Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΓΑΜΟΣ (Λιγότερες οἱ ὑποχρεώσεις τῶν λαϊκῶν;)

-ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΑΝΕΤΡΕΨΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ; -Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΟΤΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΚΟΣΜΙΚΟΥΣ ΑΠΑΙΤΟΥΝΤΑΙ ΛΙΓΩΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥΣ, ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ(Ἁγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος)

Ὑπάρχει δυστυχῶς διάχυτη ἡ ἀντίληψη ὅτι ἀπό τούς κοσμικούς ἀπαιτεῖ ὁ Θεός λιγότερο γιά τή σωτηρία τους σέ σχέση μέ τούς μοναχούς. Ὅμως αὐτό εἶναι μία μεγάλη δαιμονική ἀπάτη. Νά τί λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Αὐταπατᾶσαι καί σφάλλεις πάρα πολύ, ἄν νομίζεις ὅτι ἄλλα ἀπαιτοῦνται ἀπό τόν κοσμικό καί ἄλλα ἀπό τόν μοναχό. Διότι πρέπει τό ἴδιο νά ἀνεβοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι· καί ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἀνέτρεψε ὅλην τήν οἰκουμένη εἶναι αὐτή ἡ ἀντίληψη· νομίζουμε ὅτι μόνο ἀπό τό μοναχό ἀπαιτεῖται μεγαλύτερη ἀκρίβεια (στή ζωή του), στούς δέ ὑπολοίπους ἐπιτρέπεται νά ζοῦν μέ ραθυμία» (ἁγ. Ἰω. Χρυσόστομος)[1].

Ὑπάρχουν δύο εὐαγγέλια;
 -ΟΧΙ βέβαια..
Ὁ Κύριος, ἀναμφισβήτητα, δέν μᾶς παρέδωσε δύο εὐαγγέλια· ἕνα γιά τούς μοναχούς καί ἕνα (λάϊτ-light!!!) γιά τούς κοσμικούς-ἐγγάμους. Ἄλλωστε ὅταν μᾶς ἐκήρυττε, πρίν 2000 χρόνια δέν ὑπῆρχε διαμορφωμένη ἡ τάξη τῶν μοναχῶν, ὅπως τήν ἐννοοῦμε σήμερα...
Ὅ,τι εἶπε ὁ Κύριος, σέ ὅλους μας τό εἶπε: Κοσμικούς-λαϊκούς καί μοναχούς-ἀφιερωμένους στόν Θεό. 
Ὅ,τι ἔκανε γιά ὅλους μας τό ἔκανε· γιά νά μᾶς δώσει τό σωστό πρότυπο ζωῆς καί τόν τρόπο τῆς σωτηρίας. Δηλαδή μᾶς ἀποκάλυψε τόν τρόπο νά πραγματώσουμε τόν προορισμό μας: νά ἐπιτύχουμε μέ τήν βοήθεια τοῦ «κατ' εἰκόνα» καί τήν Θεία Χάρη, τό «καθ' ὁμοίωσιν», τήν θέωσή μας, τήν πλήρη ἕνωση μαζί Του.
 Ὁ Κύριος ἐνήστευε (σαράντα ἡμέρες δέν ἔφαγε τίποτε), ἀγρυπνοῦσε («διανυκτέρευε στήν προσευχή κατά μόνας), προσευχόταν ἀδιάλειπτα, κακοπαθοῦσε, δέν εἶχε σπίτι, δέν εἶχε περιουσία, δέν εἶχε χρήματα. 
Ὅλα αὐτά τά ζοῦν οἱ σημερινοί μοναχοί, ἀλλά καί αὐτά μᾶς δίδαξαν μέ τήν ζωή τους οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ ὁποῖοι τά παρέλαβαν ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο. 
Οἱ πρῶτοι χριστιανοί ζοῦσαν ἐπίσης ἀκολουθώντας τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, δηλ. ζοῦσαν ὅπως οἱ μοναχοί, μέ τήν μόνη διαφορά ὅτι κάποιοι ἀπό αὐτούς ἦταν ἔγγαμοι. 
Ὅταν ἀργότερα εἰσῆλθε ἡ ὀλέθρια ἀντίληψη (ὅτι δηλαδή ἀπαιτοῦνται τάχα λιγότερα ἀπό τούς λαϊκούς σέ σχέση μέ τούς μοναχούς) ἀπό τήν ὁποία, ὅπως λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, προῆλθαν ὅλα τά κακά, τότε διαμορφώθηκε ἡ ἰδιαίτερη τάξη τῶν μοναχῶν· αὐτοί (οἱ μοναχοί δηλαδή) δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἡ τάξη τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν, τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. 
Ἡ μοναχική ζωή κατ' ἀρχάς ὀνομαζόταν «ἀποστολική ζωή». Αὐτό συνέβαινε διότι ὁ μοναχισμός δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἡ ἐφαρμογή κατά τόν τελειότερο βαθμό τῶν ἐντολῶν τοῦ εὐαγγελίου, πού μᾶς κήρυξε ὁ Κύριος καί οἱ  Ἅγιοι Ἀπόστολοι.
 

-Ποία εἶναι ἡ ἀντίληψη πού γέννησε ὅλα τά κακά στήν Ἐκκλησία;
-Εἶναι ἡ ἰδέα ὅτι αὐτοί πού ζοῦν στόν κόσμο μποροῦν νά διάγουν «χαλαρά» καί νά μήν τηροῦν ἀκριβῶς τό εὐαγγέλιο· ἀντίθετα ἀπό τούς μοναχούς καί μόνον ἀπ' αὐτούς, ἀπαιτεῖται ἡ πλήρης τήρησή Του
Αὐτό ὅμως εἶναι μία μεγάλη αὐταπάτη γιαυτούς πού τό πιστεύουν. Λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Αὐταπατᾶσαι καί σφάλλεις πάρα πολύ, ἄν νομίζεις ὅτι ἄλλα ἀπαιτοῦνται ἀπό τόν κοσμικό καί ἄλλα ἀπό τόν μοναχό. Διότι πρέπει τό ἴδιο νά ἀνεβοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι· καί ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἀνέτρεψε ὅλην τήν οἰκουμένη εἶναι αὐτή ἡ ἀντίληψη· νομίζουμε ὅτι μόνο ἀπό τό μοναχό ἀπαιτεῖται μεγαλύτερη ἀκρίβεια (στή ζωή του), στούς δέ ὑπολοίπους ἐπιτρέπεται νά ζοῦν μέ ραθυμία» (ἁγ. Ἰω. Χρυσόστομος).
Ὁ Κύριος εἶπε σαφῶς ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπό ὅλους, πού θέλουν νά σωθοῦν, ἡ τήρηση ΟΛΩΝ τῶν ἐντολῶν: «Ὅποιος τηρήσει ὅλες τίς ἐντολές καί μόνο μία δέν τηρήσει ἀκριβῶς, εἶναι παραβάτης ὅλων», δηλ. εἶναι σάν νά μήν τήρησε καμμία:«Ὅστις γάρ ὅλον τόν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δέ ἐν ἑνί γέγονεν πάντων ἔνοχος» [2].  Ἐπίσης ὅταν ἀπέστελλε τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, γιά νά σώσουν τούς ἀνθρώπους τούς ἔδωσε δύο ἐντολές: α) νά τούς βαπτίζουν τούς ἀνθρώπους καί β) νά τούς διδάσκουν νά τῆροῦν ΟΛΕΣ τίς ἐντολές. Μόνο ἔτσι μποροῦν νά σωθοῦν οἱ ἄνθρωποι: «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν»[3]· 
Σέ τί διαφέρει ὁ μοναχός ἀπό τό λαϊκό;
Ἡ μόνη διαφορά , σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, εἶναι ὅτι ὁ μέν εἶναι ἄγαμος, ἐνῶ ὁ λαϊκός ἔγγαμος.Ὅλα τά ἄλλα εἶναι κοινά: οἱ ἐντολές, οἱ ὑποχρεώσεις, τά σωτήρια παραγγέλματα τοῦ Χριστοῦ μας πού ὁδηγοῦν στή σωτηρία. 

Μάλιστα, ἐπειδή ὁ λαϊκός ζεῖ μέσα στόν κόσμο εἶναι πιό δύσκολος ὁ ἀγώνας του καί θά πρέπει πολύ περισσότερο νά προσέχει καί νά ἀγωνίζεται (μέ ἄσκηση καίμυστηριακή ζωή) γιά νά μπορέσει νά σωθεῖ.

Εἶναι βλασφημία νά λέμε: 
«Ἐγώ δέν εἶμαι μοναχός. Δικαιολογοῦμαι νά ἁμαρτάνω ἔστω λίγο...Δέν μπορῶ νά τηρήσω σήμερα, ἀφοῦ ζῶ μέσα στόν κόσμο, τό Εὐαγγέλιο καί τίς ἐντολές ὅλες». Λέγοντας αὐτά βλασφημοῦμε κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (ἁμαρτία πού δέν συγχωρεῖται). Εἶναι σάν νά λέμε ὅτι δέν  ἐνεργεῖ σήμερα ὁ Ἀγαθός Παράκλητος καί δέν μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει. Ἐπίσης εἶναι σάν νά λέμε ὅτι ὁ Χριστός μας εἶναι πάρα πολύ ἄδικος καί σκληρός (ἄπαγε τῆς βλασφημίας), ἀφοῦ μᾶς ζητᾶ πράγματα πού δέν μποροῦμε νά τηρήσουμε...
Ὅμως ὁ Κύριος ἀπευθυνόμενος στούς ἀκροατές του ζήτησε ἀπό ΟΛΟΥΣ  ἀνεξαιρέτως τήν τελειότητα:
«Τέλειοι γίνεσθε», διά τῆς ὁλοκληρωτικῆς αὐταπαρνήσεως τοῦ ἑαυτοῦ σας (δηλ. τοῦ κοσμικοῦ καί φίλαυτου θελήματός σας) καί τῆς ἄρσης τοῦ Σταυροῦ σας (ἀπόφαση γιά θάνατο προκειμένου νά εἴσαστε ἀληθινοί μαθητές Μου).
Ἄς μήν αὐταπατώμεθα...
(π. Σάββας).
Ἡ εἰκόνα προέρχεται ἀπό τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο «Ἀνάστασις Χριστοῦ-Ἐμμαούς», Ἅγιος Βασίλειος-Λαγκαδᾶ καί εἰκονίζει τήν εἰσοδο τῶν δικαίων στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.



[1] Ἁγ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Πρός πιστόν πατέρα 3, 14, PG 47, 372-374.
«Σφόδρα ἀπατᾷς σαὐτόν καί σφάλλεις, εἰ ἄλλα μέν οἴει τόν βιωτικόν, ἕτερα δέ ἀπαιτεῖσθαι τόν μοναχόν. Τό γάρ αὐτό πάντας ἀνθρώπους ἀναβῆναι δεῖ· καί τό πᾶσαν ἀνατρέψαν τήν οἰκουμένην τοῦτό ἐστιν, ὅτι μείζονος οἰόμεθα δέον ἀκριβείας τῷ μονάζοντι μόνῳ, τοῖς δέ λοιποῖς ἐξεῖναι ραθύμως ζῆν»
[2] Ἰακ. 2, 10.
[3] Ματθ. 28, 19-20.
Πηγή φωτογραφίας τῆς καταιγίδας:http://vatopaidi.files.wordpress.com/2009/11/kataigida.jpg
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: ΑΓΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΓΑΜΟΣ.  

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΚΟΥΡΑ: ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ-ΤΙ ΣΥΜΒΟΛΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΟΝΑΧΙΚΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ

