Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΥΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΥΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Ο άγιος Προκόπιος ο δια Χριστόν σαλός

Κάποτε, ένας δια Χριστόν σάλος, ό άγιος Προκόπιος του Ούστιούγκ (+1303, ή μνήμη του τελείται στίς 8 Ιουλίου), διασχίζοντας τους δρόμους του Ούστιούγκ, έφτασε τρέχοντας στην εκκλησία. Γονάτισε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας καί φώναξε: «Μητέρα του Θεού, σώσε μας  σώσε μας!» Γύρισε προς τον κόσμο, πού παρευρισκόταν εκείνη την στιγμή μέσα στην εκκλησία καί τους φώναξε δυνατά να μετανοήσουν, να παύσουν να άμαρτάνουν, διαφορετικά ό Θεός θα τους λιθοβολήσει. Ό κόσμος τον έθεώρησε τρελλό. Καί άφοϋ τον σάπισαν στο ξύλο, τον έδιωξαν. Τά ϊδια είχαν πάθει καί οί προφήτές.


Πέρασε καιρός. Καί τότε συνέβη κάτι το φοβερό.
Ό ουρανός καλύφθηκε από ένα τεράστιο μαϋρο σύννεφο. Όλες οί εκκλησίες της πόλης γέμισαν από πιστούς. Καί να, καταφθάνει καί ό όσιος με τα ελεγκτικά του λόγια: «Δεν σας το έλεγα; Τώρα το βλέπετε καί μόνοι σας. Προσευχηθείτε. Προσευχηθείτε...» Καί προσευχήθηκαν όλοι  καί ό όσιος μαζί τους, καί το σύννεφο διαλύθηκε  ό ουρανός καθάρισε καί όλοι οι κάτοικοι, σαν κάτι να τους έσπρωχνε, έτρεξαν έξω από την πόλη! Καί τί να ίδοϋν; Μια τεράστια έκταση σκεπασμένη με μαύρες πέτρες-μετεωρΐτες. 'Αν οι πέτρες αυτές έπεφταν επάνω στην πόλη, δεν θα έμενε άνθρωπος ζωντανός. Οι πέτρες βρίσκονται έκεί ακόμη μέχρι σήμερα. Οι επιστήμονες πού τίς εξέτασαν έβεβαίωσαν ότι, πράγματι οι πέτρες αυτές είναι μετεωρίτες. Για το πώς όμως βρέθηκαν όλες μαζί σε ένα σημείο, δεν μπόρεσαν να δώσουν εξήγηση. Αυτό βέβαια το γνώριζε μόνο ό δούλος του Θεού, πού το είχε προβλέψει.
http://anavaseis.blogspot.com/2010/08/blog-post_7165.html
proskynitis.blogspot.com

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ...(ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΘΑΥΜΑ ΣΤΗ ΡΩΣΙΑ)

perestroika 1988
 Τό  1978 , στήν πολιτεία Ταμπώφ έξω από τήν Μόσχα, σέ ώρα μεγάλης κυκλοφοριακής κίνησης, παρουσιάσθηκε στόν ουρανό, μέρα μεσημέρι, ένα σημείο γραφής σάν ουράνιος πένα, πού έγραψε στόν ουρανό τά παρακάτω λόγια,
1) Τό κακό προπορεύεται τού καλού.
2) Τώρα, είναι χειμώνας γιά τόν λαό μου... (σημ. διωγμοί κομ. καθεστώτος)
3) Ημέρες μετανοίας...
4) Καμμία δίκαιη ψυχή δέν θά μείνει ανάμεσα στούς διεφθαρμένους, καί καμμία άσωτη ψυχή δέν θά παραμείνει μεταξύ τών δικαίων ψυχών...
5) Προσέξετε τό Σωτήριόν μου... ( δηλ. τόν Σωτήρα Χριστό ).
6) Προσφέρατε καρπούς μετανοίας.
7) Σωτηρία περιμένει εκείνους πού φοβούνται τόν Θεό.
8) Άς είναι γνωστή ή ευθύνη όλων τών πράξεών σας.
