγή ή δεν ξέρω πώς αλλοιώς να το πω της αγιότητος όλων των ανθρώπων.

Γι' αυτό από τους ανθρώπους όλων των εποχών αυτή μόνη κατοίκησε στο θυσιαστήριο. Και προσφέρθηκε σαν μια προπαρασκευαστική και καθαρτήρια θυσία πριν από το μεγάλο θύμα για το καλό όλου του γένους. Έτσι «πρόδρομος του ανθρωπίνου γένους εισήλθεν εις τα Άγια των Αγίων ο Ιησούς». Σαν πρόδρομος δε του Σωτήρα εισήλθε στα ενδότερα του καταπετάσματος η μακαρία Παρθένος και προσέφερε τον εαυτό της στον Πατέρα. Και ο Ιησούς βέβαια συμφιλίωσε απόλυτα τους ανθρώπους με τον Πατέρα πεθαίνοντας πάνω στο σταυρό. Ενώ η μακαρία, με το να προσφερθή στο Θεό, τόσο μπόρεσε να συμβάλη στην καταλλαγή, όσο χρειαζόταν για να φέρη τον κυβερνήτη ανάμεσα στους ανθρώπους, να κάνη αδελφό τους τον πρεσβευτή, αυτόν που επρόκειτο να έλθη για χάρη τους μπροστά στο Θεό και να διεκδίκηση τη σωτηρία γι' αυτούς που ήσαν πλέον δικοί του, που είχαν την ίδια με αυτόν φύση. Γιατί όφειλε να ομοιωθή κατά πάντα με τους αδελφούς του, «ίνα ελεήμων γένηται και πιστός αρχιερεύς τα προς τον Θεόν». Και αυτός βέβαια, όντας μέσα στη μια του υπόστάση και τα δύο: και αυτό που είμαστε εμείς και Θεός, έγινε το κοινό όριο καθεμιάς από τις δύο φύσεις. Είναι γι' αυτό και ένωση του Θεού με τους ανθρώπους και καταλλαγή και ειρήνη και έρως και ο,τιδήποτε άλλο οδηγεί προς αυτά. Ενώ η μακαρία με το να είναι από το ένα μέρος άνθρωπος, εφ' όσον καταγόταν από τους ανθρώπους, και να ταιριάζη από το άλλο σε ό,τι αφορά την υπέροχη αρετή της μόνο με τον Θεό, αυτό και τους ανθρώπους μεγαλύνει και τον Θεό κινεί σε έρωτα προς το ανθρώπινο γένος, ελκύοντάς Τον με το κάλλος της. Και ο Σωτήρας βέβαια εξόφλησε όλα εκείνα τα οποία εμείς χρωστούσαμε. Γιατί δεν ένοιωθε ο ίδιος να είχε κάμει κάτι για το οποίο να είναι υπεύθυνος, αφού «αμαρτίαν ουκ εποίησεν», αλλά πήρε πάνω Του τις δικές μας αμαρτίες και βασανίσθηκε για χάρη μας. Έτσι η πληγή ενός, που δεν είχε αδικήσει σε τίποτα, με το να πάρη τη θέση της ποινής που άξιζε σ' όλους τους ανθρώπους που έσφαλαν τα μέγιστα, ήταν αρκετή να διαλύση τις κατηγορίες εναντίον όλων. Η δε Παρθένος με το να παρουσίαση μόνη αυτή ανάμεσα σ' όλους τους ανθρώπους την ψυχή της αξία του Θεού μπόρεσε να υπερασπισθή και τους άλλους.
Γι' αυτό, ενώ πολλοί και πολλές φορές δέχθηκαν από τον ουρανό μηνύματα, μόνο σ' αυτή ο Θεός είπε το «χαίρε». Γιατί δεν υπήρξε πριν από αυτή κανείς που, απαλλαγμένος από κατηγορίες, να μπορή να είναι απαλλαγμένος και από τη σχετική ποινή. Όλους πράγματι τους έκρινε ο Θεός άξιους να πονούν και να βασανίζωνται. Αυτή ακριβώς ήταν η τιμωρία των ανθρώπων για το ότι καταπάτησαν το νόμο της αληθινής χαράς και ειρήνης. Με το να θεωρήση λοιπόν τη μακαρία Παρθένο αξία να χαίρεται και με το γεγονός ότι την αποκάλεσε «ευλογημένη» και «κεχαριτωμένη», φανέρωσε ότι δεν είχε να της καταλογίση τίποτε από όλα εκείνα για τα οποία η ανθρώπινη φύση ήταν υπεύθυνη.