Δυο είναι κυρίως οι μεγάλες ιεροτελεστίες σ’ ένα κοινόβιο, στις οποίες μπορεί κανείς να δει να εφαρμόζεται απόλυτα το «όλοι για τον ένα»: η κουρά και ο εξοδιαστικός. Με την πρώτη εντάσσεται ο μοναχός στην αδελφότητα. Με τη δεύτερη εξάγεται από την επί γης αδελφότητα. Η πρώτη χαρακτηρίζεται ως πνευματική γέννηση. Η δεύτερη είναι ο σωματικός θάνατος.
Με την ευκαιρία της κουράς μοναχών την 3η Οκτωβρίου 2009 στη Βατοπεδινή Ιερά Σκήτη του Αγίου Ανδρέα, αντιγράφω από τηνιστοσελίδατων φίλων του Βατοπεδίου:
Αν κάποιος μπορέσει και παρευρεθεί σε όλα τα μυστήρια της Ορθοδοξίας μας, θα μπορέσει καλύτερα να καταλάβει την μοναδικότητα και την πνευματικότητα που εμπεριέχεται στην πίστη μας. Όπως μου έλεγε ένας Γάλλος ιερομόναχος, πρώην Καθολικός:«Δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο τυχεροί είστε που είστε γεννημένοι μέσα στην Ορθοδοξία».
Έτσι λοιπόν, στις 3/10 μας ευλόγησε ο Κύριος να παρευρεθούμε στη Σκήτη του Αγίου Ανδρέα (Σεράι), όπου τελέσθηκε μια διπλή κουρά μεγαλόσχημων μοναχών και μια ρασοφορία.
Ο μοναχός, όπως και κάθε πλάσμα, του Θεού γεννιέται και πεθαίνει. Όμως η γέννηση του μοναχού δεν ταυτίζεται με τη βιολογική γέννηση, αλλά με μια νέα ταυτότητα που αποκτά κατόπιν μακροχρόνιας και έντονης μύησης και δοκιμασίας. Τα θέσμια του Ορθόδοξου μοναχισμού και κατεξοχήν του Αγίου Όρους, προϋποθέτουν μια τέτοια πορεία.
Ο υποψήφιος αρχικά εντάσσεται δοκιμαστικά σε μια αδελφότητα. Εκεί, υπό την καθοδήγηση του Γέροντα – Ηγουμένου, ακολουθεί ένα πρόγραμμα προσευχής και διακονίας και συνυφασμένης κατήχησης, που τηρείται για ένα χρόνο ή και περισσότερο. ως δόκιμος, συνήθως ο υποψήφιος δε φέρει παρά μόνο “σκουφάκι”, κατόπιν ευχής που του διαβάζεται.
Ύστερα από απόφαση του ηγουμενοσυμβουλίου ορίζεται η στιγμή της κουράς του υποψήφιου μοναχού. Την ιεροτελεστία θα τελέσει κάποιος ιερομόναχος, (Καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Γέροντας Εφραίμ) ενώ ο ηγούμενος (Δικαίος της Σκήτης, Γέροντας Εφραίμ) θα παραστέκεται στον προσερχόμενο μοναχό ως ανάδοχός του.
Ο υποψήφιος, φορώντας συνήθως λευκές κάλτσες και λευκή φανέλα, μετά την είσοδο του ευαγγελίου στη Θεία Λειτουργία, οδηγούμενος υπό του ηγουμένου, φέρεται από τη θύρα του ναού κάτω από τον πολυέλαιο. Εκεί, αφού βάλει μετάνοια προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, προχωρεί και βάζει τρεις μετάνοιες στις εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου και του αγίου που τιμάται το Καθολικό. Έπειτα βάζει μετάνοια, παίρνει την ευχή του Ηγουμένου και στέκεται στα αριστερά του με σταυρωμένα τα χέρια.
01.jpg
Μετά την ψαλμωδία των διατεταγμένων απολυτίκιων, ο ιερέας κατηχεί τον μέλλοντα μοναχό διαβάζοντας την ευχή “Άνοιξον τα της καρδίας σου ώτα, Αδελφέ, …”. Ακολουθούν ερωταποκρίσεις ανάμεσα στον ιερέα και τον υποψήφιο που βεβαιώνουν την εκούσια προσέλευσή του στη μοναχική πολιτεία.
«Ερώτησις: Τι προσήλθες, Αδελφέ, προσπίπτων τω αγίω Θυσιαστηρίω, και τη αγία Συνοδία ταύτη;
Απόκρισις: Ποθών τον βίον της ασκήσεως, τίμιε Πάτερ.
Ερώτησις: Ποθείς αξιωθήναι του Αγγελικού Σχήματος, και καταταγήναι εν τω χορώ των Μοναζόντων;
Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.
Ο ιερεύς: Όντως καλόν έργον και μακάριον εξελέξω, αλλ’ εάν και τελειώσης· τα γαρ καλά έργα κόπω κτώνται και πόνω κατορθούνται.
Ερώτησις: Εκουσία σου τη γνώμη προσέρχη τω Κυρίω;
Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.
Ερώτησις: Μη εκ τινος ανάγκης η βίας;
Απόκρισις: Ουχί, τίμιε Πάτερ.
Ερώτησις: Παραμενείς τω Μοναστηρίω και τη ασκήσει, έως εσχάτης σου αναπνοής;
Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.
Ερώτησις: Φυλάττεις σεαυτόν εν παρθενία, και σωφροσύνη και ευλαβεία;
Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.
Ερώτησις: Σώζεις μέχρι θανάτου την υπακοήν τω Προεστώτι, και πάση τη εν Χριστώ Αδελφότητι;
Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.
Ερώτησις: Υπομένεις πάσαν θλίψιν και στενοχωρίαν του μονήρους βίου, δια την βασιλείαν των ουρανών;
Απόκρισις: Ναι, του Θεού συνεργούντος, τίμιε Πάτερ.
Αμέσως μετά τις ερωταποκρίσεις συνεχίζεται η κατήχηση υπό του ιερέως. Νέα στιχομυθία έπεται. Μετά και το πέρας αυτής της στιχομυθίας, ο ιερέας απευθύνει ευχή ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για τον κειρόμενο μοναχό.
Ακολουθεί η εκφώνηση του ονόματος του μοναχού. Ο ιερέας τότε τρεις φορές θα δώσει στον κειρόμενο μοναχό το ψαλίδι της κουράς του και ο μοναχός άλλες τρεις αντίστοιχα θα αντιδώσει το ψαλίδι διαμέσου του Ηγουμένου στον ιερέα.
«Και μετά το συντάξασθαι, επιθείς ο Ιερεύς το ψαλίδιον επί του Ιερού Ευαγγελίου, λέγει προς αυτόν·
Λάβε το ψαλίδιον, και επίδος μοι αυτό.»
Ο ιερέας κείρει την κόμη του γονυκλινή υποψήφιου στο όνομα της Αγίας Τριάδος, ενώ οι χοροί ψάλλουν τρεις φορές το “Κύριε Ελέησον”. Ο τυπικάρης (μοναχός υπεύθυνος για την τήρηση του τυπικού) στη συνέχεια φέρνει τα μοναχικά ενδύματα από το Ιερό Βήμα και τα επιδίδει στον ιερέα. Αυτός, αφού τα ευλογήσει τα παραδίδει στον Ηγούμενο, ο οποίος και ντύνει το νέο μοναχό.
02.jpg
Έτσι με τη σειρά του φορά το λέντιον ή ζωστικό, (το οποίο είναι μαύρου χρώματος, που συμβολίζει το χιτώνα της ευφροσύνης και της αγαλλιάσεως αντί της γυμνώσεως και της καταισχύνης, την οποία φορέσαμε με την παρακοή μας και αντί της φθοράς και του θανάτου που μας προξένησε αυτή η παρακοή και την οποία φθορά αναιρεί το μοναχικό σχήμα με την υπακοή και τον ενάρετο βίο. Ο χιτώνας αυτός ονομάζεται χιτώνας δικαιοσύνης γιατί η λέξη δικαιοσύνη σημαίνει κάθε αρετή και ο μοναχός φορώντας το οφείλει να γίνει πρόθυμος για κάθε αρετή. Μάλιστα το μαύρο χρώμα του σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι πάντοτε οχυρωμένος πίσω από το πένθος για την αμαρτία και την ξενιτιά για τον κόσμο.), το αγγελικό σχήμα. (Το μεγάλο σχήμα που μοιάζει με πετραχήλι είναι μαύρο κεντημένο με κόκκινο ή άσπρες και χρωματιστές κλωστές. Πάνω του αναπαρασταίνονται ο σταυρός του Κυρίου με τη λόγχη και τον σπόγγο εκατέρωθεν και από κάτω μια νεκροκεφαλή. Αριστερά και δεξιά έχει σε συντομογραφίες τις επιγραφές:
ΜΙΧΑΗΛ ΓΑΒΡΙΗΛ
ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ
Τούτο το Σχήμα δαίμονες φρίτουσσι
Θεού θέα Θείον Θαύμα
Χριστός Χριστιανοίς χαράν χαρίζει
Φως Χριστού φαίνει πάσι
Τόπος Κρανίου Παράδεισος γέγονε Αδάμ),
03.jpg
τον ανάλαβο ή πολυσταύρι (ο οποίος φοριέται από τους ώμους μπροστά και πίσω σταυροειδώς και σχηματίζει το σημείο του σταυρού, όχι μία, αλλά πολλές φορές. Εικονίζει το σημείο του σταυρού και σημαίνει ότι ο μοναχός αναλαμβάνει το σταυρό του επί των ώμων του και ακολουθεί το Δεσπότη Χριστό. Καθώς το πολυσταύρι περιέχει πολλούς σταυρούς και περιβάλλει μπροστά και πίσω το σώμα του μοναχού και της μοναχής το περιφράσσει και το οχυρώνει απ’ τις προσβολές του διαβόλου και από κάθε κακή επιθυμία), τη ζώνη («εις νέκρωσιν σώματος και ανακαίνισιν πνεύματος».
Η ζώνη αποτελεί σημείον σωφροσύνης, καθαρότητας και νεκρώσεως των κινήσεων της σάρκας κι επίσης σημείον ισχύος εναντίον των παθών και παράλληλα στήριξη στις πράξεις των εντολών), το παλλίον ή ράσο (ενδύεται ως στολή αφθαρσίας και σεμνότητος για την ευλαβή του ζωή αιώνια σε εκείνον ο οποίος θα το λάβει και αποτελεί τη θεία περιβολή που του χαρίζει το Άγιο Πνεύμα),
04.jpg
τα υποδήματα (που όπως λένε τα λόγια της μοναχικής κουράς, με τα οποία ετοιμάζεται να εφαρμόσει και να διαδώση το ευαγγέλιο της ειρήνης). Επίσης, τα σανδάλια αυτά τον προφυλάσσουν για να μην προσκρούσουν τα πόδια του και να μην δαγκωθεί από το νοητό όφι, αλλά να επιβαίνει πάνω σ’ αυτούς και να καταπατεί λέοντα και δράκοντα δηλαδή τα κρυφά και φθονερά θηρία της κακίας. Με τα σανδάλια αυτά θα τρέχει κατευθείαν την οδό του Ευαγγελίου μέχρις ότου φτάσει στους Ουρανούς, εκεί που είναι το πολίτευμα των μοναχών, κατά τον Απόστολο Παύλο), τοκαλυμμαύχι ( ως σημείο της σκέπης του Θεού), το κουκούλι (της ακακίας ως περικεφαλαία ελπίδος για τη σωτηρία μέσω της εκ Θεού επισκιάσεως της χάριτος, αλλά και για την ύψωση του νου του μέσω της ταπεινοφροσύνης και της ακακίας όπως ακριβώς είναι τα άδολα νήπια, αλλά και για τη Θεού φύλαξη και περίθαλψη της κεφαλής με όλα τα αισθητήρια.
05.jpg
Το κουκούλιο κρέμεται μπροστά και πίσω, εκεί όπου βρίσκεται το λογιστικό και η καρδιά) και τέλος τον μανδύα (ο οποίος θεωρείται το τελειώτατον ένδυμα και το περιεκτικό όλων, σημαίνει δε τη φυλακτική και σκεπαστική δύναμη του Θεού, ταυτόχρονα το συνεσταλμένο ευλαβές και ταπεινό της Μοναχικής ζωής, ενώ το ότι δεν έχει μανίκια σημαίνει ότι καθ’ όλη τη ζωή του όλα τα μέλη του είναι νεκρά για κάθε κοσμική εργασία και αμαρτία.
Αφήνει μόνο ελεύθερο το κεφάλι το οποίο βλέπει προς το Θεό και φρονεί τα θεία και ανατρέχει μόνο προς το Θεό). Συνεχίζεται η Θεία Λειτουργία ψαλλομένου του “Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε..”. Θα ακολουθήσουν τα αναγνώσματα και ο ιερέας θα δώσει στο νέο μοναχό σταυρό, κομποσχοίνι και λαμπάδα αναμμένη. Ο νέος μοναχός θα μεταλάβει πρώτος χωρίς να βγάλει το κουκούλι του. Αφού μοιραστεί το αντίδωρο, οι άλλοι μοναχοί με τη σειρά πηγαίνουν στο νέο αδελφό που στέκεται σε στασίδι, ασπάζονται το σταυρό που κρατά και του εύχονται “καλό παράδεισο” ή άλλες αρμόζουσες ευχές.
06.jpg
Φως μοναχοίς άγγελοι. Φως δε πάντων ανθρώπων μοναδική Πολιτεία, είναι η ζωή κατά μίμηση των Αγγέλων, αυτή στήριξε και στηρίζει την Οικουμένη και ο άνθρωπος, ο χριστιανός που ενδύεται το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα είναι άξιος πολλών επαίνων και μακαρισμών.
Όταν κάποιος, λοιπόν, προσέρχεται για να αφιερώσει τη ζωή του εξ όλης της ψυχής και της διανοίας του στο Νυμφίο Χριστό τότε χαίρεται και αγάλλεται ο ουρανός και πανηγυρίζει ο κόσμος των Αγγέλων γιατί ένας ακόμα άνθρωπος τάχθηκε να μιμηθεί τη ζωή τους. Ο μοναχός και η μοναχή κινούνται μέσα στην ιερή προσμονή του Ουράνιου Νυμφίου τους. Ζουν και κινούνται σε μια πνευματική όαση με το νοσταλγικό λόγο «ελθέτω χάρις και παρελθέτω ο κόσμος ούτος». Και μαζί με τον κόσμο παρέρχεται το όνομα το παλαιό και λαμβάνει νέο όνομα, διότι αφού εγκαταλείπει τον παλαιό άνθρωπο και ενδύεται το νέο άνθρωπο.
Στο σύνολό τους, όλα τα ρούχα του μοναχού εικονίζουν τη νέκρωση του Χριστού μας. Ως τάφος εικονίζεται ο μανδύας και ως εντάφια τα υπόλοιπα ρούχα. Ο ανάλαβος και το Μεγάλο Σχήμα δηλώνουν ότι είναι εσταυρωμένος ο μοναχός για τον κόσμο, όπως άλλωστε το υποσχέθηκε. Το κουκούλιο του εικονίζει το σουδάριο κι έτσι όλος ο μοναχός μιμείται με το σχήμα του τον σταυρωθέντα Δεσπότη του, ο oποίος πέθανε και τυλίχτηκε στα σπάργανα και στο σουδάριο.
Σε όλη του τη ζωή πλέον, ό,τι φορά, θα του υπενθυμίζει ότι συνεσταυρώθηκε με το Χριστό και συνεκρώθηκε μαζί Του και οφείλει να αγωνιστεί για να συναναστηθεί και να συνανυψωθεί και να αναφανεί συγκληρονόμος της πατρικής Βασιλείας και των αγαθών των ετοιμασμένων προ καταβολής κόσμου …
07.jpg
Βλέποντας και ακούοντας τα λόγια της ακολουθίας, δεν μπορεί παρά να σκέφτεται κάποιος το πόσο ελεύθεροι είναι οι άνθρωποι μέσα στην Ορθόδοξη πίστη. Δεν μας πιέζει κανείς να ακολουθήσουμε τον λόγο Του. Με την δική μας θέληση ερχόμαστε κοντά Του. Από τη στιγμή όμως που θα το κάνουμε, παύει να υπάρχει το θέλημα μας και υπάρχει μόνο το θέλημα Του. Και το μόνο που θέλει από εμάς είναι ένα: Να γίνουμε ένα με το Θεό.
«Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι· όπερ εστι, παρεσκευασμένον αεί μέχρι θανάτου προς πάσαν εκπλήρωσιν των αυτού εντολών· και πεινάσαι έχεις, και διψήσαι, και γυμνητεύσαι, υβρισθήναι τε και χλευασθήναι, ονειδισθήναι, και διωχθήναι, και πολλοίς άλλοις περιαχθήναι λυπηροίς, οις η κατά Θεόν ζωή χαρακτηρίζεται· και όταν ταύτα πάντα πάθης, Χαίρε, φησίν, ότι ο μισθός σου πολύς εν τοις ουρανοίς· εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας.Αμήν»
ΠΗΓΗ:
http://filoivatopaidiou.wordpress.com/
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:Ώστε το παιδί σας θέλει να γίνει μοναχός;

Γέροντος Παΐσιου του Αγιορείτου Λόγοι Α΄ Μέρος Δ΄ Κεφάλαιο 4ο. Η ορθόδοξη παράδοση. «Να κρατούμε στον Μοναχισμό τα δοκιμασμένα»

Λόγοι Α΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
"ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ"
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 
«Να κρατούμε στον Μοναχισμό τα δοκιμασμένα» 

- Γέροντα, όταν μια αδελφή είναι καινούργια σε ένα διακόνημα και βρίσκη μια ορισμένη τάξη, είναι σωστό να κάνη αλλαγές;

- Όχι, να μην κάνη εξ αρχής αλλαγές, ακόμη και αν είναι μόνη της. Το έκαναν αυτό νέες Αδελφότητες που πήγαν σε παλιά Μοναστήρια· δεν σεβάσθηκαν την πείρα των παλιών. Όταν πάη κανείς έτσι και κάνη δικά του προγράμματα και καταργή τα παλιά Τυπικά, την τάξη δηλαδή που υπήρχε παλιά, εκείνα τα δοκιμασμένα που βοηθούσαν στην καλογερική, όχι μόνο δεν έχει παράδοση, αλλά δεν έχει και σεβασμό στην παράδοση. Αργότερα όμως θα καταλάβουν πόσο χρήσιμα ήταν όλα αυτά που άλλαξαν. Αυτοί που τα είχαν βάλει αυτά, κάτι ήξεραν. Ό,τι υπάρχει από παλιά στον Μοναχισμό είναι ζυγισμένο· είναι από πείρα. Βλέπεις, και σε μια τέχνη πρέπει να σέβεται κανείς τους κανόνες της. Από μαραγκός που ήμουν, ξέρω ότι ένα τραπέζι κανονικό έχει ογδόντα πόντους ύψος, το σκαλοπάτι είκοσι επτά πόντους πλάτος. Είναι δοκιμασμένα, κανονισμένα όλα αυτά, και πρέπει να τα ασπασθή ο μαθητής· δεν του χρειάζεται εξήγηση. Έχουν βγη από την πείρα και χρειάζεται εμπιστοσύνη στον τεχνίτη και σεβασμός στην πείρα του. Όποιος δεν σέβεται τους κανόνες της τέχνης δεν θα κάνη σωστή δουλειά· ή θα κάνη το τραπέζι κοντό ή θα το κάνη ψηλό κ.λπ.