9) Αληθώς, θά έλθω, δέν θά αργήσω... ( καί πράγματι ήλθε, μετά 10 χρόνια )
Τά παραπάνω εννέα σημεία δημοσιεύθηκαν σέ Ορθόδοξη Ρωσική εφημερίδα τής Διασποράς, καί αναδημοσιεύτηκαν στήν Ελλάδα από τήν εφημερίδα "Ορθόδοξος Τύπος"  στίς 20.7.78 .
Τά γεγονότα πού επακολούθησαν  10  χρόνια αργότερα, μέ τήν Ρωσική αλλαγή glassnot - perestroika , έδειξαν τό μέγεθος τής ουράνιας προφητείας.
Πιθανόν, κάπως έτσι περίπου καί ο Μέγας Κωνσταντίνος, ευρισκόμενος σέ θέση μάχης μέ τόν Μαξέντιο, έξω από τήν Ρώμη, είδε κι΄ αυτός τό γνωστό σημείον τού Σταυρού στόν ουρανό, " Εν τούτω νίκα ".
Πηγή: http://www.kivotoshelp.gr/Pages/shmeiatwnkairwn.htm#grammata
Πηγή εἰκόνας: http://t1.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcQjr8YpE4bnMxABCMNYfT0ivYAKNZiKqhTjCZacO1oEm8PDTRE&t=1&usg=__2Xb26ojn4q3MJ2Qp2BcHZ_PKgIs=

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Μη μας αφήσεις Παναγιά! (Ένα θαύμα της Παναγίας στην Κεφαλλονιά του 1694)




Βρισκόμαστε στην Κεφαλονιά του 1694. Νησί ανυπεράσπιστο ό τόπος, αφέθηκε στα χέρια άγριων πειρατών πού, άφοϋ λεηλάτησαν και άρπαξαν, πήραν στο φεύγα τους νιους και κοπελιές για τα παζάρια της Ανατολής. Από το χωριό του "Αϊ-Δημήτρη πού γειτονεύει με το Ληξούρι, άρπαξαν τρία παλληκάρια καί τα πήγανε αλυσοδεμένα στη Μπαρμπαριά, τον τόπο πού σήμερα φωνάζουν Αλγέρι.

Εκεί τα βάλανε σε ένα σκοτεινό κι ανήλιαγο κελί κι αυτά τα δύσμοιρα περίμεναν το τέλος. Κάθε πού ξημέρωνε ό Θεός, μούγκριζαν οι τοίχοι από τα βογγητά του πόνου καί του θανατικού.
Γεμάτη ή φυλακή από Ρωμιούς, άκουγαν τα παλληκάρια τις παρακλήσεις των άλλων καταδίκων στη μάνα Παναγιά. Ελπίδα ανθρώπου πουθενά, Μα για κοίταξε! Σάν ό άνθρωπος μένει έρημος καί μόνος καί από πουθενά δεν έχει να κρατηθεί καί αφήσει την ψυχή καί το σώμα στη Χάρη Της, ή Παναγιά διπλά νοιάζεται γι αυτόν. Γιατί Εκείνη ξέρει από πόνο.
Εκεί λοιπόν, μέσα στην απελπισία καί τη σκοτεινιά πιάσανε τη δέηση καί οι τρεις στην Ύπεραγία Θεοτόκο να τους πάρει κοντά της καί να μη γνωρίσουν θάνατο μαρτυρικό.
Νηστικοί, εγκαταλελειμμένοι, απογοητευμένοι, την παρακαλούσαν να πεθάνουν παρά να τους σκοτώσουν.
-Παναγιά μας, έλεγαν, μη μας αφήσεις στον κακό θάνατο. Πάρε μας μαζί σου. Λάφρωσέ μας από τον πόνο.
Καί μέσα στην προσευχή τους αποκοιμήθηκαν... Καί ξύπνησαν... ακούγοντας πετεινούς.
Δεμένα στα σίδερα τα παλληκάρια με χέρια καί πόδια με χοντρές αλυσίδες, ρωτούσε ό ένας τον άλλον.