7. Γιατί έπρεπε το καινούργιο θύμα, που προσφέρθηκε για μας, οι οποίοι είχαμε ανάγκη από πολλούς εξαγνισμούς, να είναι άμωμο και άγιο. Εάν βέβαια το θυσιαστήριο, το οποίο ήταν σχεδίασμα και εικόνα των χαρίτων της Παρθένου, έπρεπε να είναι το πιο άγιο από όλα τα άγια πράγματα, τι γνώμη θα έπρεπε να διατυπώσουμε για την ίδια την αλήθεια; Γιατί το θυσιαστήριο δεν υστερούσε από την Παρθένο μόνο όσο υπολείπεται από την αλήθεια η σκιά και το αποτύπωμα της αλήθειας, αλλά υπάρχει ανάμεσα τους πολύ μεγαλύτερη, άπειρη απόσταση. Γιατί το θυσιαστήριο το επισκιάζουν, όπως είπε ο Παύλος, τα Χερουβίμ. Ενώ την πολυύμνητη δεν την επισκιάζουν απλώς τα Χερουβίμ ή κάτι σπουδαιότερο από αυτά, αλλά ο ίδιος εκείνος, τον όποιο υπηρετούν τα Χερουβίμ, η δύναμις του Υψίστου, όπως ανήγγειλε ο θειότατος Γαβριήλ. Εξ άλλου η θυσία είναι αγιώτερη από το ιερό, γιατί αυτή ακριβώς το κάνει ιερό. Το χρίσμα του αίματος είναι εκείνο που το αγιάζει. Αλλά η μακαρία Παρθένος τόσο πολύ είναι αγιώτερη από οποιαδήποτε άλλη θυσία, ώστε να μην μπορή κανείς ούτε να περιγράψη τη διαφορά. Γιατί το αίμα της καινούργιας αυτής θυσίας δεν το δέχθηκε απλώς το θυσιαστήριο ούτε το κατέφαγε η φωτιά, αλλά το πήρε πάνω του ο ίδιος ο Θεός και το φόρεσε σαν «ιμάτιον σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης», ξαναχαρίζοντάς το στους ανθρώπους σαν όπλο εναντίον κάθε κάκου και κάθε πόνου. Και δεν ντράπηκε γι' αυτή την περιβολή, αλλά την ονομάζει αντίθετα δόξα και βασιλεία του. Και σωστά, γιατί όταν φορώντας αυτό το «ιμάτιο» πήρε μέρος στη ζωή των ανθρώπων λέγει η Γραφή ότι «(έφθασε στη γη η βασιλεία των ουρανών». Γι' αυτή τη βασιλική ενδυμασία ρωτούσαν οι Άγγελοι το Σωτήρα: «γιατί είναι κόκκινη η στολή σου;» Κι αυτή τη βασιλεία «ο Κύριος εβασίλευσε», σύμφωνα μ' αυτό που λέει η Γραφή. Αυτή τη δύναμη κι αυτή τη δόξα φόρεσε. Μ' αυτήν ακριβώς την περιβολή και μ' αυτή τη ζώνη νίκησε το Διάβολο, άρπαξε από τα χέρια του κι ελευθέρωσε τους δεμένους, αλυσοδένοντας τον ίδιο. Κι έγινε σ' εμάς τους σωσμένους η σάρκα του Σωτήρα «δύναμις Θεού», όπως γράφει ο Παύλος.
Ω πόσο πρωτοφανή και υπέροχα είναι αυτά τα μυστήρια Ι Πόσο θαυμαστή αυτή η δικαιοσύνη! Ω μεγαλείο ψυχής, που με τέτοια αγνότητα στόλισε το σώμα της! Ω σώμα που ξεπερνώντας τη φύση του τόσο πολύ υψώθηκε μαζί με την ψυχή! Ω φως λαμπρό που καταύγασε εκείνο το νου! «Τι να πω και τι να διαλαλήσω»; ρωτάει έκπληκτος ο προφήτης. Το Θεό, που κανένας ποτέ δεν περιέλαβε τόπος, που η κτίση όλη, κι αν ακόμα γίνη μύριες φορές μεγαλύτερη, δεν τον χωρεί, Αυτόν τον περιέβαλε με το αίμα της η Παρθένος. Κι όχι απλώς τον περιέβαλε, αλλά του ύφανε με το αίμα της τέτοιο χιτώνα, που από κάθε άποψη να ταιριάζη στο βασιλιά. Αν και βέβαια δεν ενώθηκε ο Θεός με την ανθρώπινη σάρκα απλώς όσο το σώμα ενώνεται με το ένδυμα ούτε η ανθρώπινη φύση έλαβε μέρος στη θεία ακτίνα όσο η στολή στη βασιλική ευτυχία. Αλλά τόσο μόνο επιτρέπεται να ονομάσουμε το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Σωτήρα περιβολή και ενδυμασία, όσο χρειάζεται για να εκφρασθή ότι δεν έχει γίνει σύγχυση ανάμεσα στις δύο φύσεις, αλλά ότι η κάθε μια μένει ακέραιη και διατηρεί όλα τα ιδιώματά της. Ενώ σ' ό,τι αφορά τα υπόλοιπα, τόσο πολύ ξεπερνά η πραγματικότης αυτή την εικόνα, όσο η τελεία ένωση την πλήρη διαίρεση. Γιατί αυτή η ένωση ούτε μπορεί να γίνη παράδειγμα σε τίποτε άλλο ούτε από κανένα άλλο παράδειγμα μπορεί να εκφρασθή. Αλλά είναι μια ένωση μοναδική, πρωτοφανής και ανεπανάληπτη. Γιατί το αίμα της μακαρίας έγινε αίμα Θεού πώς να το εκφράσω; και, συμμετέχοντας τόσο στενά σε καθετί που Αυτός είχε, αναδείχθηκε ομότιμο και ομόθρονο και ομόθεο με τη θεία φύση. Σε τέτοιο ύψος αγιότητος έφθασε η Παρθένος, τόσο η αρετή της ξεπερνά κάθε ανθρώπινο νου!