Άλλαξα πολλά Καλύβια· είμαι… καυσοκαλυβίτης! Όσες φορές έκανα αλλαγές στις πόρτες, στα καρφιά, στο τέλος κατέληξα ότι όλα είχαν μπη με σκέψη. Γι’ αυτό τώρα, στην αρχή, και να δυσκολεύωμαι, δεν κάνω καμμιά αλλαγή. Δεν βγάζω ούτε ένα καρφί από τους τοίχους. Αν εγώ ο άπειρος τα ξεκαρφώσω, θα τα ξανακαρφώσω στην θέση που τα βρήκα και θα χαλάσω τους σοβάδες, γιατί ύστερα από δοκιμή τα κάρφωσε ο άλλος Πατέρας. Για να έχη λ.χ. ένα καρφί εκεί στον τοίχο, χρειάζεται να κρεμάσης μια φανέλλα, ένα ράσο. Σε ένα Κελλί που είχα πάει (2), σε κάθε γωνία είχε και από ένα μπαστούνι χοντρό και γυριστό. Τα έπαιρνα και τα έδινα στον κόσμο. Μετά κατάλαβα ότι τα είχε ο προηγούμενος Πατέρας, γιατί υπήρχαν πολλά φίδια εκεί, για να μην τρέχη και ψάχνη.

Το πιο σπουδαίο είναι να κρατάτε αυτά που είναι δοκιμασμένα. Διαφορετικά, φεύγει η παράδοση και μένει η παράβαση. Τι θα πη παράδοση, τι θα πη παράβαση! Πόσο διαφέρει το ένα από το άλλο! Την παράβαση να την κάνουμε παράδοση; Σήμερα μερικά Μοναστήρια κάνουν ό,τι τους βολεύει και το
θεωρούν ότι είναι παραδοσιακό, και αντί να είναι παραδοσιακά γίνονται… παραβασιακά. Πώς θα έρθη μετά η διάκριση η πνευματική, αν δεν υπάρχη η πνευματική ευαισθησία; Βλέπετε, στον Μοναχισμό χρειάζεται άλλη γραμμή· ούτε η στρατιωτική ούτε η «κινησιακή» ούτε η συνεταιριστική, αλλά η μοναχική, η δοκιμασμένη, η οποία έχει τον χαρακτήρα της πατερικής γραμμής. Μπορεί να λέγεται καμμιά φορά «πατερική γραμμή» και η άλλη ψευτοθεωρητική μοναχική γραμμή, η οποία όμως δεν έχει καμμιά εσωτερική σχέση με τον Μοναχισμό και τους Πατέρες, αλλά την λένε έτσι, απλώς γιατί διάβασαν τους Πατέρες.

Μερικά νέα Μοναστήρια λειτουργούν σήμερα σαν Ιδρύματα. Είναι βέβαια κάπως δικαιολογημένα, γιατί δεν βρήκαν μαγιά. Μπορούσαν όμως να ρωτήσουν παλιά Μοναστήρια. Μετά την Τουρκοκρατία, όταν ξεκίνησαν ξανά τα πρώτα Μοναστήρια, δεν υπήρχε μαγιά πνευματική. Οι Βαυαροί πήγαιναν να διαλύσουν τα Μοναστήρια που υπήρχαν και να πάρουν τις περιουσίες. Μέχρι και διαταγή έβγαλαν ακόμη και να παντρεύωνται οι μοναχοί, για να τα διαλύσουν! Από την άλλη μεριά οι δικοί μας δεν πήγαν να ψάξουν, να δουν πώς ήταν ο Μοναχισμός παλιά και να γυρίσουν στην παράδοση. Έβλεπαν ότι τα Μοναστήρια είχαν αγελάδες, μοσχάρια, γουρούνια, γιατί, επί Τουρκοκρατίας, όσοι είχαν περιουσίες, ζώα κ.λπ., τα έδιναν, οι καημένοι, στα Μοναστήρια, για να μην τις πάρουν οι Τούρκοι. Στα Μοναστήρια πήγαινε κόσμος άρρωστος, σακατεμένος και έτρωγε ψωμί. Τάιζαν και αυτούς, τάιζαν και την φτώχεια. Όλοι οι πονεμένοι θα πήγαιναν στα Μοναστήρια. Τότε δεν υπήρχαν Ιδρύματα, οπότε οι μοναχοί αναγκάζονταν να ασχολούνται και με τα ζώα, για να βοηθούν τον κόσμο. Αργότερα, όταν πια δεν υπήρχε ο λόγος αυτός, συνέχισαν να έχουν μοσχάρια, αγελάδες, πρόβατα, κτηνοτροφία, οπότε πολλοί πνευματικοί άνθρωποι εκείνης της εποχής είπαν: «Να, αυτός είναι ο δικός μας Μοναχισμός!» και πήγαν να πάρουν από τους Δυτικούς τον δικό τους Μοναχισμό με τις Ιεραποστολές τους, να πάρουν όλα τα δυτικά. Δεν γύρισαν πίσω στην δική μας παράδοση να δουν τι συνέβη και να σκεφθούν: «Καλά, έμειναν αυτά από την Τουρκοκρατία. Τότε δεν μπορούσαν να ζήσουν μοναχικά, όπως έπρεπε. Είναι μια αρρώστια από την παλιά κατάσταση. Τώρα πρέπει να γυρίσουμε πάλι στην παράδοση». Αλλά αυτοί δεν γύρισαν στην δική μας παράδοση· γύρισαν στην κατάσταση των Δυτικών! Πήραν τα πρότυπα από εκεί, για να τα εφαρμόσουν εδώ. Αυτό είναι το σφάλμα τους, που δεν γύρισαν στην παράδοση. Βλέπεις, οι Τούρκοι σέβονταν τα βακούφια, γιατί από τους Αγίους μας και οι ίδιοι πολλές φορές έβλεπαν θαύματα, και από τα Μοναστήρια ζητούσαν την θεία βοήθεια και όχι φιλοξενία.



2) Το Κελλί του Υπατίου στα Κατουνάκια.



συνεχίζεται ...


Επόμενο : Μέρος Δ΄ Κεφάλαιο 4ο Η ορθόδοξη παράδοση.  «Πάλι θα γυρίσουν στα παλιά»

ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΘΕΑ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ


του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου π. Γεωργίου Καψάνη
 Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους

Εἰσήγησις εἰς τὸ Παμμοναστικὸν Συνέδριον
 τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ Ἅγια Μετέωρα
(12-14 Σεπτεμβρίου 2000),
ὠργανωθὲν εἰς τὰ πλαίσια τῶν ἑορτασμῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
διὰ τὰ 2000 χρόνια ἀπὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.

Εἰσαγωγή
Α. Τὸ Ἄκτιστον Φῶς, Φῶς τῆς Θεότητος
Β. Οἱ συνέπειες τῆς ἐλλάμψεως τοῦ θείου Φωτός
Γ. Ἐμπειρίες θέας Ἀκτίστου Φωτός
Δ. Διάκρισις Ἀκτίστου Φωτὸς ἀπὸ ἄλλα φῶτα
Ε. Προϋποθέσεις τῆς θέας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός
Στ. Ἄλλες ἐμπειρίες τῆς Ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Θεοῦ
Ζ. Ἐπίλογος
Σημειώσεις

Ε
σαγωγή

Κατὰ τὸν μέγα Φωστῆρα τῆς Ἐκκλησίας, ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν θεολογίες:

α) Ἡ ἀσφαλὴς καὶ μυστικὴ τῶν θεοπτῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν ἐκ προσωπικῆς ἐμπειρίας καὶ κοινωνίας μὲ τὸν Ζῶντα Θεό.

β) Ἡ φιλόσοφος θεολογία τῶν μὴ ἐχόντων προσωπικὴ ἐμπειρία θεοπτίας, ἀλλὰ ἐν ταπεινώσει δεχομένων τὶς ἐμπειρίες καὶ θεοπτίες τῶν Ἅγιων καὶ θεολογούντων συμφώνως πρὸς αὐτές. Ἡ θεολογία αὐτὴ χρησιμοποιεῖ τὴν ἀποδεικτικὴ μέθοδο, αὐτὴν δηλαδὴ ποὺ ἀποδεικνύει τὶς θεολογικὲς θέσεις μὲ συλλογισμοὺς βάσει τῆς Ἀποκαλύψεως καὶ τῶν καταγεγραμμένων ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων, καὶ

γ) Ἡ καινὴ θεολογία τῶν θρασέων θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν τὶς ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων καὶ θεολογοῦν διαλεκτικῶς κατὰ τὶς δικές τους φιλοσοφικὲς ἀρχές. Ἐκπρόσωπος τῆς διαλεκτικῆς θεολογίας ἦταν στοὺς χρόνους τοῦ Ἁγίου Παλαμᾶ ὁ δυτικὸς μοναχὸς Βαρλαάμ.
Τὴν ἀποδεικτικὴ μέθοδο ἠκολούθησαν καὶ οἱ Ἁγιορεῖται Πατέρες οἱ συντάξαντες τὸν Ἁγιορειτικὸ Τόμο τὸ ἔτος 1340, οἱ ὁποῖοι καταλήγουν: «Ταῦτα ὑπὸ τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθημεν, ταῦτα παρὰ τῶν ἡμετέρων Πατέρων παρελάβομεν· ταῦτα διὰ τῆς μικρᾶς ἔγνωμεν πείρας»1.
Εἶναι χαρακτηριστικὸς καὶ ὁ τρόπος ποὺ ὑπέγραφε ὁ ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ καὶ Ἁγίου Ὅρους, Ἰάκωβος: «Ὁ ταπεινὸς Ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ καὶ Ἁγίου Ὅρους Ἰάκωβος, ταῖς ἁγιορειτικαῖς καὶ πατρικαῖς ἀνατεθραμμένος παραδόσεσι, καὶ μαρτυρῶν, ὅτι διὰ τῶν ἐνταύθα ὑπογραφάντων λογάδων, ἅπαν τὸ Ἅγιον Ὅρος συμφωνοῦντες ὑπέγραψαν, καὶ αὐτὸς συμφωνῶν καὶ ἐπισφραγίζων, ὑπέγραψα. Καὶ τοῦτο μετὰ πάντων προσγράφων· ὅτι τὸν μὴ συμφωνοῦντα τοῖς ἁγίοις καθὼς καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ μικρὸ πρὸ ἡμῶν Πατέρες ἡμῶν, ἡμεῖς τὴν αὐτοῦ κοινωνίαν οὗ παραδεξόμεθα»2.
Στὴν ταπεινή μου εἰσήγησι θὰ ἀκολουθήσω τὴν ἀποδεικτικὴ μέθοδο.