Λέει το λοιπόν ό ένας Κεφαλονίτης.
-Τί είναι αυτό πού ακούμε, αδέλφια;
Στό πρώτο ερώτημα αποκρίθηκε το άκουσμα μιας χαρούμενης καμπάνας.
Μπροστά τους το όμορφο χωριό τους! Ή Παναγία τους έφερε θαυματουργικά από τη Βόρεια Αφρική στο πανηγύρι του τόπου τους.
Όταν άκουσαν τις καμπάνες, άχάραγα ακόμα, σύρανε την ταλαιπωρία μα καί την ελπίδα τους κοντά στην εκκλησία της Παναγιάς πού γιόρταζε τα έννιάμερα της Χάρης Της στις 23 του Αυγούστου.
Οι μανάδες καί οι συγγενείς τους άντίκρυσαν τα τρία ναυτόπουλα με τίς αλυσίδες καί χάθηκαν στην αγκαλιά τους με δάκρυα ευγνωμοσύνης στο Θεό.
Άφοϋ προσκύνησαν την Παναγιά, οι τρεις Κεφαλονίτες αποφάσισαν να γίνουν μοναχοί καί να αφιερωθούν στο Θεό. Μέχρι σήμερα υπάρχουν, σε πίστωση του θαύματος, κρεμασμένες οί αλυσίδες των παλληκαριών στο θρονί της Παναγιάς πού τους λευτέρωσε από την κουρσάρικη αιχμαλωσία.
Κοντά στο Ναό έχτισαν δύο πρόχειρα κελιά κι έφτιαξαν το πρώτο ησυχαστήριο.
Σέ ανάμνηση του θαύματος υπάρχει επιγραφή πού μαρτυρεί το γεγονός «1694,23 Αυγούστου έποιήθη το θαύμα. Ιάκωβος, Γεώργιος, Ιωάννης. Χαίρε ότι ήλευθερώθητε της φθοράς του θανάτου δια πρεσβειών της Θεομήτορος».

* Τό παραπάνω γεγονός μας διηγήθηκε ό Πρωτοσύγκελλος της Ί. Μητροπόλεως Κεφαλληνίας π. Γεράσιμος Φωκάς. Τον ευχαριστούμε από καρδιάς.

Αρχ.Εφραίμ Παναούση
''Πειραική Εκκλησία''
Ιούλιος-Αύγουστος 2004
Πηγή εἰκόνας: http://t3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcSdMB_75BLWMHrs6WkH_HcT5ZJL8HECgkFHGc94MucZ8fOCNWQ&t=1&usg=__Z1H00t4j68_vRp-pdxWKj9tuFv4=

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Η δύναμη της προσευχής στις δυσκολίες

Η ιστορία, που θα σας αφηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή όσα απίστευτα στοιχεία και αν έχει…. ήταν αρχές Δεκέμβρη 2007. Οι έννοιες και οι φροντίδες της καθημερινότητας με είχαν καταβάλει εκείνο τον καιρό και ιδιαίτερα κάποιες οικογενειακές υποθέσεις μου είχαν προκαλέσει μεγάλη στεναχώρια. Τέλος πάντων σκεφτόμουν, τα έχει αυτά η ζωή. Αυτό, όμως, που ένοιωσα εκείνο το πρωί ήταν για μένα -έτσι σκεφτόμουν τότε- τελειωτικό. Από την προηγούμενη είχα κάποιες εκκρεμότητες να φέρω σε πέρας και μάλιστα οικονομικές, που με είχαν στεναχωρήσει και με είχαν αγχώσει πολύ. Είχα πάει στο ταμείο των υπαλλήλων της υπηρεσίας που εργάζομαι και είχα εισπράξει το ποσό ενός δανείου 20.000 ευρώ, προκειμένου να εξοφλήσω την τράπεζα η οποία μας έβγαλε το εξοχικό σπίτι σε πλειστηριασμό και προχώρησε σε κατάσχεση.