8. Άνθρωπος ήταν. Από τους ανθρώπους εβλάστησε. Κι ήταν μέτοχος σε κάθε κοινό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου γένους. Δεν κληρονόμησε όμως την ίδια νοοτροπία ούτε παρασύρθηκε από την τόσο μεγάλη κακία που επικρατεί σ' αυτή τη ζωή. Αλλά νίκησε την αμαρτία κι αντιστάθηκε στη φθορά της φύσεώς μας κι έδωσε τέλος στην κακία. Έγινε έτσι αυτή η ίδια αγία απαρχή και βάδισε πρώτη και υπήρξε οδηγός των ανθρώπων στο δρόμο προς το Θεό. Γιατί διατήρησε τη θέλησή της τόσο καθαρή, σαν να ήταν μόνη της σ' αυτή τη ζωή, σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος άνθρωπος ούτε κανένα άλλο πλάσμα να είχε ποτέ δημιουργηθή, σαν να βρισκόταν μόνη μπροστά στο μόνο Θεό. Δεν συγκέντρωσε την προσοχή της σε κανένα από τα κτίσματα ούτε προσηλώθηκε σε τίποτε απολύτως από ό,τι υπάρχει στον κόσμο. Αλλά από την πρώτη κιόλας στιγμή που ήρθε ανάμεσα στους ανθρώπους τους αποχωρίσθηκε κατά το καλύτερο μέρος. Κι έτσι, έχοντας ξεπεράσει όλη την κτίση, τη γη, τον ουρανό, τον ήλιο, τα αστέρια, τον ίδιο το χορό των Αγγέλων, που περιβάλλει το Θεό, δεν σταμάτησε παρά αφού ενώθηκε με τον καθαρό Θεό, η καθαρή. Κι αναδείχθηκε ιερώτερη από τις θυσίες, τιμιώτερη από τα θυσιαστήρια για το Θεό, τόσο πιο άγια από τους δικαίους και τους προφήτες και τους ιερείς, όσο αγιώτερος από αυτούς που αγιάζονται είναι εκείνος που τους αγιάζει. Γιατί βέβαια κανείς δεν ήταν άγιος πριν γεννηθή η μακαρία. Αυτή πρώτη και μοναδική, απαλλαγμένη εντελώς από την αμαρτία, παρουσιάσθηκε να είναι πραγματικά αγία, και αγία αγίων κι ό,τι ακόμη περισσότερο θα μπορούσε κανείς να πη. Κι άνοιξε και στους άλλους την πόρτα της αγιωσύνης με το να έχη προετοιμασθή κατάλληλα για την υποδοχή του Σωτήρα, από όπου ήλθε η αγιότης και στους προφήτες και στους ιερείς και σε οποιονδήποτε άλλον αξιώθηκε να συμμετάσχη στα θεία μυστήρια.
Γιατί ο καρπός της Παρθένου είναι εκείνος που πρώτος και μόνος έφερε την αγιότητα στον κόσμο. Αυτό ακριβώς σημαίνει εκείνο που είπε ο μακάριος Παύλος: «πρόδρομος για χάρη μας εισήλθε ο Ιησούς εις τα άγια». Γιατί, αν συμβαίνη να λέγεται ότι και πριν να έρθη ο Σωτήρας πολλοί άνθρωποι αξιώθηκαν να έχουν αυτή την επωνυμία, αυτό οφείλεται στο ότι έλαβαν μέρος στα μυστήρια της θείας οικονομίας, συμμετέχοντας στις προτυπώσεις τους. Γι' αυτό το λόγο λέγει ο Παύλος ότι και πριν ακόμη «ονειδισθή» ο Χριστός, ο Μωυσής προτίμησε «από τους θησαυρούς της Αιγύπτου τον ονειδισμό του Χριστού». Για τον ίδιο λόγο και πριν ακόμη να έλθη στη γη ο άρτος «ο εκ του ουρανού καταβάς», πριν να δοθή στους ανθρώπους το Πνεύμα το Άγιον αφού «ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθή»ήταν δυνατόν στους Εβραίους το βάπτισμα και η πνευματική μετάδοση ψωμιού και νερού. Και ακόμη, για να μπορέσουν να είναι καλά παρασκευασμένοι για την αληθινή αγιότητα κι έτοιμοι να υποδεχθούν, την ακτίνα εκείνη από την οποία ανέτειλε η σωτηρία. Με αυτά συμφωνεί ακριβώς εκείνο που είπε ο ίδιος ο Σωτήρας: «υπέρ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία». Έτσι καταλαβαίνουμε πως οι παλιοί εκείνοι άγιοι, μια και ο Σωτήρας δεν είχε ακόμη φανερωθή, δέχθηκαν τον αγιασμό δια" μέσου σκιών και συμβόλων. Είναι αυτό που λέγει ο Παύλρς, ότι δηλαδή «όλοι αυτοί οι άγιοι άνδρες, καίτοι έλαβαν εγκωμιαστική μαρτυρία για την πίστη τους, δεν απήλαυσαν την υπόσχεση της ουράνιας κληρονομιάς...για να μην τελειωθούν χωρίς εμάς»!