Α. Τ κτιστον Φς, Φς τς Θεότητος

Στοὺς ἁγίους μοναχοὺς ὀφείλεται ὁ πλοῦτος τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς θεολογίας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Γι᾿ αὐτὸ καὶ θὰ δώσω τὸν λόγο σὲ ἁγίους μοναχούς, παλαιοὺς καὶ νέους, οἱ ὁποῖοι θὰ διαπραγματευτοῦν τὴν περὶ Ἀκτίστου Φωτὸς πίστι τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι θὰ διαπιστωθῆ ὅτι στὸν χῶρο τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ ἐβιώθη ἡ ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτὸς καὶ διετυπώθη ἡ περὶ αὐτοῦ θεολογία.
Ὁ Θεὸς εἶναι Φῶς, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο: «Καὶ αὕτή ἐστιν ἡ ἐπαγγελία ἣν ἀκηκόαμεν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀναγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἐστὶν οὐδεμία» (Α´ Ἰω. α´ 5).
Ἑρμηνεύων ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τὸ ἐν λόγῳ χωρίον γράφει: «Φῶς λοιπὸν εἶναι ὁ Θεὸς καὶ φῶς ἀληθινόν, μὲ τὴν λαμπρότητα τοῦ ὁποίου συγκρινόμενος ὁ ἥλιος καὶ ὅλα τὰ κτιστὰ φῶτα, εὑρίσκονται φῶτα ψευδῆ. Φῶς εἶναι ὁ Θεός, κατὰ τὸν Ἀρεοπαγίτην Διονύσιον, διότι γεμίζει ἀπὸ κάθε νοητὸν φῶς κάθε ὑπερουράνιον νοῦν, καὶ διότι διώκει κάθε ἀγνωσίαν καὶ πλάνην ἀπὸ τὰς ψυχὰς ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας λάμπει τὰς ἀκτῖνας του καὶ μεταδίδει εἰς αὐτὰς φῶς ἱερὸν (κεφ. δ´ Περὶ θείων ὀνομάτων). Φῶς εἶναι ὁ Θεὸς νοερόν, κατὰ τὸν Θεοφύλακτον καὶ Οἰκουμένιον, διατὶ κινεῖ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς εἰς τὸ νὰ θεωρήσουν, καὶ διατὶ ἀποστρέφει τὰ ὀμμάτια τοῦ νοὸς ἀπὸ ταῦτα ὅλα τὰ ὑλικὰ καὶ τραβίζει τὴν ὄρεξιν καὶ ἐπιθυμίαν τοῦ ἄνθρωπου, εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾷ μόνον τὸν Θεὸν μὲ ἕνα ἐρωτικὸν πάθος»3.
Στὸ σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «Φῶς ἐκ Φωτός». Σὲ πολλὰ ἄλλα σημεῖα τῆς θείας Λατρείας χαρακτηρίζουμε τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὡς Φῶς.
Ἄραγε στὶς περιπτώσεις αὐτὲς τὸ φῶς νοεῖται ἐν ἠθικῇ ἐννοίᾳ ἡ ἐν ὀντολογικῇ; Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἀπαντᾷ ὅτι «κατ᾿ οὐσίαν ἀληθῶς φῶς ὑπάρχων ὁ Θεός» καὶ «φύσει φῶς ὁ Θεός» καὶ «οὐκ ἄλλο καὶ ἄλλο φῶς ὑπάρχων ἀλλὰ κατ᾿ οὐσίαν ἓν καὶ τὸ αὐτό, κατὰ τὸν τῆς ὑπάρξεως τρόπον τρισσοφαές»4.
Ὁ «ὑπερφαὴς καὶ ἀρχίφωτος Θεός»5, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριo τὸν Παλαμᾶ, ἔπλασε τὶς λoγικὲς φύσεις, ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, δεκτικές του θείου φωτὸς καὶ ἱκανὲς νὰ βλέπουν τὸ θεῖον φῶς, ἀφοῦ «φῶς εἶναι τὴν τοῦ Θεοῦ τελειωτάτην θέαν»6.
Οἱ θεῖοι ἄγγελοι, ὅσο δὲν ἐξέπεσαν, ἔχουν πλέον συνεχῆ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Τρισήλιο Φῶς, ποὺ εἶναι καὶ «ἡ τῶν πνευμάτων τροφή, τῶν τὲ ἀγγέλων καὶ τῶν δικαίων»7.
Ὁ Ἀδὰμ πρὸ τῆς παρακοῆς μετεῖχε τῆς θείας ἐλλάμψεως καὶ λαμπρότητος. Αὐτὴν φοροῦσε «ὡς στολὴν δόξης». Ἔτσι δὲν ἦταν γυμνὸς «οὐδ᾿ ἀσχήμων ὑπῆρχεν ὅτι γυμνός», ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ἦταν πολὺ λαμπρότερος αὐτῶν ποὺ φοροῦν τὰ στολισμένα μὲ πολὺ χρυσὸ καὶ πολύτιμους λίθους διαδήματα8.
Ἀκολουθεῖ ὅμως ἡ παράβασις καὶ ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὴν Ζωὴ καὶ τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ. Τώρα ἡ ἀνθρωπίνη φύσις εἶναι γυμνὴ καὶ ἄσχημη. Κάλυμμα σκότους ἔχει ἐπιβληθεῖ στὴν ψυχή. Οἱ πρωτόπλαστοι αἰσθάνονται τὴν γύμνωσί τους καὶ ἐντρέπονται.
Τὴν ἔλλαμψι τοῦ θείου Φωτὸς «προϋπέγραφε» ὁ Θεὸς στὰ χρόνια της Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ μάλιστα κατὰ τὴν τεσσαρακονταετῆ πορεία τοῦ Ἰσραὴλ στὴν ἔρημο10.
Ἀναφέρονται συχνὰ οἱ Πατέρες στὸν Μωϋσῆ, ὁ ὁποῖος, ὅταν συνωμίλησε μὲ τὸν Θεὸ τεσσαράκοντα ἡμέρες καὶ νύκτες καὶ ἐδέχθη τὶς δεύτερες πλάκες τοῦ Δεκαλόγου, «τόσην πολλὴν δόξαν ἔλαβε ἐκ τῆς θείας συνομιλίας τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ὥστε δὲν ἐδύναντο οἱ Υἱοὶ Ἰσραὴλ νὰ ἰδοῦσιν αὐτό· ὅθεν ἠναγκάσθη νὰ βάλλῃ κάλυμμα εἰς τὸ πρόσωπόν του, καὶ νὰ ἐγκλείσῃ τρόπον τινὰ τὴν πολλὴν λαμπρότητα καὶ δόξαν τὴν ἔξω χυνομένην, καὶ οὕτως ἐδυνήθησαν καὶ εἶδον αὐτὸν οἱ Ἰσραηλίται. «Καὶ εἶδον, φησίν, οἱ Υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ πρόσωπον Μωϋσέως ὅτι δεδόξασται· καὶ περιέθηκε Μωϋσῆς κάλυμμα ἐπὶ τὸ πρόσωπο αὐτοῦ» (Ἐξ. λδ´ 35)»11.
Κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας, ἡ δόξα καὶ λαμπρότης τοῦ Μωϋσέως ἐν σχέσει πρὸς τὴν δόξαν τοῦ μεταμορφωθέντος Χριστοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς ὀλιγωτέρα ἀλλὰ πέρα πάσης συγκρίσεως.
Κατὰ τὸν ἅγιο Ἐφραὶμ τὸν Σύρο: «Ἔδειξεν ὁ Χριστὸς ὅτι ἐξ ὄλου τοῦ σώματος ἔβρυεν ἡ δόξα τῆς Θεότητος αὐτοῦ, καὶ ἐξ ὅλων τῶν μελῶν ἔλαμπε τὸ φῶς αὐτοῦ· οὗ γὰρ ὡς Μωσῆς ἔξωθεν ἡ σὰρξ αὐτοῦ ἔλαμψεν ἐν εὐπρεπείᾳ, ἀλλ᾿ ἐξ αὐτοῦ ἔβρυεν ἡ δόξα τῆς Θεότητος αὐτοῦ»12.
Ὁ δὲ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγει: «ὁρᾶτε ὅτι καὶ Μωϋσῆς μετεμορφώθη ἀναβὰς εἰς τὸ Ὄρος, καὶ οὕτως εἶδε τὴν δόξαν Κυρίου; ἀλλ᾿ ἔπαθε τὴν μεταμόρφωσιν, οὐκ ἐνήργησε, κατὰ τὸν λέγοντα (ἤτοι τὸν Θεολόγον Γρηγόριον)· εἰς τοῦτό με φέρει τὸ μέτριον ἐνταῦθα φέγγος τῆς ἀληθείας, λαμπρότητα Θεοῦ ἰδεῖν καὶ παθεῖν· ὁ δὲ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς οἴκοθεν εἶχε τὴν λαμπρότητα ἐκείνην»13.
Ἐπιλέγει δὲ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Λέγων δὲ ὁ ἅγιος ὅτι ὁ Μωϋσῆς ἔπαθε τὴν μεταμόρφωσιν καὶ οὐκ ἐνήργησε, δηλοῖ ὅτι ἔξωθεν ἐκ τοῦ φωτὸς τοῦ προσώπου Κυρίου μετεμορφώθη: ἤτοι ἐνηλλάγη κατὰ ψυχὴν καὶ σῶμα· καὶ ὁ μὲν Μωϋσῆς διὰ τοῦ γνόφον ἐφωτίσθη, ὁ δὲ Χριστὸς καὶ αὐτὸν τὸν γνόφον φωτίζει, ἐπειδὴ καὶ φωτεινὴν ἔδειξεν ἐν τῷ Ὄρει Θαβὼρ τὴν γνοφώδη νεφέλην· καὶ ὁ συνομιλῶν μὲ τὸν Θεόν, ἀπὸ ἐκεῖ ἔλαβε τὸ φῶς· ὁ δὲ Χριστὸς μίαν μικρὰν φλέβα ἀνοίξας τῆς κατὰ φύσιν πηγαίας φωτοχυσίας του, τὸ Θαβώριον ὅλον ἐφαίδρυνε, καὶ τοὺς δυὸ Προφήτας καὶ τοὺς τρεῖς Ἀποστόλους ἐλάμπρυνε»14.
Τὴν γυμνὴ ἀπὸ τὸ θεῖο Φῶς ἀνθρωπίνη φύσι ἐλέησε ὁ Χριστὸς προσλαβὼν αὐτὴν καὶ ἐνώσας μὲ τὴν θεία του φύσι στὴν ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ Λόγου.
Κατὰ τὴν θεία Μεταμόρφωσι στὸ Θαβὼρ ἀπεκαλύφθη ὅτι ὁ Κύριος ἐνέδυσε πάλι τὴν ἀνθρωπίνη φύσι μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦ θείου Φωτὸς καὶ τῆς θείας δόξης καὶ τὴν ἐθέωσε.
Ἑρμηνεύων ὁ ἅγιος Νικόδημος τροπάριον τοῦ α´ Κανόνος (τοῦ ἅγιου Κοσμᾶ Μαϊουμᾶ) τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως γράφει: «Ἀστράψας λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἐπάνω εἰς τὸ Θαβώριον Ὅρος μὲ δόξαν ἀπρόσιτον τῆς Θεότητος, ἐλάμπρυνε μὲν τὴν Κτίσιν, μόνους δὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐθέωσε γὰρ ἡ φύσις δεκτική ἐστι τῆς Θεώσεως. Ὅθεν οἱ ἄνθρωποι διὰ μέσου τοῦ θεωθέντος προσλήμματος τοῦ Κυρίου ἐθεώθησαν κατὰ χάριν, κατὰ τὸ «Ἐγὼ εἶπα· θεοί ἐστε καὶ υἱοὶ ὑψίστου πάντες» (Ψαλμ. πα´ 6)»15.
Εἷς ἄλλο σημεῖο διευκρινίζει: «Σημείωσαι δέ, ὅτι οἱ Μαθηταὶ εἶδον εἰς τὸ Ὄρος τὸ ἄκτιστον φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Θεότητος ὄχι μόνον μὲ τὸν νοῦν, ὅστις εἶναι ὀφθαλμὸς τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ σώματος. Ἀλλὰ πῶς εἶδον αὐτό; μένοντες ἐν τῇ φυσικῇ δυνάμει αὐτῶν; ὄχι, ἀλλὰ ἀλλοιωθέντες εἰς τὸ κρεῖττον καὶ θειότερον, καὶ δυναμωθέντες ὑπὸ τῆς δυνάμεως τοῦ φωτὸς ἐκείνου· ἐπειδὴ κτιστοὶ καὶ αἰσθητοὶ ὀφθαλμοὶ τὸ ἄκτιστον καὶ ὑπὲρ αἴσθησιν καὶ νοῦν φῶς χωρῆσαι οὐ δύναται. Ὑπὸ τοῦ φωτὸς ἐκείνου λοιπὸν ἐνισχυθέντες καὶ δυναμωθέντες οἱ τῶν Ἀποστόλων αἰσθητοὶ ὀφθαλμοί, καὶ ὑπὲρ τοὺς ὅρους τῆς ἑαυτῶν φύσεως γεγονότες, εἶδον τὸ ὑπερφυὲς ἐκεῖνο καὶ ἄκτιστον καὶ τῆς θείας οὐσίας ἀχώριστον φῶς, κατὰ τὴν κοινὴν δόξαν τῶν Ἱερῶν Θεολόγων»16.
Εἶναι γνωστὸ ὅτι τόσο ἡ ἱερὰ ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅσο καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες, τονίζουν ὅτι τὸ λάμψαν εἰς τὸ Θαβὼρ Φῶς δὲν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, οὔτε κτιστὸν φῶς, οὔτε φάντασμα φωτός, ἀλλὰ τὸ ἄκτιστον Φῶς τοῦ Θεοῦ, ἄκτιστος καὶ θεία καὶ θεοποιὸς ἐνέργεια17.
Τὸ ἄκτιστον τῆς θείας Χάριτος, ἐνεργείας, θείου φωτός, εἶναι προϋπόθεσις τῆς δυνατότητος τῆς θεώσεώς μας.
Ὁ δυτικὸς Βαρλαὰμ ἐπολέμησε λυσσωδῶς τὴν περὶ θέας τοῦ Ἀκτίστου Φωτὸς ἐμπειρία τῶν Ἁγιορειτῶν, διότι δὲν ἐδέχετο τὴν διάκρισι οὐσίας καὶ ἐνεργείας στὸν Θεό.
Ἀλλὰ ὁ Ἁγιορείτης ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀνέλαβε σθεναρὸν ἀγώνα, διότι, ἐὰν ἐπικρατοῦσε ἡ ὀρθολογιστικὴ ἄποψις τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ ἡμποροῦσε νὰ θεωθῇ διὰ κτιστῆς Χάριτος.
Τὸ Ἅγιον Ὅρος μὲ τὸν Ἁγιορειτικὸ Τόμο τοῦ 1340, τὸν ὁποῖο ὑπέγραφαν οἱ λογιώτεροι Ἁγιορεῖται, υἱοθέτησε τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Παλαμᾶ. Ὁμοίως καὶ ἡ Ἐκκλησία, διὰ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδων τῶν ἐτῶν 1341, 1347 καὶ 1351, ἀνεκήρυξε τὸν ἅγιο Γρηγόριο ὡς ἀπλανῆ διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διδασκαλία του ὡς διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀνεθεματίσθησαν μάλιστα οἱ μὴ δεχόμενοι τὴν διδασκαλία αὐτὴ καὶ τὸ ἄκτιστον τῆς θείας Χάριτος, ὅπως ἀναφέρεται καὶ στὸ «Συνοδικὸν τῆς Οpθoδoξίας».
Στὶς Συνόδους αὐτὲς συμμετεῖχαν καὶ πρωταγωνίσθησαν καὶ διακεκριμένοι μοναχοί. Εἰρήσθω παρεμπιπτόντως ὅτι μέχρι σήμερα ὁ δυτικὸς Χριστιανισμὸς (Παπικοὶ καὶ Προτεστάνται) δὲν δέχονται τὸ ἄκτιστον τῆς θείας Χάριτος, θεωροῦντες μᾶλλον τὴν Χάριν κτίσμα. Ἀλλ᾿ ὅταν ἡ Χάρις εἶναι κτίσμα, δὲν ἡμπορεῖ νὰ θεώσῃ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτὸ οἱ δυτικοὶ δὲν ὁμιλοῦν περὶ θεώσεως ἀλλὰ μόνον περὶ ἠθικῆς καλλιτερεύσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Φρονοῦμεν ὅτι ἡ σοβαρὰ αὐτὴ διαφορὰ θὰ πρέπει νὰ προστεθῇ στὶς θεμελιώδεις διαφορὲς μεταξὺ Ὀρθοδοξίας ἀφ᾿ ἐνὸς καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν καὶ Προτεσταντῶν ἀφ᾿ ἑτέρου.