Ήμουν πολύ στεναχωρημένη, γιατί αυτό το σπίτι είχε φτιαχτεί με πολύ μόχθο και κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε με τα παιδιά εκεί για διακοπές. Δεν ήθελα με κανένα τρόπο να το χάσω, αν και οικονομικά ήμουν σε πολύ δύσκολη κατάσταση, αφού βασιζόμουν μόνο στο μισθό μου. Τέλος πάντων ζήτησα από τη υπηρεσία δάνειο, για το οποίο μου κρατάνε κάθε μήνα 250 ευρώ από το μισθό. Μόλις το εισέπραξα σε μετρητά πήγα στην τράπεζα και έστειλα 6.000 ευρώ σε έναν θείο, που είχε καταβάλει εγγύηση για να μη γίνει η κατάσχεση και τα υπόλοιπα 14.000 θα τα έβαζα σε λογαριασμό της τράπεζας τον οποίο όμως δεν είχα και έπρεπε να τηλεφωνήσω να μου τον πουν. Και ώσπου να τελειώσω με όλα αυτά η τράπεζα έκλεισε. Έτσι σκέφθηκα να αφήσω τα χρήματα, μαζί με όλα τα χαρτιά, όπως ήταν, μέσα στο αυτοκίνητό μου, στο τσεπάκι της πόρτας του οδηγού. Εκεί ποιος να τα πειράξει. Άλλωστε πρωί-πρωί θα πήγαινα να τα καταθέσω. Ποτέ δεν είχα χάσει κάτι από το αυτοκίνητο. Μάλιστα τα έβαλα σε ένα φάκελο από αυτούς των δημοσίων υπηρεσιών καθώς τους φύλαγα, όταν η ταμίας μας πλήρωνε και μας έβαζε τα χρήματα στο φάκελο. Εγώ πάντα της γκρίνιαζα γι’ αυτό ότι ο τρόπος αυτός είναι απηρχαιωμένος, αλλά εκείνη εξακολουθούσε το σύστημά της. Έτσι κρατούσα τους φακέλους κι όλο και κάπου μου χρησίμευαν. Ίσως σας κουράζω με λεπτομέρειες αλλά θα δείτε παρακάτω γιατί σας τις αναφέρω. Εκείνο το πρωί λοιπόν ξεκίνησα να πάω στη τράπεζα για την κατάθεση των χρημάτων. Το αυτοκίνητο, ενώ συνήθως το παρκάρω στην πυλωτή της πολυκατοικίας, εκείνο το βράδυ το είχα παρκάρει λίγο παραπέρα από το σπίτι, γιατί κάποιος μου είχε πιάσει το πάρκιν. Πηγαίνω εκεί που το είχα παρκάρει, πολύ κοντά στο σπίτι και σε σίγουρο μέρος, αλλά το αυτοκίνητο πουθενά. Κοπήκανε τα πόδια μου. Δεν ήταν δυνατόν. Στη γειτονιά. Λίγα μέτρα από το σπίτι. Ποτέ κανείς δεν είχε παραπονεθεί για κλοπές. Είμαστε ήσυχη γειτονιά. Κόντεψα να τρελαθώ. Δεν ήταν μόνο το αυτοκίνητο που έχασα, κι αν το εύρισκα και πως θα το εύρισκα, και πως θα πηγαίνω στη δουλειά και πως θα πηγαίνει ο γιος μου στο σχολείο που τον πήγαινα εγώ κάθε πρωί, δεν ήταν που δεν είχα καθόλου χρήματα να αγοράσω άλλο, ήταν ότι είχα μέσα και τις 14.000 ευρώ. Πήγα να τρελαθώ πραγματικά. Και εκτός αυτού και το σπίτι θα έχανα, αφού δεν πρόλαβα