9. Και γιατί αναφέρω τους προφήτες, οι οποίοι δεν ήταν δυνατόν ούτε από τα δεσμά του Άδη να ελευθερωθούν, πριν να λάβουν τις δωρεές της Παρθένου, αφού και από τους ίδιους τους Αγγέλους και τους Αρχαγγέλους, τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ, είναι αγιώτερη η μακαρία; Αν πάλι προσφέρεται σαν βραβείο της αγιότητος κατά τον ίδιο τρόπο σε όλους ο Θεός, τον κερδίζει όμως περισσότερο εκείνος που έχει καλύτερα προπαρασκευασθή, πώς δεν είναι αναγκαίο να κρίνουμε την αγιότητα από τα βραβεία και να χρησιμοποιούμε σαν βέβαιο μέτρο της το πόσο ο καθένας βρίσκεται κοντά στο Θεό; Αλλά η Αγία Γραφή λέγει ότι τα Χερουβίμ στέκονται γύρω από το Θεό και δέχονται τις θείες ακτίνες Του, χωρίς ούτε να τολμούν να Τον ατενίσουν. Ενώ η Παρθένος, κατά ένα πρωτοφανή κι απερίγραπτο τρόπο, περιέλαβε μέσα της αυτόν που δεν μπόρεσε να χωρέση κανένας τόπος. Και δεν δέχθηκε μέσα της απλώς κάποια θεία λαμπρότητα και δόξα, αλλά την ίδια την υπόσταση του Θεού. Όσο λοιπόν φανερώτερα ενώθηκε ο Θεός με την Παρθένο, παρά με τα Χερουβίμ κι η διαφορά είναι τόσο μεγάλη, ώστε να μη μπορή ούτε να περιγραφήτόσο αγιώτερη κι ιερώτερη είναι η Παρθένος.
Όλες πράγματι τις υπάρξεις, δια μέσου των οποίων φανερώνεται ιδιαίτερα η σοφία του Θεού, η Παρθένος τις ξεπερνά στην καθαρότητα και την αγιότητα, όπως ακριβώς από όλα τα σώματα είναι φυσικό να είναι καθαρώτερα εκείνα που βρίσκονται πιο κοντά στο φως. Γιατί, αφού ο Θεός βρίσκεται κατά τον ίδιο τρόπο παντού, η διαφορετική φανέρωσή Του πρέπει να συμπεράνουμε ότι οφείλεται στα κτίσματα. Κι αν αυτό είναι σωστό, ποιος τότε δεν αναγνωρίζει ότι η Παρθένος είναι από όλους τους ανθρώπους και από όλους τους Αγγέλους πιο ιερή; Γιατί βέβαια δια μέσου των Αγγέλων δόθηκαν στους ανθρώπους οι εντολές του Θεού, ο παλαιός νόμος, ο «δι' Αγγέλων λαληθείς λόγος», όπως είπε ο Παύλος, και τα άλλα σημεία που φανέρωναν τη δικαιοσύνη και τη δύναμη του Θεού. Ενώ η Παρθένος δεν ανήγγειλε το Θεό ως αυτό μόνο το σημείο, αλλά αποκάλυψε στους ανθρώπους την ίδια την ενυπόστατη Σοφία του Θεού. Κι όχι απλώς με σημεία και εικόνες, αλλά με τρόπο άμεσο, φανέρωσε δηλαδή τον ίδιο το Θεό, το Σωτήρα, κι αυτό όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στις αγγελικές Αρχές και Εξουσίες, γιατί «έπρεπε να γίνη γνωστή, λέγει ο Παύλος, και στις Αρχές και στις Εξουσίες η πολυποίκιλη σοφία του Θεού». Και δεν είπε: «για να γίνη περισσότερο γνωστή», σαν να είχε και προηγουμένως ως ένα σημείο γίνει γνωστή, αλλά απλώς: «για να γίνη γνωστή». Γιατί θέλει έτσι, νομίζω, να υποδηλώση ότι η πριν από την Παρθένο γνώση του Θεού ήταν τόσο αμυδρή, ώστε να μην μπορή να γίνη καμμιά σύγκριση με τη δεύτερη, αυτή που μας έφερε η Παρθένος. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι όχι μόνο στους ανθρώπους, τους δικαίους και τους αδίκους, τους πονηρούς καί τους αγαθούς, αλλά και σ' αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις φανέρωσε τον Ήλιο της δικαιοσύνης.