Β. Ο συνέπειες τς λλάμψεως το θείου Φωτός

Ὁ ἄνθρωπος ἑλλαμπόμενος ἀπὸ τὸ θεῖο καὶ ἄκτιστο Φῶς ἀπολαμβάνει πολλῶν θείων καὶ ὑπερφυῶν δωρεῶν. Οἱ συνέπειες τῆς ἐλλάμψεως τοῦ Φωτὸς δὲν εἶναι μόνον ἠθικές, ἄλλα πρωτίστως εἶναι ὀντολογικές. Ἡ παρουσία τοῦ θείου Φωτὸς γίνεται πηγὴ ὑπερφυῶν πνευματικῶν χαρισμάτων.
Τὸ Ἄκτιστο Φῶς ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρας ἐνυπόστατον φῶς, διότι δὲν γίνεται καὶ ἀπογίνεται, ὅπως τὰ πνευματικὰ νοήματα, ἀλλὰ μένει καὶ φωτίζει μονίμως τὴν ψυχή. Λέγει σχετικῶς ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος: «Ἡ τοιαύτη, φησί, τοῦ Πνεύματος ἔλλαμψις, οὐχ οἶον νοημάτων μόνον ἀποκάλυψίς ἐστι καὶ φωτισμὸς χάριτος, ὥσπερ εἴρηται, ἀλλ᾿ ὑποστατικοῦ φωτὸς ἐν ταῖς ψυχαῖς βεβαία καὶ διηνεκὴς ἔλλαμψις»18.
Κατὰ τὸν ὅσιο Νικήτα τὸν Στηθᾶτο, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Φωτὸς οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς εἰρηνεύουν καὶ ἡ ψυχὴ συνάγεται ἀπὸ τὸν ἔξωθεν διασκορπισμὸ πρὸς τὸ θεῖο Φῶς καὶ ἑνούμενη μὲ αὐτὸ τελειοῦται καὶ καθίσταται μύστις θείων θεωριῶν καὶ κατοικητήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος19.
Κατὰ τὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο, διὰ τῆς ἐλλάμψεως τοῦ θείου Φωτὸς αἴρεται ἀπὸ τὴν ψυχὴ τὸ ἐκ τῆς πτώσεως τοῦ Ἀδὰμ πνευματικὸ σκότος: «Φανερῶς οὖν διὰ τούτων ἀπέδειξε, κάλυμμα σκότους ἐπιβεβλῆσθαι τὴν ψυχήν· ὅπερ ἀπὸ τῆς τοῦ Ἀδὰμ παραβάσεως, χώραν ἔσχε εἰς τὴν ἀνθρωπότητα παραδοῦναι· νυνὶ δὲ ἀπὸ τῆς τοῦ Πνεύματος ἐλλάμψεως περιαιρεῖσθαι τοῦτο πιστεύομεν ἐκ τῶν πιστῶν καὶ ἀξίων τῷ ὄντι ψυχῶν»20.
Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸν π. Σωφρόνιο, διὰ τῆς μετοχῆς καὶ ἐλλάμψεως τοῦ θείου Φωτὸς ἀξιοῦται «βαθείας τινὸς αἰσθήσεως τοῦ Ζῶντος Θεοῦ ἐν τὴ καpδία καὶ τῷ νοΐ»21, δέχεται τὴν «ἀποκάλυψιν τῆς Θεότητος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ»22 καὶ «τὴν πεῖραν τῆς ἀναστάσεως ὡς πρόγευσιν τῆς μελλούσης μακαριότητος»23, κοινωνεῖ μὲ τὸν Θεὸ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον24, ἀσκεῖ τὶς ἀρετὲς καὶ ἀποκτᾷ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Τὸ ἅγιον τοῦτο Φῶς, ὅταν ἐμφανίζηται ἐν δυνάμει, φέρει τὴν ταπεινὴν ἀγάπην. Ἀποδιώκει πᾶσαν ἀμφιβολίαν καὶ πάντα φόβον, ἐγκαταλείπει μακρὰν εἰς τὰ ὀπίσω πάσας τὰς γηΐνας σχέσεις»25 , κατὰ δὲ τὸν ἀββᾶ Φιλήμονα: «κατατρυφᾷ τοῦ Κυρίου πνευματικήν τινα καὶ ἀκατάληπτον εὐφροσύνην»26.
Συμφώνως πρὸς τὴν προσωπικὴ μαρτυρία τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη στὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Σιναΐτη, οἱ καρποὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀποκτῶνται ἐπίσης δι᾿ αὐτοῦ τοῦ Φωτός: «Καὶ τότε ὡσὰν ἁρπαχθῇ ὁ νοῦς τοῦ ἄνθρωπου ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ θεϊκὸν φῶς καὶ φωτισθῇ φωτισμὸν θεϊκῆς γνώσεως, γίνεται ἡ καρδία του γαληνὴ καὶ πραοτάτη καὶ ἀναβρύει τοὺς καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν χαράν, τὴν εἰρήνην, τὴν μακροθυμίαν, τὴν καλωσύνην, τὴν συμπάθειαν, τὴν ἀγάπην, τὴν ταπείνωσιν καὶ τὰ λοιπά»27.
Ὅπως παρατηρεῖ καὶ ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς, μόνον διὰ τῆς μετοχῆς τοῦ θείου Φωτὸς εἶναι δυνατὴ ἡ ἀπόκτησις τῆς τελείας ἀγάπης: «Ἐὰν γὰρ μὴ τελείως τὸ καθ᾿ ὁμοίωσιν διὰ τοῦ θείου φωτὸς ἀπολάβη ὁ νοῦς, πάσας μὲν τὰς ἄλλας ἀρετὰς σχεδὸν ἔχειν δύναται, τῆς δὲ τελείας ἀγάπης ἔτι ἄμοιρος μένει»28.
Ἀλλὰ καὶ μόνο δι᾿ αὐτοῦ τοῦ Φωτὸς ἀποκτῶνται τὰ ὑπερφυῆ χαρίσματα τῶν τελείων, λέγουν οἱ ἅγιοι Κάλλιστος καὶ Ἰγνάτιος, οἲ Ξανθόπουλοι: « Καὶ αὖθις οὕτως, ὡς ἐξ ἡλιακοῦ δίσκου, ἀνατέλλει τούτοις τὸ ἀνακρίνειν, τὸ διακρίνειν, τὸ διορᾶν, τὸ προορᾶν, καὶ τὰ παραπλήσια· καὶ ἀπαξαπλῶς δι᾿ αὐτοῦ ἀπαυγάζει τούτοις ἡ τῶν ἀδήλων μυστηρίων πάσα δηλωσὶς τὲ καὶ ἀποκάλυψις· δυνάμεώς τε ὑπερφυοῦς καὶ θείας ἐν πνεύματι ἐμπίπλανται· καὶ διὰ τῆς τοιάσδε ὑπερφυοῦς δυνάμεως καὶ ὁ χοῦς αὐτῶν κουφιζόμενος, ἢ μᾶλλον τὸ βρῖθον τῆς σαρκὸς ἀπολεπτυνόμενον καὶ μετεωριζόμενον, ὑπερίπταται. Δία ταύτης τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι φωτιστικῆς δυνάμεως, ἔτι μετὰ σαρκὸς ὄντες καὶ τινὲς τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὡς ἄϋλοι καὶ ἀσώματοι, ποταμοὺς ἀβάτους καὶ θαλάττας ναυσιπόρους, ποσὶν ἁβρόχοις διῆλθον· δρόμους τε μακροὺς καὶ πολυημέρους, ἀκαριαίως διώδευσαν· καὶ ἕτερα ἐξαίσια, ἐν οὐρανῷ, ἐν γῇ, ἐν ἠλίῳ, ἐν θαλάσσῃ, ἐν ἐρημίαις, ἐν πόλεσιν, ἐν παντὶ τόπῳ καὶ χώρᾳ, ἐν θηρίοις καὶ ἐρπετοῖς καὶ ἁπλῶς ἐν πάσῃ τῇ κτίσει καὶ πᾶσι τοῖς στοιχείοις ἐξειργάσαντο καὶ διὰ πάντων ἐδοξάσθησαν· καὶ ἐν προσευχαῖς δὲ τούτων ἱσταμένων καὶ τὰ αὐτῶν εὐαγῆ καὶ τίμια σώματα γῆθεν ὡς ὑπόπτερα ὑπερήροντο, τῷ ἀναλωτικῷ καὶ ἐνθέῳ καὶ ἀΰλῳ πυρί, τῷ τῆς χάριτος, τὸ σωματικὸν πάχος, ναὶ μὴν καὶ τὸ βάρος, ἀποτεφρούμενοι· κούφως τε αἵρεσθαι ἐνεργούμενοι, ὢ τοῦ θαύματος, μεταστοιχειούμενοι καὶ μεταχαλκευόμενοι πρὸς τὸ θειότερον, τῇ θεουργῷ παλάμῃ τῆς ἐνσκηνούσης αὐτοῖς ἰσχύος καὶ χάριτος. καὶ μετὰ τέλος δέ, ἑνίων καὶ τὰ σεβάσμια σώματα τὸ ἀδιάλυτον φέρουσι, προδήλως τὴν ἐνοικοῦσαν αὐτοὶς καὶ πάσι τοῖς βεβαιοπίστοις ὑπὲρ φύσιν χάριν καὶ δύναμιν πιστούμενα»29.
Ἐν τῷ Φωτί, λέγει ὁ π. Σωφρόνιος ἀκολουθῶν τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ τοὺς ἄλλους Πατέρας, γινόμεθα τρόπον τινὰ ἄναρχοι: «Ὡς ἄναρχος ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, τὸ Φῶς τοῦτο εἰσδύει ἐν ἡμῖν διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ καὶ ἡμεῖς γινόμεθα ἄναρχοι, οὐχὶ κατὰ τὴν φύσιν ἡμῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν δωρεὰν τῆς χάριτος: «Ἄναρχος ζωὴ μεταδίδεται εἰς ἡμᾶς»30.
Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, «πάντες οἱ Δίκαιοι ἐν τῷ αὐτῷ ἀκτίστου φωτὶ τῆς Θεότητος ἔχουν νὰ γνωρίσουν ἀλλήλους καὶ ὅσους ποτὲ σωματικῶς δὲν ἐγνώρισαν, κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα»31.