να στείλω τα χρήματα στην τράπεζα. Και το αυτοκίνητο και τα χρήματα, αλλά και θα μου κρατούσαν κι από τον μισθό μου 250 ευρώ το μήνα γι’ αυτό το δάνειο. Τρελάθηκα. Ένοιωσα δύσπνοια, κιτρίνισα. Γύρισα στο σπίτι και κάθισα μουδιασμένη. Τώρα τι να κάνω. Παίρνω αμέσως το 100 και καταγγέλλω τη κλοπή. -Τι να σας πω κυρία μου, μου λέει στην άλλη άκρη της γραμμής ο αστυνομικός, στην Αθήνα κάθε μέρα κλέβονται 100 αυτοκίνητα. Θα δώσουμε τα στοιχεία στα περιπολικά κι αν τύχει και πέσουμε επάνω.. αν είστε τυχερή… πηγαίνετε και στο αστυνομικό τμήμα να κάνετε και μήνυση κατά αγνώστων. Όλα μαύρα…Πηγαίνω στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής μου, κι εκεί τα ίδια. Εκεί ένα παιδί, νέος αστυνομικός, μου φέρνει ένα μπουκαλάκι νερό -πως θα με είδε το παιδί- και μου λέει. -Ηρεμήστε μπορεί και να το βρείτε… 
Γυρίζω σπίτι και περιμένω…Στη στιγμή άρχισα να σκέφτομαι τα γεγονότα. Πως συνέβη αυτό, γιατί συνέβη αυτό, γιατί ο Θεός να μου δώσει αυτή τη δοκιμασία…Εκεί μου ήρθε τότε στο νου μια κουβέντα, που μου είχε πει ένα σεβάσμιος γέροντας κάποτε, που πήγα κοντά του να εξομολογηθώ. Ήμουν τότε πολύ στενοχωρημένη και ανήσυχη για τα παιδιά μου, για τη ζωή μου…έκλαιγα, μιλούσα κι έκλαιγα…τότε μου λέει. -Μην κλαις. Ο Θεός μας δίνει τις δοκιμασίες για κάποιο λόγο. Είναι, όμως, πατέρας μας και αγαπάει τα παιδιά του. Το καλό μας θέλει. Πρέπει να του έχουμε εμπιστοσύνη. Για κάποιο λόγο μας τα στέλνει όλα τούτα. Μην κλαις. Είναι αμαρτία, γιατί δείχνεις ότι δεν τον εμπιστεύεσαι…Να κάνεις την προσευχή σου και να αφήνεσαι με εμπιστοσύνη στο θέλημά του. Εγώ, όμως, είμαι ένας άνθρωπος κοσμικός. Ψάχνω βέβαια τα πνευματικά μονοπάτια, αλλά πολύ μικρή είναι η πίστη μου. Θυμήθηκα τα λόγια τούτα του γέροντα και σκέφτηκα ξανά τα γεγονότα κάτω από άλλη ματιά. Για πιο λόγο γίνονται όλα, για κάποιο λόγο μας στέλνει ο Θεός τις δοκιμασίες. Για λίγο όμως, γιατί ξανά με κυρίευσε η απελπισία, αλλά πάλι ξανασκέφτηκα τα λόγια του γέροντα.. Και τότε ξαφνικά θυμήθηκα ότι μου είχε δώσει μια προσευχή να διαβάζω στα δύσκολα αλλά… και στα εύκολα μου είχε πει. Έψαξα πού την είχα καταχωνιάσει εδώ και τόσα χρόνια -θα είχαν περάσει 8-9 χρόνια από τότε. Τη βρήκα όμως, δεν την είχα πετάξει. Την διάβασα πολλές φορές. Ήταν η προσευχή των πατέρων της Όπτινα.