Ή Παρθένος είναι επομένως τόσο ανώτερη από όλα τα κτίσματα, όσο αυτά που πραγματοποίησε για τη σωτηρία μας ο Σωτήρας είναι αδύνατο να συγκριθούν με ο,τιδήποτε άλλο. Καί πράγματι, εάν τόσο πολύ καλύτερους από τους ίδιους τους εαυτούς τους έκαμε τους Αγγέλους, ώστε να υποστηρίζη ο Απόστολος ότι είναι αδύνατη η οποιαδήποτε σύγκριση ανάμεσα στη δεύτερη και στην πρώτη τους ευτυχία, ας εξετάσουμε πόσο μεγάλη είναι αυτή η υπεροχή. Γιατί, αν «το μικρότερο ευλογήται από το μεγαλύτερο», όπως λέγει η Γραφή, ποια σύγκριση μπορεί να υπάρξη ανάμεσα στο να ευεργετή κανείς και στο να ευεργετήται; Γι' αυτό το λόγο ο προφήτης έβλεπε την Παρθένο να είναι ο θρόνος του Θεού και μάλιστα ένας θρόνος «υψηλός και επηρμένος», ενώ τα Χερουβίμ τα έβλεπε γύρω από το θρόνο. Κι όχι απλώς γύρω από το θρόνο, αλλά και να στέκωνται με συστολή και με φόβο, χωρίς να τολμούν ούτε να τον αντικρύσουν. Η παράδοση λέγει, επί πλέον, ότι οι Άγγελοι αγρυπνούν πάντοτε κι ότι δεν υπάρχει τέρμα στις προς το Θεό υμνωδίες τους. Αλλά τόσο πιο πολύ πρέπει να θεωρήσουμε ότι ισχύει και αυτό για την Παρθένο και δεν εννοώ μόνο μετά την εκδημία της από τη γη, αλλά κι όταν ακόμη ήταν σ' αυτήν εδώ τη ζωή όσο περισσότερο αισθάνθηκε αυτή τη θεία ακτίνα. Γιατί και στις Δυνάμεις, που κυκλώνουν το Θεό, περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο ξυπνά το ζήλο και τις κάνει να αγρυπνούν το ότι έχουν γευθή τις θείες ευεργεσίες. Ώστε εκείνο που στους άλλους αγίους συμβαίνει αφού αποχωρισθούν το σώμα, το να είναι δηλαδή αμετακίνητοι στο αγαθό και στην αρετή, στην Παρθένο συνέβη και πριν ακόμη αποθέση το σώμα Της.

10. Και αυτό ήταν φυσικό επακόλουθο. Γιατί βέβαια το σώμα της Παρθένου, το οποίο θα έπρεπε κανονικά να παραμερισθή, είχε ξεπεράσει την ονομασία του. Και ήταν σώμα όχι ψυχικό, ούτε τίποτε άλλο, αλλά, όπως λέγει ο Παύλος, «σώμα πνευματικό», αφού το Πνεύμα είχε σκηνώσει μέσα του καί είχε μεταθέσει όλους τους νόμους της φύσεως. Αλλά, ανεξάρτητα από αυτά, το σώμα το οποίο, όταν υπήρχε σ' εκείνους (τους αγίους), δεν τους επέτρεπε να στραφούν και να προσκολληθούν στο Θεό, βοηθούσε υπερβολικά τη μακαρία Παρθένο. Γιατί σ' εκείνους, και όταν ακόμη είχαν πληρωθή από κάθε επιθυμία να βρίσκωνται κοντά στο ακρότατο επιθυμητό και όταν είχαν όλη τη νοερή δύναμη για τη θεωρία του αληθινά Όντος, δεν ήταν δυνατό να προχωρήσουν προς κάτι άλλο, πολύ λιγώτερο δε να στρέψουν εξ ολοκλήρου το νου τους, όπως στρέφουμε το βλέμμα, επειδή όλα τα ορατά πράγματα έμπαιναν μεταξύ τους. Ποιος όμως δεν γνωρίζει ότι όλα αυτά έλαβαν χώρα στην Παρθένο πέρα από κάθε λογική κατανόηση και ότι αυτή μόνη δέχθηκε μέσα της το Θεό με τρόπο που δεν μπορεί να περιγραφή;
Γίνεται επομένως φανερό ότι και πριν πέραση στην άλλη ζωή, είχε μέσα της αμετακίνητο το υπέροχο εκείνο αγαθό και τη θαυμαστή αρετή της. Είχε από τώρα τα μέλλοντα αγαθά κι εβασίλευσε από την παρούσα ζωή με τη βασιλεία που προορίζεται για τους δικαίους. Κι έζησε μέσα στο ρεύμα αυτής εδώ της ζωής τη μόνιμη, αυτή που είναι κρυμμένη «εν τω Χριστώ» και που γι' Αυτή φανερώθηκε από τώρα. Γιατί έπρεπε βέβαια να υπάρξουν όλα τα πράγματα με έναν καινούργιο τρόπο για την μακαρία, μπρος στην οποία υποχώρησαν και της φύσεως οι νόμοι. Αυτό ακριβώς ήθελε και η ίδια να δείξη ανυμνώντας τις θείες ευεργεσίες πού αξιώθηκε να λάβη και είπε: «εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός».