Γ. μπειρίες θέας κτίστου Φωτός

Πολλοὶ μοναχοὶ διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἔπαθαν τὴν θέωσιν καὶ ἀξιώθηκαν τῆς θέας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Ὀλίγοι ὅμως ὡμίλησαν γι᾿ αὐτήν.
Ὁ ἅγιος Σuμεών ὁ Νέος Θεολόγος ἐδέχετο συχνὰ τὴν ἐπίσκεψι τοῦ Ἀκτίστου Φωτὸς καὶ μάλιστα κατὰ τὴν τέλεσι τῆς θείας Λειτουργίας, τὴν ὁποία καθημερινῶς ἐτελοῦσε: «Διατὶ εἰς αὐτὸν δὲν ἔστειλεν ὁ Θεὸς Ἀγγέλους καὶ Χερουβεὶμ διὰ νὰ τὸν φυλάττωσιν, οἵτινες εἶναι «πνεύματα λειτουργικὰ εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν», ὡς λέγει ὁ μακάριος Παῦλος, ἀλλ᾿ αὐτὸ ἀμέσως τὸ ἴδιον ζωαρχικὸν καὶ πανάγιον Πνεῦμα ὁ φύσει Θεὸς καὶ Δεσπότης ὅλων ὁμοῦ τῶν Ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρώπων ἔσκεπεν αὐτὸν καὶ ἐφύλαττε διὰ τῆς φωτοφόρου Χάριτός Του καὶ πάντοτε μέν, ἐξαιρέτως δὲ καὶ μάλιστα ὅταν ὁ ἅγιος εὑρισκόμενος ὡς Ἱερεὺς μέσα εἰς τὸ ἄδυτον βῆμα ἐλειτούργει Θεῶ τὴν μυστικὴν καὶ ἀναίμακτον ἱερουργίαν· ἡ γὰρ φωτεινὴ νεφέλη ἐκείνη, ὅπου τότε τὸν ἐσκέπαζε καὶ ὄλον αὐτὸν ἀπὸ κάθε μέρος περιελάμβανε, καθὼς ἀναφέρει ὁ βίος του, ἡ παντοδύναμος καὶ φωτοπάροχος χάρις τοῦ παναγίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος ἦτον. Ὅθεν καὶ ἀπὸ αὐτὴν τοσούτον ὁ Ἅγιος ἐλαμπρύνετο καὶ ψυχῇ καὶ σώματι, καὶ νοῒ καὶ καρδίᾳ, ὥστε ὅπου τὸ θεῖον καὶ ἱερόν του πρόσωπον ἠκτινοβόλει καὶ ἤστραπτεν, ὡσὰν ἄλλος δεύτερος ἥλιος. Διο κανεὶς δὲν ἠδύνατο νὰ βλέπῃ αὐτὸ ἀκλινῶς, καθὼς δὲν δύναται νὰ βλέπῃ οὔτε τὸν ἥλιον. Ὢ δόξαι! Ὢ μεγαλεῖα! Ω ὑπερφυὴ καὶ οὐράνια χαρίσματα τοῦ ἱεροῦ Συμεῶνος, τὰ ὁποῖα βυθίζουσι κάθε νοῦν καὶ κάμνουσιν ἄλαλον κάθε γλῶσσαν!»32
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐκ τῆς προσωπικῆς του πείρας ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Ἀκτίστου Φωτός, χωρὶς ὅμως νὰ ἀποκαλύψῃ ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξε θεόπτης: «Βλέπει βεβαίως ὡς φῶς ἐκεῖνο τὸ ἀγαπητότατο πρᾶγμα ποὺ ἁρπάζει τὸν νοῦ, τὸν κάνει νὰ ἐξίσταται ἀπὸ ὅλα καὶ τὸν στρέφει ὁλόκληρο μόνο σ᾿ αὐτό, εἶναι ἀποκαλυπτικὸ ἀλλ᾿ ὄχι αἰσθητῶν σωμάτων, τὸ βλέπει νὰ μὴ τελειώνῃ οὔτε πρὸς τὰ κάτω οὔτε πρὸς τὰ ἄνω οὔτε πρὸς τὰ πλάγια, καὶ δὲν διακρίνει κάποιο τέλος τοῦ φωτὸς ποὺ βλέπει καὶ τὸν περιλάμπει, ἀλλὰ σὰν νὰ ἦταν ἥλιος ποὺ εἶναι ἀπειροπλάσια λαμπρότερος καὶ μεγαλύτερος τοῦ σύμπαντος· στὸ μέσον δὲ εὑρίσκεται αὐτός, ὄντας ὁλόκληρος ὀφθαλμός· κάτι τέτοιο εἶναι ἐκεῖνο (ἡ ἔκστασις )»33.
Εἶναι χαρακτηριστικὸ πῶς ἕνας σύγχρονος ὅσιος Γέροντας, ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, διατυπώνει τὴν ἐμπειρία τουἐκ τῆς θέας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός: «Ἡ ἐνέργεια τοῦ Φωτός, περὶ τοῦ ὁποίου γράφω, ἐπὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου μαρτυρεῖ περὶ τῆς Θεότητος Αὐτοῦ: Εἶναι ἄκτιστον, ἀνονόμαστον, ἀκράτητον. εἶναι μυστηριῶδες, ἄϋλον, ἀπαραβίαστον. Ἀπορῶ. Πῶς νὰ σκεφθῶ ἢ νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ;
»Τὸ Φῶς τοῦτο εἶναι ὡς πρὸς τὴν φύσι αὐτοῦ ὑπερκόσμιον. Ἡ κάθοδος αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς δὲν εἶναι ἄλλο τί, εἰ μὴ ἡ φανέρωσις τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν ἄνθρωπον: ἀποκάλυψις οὐρανίων μυστηρίων. Κατὰ τὴν Μεταμόρφωσιν ἐπὶ τοῦ Θαβὼρ διὰ τῆς δωρεᾶς τοῦ Φωτὸς τούτου ἑδραιώθη ἡ Θεογνωσία. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐλλάμψεως τῶν Ἀποστόλων ὑπὸ τοῦ Φωτὸς τούτου ἐπὶ τοῦ Θαβώρ, τὸ Φῶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ κόσμου καὶ ἐγένετο «ἀναφαίρετος κληρονομία» διὰ τὰς ἐπερχομένας γενεὰς τῶν πιστευόντων εἰς τὸν Χριστόν-Θεόν. Ἄνευ τοῦ Φωτὸς τούτου ἡ γῆ θὰ παρέμενεν ἔξω τῆς ἀληθοῦς Θεογνωσίας. Βάσει τῆς προσωπικῆς μου πείρας, ἐπέτρεψα εἰς ἑαυτὸν νὰ ὀνομάσῃ τὸ Φῶς τοῦτο Φῶς ἀναστάσεως.
Διὰ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Φωτὸς τούτου τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου εἰσάγεται εἰς τὴν σφαῖραν ὅπου δὲν ὑπάρχει θάνατος. Ἄνευ τῆς ἐλλάμψεως τοῦ Φωτὸς τούτου δὲν κατανοεῖται ὀρθῶς τὸ μυστήριον τῶν ὁδῶν τῆς σωτηρίας. ὁ κόσμος, οἱ ἄνθρωποι, θὰ παρέμενον ἐν τῷ σκότει τῆς ἀγνοίας. Ἡ ἀφηρημένη θεολογικὴ μόρφωσις, ἔτι καὶ ἡ πλέον ἐκλελεπτυσμένη, δὲν σῴζει, διότι παρέχει διανοητικὴν μόνον γνῶσιν καὶ δὲν ἀνάγει ὄντως εἰς τὸν χῶρον τοῦ θείου Εἶναι.
»Ἐνίοτε δυνάμεθα νὰ παρουσιάσωμεν τὸ Φῶς τοῦτο πρὸς νεφέλην καλύπτουσαν τὴν κορυφὴν ὄρους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἱστάμεθα: Ἡ νεφέλη καθ᾿ ἐαυτὴν εἶναι ἔμπλεος Φωτός, ἀλλ᾿ ἡμεῖς οὐδὲν βλέπομεν, εἰ μὴ μόνον αὐτήν. Ἅπας ὁ λοιπὸς κόσμος δὲν ὀρᾶται. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ Θεῖον Φῶς, ἀποκαλύπτον ἡμῖν νέαν μορφὴν πνευματικοῦ εἶναι, ἀποκρύπτει ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν τὴν θέαν τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Τὸ Φῶς τοῦτο εἶναι ὁμοιόμορφον, ἀκέραιον, πλῆρες βαθείας εἰρήνης. Ἐν αὐτῷ ἡ ψυχὴ θεωρεῖ τὴν Ἀγάπην καὶ τὴν Ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν τοῦτο ἐκχέηται ἀφθόνως ἐπὶ τὸν ἄνθρωπον, παύει οὖτος νὰ ἀντιλαμβάνηται τὴν ὑλικότητα τοῦ περιβάλλοντος αὐτὸν χώρου, ἔτι δὲ καὶ τὴν τοῦ σώματος αὐτοῦ. Ἐπὶ πλέον βλέπει ἑαυτὸν ὡς φῶς. Τὸ Φῶς τοῦτο ἔρχεται ἱλαρῶς, τρυφερῶς, οὕτως ὥστε νὰ μὴ παρατηρῶμεν πῶς τοῦτο περιέβαλεν ἡμᾶς. Οὐχὶ αἴφνης, ἀλλ᾿ ἠρέμα ὁ κόσμος συνήθως «λησμονεῖται». Τὸ φαινόμενον τοῦτο ὁμοιάζει πρὸς ἤρεμον ἐπέλευσιν ὕπνου εἰς φυσιολογικῶς ὑγιᾷ ἄνθρωπον· ὅμως, βεβαίως, δὲν πρόκειται περὶ ὕπνου, ἀλλὰ περὶ πληρώματος ζωῆς»34.


Δ. Διάκρισις κτίστου Φωτς π λλα φτα

Οἱ θεόπται Πατέρες διευκρινίζουν ὅτι κάθε ὀρώμενον φῶς δὲν εἶναι Ἄκτιστον Φῶς. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα φῶτα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ συγχέωνται μὲ αὐτό. Ὑπάρχει τὸ φῶς τοῦ νοὸς35 καὶ τὸ δαιμονικὸν φῶς.
Γιὰ τὰ φῶτα αὐτὰ γράφει ὁ π. Σωφρόνιος: «Ἐπειράσθην ὡσαύτως ὑπὸ φωτοειδῶν ἐμφανίσεων προερχομένων ἐκ τῶν ἐναντίων πνευμάτων. Ἀλλ᾿ ὄτε εἰς ὥριμον ἤδη ἡλικίαν ἐπέστρεψα εἰς τὸν Χριστὸν ὡς τὸν τέλειον Θεόν, περιέλαμψεν ἐμὲ τὸ ἄναρχον Φῶς. Τὸ θαυμαστὸν τοῦτο Φῶς, ἔστω καὶ ἐν τῷ μέτρῳ ἐν τῷ ὁποῖο ἐδόθη εἰς ἐμὲ νὰ γνωρίσω διὰ τῆς Ἄνωθεν εὐδοκίας, ἐπεσκίασε πάντα τὰ ἄλλα, ὡς ὁ ἀνατέλλων ἥλιος δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἴδωμεν εἰσέτι καὶ τοὺς πλέον λαμπροὺς ἀστέρας»36.
Οἱ ἅγιοι Ἰγνάτιος καὶ Κάλλιστος Ξανθόπουλοι διασῴζουν τὴν περιγραφὴν τοῦ δαιμονικοῦ φωτός, ὅπως τὴν διετύπωσε ὁ ὅσιος Παῦλος ὁ ἐν τῷ Λάτρῳ: «Τὸ μὲν τῆς ἀντικειμένης δυνάμεως φῶς, πυροειδές ἐστι καὶ καπνῶδες καὶ τοῦ αἰσθητοῦ πυρὸς ὅμοιον· καὶ ἐπειδᾶν αὐτὸ μετριοπαθὴς καὶ κεκαθαρμένη ψυχὴ θεάσηται, ἀηδῶς ἔχει πρὸς αὐτὸ καὶ βδελύττεται· τὸ δὲ τοῦ ἀγαθοῦ ἀγαθόν, χαριέστατόν τε ἐστι καὶ ἀκραιφνές, καὶ προσβαλὸν ἁγιάζει, φωτὸς τὲ καὶ χαρᾶς καὶ ἱλαρότητος πληροῖ τὴν ψυχὴν καὶ ἠπίαν αὐτήν, καὶ φιλάνθρωπον ἀπεργάζεται»37.
Ἡ διάκρισις τῶν φώτων εἶναι ἰδιαιτέρως ἀναγκαία σήμερα ποὺ διάφορες «πνευματικότητες», ἀνατολικῆς κυρίως προελεύσεως, ἐπαγγέλλονται ἐμπειρίες ὑπέρλογες πού, ἐὰν δὲν εἶναι δαιμονικές, εἶναι τοῦ νοός, ἀποτέλεσμα ἀνθρωποκεντρικῶν ἀσκήσεων. Ὁ βασανιζόμενος μέσα στὴν ὀρθολογιστικὴ καὶ αἰτιοκρατικὴ φυλακὴ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἀγνοῶν ἢ καὶ μὴ θέλων λόγω αὐταρκείας νὰ γνωρίσῃ τὸ Ἄκτιστο Φῶς τοῦ Χριστοῦ, καταλήγει σ᾿ αὐτὲς γιὰ νὰ βρῇ κάποια διέξοδο στὸ πνευματικό του ἀδιέξοδο.
Θὰ μπορούσαμε νὰ εἰποῦμε ὅτι στὶς ἀνατολικὲς πνευματικότητες ὁ ἄνθρωπος κάνει διάλογο μὲ τὸν ἑαυτό του. Στὴν Ὀρθόδοξο ἄσκησι ἀντίθετα ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στὸν ἔσω ἄνθρωπο, γιὰ νὰ συναντήσῃ, διαλεχθῇ καὶ ἑνωθῇ μὲ τὸν Θεό.