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ ΚΥΡΙΕ, βοήθησε με να αντιμετωπίσω με ψυχική γαλήνη όλα όσα θα μου φέρει ή σημερινή ήμερα. Βοήθησέ με να παραδοθώ ολοκληρωτικά στο άγιο θέλημα Σου. Στην κάθε ώρα αυτής της ημέρας φώτιζε με και δυνάμωνε με για το κάθε τι. Όποιες ειδήσεις κι αν λάβω στο διάστημα της σημερινής ημέρας, δίδαξε με να τις δεχθώ με ηρεμία και με την πεποίθησι ότι προέρχονται από το άγιο θέλημα Σου. Καθοδήγησε τις σκέψεις και τα συναισθήματα μου σε όλα τα έργα μου και τα λόγια μου. Σ’ όλες τις απρόοπτες περιστάσεις μη με αφήσεις να ξεχάσω, ότι τα πάντα προέρχονται από Σένα. Δίδαξε με να συμπεριφέρομαι σε κάθε μέλος της οικογενείας μου με ευθύτητα και σύνεση, ώστε να μην συγχύσω και στενοχωρήσω κανένα. ΚΥΡΙΕ, δος μου την δύναμη να υποφέρω τον κόπο και όλα τα γεγονότα της ημέρας αυτής καθ’ όλη την διάρκεια της. Καθοδήγησε την θέλησή μου κα δίδαξε με να προσεύχομαι, να πιστεύω, να υπομένω, να συγχωρώ και να αγαπώ. ΑΜΗΝ.
Σε λίγο ξαναπήρα τηλέφωνο το 100. Τίποτα. Το αστυνομικό τμήμα τίποτα. Ήρθε μεσημέρι. Γύρισαν τα παιδιά από τα σχολεία τους. Του είπα τα καθέκαστα. Στεναχωρέθηκαν πολύ. Εγώ μουδιασμένη, αλλά κάπου άρχισα να σκέφτομαι ότι πρέπει να αποδέχομαι αυτά που μου τυχαίνουν στην ζωή. Να έχω εμπιστοσύνη στο Θεό. Μάλλον, όμως, το ’κανα και αναγκαστικά, αφού δεν μπορούσα να κάνω και τίποτε άλλο. Όμως αυτή η κουβέντα του γέροντα όλο και μεγάλωνε στο μυαλό μου…Όλα γίνονται για κάποιο σκοπό… Όλα γίνονται για κάποιο σκοπό. Άρα πρέπει να σκεφτώ ποιος είναι ο σκοπός, είπα εγώ στον εαυτό μου, αφού αυτή είναι η πάγια τακτική μου, όλα να τα εξηγώ. Έλα, όμως, που ορισμένα είναι πάνω από τη δύναμη του νου μου. Έτσι πέρασε η μέρα. Κάνοντας τηλεφωνήματα, αγωνιώντας, ξανακάνοντας προσευχή. Κατά τις 11:30 η ώρα το βράδυ ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο. -Κυρία μου είμαστε από το αστυνομικό τμήμα Κάτω Πατησίων. Έχετε ένα αυτοκίνητο άσπρο, τάδε μάρκα με τάδε νούμερα. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Ναι. Τι έγινε· Έχουμε εδώ δυο άτομα που είχαν το αυτοκίνητό σας· τους σταματήσαμε για έλεγχο και βρήκαμε το δίπλωμα και τα χαρτιά σας. Ελάτε αμέσως.Έτρεξα κατευθείαν εκεί. Ήταν δυο νεαροί -όχι κακά παιδιά- με σκυμμένο το κεφάλι. Κυρία μου, μού λέει ο διοικητής τι είχατε στο αυτοκίνητό σας εκτός από τα χαρτιά σας; Χρήματα κύριε διοικητά. Πόσα; 14.000 ευρώ. Καλά κυρία μου, αφήνουμε τόσα λεφτά στο αυτοκίνητο; Τι να του πω δίκιο είχε. Βγάζει τότε από το συρτάρι του ένα φάκελο, τον φάκελο της υπηρεσίας μου, που είχα βάλει μέσα τα χρήματα και μου λέει. Μετρήστε τα. Κοπήκανε τα πόδια μου. Μα ήταν δυνατόν; Αρχίζω και μετράω. Τα χρήματα ήταν όλα εκεί δεν έλειπε ούτε ένα ευρώ. Δεν είναι