11. Τι πρωτοφανή τα κατορθώματα! Τί υπέροχοι οι αγώνες! Και όμως μετά τα βραβεία και τα στεφάνια που έλαβε, μετά δηλαδή τον Ήλιο της δικαιοσύνης που δέχθηκε μέσα της και με τον οποίον ενώθηκε, δοκίμασε για χάρη μας θλίψεις και οδύνες, «αντί της χαράς που βρισκόταν μπροστά της». Και συμμετείχε με τον Υιό της στην αισχύνη και στις ύβρεις και σε όλα όσα αποκάλυπταν τη φτώχεια, στην οποία ήρθε για χάρη μας. Και ανεχόταν το επάγγελμα του φαινομενικού πατέρα του (του Ιωσήφ), και μακροθυμούσε, παίρνοντας το μέρος του Υιοϋ της για τη δική μου σωτηρία. Κι όταν Εκείνος έκανε τα θαύματά του κι επανόρθωνε τη φύση, ήταν πάντα κοντά του. Κι όταν εκείνοι τους οποίους ευεργετούσε τον φθονούσαν και τον μισούσαν, η Παρθένος πονούσε μαζί του κι εδεχόταν τα βέλη του μίσους των. Αφού, κινούμενη από την υπερβολική φιλανθρωπία της, πρώτη αυτή παρότρυνε τον Υιό της προς αυτές τις ευεργεσίες, κι αυτό πριν ακόμη να έλθη η ώρα του «ούπω ήκει η ώρα μου», είπε ο ίδιος" πράγμα που φανερώνει καθαρά πόση παρρησία έδωκε στη μητέρα του, ώστε να μπορή να αλλάξη ακόμη και τα χρονικά όρια, που αυτός είχε καθορίσει.
Όταν πάλι χρειάσθηκε να υποφέρη για μας ο Σωτήρας και να πεθάνη, πόσο μεγάλες ήσαν οι οδύνες, με τις οποίες του συμπαραστάθηκε η Παρθένος! Τι βέλη την διαπέρασαν! Γιατί κι αν ο Υιός της ήταν μόνο άνθρωπος και τίποτε άλλο, τίποτε οδυνηρότερο δεν θα μπορούσε να πρόσθεση κανείς σε μια μητέρα. Αλλά τώρα είναι ο μόνος Υιός της, που τον έφερε στον κόσμο μόνη της, κατά τρόπο παράδοξο, που δεν λύπησε ποτέ ούτε την ίδια ούτε κανέναν από τους ανθρώπους, που τους ευεργέτησε, αντίθετα, όλους τόσο, ώστε να ξεπεράση όλες τις προσδοκίες τους. Τί λοιπόν συναισθήματα είναι φυσικό να είχε η Παρθένος, όταν έβλεπε τον Υιό της σε τόσο φοβερές οδύνες, αυτόν που ήταν ο ευεργέτης της ανθρώπινης φύσεως, «τον πράον, τον ταπεινόν τη καρδία», αυτόν που δεν υπήρξε ποτέ «ερίζων ουδέ κραυγάζων», τον οποίον κανείς ποτέ δεν μπορούσε να κατηγορήση για το παραμικρό, όταν τον έβλεπε να σέρνεται από εκείνα τα άγρια θηρία, να γυμνώνεται, να δέρνεται, να κρίνεται άξιος της χειρότερης καταδίκης, να πεθαίνη τον έξευτελιστικώτερο θάνατο μαζί με τους αμαρτωλότερους ανθρώπους, έξω από κάθε έννοια δικαιοσύνης και νόμου, όπως συμβαίνει σε τυραννικά καθεστώτα; Προσωπικά πιστεύω ότι τέτοια οδύνη ποτέ σε κανέναν άνθρωπο δεν μπορεί να υπάρξη. Γιατί, αν είναι ανάγκη να κλαίμε γι' αυτούς που αδικούνται, τίποτε δεν είναι τόσο άδικο, όσο ο θάνατος με τον οποίο πέθανε ο Σωτήρας. Μολονότι κανένας βέβαια δεν αδικήθηκε εξ ολοκλήρου ξεπληρώνοντας την ποινή, με την οποία καταδικάσθηκε, έστω κι αν ο ίδιος δεν ένοιωθε ενοχή για τίποτε από αυτά, για τα οποία καταδικάστηκε, γιατί ασφαλώς έπραξε εκείνα για τα οποία θα μπορούσε δίκαια να κατηγορηθή. Ενώ για το Σωτήρα, λέγει ο προφήτης ότι «αμαρτίαν ουκ εποίησεν». Αν πάλι δεν επιτρέπεται να μη βασανιζώμαστε για τις συμφορές, που τυχαίνουν στους δικούς μας, είναι φανερό ότι κανείς ποτέ δεν είχε τόσο στενό δεσμό με άλλον άνθρωπο, όσο η Παρθένος με το Σωτήρα. Γι' αυτό την ώρα των Παθών κατέλαβε την Παρθένο θλίψη υπερβολική και απερίγραπτη, τέτοια που παραπλήσια ποτέ δεν ένοιωσε άνθρωπος. Γιατί αυτή είδε τη Σταύρωση σαν μητέρα, αλλά και σαν άνθρωπος με σωστή κρίση, σαν κάποιος που μπορεί να διακρίνη καθαρά την αδικία.

12. Έπρεπε βέβαια να λάβη μέρος σε καθετί που έκανε ο Υιός της για τη σωτηρία μας. Όπως του μετέδωκε το αίμα και τη σάρκα της κι έλαβε αμοιβαία μέρος στις δικές του χάριτες, κατά τον ίδιον τρόπο έλαβε μέρος και σε όλους τους πόνους και την οδύνη του. Κι αυτός βέβαια καρφωμένος στο σταυρό δέχθηκε στην πλευρά την λόγχη, ενώ διαπέρασε την καρδιά της Παρθένου ρομφαία, όπως ανήγγειλε ο αγιώτατος Συμεών. Με τον ίδιο τρόπο καί όλα τα άλλα μαρτύρια τα προξενούσαν οι «κύνες» εκείνοι από κοινού στον Υιό και στη μητέρα. Το ίδιο κι όταν χρησιμοποιώντας παλαιοτέρους λόγους του τον κατηγορούσαν σαν αλαζόνα κι όταν τον ονόμαζαν πλάνο κι αγωνίζονταν ν' αποδείξουν την πλάνη του.