Ε. Προϋποθέσεις τς θέας το κτίστου Φωτός

Κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, ἡ κάθαρσις ἀπὸ τὰ πάθη ἐπιτρέπει, «ἵνα γαληνιώσης τῆς ἡμῶν ψυχῆς καὶ δι᾿ οὐδενὸς πάθους ταρασσομένης, οἶον ἐν κατόπτρῳ τινι καθαρὰ γένηται καὶ ἀνεπισκότητος ἡ ἔλλαμψις τοῦ Θεοῦ»38· καὶ «οὔτε γὰρ κατόπτρῳ ρυπῶντι δυνατὸν τῶν εἰκόνων δέξασθαι τὰς ἐμφάσεις, οὔτε ψυχὴν ταῖς βιοτικαῖς προειλημμένην μερίμναις καὶ τοῖς ἐκ τοῦ φρονήματος τῆς σαρκὸς ἐπισκοτουμένην πάθεσι δυνατὸν ὑποδέξασθαι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὰς ἐλλάμψεις»39.
Κατὰ τὸν ἅγιον Ἰσαάκ: «Οὐ δύναται ἄνθρωπος θεάσασθαι τὸ κάλλος τὸ ὃν ἔνδοθεν αὐτοῦ, πρὶν ἢ ἀτιμάσῃ καὶ βδελύξηται πᾶν κάλλος ἔξωθεν αὐτοῦ» καὶ «Ὁ σωφρονῶν, καὶ ταπεινοφρονῶν, καὶ βδελυττόμενος τὴν παρρησίαν, καὶ τὸν θυμὸν ἐκ τῆς καρδίας ἀπωσάμενος, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ὅταν ἀναστῇ ἐν τῇ προσευχῇ, καθορᾷ ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ τὸ φῶς τοῦ ἁγίου πνεύματος, καὶ σκιρτᾷ ἐν ταὶς λαμπηδόσιν αὐτοῦ τῆς ἐλλάμψεως τοῦ φωτός, καὶ εὐφραίνεται ἐν τῇ θεωρίᾳ τῆς δόξης αὐτῆς, καὶ ἐν τῇ ἑαυτῆς ἀλλοιώσει πρὸς τὴν αὐτοῦ ὁμοιότητα»40.
Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη: «Κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς καθαρότητος τῶν καρδιῶν ἡμῶν ἐφώτισεν ἡμᾶς ὁ φωτοπάροχος Ἰησοῦς· καθὼς γὰρ τὸ αἰσθητὸν τοῦτο φῶς φωτίζει τοὺς ἔχοντας καθαροὺς καὶ ὑγιεῖς τους ὀφθαλμοὺς τοῦ σώματος. οὕτω καὶ τὸ ἄϋλον καὶ ἄκτιστον φῶς τῆς ὑπερουσίου Θεότητος φωτίζει τοὺς ἔχοντας νοῦν καθαρὸν καὶ καρδίαν λελαμπρυσμένην. οἱ γὰρ μὲ τὸ θεῖον φῶς ἐνωθήναι βουλόμενοι, φῶς πρέπει νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ διὰ τῶν ἀρετῶν».
Ἡ νήψις, ἡ μετάνοια, ἡ αὐτομεμψία εἶναι κατὰ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο προϋποθέσεις τῆς ἐλλάμψεως τοῦ θείου Φωτός: «Ἔχειν δὲ τὸν νοῦν πάντοτε πρὸς τὸν Θεόν, ἔν τε ὕπνῳ καὶ ἐγρηγόρσει, ἑστιάσει καὶ ὁμιλίᾳ, ἐργοχείρῳ τε καὶ πάσῃ ἄλλῃ πράξει κατὰ τὸ προφητικὸν λόγιον· προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός. Ἡγοῦ δὲ ἑαυτὸν ἁμαρτωλότερον παντὸς ἀνθρώπου. Χρονιζούσης γὰρ ταύτης τῆς μνήμης, πέφυκεν ἐγγίνεσθαι τῇ διανοίᾳ ἔλλαμψις δίκην ἀκτῖνος. Καὶ ὅσον ταύτην ἐπιζητεῖς, πολλὴ προσοχὴ καὶ ἀπερισπάστῳ διανoίᾳ, κόπῳ τε πολλῷ καὶ δάκρυσι, τηλαυγέστερoν φαίνεται. Φαινομένη δέ, ἀγαπᾶται· ἀγαπωμένη δέ, καθαίρει· καθαίρουσα δέ, θεοειδὴ ἀπεργάζεται, φωτίζουσα καὶ διδάσκουσα διακρίνειν τὸ καλὸν ἀπὸ τοῦ χείρονος.
Πλήν, ἀδελφέ, πολλοῦ δεῖ κόπου, σὺν Θεῷ τοῦ τελείως ταύτην εἰσοικισθῆναι τῇ σῇ ψυχῇ καὶ ταύτῃ καταυγᾶσαι, ὥσπερ ἡ σελήνη, τὸν τῆς νυκτὸς ζόφον. Προσέχειν δὲ δεῖ καὶ τὰς προσβολᾶς τῶν λογισμῶν, κενοδοξίας τε καὶ οἰήσεως, καὶ τοῦ μὴ κατακρίνειν τινα ὁρῶντα ἀπρεπές τι πράττοντα»42.
Βασικὴ προϋπόθεσις θεώσεως καὶ θεωρίας εἶναι ἡ ἀδιάλειπτος νοερὰ καρδιακὴ προσευχή. Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ λέγει: «Ὁ θέλων ἰδεῖν τὸν Κύριον, μηχανᾶται καθαρίσαι αὐτοῦ τὴν καρδίαν ἐν ἀδιαλείπτῳ μνήμῃ τοῦ Θεοῦ· καὶ οὕτως ἐν τῇ λαμπρότητι τῆς διανοίας αὐτοῦ ἐν πάσῃ ὥρα ὄψεται τὸν Κύριον»43.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὴν περίφημη ὁμιλία του στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου λέγει, ὅτι ἡ Κυρία Θεοτόκος σχολάζουσα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἤσκησε πρώτη τὴν προσευχὴ αὐτή: «Ταύτας λοιπὸν τὰς γηΐνας σχέσεις ἀποβαλοῦσα ἡ Παρθένος ἀπὸ τὴν πρώτην ἀρχὴν τῆς ζωῆς της, ἀναχώρησεν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ φυγoῦσα τὸν ἁμαρτωλὸν βίον, ἐδιάλεξε μίαν ζωὴν ἀθεώρητον ἀπὸ ὅλους ἐνδιατρίβουσα μέσα εἰς τὰ ἅγια, εἰς τὰ ὁποῖα διατελοῦσα ἐλύθη ἀπὸ κάθε δεσμὸν ὑλικόν· ἀπετίναξε κάθε σχέσιν· ἀνέβη ἐπάνω ἀπὸ κάθε ἀγάπην ἕως καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου σώματός της καὶ οὕτω ἥνωσε τὸν νοῦν της εἰς τὸν ἐαυτόν του μὲ μίαν στροφὴν καὶ προσευχὴν καὶ μὲ θείαν καὶ παντοτεινὴν προσευχήν· καὶ διὰ μέσου αὐτῆς τῆς στροφῆς τοῦ νοὸς ἡνώθη ὅλως δι᾿ ὅλου μὲ τὸν ἐαυτόν της· ὑψώθη ἐπάνω ἀπὸ κάθε εἶδος καὶ σχῆμα, καὶ ἔτζι κατεσκεύασε μίαν καινούριαν στράταν εἰς τοὺς οὐρανούς, δηλαδὴ τὴν νοητὴν (διὰ νὰ τὴν ὀνομάσω ἔτζι) σιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν προσκολλήσασα τὸν νοῦν της, ἀναβαίνει ἐπάνω ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα, καὶ βλέπει δόξαν Θεοῦ τελειότερον ἀπὸ τὸν Μωϋσήν, καὶ ὁρᾷ θείαν Χάριν, ἥτις δὲν καταλαμβάνεται τελείως ἀπὸ τὴν αἴσθησιν, ἀλλὰ εἶναι ἕνα ἱερὸν καὶ χαριέστατον θέαμα μοναχῶν τῶν ψυχῶν τῶν καθαρῶν καὶ ἁγίων ἀγγέλων»44.
Ἔτσι ἡ Θεοτόκος εἰσήγαγε στὸν κόσμο τὴν ἡσυχαστικὴ προσευχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νοῦς ἀπερίσπαστος ἀπὸ κάθε σκέψι εἰσέρχεται στὴν καρδιὰ καὶ ἐκεῖ ἑνώνεται διὰ τῆς προσευχῆς μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀξιοῦται τῆς θεωρίας τοῦ θείου Φωτός.
Ἐπειδὴ στοὺς ἀγωνιζομένους γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ προσευχὴ ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος τῆς πλάνης, οἱ ἅγιοι Πατέρες συνιστοῦν τὴν ὑπακοὴ σὲ πεπειραμένο γέροντα ποὺ ἐκ πείρας προσωπικῆς θὰ ἡμπορεῖ νὰ ὁδηγῇ ἀπλανῶς τὸν ἀσκούμενο μοναχό45.


Στ. λλες μπειρίες τς κτίστου Χάριτος το Θεο

Σύμφωνα μὲ ὅσα μᾶς παραδίδουν οἱ θεόπται ἅγιοι Πατέρες, ἡ ἀνωτέρα καὶ τελειωτέρα ἐμπειρία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ θεωρία-θέα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.
Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ἡ θεωρία τοῦ θείου Φωτὸς καὶ κάλλους εἶναι ἡ γλυκυτέρα καὶ ποθεινοτέρα τῶν ἄλλων τοῦ Θεοῦ προσόντων, ποὺ γεννᾷ στὴν ψυχὴ τὸν θεῖο πόθο καὶ «ἔρωτα».
Πρὸς παρηγορίαν ἡμῶν τῶν μὴ θεασαμένων τὸ Ἄκτιστον Φῶς οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς διδάσκουν ὅτι ὁ Φιλάνθρωπος Κύριος παρακαλεῖ τὶς πιστὲς ψυχὲς καὶ μὲ ἄλλες ἐμπειρίες τῆς Ἀκτίστου Χάριτός του.
Γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης: «Ἐν τισὶ μὲν ὀρᾶται ὡς φῶς ἀνατέλλον. Ἐν ἄλλοις δέ, ἀγαλλίασις ἔντρομος. Ἐν ἐτέροις δέ, χαρά. Ἐν ἄλλοις δέ, σύμμικτος χαρὰ καὶ φόβος. Ἐν τισὶ δέ, τρόμος καὶ χαρά. Ἐστὶ δ᾿ ὄτε καὶ εἰς τινάς, δάκρυα καὶ φόβος· χαίρει μὲν ἡ ψυχὴ τὴν ἐπισκοπὴν καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, φοβεῖται δὲ καὶ τρέμει τὴν παρουσίαν αὐτοῦ, ὡς ὑπεύθυνος ἐν ἁμαρτίαις πολλαῖς. Ἐτέροις δὲ πάλιν γίνεται παρὰ τὰς ἀρχὰς ἄρρητος συντριβὴ καὶ πόνος ἄφατος ψυχῆς, ὀδυνωμένη καθάπερ ἡ τίκτουσα καὶ ὠδίνουσα κατὰ τὴν Γραφήν· διϊκνούμενος γὰρ ὁ ζῶν καὶ ἐνεργὴς λόγος, τουτέστιν ὁ Ἰησοῦς, ὡς φήσιν ὁ Ἀπόστολος, μέχρι μερισμοῦ ψυχῇς καὶ σώματος, ἁρμῶν τὲ καὶ μυελῶν, ἵνα τὸ ἐμπαθὲς ἐξ ὅλων τῶν τῆς ψυχῆς μερῶν καὶ τοῦ σώματος βιαίως ἐκτήξῃ. Ἐν ἄλλοις δέ, ἀγάπη καὶ εἰρήνη ἄμαχος πρὸς πάντας ὀρᾶται. Ἐν ἐτέροις δέ, ἀγαλλίαμα, ὅπερ σκίρτημα πολλαχῶς οἱ Πατέρες εἰρήκασι, πνεύματος οὖσα δύναμις καὶ καρδίας ζώσης κίνημα. τοῦτο καὶ παλμὸς λέγεται καὶ στεναγμός, τοῦ πνεύματος ἀλαλήτως ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν Θεὸν ἐντυγχάνoντoς. Κῦμα δὲ τοῦτο τῆς τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνης καὶ ὁ Ἡσαΐας ὀνόμασε· καὶ νυγμὸν ὁ μέγας Ἐφραίμ· ὁ δὲ Κύριος, πηγὴν ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον (ὕδωρ δέ, τὸ πνεῦμα ὀνόμασε,) πηδῶντος ἐν καρδίᾳ καὶ ὑπερζέον τῷ σφοδρῷ τῆς δυνάμεως»47.
Ὅμως κανεὶς δὲν πρέπει νὰ γίνεται μοναχὸς γιὰ νὰ λάβῃ ἐμπειρίες τῆς θείας Χάριτος. Κατὰ τὸν ἅγιο Διάδοχο Φωτικής: «Οὐ δεῖ οὖν ἐπὶ ταύτῃ τῇ ἐλπίδι τινὰ τὸν ἀσκητικὸν μετιέναι βίον, ἵνα μὴ ὁ σατανᾶς ἑτοίμην εὕρῃ τὴν ψυχὴν ἐντεῦθεν εἰς συναρπαγήν. Ἀλλ᾿ ἵνα φθάσωμεν μόνον ἐν πάσῃ αἰσθήσει καὶ πληροφορίᾳ τῆς καρδίας ἀγαπῆσαι τὸν Θεόν, ὅπερ ἐστὶν ἐν ὅλῃ ψυχῇ καὶ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ καὶ ἐν ὅλῃ διανοίᾳ. Ὁ γὰρ εἰς τοῦτο ὑπὸ τῆς χάριτος ἐνεργούμενος τοῦ Θεοῦ, ἀποδημεῖ τοῦ κόσμου, κἂν ἐν τῷ κόσμῳ παρῇ»48.
Μήπως ἐπειδή, πρὶν μετανοήσουμε καὶ καθαρθοῦμε ἀπὸ τὰ πάθη, δὲν πρέπει νὰ ζητοῦμε ἐμπειρίες θεωρίας, δὲν πρέπει οὔτε καὶ νὰ ὁμιλοῦμε γι᾿ αὐτὲς καὶ μάλιστα γιὰ τὴν θέωσι ὡς σκοπὸ τῆς ζωῆς μας;
Τὴν ἀπάντησι δίδει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Αὐτὸς ποὺ δὲν πιστεύει σ᾿ αὐτὸ τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς νέας χάριτος, μήτε ἀποβλέπει στὴν ἐλπίδα τῆς θεώσεως, δὲν θὰ ἡμποροῦσε νὰ καταφρονῇ οὔτε ἡδονὴ σαρκὸς οὔτε χρήματα καὶ κτήματα καὶ τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡμποροῦσε ἔστω καὶ γιὰ λίγο, τὸν ἀκολουθεῖ ἡ ὑπερηφάνεια, ὡσὰν νὰ ἐπέτυχε τὸ τέλειο. Ἔτσι μὲ τὴν ὑπερηφάνεια ἐκπίπτει στοὺς ἀκαθάρτους. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ ἀποβλέπει (στὴν θέωσι), ἀκόμη καὶ ὅταν κατορθώσῃ κάθε ἀγαθό, ἔχοντας ἐμπρὸς τοῦ τὴν ὑπερτελεία καὶ ἀτελείωτη τελειότητα, δὲν νομίζει ὅτι ἐπέτυχε κάτι, κι ἔτσι γίνεται ταπεινότερος. Σκεπτόμενος δὲ ἀφ᾿ ἐνὸς μὲν τὴν ὑπεροχὴ τῶν προπορευθέντων Ἁγίων, ἀφ᾿ ἕτερου δὲ τὸ ὕφος τῆς θείας φιλανθρωπίας, πενθεῖ καὶ βοᾷ τὸ τοῦ Ἡσαΐου «οἴμοι ὅτι ἀκάθαρτος ὢν καὶ ἀκάθαρτα χείλη ἔχων, Κύριον Σαβαὼθ εἶδον τοὶς ὀφθαλμοῖς μου». Αὐτὸ τὸ πένθος προσθέτει στὴν καθαρότητα (τῆς ψυχῆς), ὁ δὲ Κύριος τῆς χάριτος ἐπιδαψιλεύει σ᾿ αὐτὴν παράκλησι (παρηγορία) καὶ ἔλλαμψι»49.


Ζ. πίλογος

Ἀπὸ τὶς ὅσες ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων ἐξετέθησαν στὴν εἰσήγησι αὐτὴ ἔγινε, νομίζω, φανερὸς ὁ στενὸς δεσμὸς μοναχισμοῦ καὶ θέας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.
Δὲν εἶναι καθόλου παράδοξο ὅτι κυρίως στὸν χῶρο τοῦ Μοναχισμοῦ ἄνθησαν τὰ εὔοσμα ἄνθη τῆς θεώσεως.
Παράδοξο θὰ ἦταν τὸ ἀντίθετο, νὰ μὴ ἀνθοῦν αὐτὰ στὸν χῶρο τοῦ Μοναχισμοῦ, χῶρο διαρκοῦς μετανοίας, νήψεως, καθάρσεως ἀπὸ τὰ πάθη, ἀδιαλείπτου προσευχῆς, ἀποκτήσεως τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, ἐκδημίας τοῦ κόσμου καὶ ἐνδημίας στὸν Κύριο.
Ἂς δώσουμε τὸν λόγο στὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, γιὰ νὰ κλείσῃ αὐτὸς τὴν εἰσήγησί μας: «Μοναχὸν διαμένοντα ἐν τῇ ἀγρυπνίᾳ μετὰ διακρίσεως νοός, τοῦτον μὴ ἴδῃς ὡς σαρκοφόρον. Τάξεως γὰρ ἀγγελικῆς ὡς ἀληθῶς τοῦτο τὸ ἔργον. Ἀδύνατον γὰρ τοὺς ἐν τῇ διαγωγῇ ταύτῃ διὰ παντὸς πολιτευομένους, ἄνευ χαρισμάτων μεγάλων παρὰ Θεοῦ ἀφεθῆναι διὰ τὴν νῆψιν αὐτῶν, καὶ ἐγρήγορσιν τῆς καρδίας, καὶ διὰ τὴν ἐμμέριμνον διαγωγὴν τῶν λογισμῶν αὐτῶν πρὸς αὐτόν. Ψυχὴ ἡ ἐν τῇ διαγωγῇ ταύτης τῆς ἀγρυπνίας κοπιῶσα καὶ διαπρέπουσα, ὀφθαλμοὺς χερουβικοὺς ἔξει, τοῦ διαπαντὸς ἀτενίζειν καὶ κατοπτεύειν τὴν ἐπουράνιον θεωρίαν»50.


Σημειώσεις

1. Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἁγιορειτικὸς Τόμος, Φιλοκαλία, ἔκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1957-1963, τόμ. Δ´, σελ. 192. Βλ. καὶ Ἀρχιμ. Γεωργίου, Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκαλος τῆς θεώσεως, ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου 2000, σελ. 54.
2. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 193.
3. Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ἑπτὰ Καθολικᾶς Ἐπιστολᾶς, ἔκδ. Ὀρθ. Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 457.
4. Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, «ὁ θεοφόρος Μάξιμος ἐρωτηθεὶς περὶ τούτου τοῦ ρητοῦ, ἤγουν διατὶ ὁ θεολόγος Ἰωάννης ἀνωτέρω μὲν εἶπεν ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστίν, ἐδῶ δὲ λέγει ὅτι αὐτὸς (ἤτοι ὁ Θεός) ἐν τῷ φωτὶ ἐστίν; Περὶ τούτου λέγω ἐρωτηθεὶς ἀποκρίνεται «Κατ᾿ οὐσίαν φῶς ὑπάρχων ὁ Θεός, ἐν τοῖς ἐν αὐτῷ διὰ τῶν ἀρετῶν περιπατοῦσιν ἐστίν, ἀληθῶς φῶς γενομένοις. Ὥσπερ οὖν τὸ κατὰ μέθεξιν φῶς ὡς οἱ ἅγιοι πάντες, διὰ φιλοθεΐαν ἐν τῷ κατ᾿ οὐσίαν γίνονται φωτί, (ἤτοι ἐν τῷ Θεῷ) οὕτω τὸ κατ᾿ οὐσίαν, ἐν τῷ κατὰ μέθεξιν φωτί, διὰ φιλανθρωπίαν γίνεται φῶς. Ἐὰν οὖν ἐσμὲν κατὰ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν γνῶσιν ὡς ἐν φωτὶ τῷ Θεῷ, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς ὡς φῶς ἐν φωτὶ ἐστὶν ἐν ἡμῖν. Ὁ γὰρ φύσει φῶς Θεός, ἐν τὴ μιμήσει γίνεται φωτί, ὡς ἐν εἰκόνι ἀρχέτυπον ἡ μᾶλλον, φῶς ἐστὶν ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ ἐν φωτί, δηλαδὴ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι. Οὐκ ἄλλο καὶ ἄλλο φῶς ὑπάρχων ἀλλὰ κατ᾿ οὐσίαν ἐν καὶ τὸ αὐτό, κατὰ τὸν τῆς ὑπάρξεως τρόπον τρισσοφαές» (ἐν τῇ ὀγδόῃ λύσει τῶν ἀπόρων)» (Ἑρμηνεία εἰς τὰς ἑπτὰ Καθολικὰς Ἐπιστολάς, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 461, ὑποσημ. 10)
5. Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 1, 3, ἐν Γρηγορίου Παλαμᾶ ἔργα, Ε.Π.Ε., Θεσσαλονίκη 1982, τ. 2, σελ. 154, στίχ. 7.
6. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 204, στίχ. 26.
7. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 210, στίχ. 23.
8. Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλίαι 41, ἔκδ. Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, ἐν Ἱεροσολύμοις 1857, σελ. 95.
9. Ὑπὲρ τῶν Ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 1, 3, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 174, στίχ. 12.
10. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 202, στίχ. 25.
11. Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑορτοδρόμιον, ἔκδ. Ὀρθ. Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1987, τόμος Γ´, σ. 267.
12. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 269.
13. Ἔνθ᾿ ἀνωτ.
14. Ἔνθ᾿ ἀνωτ.
15. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 265.
16. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 252.
17. «Τὸ φῶς ὅπου εἶδον οἱ Ἀπόστολοι εἰς τὸ Θαβώριον Ὄρος, ἂν καὶ ἦτον ἄκτιστον καὶ ἄναρχον κατὰ χρόνον, δὲν ἦτον ὅμως καὶ οὐσία καὶ φύσις Θεοῦ κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Θεολόγους. Δία τοῦτο εἶπεν ὁ Θεοφόρος Μάξιμος ἐν ταὶς εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν θεωρίαις του «Τὸ φῶς τοῦ προσώπου Κυρίου, τὸ νικῆσαν τῆς ἀνθρωπίνης αἰσθήσεως τὴν ἐνέργειαν, τὸν τρόπον διετύπου τοῖς μακαρίοις Ἀποστόλοις τῆς κατὰ ἀπόφασιν μυστικῆς Θεολογίας, καθ᾿ ἣν ἡ μακαρία Θεότης κατ᾿ οὐσίαν ἐστὶν ὑπεράρρητος καὶ ὑπεράγνωστος, καὶ πάσης ἀπειρίας ἀπειράκις ἑξηρημένη, οὐδ᾿ ἴχνος ὅλως καταλήψεως κἂν ψιλὸν τοῖς μετ᾿ αὐτὴν καταλείψασα». Καὶ ὁ θεολόγος δὲ Γρηγόριος λέγει· «Θεότης καθ᾿ ἐαυτὴν ἀόρατος» (Ἐπιστολὴ α´ πρὸς Κληδόνιον). Θεότης δὲ ἐνταῦθα ἡ θεία οὐσία νοεῖται, ἐξ ἧς ἐνέργεια οὐσιώδης καὶ ἄκτιστος ὑπῆρχε τὸ ὁρατὸν φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως. Πλήν, ἂν καὶ τὸ φῶς ἐκεῖνο δὲν ἦτον οὐσία τοῦ Θεοῦ, ὅμως ἦτον πάντοτε ἀχώριστόν της οὐσίας τοῦ Θεοῦ, κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Θεολόγους οὺ γὰρ ἦν καιρὸς ὅτε οὐκ ἦν μετ᾿ αὐτῆς, συνάναρχον ὃν αὐτῇ κατὰ χρόνον καὶ συναΐδιον» (Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑορτοδρόμιον, Ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Γ´ σελ. 250-251).
18. Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ, Παράφρασις εἰς τοὺς ν´ λόγους τοῦ ἁγίου Μακαρίου του Αἰγυπτίου, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Γ´, σελ. 229. Βλ. καὶ Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς Δ´ Ἐπιστολάς, τόμ. Β´, ἔκδ. Ὀρθ. Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 201 (ὑποσημ.).
19. Νικήτα Στηθάτου, Τρίτη Γνωστικῶν Κεφαλαίων ἑκατοντάς, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Γ´, σελ. 331 καὶ σελ. 298.
20. Συμεὼν τοῦ Μεταφραστοῦ, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Γ´, σελ. 229.
21. Σωφρoνίoυ Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, ἔκδ. Ί. Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1992, σελ. 267.
22. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 251.
23. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 287.
24. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 267.
25. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 257-258.
26. Λόγος πάνυ ὠφέλιμος περὶ τοῦ ἀββᾶ Φιλήμονος, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Β´, σελ. 251.
27. Ἀπὸ τὸν βίον τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Μαξίμου τοῦ Καψοκαλύβη, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Ε´, σελ. 107.
28. Ἁγ. Διαδόχου Φωτικῆς, Λόγος Ἀσκητικός, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Α´, σελ. 266.
29. Περὶ τῶν αἰρουμένων ἡσύχως βιώναι, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Δ´, σελ. 290.
30. Σωφρονίου Σαχάρωφ, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 266.
31. Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ἑπτὰ Καθολικὰς Ἐπιστολάς, ἔκδ. Ὀρθ. Κυψέλης, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 370.
32. Ἁγ.. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἓν ἁγίοις ὅσιον καὶ θεοφόρον πατέρα ἡμῶν Συμεὼν τὸν Νέον Θεολόγον, ἐν «Ἀκολουθία καὶ ἐγκώμιον τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου», ἐν Ἀθῆναις 1975, σελ. 107. Βλ. καὶ Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια Πρακτικὰ καὶ Θεολογικά, ξη´, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Γ´, σελ. 249.
33. Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 1, 3, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 196.
34. Σωφρονίου Σαχάρωφ, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 281.
35. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 243.
36. Ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 244. Βλ. καὶ σελ. 243, 268, 284.
37. Περὶ τῶν αἰρουμένων ἡσύχως βιώναι, ξγ´, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Δ´, σελ. 257.
38. Εἰς τὸν ΜΕ᾿ Ψαλμόν, Μ. Βασιλείου Ἔργα, ΕΠΕ., τόμ. 5, Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 318.
39. Μέγ. Βασιλείου, Τοὶς κατὰ Νεοκαισάρειαν λογιωτάτοις, ἔνθ᾿ ἀνωτ. τόμ. 3, σελ. 188.
40. Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Τὰ εὑρεθέντα ἀσκητικά, λόγος μγ´, Ἀθῆναι 1895, σελ. 178.
41. Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἑορτοδρόμιον, ἔνθ᾿ ἀνωτ. τόμ. Γ´, σελ. 255.
42. Ἁγ. Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κεφάλαια Πρακτικὰ καὶ Θεολογικά, ρμ´, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Γ´, σελ. 264.
43. Παρὰ Καλλίστου καὶ Ἰγνατίου τῶν Ξανθοπούλων, Περὶ τῶν αἰρουμένων ἡσύχως βιώναι, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Δ´, σελ. 251-252.
44. Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλία εἰς τὰ Εἰσόδια, μετάφρασις Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, ἐν περιοδ. Ἅγιος Νεκτάριος, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 170.
45. Γράφει σχετικῶς ὁ π. Σωφρόνιος: «Ἡ ἐν δυνάμει ἐμφάνισις τοῦ Φωτὸς τοσούτον ὑπερβαίνει τὴν πεπτωκυίαν φύσιν ἡμῶν, ὥστε οὐδεὶς ἐκ τῶν εἰς Χριστὸν πιστευόντων πρέπει νὰ ἐμπιστεύηται εἰς ἑαυτὸν ἄνευ τῆς ἀπαραιτήτου μαρτυρίας εἴτε ἐκ τῶν Γραφῶν, εἴτε ἐκ τῶν ἔργων τῶν Ἁγίων Πατέρων. Πλέον τούτου, καὶ αἱ Γραφαὶ εἰσέτι δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὴν τελικὴν κρίσιν, διότι καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κατανοεῖται σχετικῶς ὑφ᾿ ἑνὸς ἕκαστου κατὰ διάφορον τρόπον. Εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἐπιβεβαίωσις ἄλλου προσώπου τῆς αὐτῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον ὅμως ἠξιώθη πρὸ ἡμῶν τῆς Θείας ἐπισκέψεως. Ἑπομένως εἶναι ἀναγκαία τὰ τρία ταῦτα: Αἱ Ἁγίαι Γραφαὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τὰ ἔργα τῶν ἁγίων ἀσκητῶν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν καὶ ὁ «ζῶν» μάρτυς. Ἐὰν ὁ τελευταῖος οὖτος δὲν ὑπάρχει, τότε εἶναι ἴδιον τῆς δικαίας ψυχῆς ἡ κραυγὴ πρὸς τὸν Θεόν: «Φεῖσαί μου καὶ μὴ ἐάσῃς με τὸν παραλελυμένον ψυχῇ τε καὶ σώματι νὰ ἐκπέσω τῆς ἀληθείας Σου καὶ νὰ τραπῶ εἰς ἄλλην, ἀλλοτρίαν ὁδόν». «Μὴ μὲ δελεάσῃς ἀπάτη». Τοὺς λόγους τούτους θέτει ἡ ἐκκλησιαστικὴ ὑμνολογία εἰς τὸ στόμα τῆς Ὑπεραγίας Παρθένου, ὄτε Αὐτὴ ἔλαβεν ἐκ τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἓξ Αὐτῆς παρθενικῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 269-270).
46. Βλ. Συμβουλευτικὸν Ἐγχερίδιον, ἔκδ. «Ἅγιος Νικόδημος» Ἀθῆναι, σελ. 200, ὅπου γράφει καὶ τὰ ἑξῆς: «Οὕτω καὶ ἡ θεωρία, τόσον ἡ κατὰ παραδοχὴν καλούμενη, ὅσον καὶ ἡ κατ᾿ ἐπιβολὴν τοῦ θείου ἐκείνου φωτός, καὶ τοῦ θεϊκοῦ ἐκείνου κάλλους, εἶναι ἡ γλυκυτέρα καὶ ἡ ποθεινοτέρα ὅλων τῶν ἄλλων τοῦ Θεοῦ προσόντων τε καὶ τελειοτήτων, καὶ τιτρώσκει καὶ πληγόνει, καὶ διατρυπᾷ τὴν καρδίαν τῶν ἐραστῶν μὲ τόξα, καὶ βέλη, καὶ κέντρα δριμύτατα τοῦ πρὸς Θεὸν πόθου, καὶ τοῦ παντοκρατορικοῦ ἔρωτος, καὶ τῆς θείας ἀγάπης καὶ ἡ ἀφορμὴ εἶναι, διότι, καθὼς τὸ αἰσθητὸν τοῦτο φῶς τοῦ ἡλίου, διαφάνειαν καὶ λαμπρότητα παρέχον εἰς τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμούς, δίδει δύναμιν εἰς αὐτοὺς νὰ διακρίνωσι δι᾿ αὐτοῦ ὅλα τὰ ἐν τῷ αἰσθητῷ κόσμω ὁρατὰ κτίσματα. οὕτω καὶ τὸ νοητὸν φῶς τοῦ ὑπερουσίου ἡλίου, νοερᾶν ἔλλαμψιν καὶ διαφάνειαν εἰς τοὺς ψυχικοὺς ὀφθαλμοὺς χαριζόμενον, δίδει δύναμιν εἰς αὐτοὺς νὰ διακρίνωσι δι᾿ αὐτοῦ καὶ νὰ θεωρήσωσιν ὄλας τὰς ἄλλας τοῦ Θεοῦ τελειότητας, καὶ πάντα τὰ ἐν τῷ νoερῷ κόσμω μακάρια θεάματα, καὶ μυστήρια, τοῦ μέλλοντος αἰῶνος».
47. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, Περὶ ἡσυχίας καὶ προσευχῆς ... κεφάλαια ι´, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Δ´, σελ. 68.
48. Ἁγ. Διαδόχου Φωτικῆς, Λόγος ἀσκητικός, Φιλοκαλία, ἔνθ᾿ ἀνωτ., τόμ. Α´, σελ. 246.
49. Ὑπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων, 1, 3, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 256.
50. Ἁγ. Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, ἔνθ᾿ ἀνωτ. σελ. 123.
http://www.alopsis.gr/alopsis/monaxis3.htm 
Πηγή εἰκόνας:http://www.impantokratoros.gr/dat/DC437C12/image1.jpg?634178934511225651

(Πηγή ηλ. κειμένου: nektarios.gr)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...