Έτσι, χάρις σ' αυτές τις ομοιότητες αυτή ήταν η πρώτη που έγινε «σύμμορφος» με το θάνατο του Σωτήρα και γι' αυτό έλαβε πριν από όλους μέρος και στην ανάστασή Του. Γιατί, όταν ο Υιός της διέλυσε την τυραννία του Άδη κι αναστήθηκε, τον είδε βέβαια και τον άκουσε και τον προέπεμψε, όσο ήταν δυνατόν, καθώς έφευγε για τον ουρανό και πήρε, μετά την Ανάληψη, τη θέση του ανάμεσα στους Αποστόλους και τους άλλους συντρόφους του, αυξάνοντας έτσι τις ευεργεσίες με τις όποιες Εκείνος ευεργέτησε την ανθρώπινη φύση, «αναπληρώνοντας», δηλαδή, πιο άξια από όλους «τα υστερήματα του Χριστού». Γιατί σε ποιόν άλλο μπορούσε όλα αυτά να ταιριάζουν παρά στη μητέρα;
Ήταν όμως ανάγκη η παναγία εκείνη ψυχή να χωρισθή από το υπεράγιο εκείνο σώμα. Και χωρίζεται βέβαια και ενώνεται με την ψυχή του Υιού της, με το πρώτο φως ενώνεται το δεύτερο. Και το σώμα, αφού έμεινε για λίγο στη γη, αναχώρησε κι αυτό μαζί με την ψυχή. Γιατί έπρεπε να πέραση από όλους τους δρόμους από τους οποίους πέρασε ο Σωτήρας, να λάμψη και στους ζωντανούς και στους νεκρούς, να αγιάση δια μέσου όλων την ανθρώπινη φύση και να λάβη αμέσως μετά τον αρμόζοντα τόπο. Το δέχθηκε έτσι για λίγο ο τάφος, το παρέλαβε δε και ο ουρανός, αυτό το πνευματικό σώμα, την καινή γη, το θησαυρό της δικής μας ζωής, το τιμιώτερο από τους Αγγέλους, το αγιώτερο από τους Αρχαγγέλους. Ξαναδόθηκε έτσι ο θρόνος στον βασιλιά, ο παράδεισος στο ξύλο της ζωής, ο δίσκος στο φως, στον καρπό το δένδρο, η μητέρα στον Υιό, αξία καθόλα αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους.

13. Ποιος λόγος είναι αρκετός για να υμνήση, ω μακαρία, την αρετή σου, τις χάριτες που σου δώρισε ο Σωτήρας, αυτές που Συ δώρισες στην κοινωνία των ανθρώπων; Κανείς, έστω κι αν «λαλή τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων», όπως θάλεγε ο Παύλος. Προσωπικά μου φαίνεται ότι το να καταλαβαίνη κανείς και να διακηρύσση σωστά και όπως πρέπει τα μεγαλεία Σου αποτελεί τμήμα της αιώνιας μακαριότητας, που απόκειται στους δικαίους. Γιατί κι αυτά «οφθαλμός δεν τα είδε και αυτί ανθρώπινο δεν τα άκουσε» κι «ο κόσμος ολόκληρος δεν μπορεί να τα χωρέση», σύμφωνα με τον περιώνυμο Ιωάννη. Τα δικά Σου μεγαλεία ανήκουν μόνο στο χώρο εκείνο όπου ο ουρανός είναι καινός και η γη καινή, το χώρο που φωτίζεται από τον Ήλιο της δικαιοσύνης, ο οποίος Ήλιος ούτε προηγείται ούτε έπεται από το σκοτάδι, εκεί όπου υμνητής των μεγαλείων Σου είναι ο ίδιος ο Σωτήρας και Άγγελοι αυτοί που χειροκροτούν. Σ' αυτόν μόνο πράγματι το χώρο μπορεί να Σου προσφερθή η υμνωδία που Σου αξίζει. Οι άνθρωποι είναι αδύνατον να ολοκληρώσουμε την ύμνησή Σου. Τόσο μόνο μπορούμε να Σε υμνήσουμε, όσο χρειάζεται για να αγιάσουμε τη γλώσσα και την ψυχή μας. Γιατί και μόνο ένας λόγος και μια ανάμνηση, που αναφέρεται σε κάποιο από τα δικά Σου μεγαλεία, ανυψώνει την ψυχή και κάνει καλύτερο το νου και μας μετατρέπει όλους από σαρκικούς σε πνευματικούς και από βέβηλους σε αγίους.

Αλλ', ω Παρθένε, Συ που είσαι κάθε αγαθό, καθετί που ξέρουμε σ' αυτή τη ζωή κι ό,τι θα μάθουμε, όταν αφήσουμε τον κόσμο! Ω Συ, που αρχίζοντας από τον εαυτό σου οδήγησες και τους άλλους προς τη μακαριότητα και την αγιωσύνη ! Ω σωτηρία των ανθρώπων και φως του κόσμου και οδός που οδηγεί στον Σωτήρα και θύρα και ζωή, Συ που είσαι αξία να ονομάζεσαι με όλα εκείνα τα ονόματα με τα όποια προσφωνήθηκε για τη σωτηρία που μας χάρισε ο Σωτήρας. Γιατί αυτός είναι ο αίτιος καί Συ η «συναίτιος» του δικού μου αγιασμού και όλων εκείνων τα οποία από το Σωτήρα δια μέσου Σου και των δικών Σου απήλαυσα μόνο' Αίμα δικό Σου είναι το αίμα που καθαρίζει τις αμαρτίες του κόσμου. Δικό Σου μέλος είναι το σώμα μέσα στο οποίο αγιάστηκα, μέσα στο οποίο βρίσκεται η Καινή Διαθήκη και κάθε ελπίδα σωτηρίας. Δικό Σου σπλάχνο είναι η βασιλεία του Θεού.

Ω Σύ Παρθένε, που είσαι ανώτερη από κάθε έπαινο κι από κάθε όνομα, που θα μπορούσε να σε χαρακτηρίση, δέξου αυτόν τον ύμνο μας και μην παραβλέψης την προθυμία. Και δώσε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε και να ψάλλουμε κάπως καλύτερα τα μεγαλεία Σου και τώρα, σ' αυτή τη ζωή, και μετά από αυτήν, στην αιωνία. Αμήν.

Aπό το «Η Θεομήτωρ».
Κείμενο-Μετάφραση-Εισαγωγή-Σχόλια
Παναγιώτης Νέλλας (+).
Έκδ. 4η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ,
Αθήνα 1995.
http://agioritikesmnimes.pblogs.gr/2010/08/663792.html

Λόγος στην Κοίμηση της Θεοτόκου



Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ' αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ' όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό. Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ' αυτή τη γιορτή.
Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της.
Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.
Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).
Το ακούτε, το καταλαβαίνετε; Νομίζω ότι ακόμα και θα πρέπει να σας κινήσει την περιέργεια το γεγονός ότι όλοι όσοι υπακούουν στο λόγο του Χριστού και πιστεύουν στον Ουράνιο Πατέρα του, ο οποίος τον έστειλε, αμέσως μετά το θάνατο τους θα περάσουν στην αιώνια ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν αυτοί που έχουν ζωντανή πίστη στο Θεό και υπακούουν στις εντολές του.
Και στους μεγάλους δώδεκα αποστόλους είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19, 28). Δικαστές και κατήγοροι θα είναι κατά την Φοβερά Κρίση του Θεού οι Απόστολοι του Χριστού και, βεβαίως, είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε να δικάζονται η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, ο Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, οι μεγάλοι προφήτες του Θεού, ο Ηλίας και ο Ενώχ τους οποίους ζωντανούς τους πήρε ο Θεός στον Ουρανό, όλο το αμέτρητο πλήθος των μαρτύρων του Χριστού, οι δοξασμένοι από τον Θεό άγιοι αρχιερείς και θαυματουργοί με επί κεφαλής τον άγιο Νικόλαο, αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας.
Είναι αδύνατον ακόμα και να περάσει από το μυαλό μας η σκέψη πως θα δικαστούν αυτοί, οι όποιοι άκουσαν από το στόμα του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λκ. 17, 21). Σ' αυτούς τους μεγάλους αγωνιστές του Χριστού, σαν σε πολύτιμους ναούς κατοικούσε το Άγιο Πνεύμα. Ακόμα και ζώντας στη γη, αυτοί βρισκόταν στην άμεση κοινωνία με τον Θεό, επειδή έτσι είπε ο Κύ¬ριος μας Ιησούς Χριστός: «Εάν τις αγαπήση με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυ¬τόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' αυτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14, 23).
Ή Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ' αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι' αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.
Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ' ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μάς λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».
Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Σκεπτόμενοι αυτό, ας θυμηθούμε και τι γράφει η Αγία Γραφή για το θάνατο του μεγαλυτέρου προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, του Μωυσή στο 34ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δευτερονομίου, ότι πέθανε σύμφωνα με το λόγο του Θεού στο όρος Νεβώ και τάφηκε στη γη Μωάβ. Ο τάφος του μεγάλου αυτού προφήτη έπρεπε να είναι για πάντα τόπος προσκυνήματος για όλο το λαό του Ισραήλ. Όμως στη Βίβλο διαβάζουμε, ότι: «ουκ οίδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 6). Όμως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε ο Μωυσής στον Κύριο και Δεσπότη του τον Ιησού μαζί με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος αρπάχτηκε ζωντανός στους ουρανούς.
Νομίζω ότι δεν θα είναι αμαρτία αν θα πούμε, ότι το σώμα του μεγάλου Μωυσή, όπως και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο. Γι' αυτό και ο τάφος του είναι άγνωστος.
Να σκεφτόμαστε, αδελφοί και αδελφές μου, την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24). Να μάς αξιώσει ο Θεός να γευθούμε και εμείς οι αμαρτωλοί τη μεγάλη αυτή χαρά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, φ η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.
ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Γ'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...