δυνατόν λέω. Πως έγινε αυτό; Ρωτάει τότε ο διοικητής τους νεαρούς. Τι έγινε παιδιά; Πως και δεν πειράξατε τα χρήματα; Δεν τα βρήκατε; Όχι απαντάει ο ένας. Δηλαδή βρήκαμε τον φάκελο, αλλά δεν τον ανοίξαμε. Γιατί τους ρωτά ο αστυνομικός. Να καθώς ψάχναμε το αυτοκίνητο, στο ντουλαπάκι μπροστά, του συνοδηγού βρήκαμε τα διπλώματα της κυρίας και των παιδιών της, την άδεια του αυτοκινήτου και βρήκαμε κι έναν φάκελο ίδιο που είχε μέσα ένα κομμάτι ψωμί από την εκκλησία, ξερό. -Αντίδωρο το λένε ρε βλάκα, του λέει ο άλλος.-Ναι αντίδωρο. Ε, και καθώς ψάχναμε βρήκαμε στο τσεπάκι στο πλάι του αυτοκινήτου και αυτό τον φάκελο και είπαμε ότι αντίδωρο θα ’χει πάλι μέσα αυτή, όπως είχε στο άλλο. Φαίνεται ότι θα ’ναι καμιά θρήσκα… Και έτσι δεν ανοίξαμε τον φάκελο.. Μείναμε όλοι άφωνοι. Μαζεύτηκαν όλοι οι αστυνομικοί γύρω-γύρω και κοιτούσαν παραξενεμένοι. Κανείς δε μιλούσε.
Δεν θα σας κουράσω με άλλες λεπτομέρειες. Σε λίγο ήρθαν οι γονείς τους -καλοί άνθρωποι- απέσυρα τη μήνυση και γύρισα σπίτι. Εκεί έγινε πάλι άλλο σκηνικό. Τα παιδιά μου δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι το αυτοκίνητο βρέθηκε άθικτο, μόνο η βενζίνη είχε τελειώσει, και τα χρήματα όλα. Ήταν συγκλονιστικό. Δηλαδή ένα μικρό κομματάκι αντίδωρο μπόρεσε να ανατρέψει μια σειρά γεγονότων. Γιατί, αν είχαν βρει τα χρήματα, σίγουρα τα πράγματα θα έβαιναν αλλιώς. Και πότε το είχα βάλει εκεί το αντίδωρο ούτε που θυμόμουν. Εκείνο το ντουλαπάκι σπάνια το ανοίγω. Και το αντίδωρο θα το είχα από το καλοκαίρι ίσως, που πηγαίνω καμιά φορά σε κάποιο προσκύνημα. Αλλά πάλι πως το έβαλα μέσα στο φάκελο. Ούτε που μπορώ να θυμηθώ. Σημασία βέβαια έχει πως το γεγονός αυτό με έκανε να βλέπω τη ζωή αλλιώς. Να βλέπω με σεβασμό το καθετί και να αποδέχομαι με σεβασμό σχεδόν με ευγνωμοσύνη ακόμα και τα άσχημα, που μου συμβαίνουν στη ζωή. Το περιστατικό έγινε αιτία να επηρεαστούν αρκετοί άνθρωποι. Πρώτη εγώ. Μετά τα παιδιά μου, που συνήθως με κοντράρουν πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα, τώρα όλο και συζητούν θέματα πνευματικά και ο μικρός -τελειόφοιτος λυκείου- εφέτος για πρώτη φορά νήστεψε. Αυτό τον καιρό συμμετέχω σε κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα και επειδή εκείνη την ημέρα δεν πήγα στο μάθημα εξήγησα στον καθηγητή μου τι είχε συμβεί. Την άλλη μέρα, όταν του είπα την συνέχεια, κούνησε σκεφτικός το κεφάλι και με παρότρυνε να πάω να κοινωνήσω, πράγμα που έκανα καθώς πλησίαζε η γιορτή του αγίου Νικολάου. Περιττό να πω ότι ανέφερε το γεγονός σε όλο το τμήμα και έμειναν να με κοιτάζουν όλοι κατάπληκτοι. Η μητέρα του ενός από τα παιδιά, που είχαν πάρει το αυτοκίνητό μου τηλεφώνησε λίγο μετά τα Χριστούγεννα και μου είπε πως ο γιος της τής ζήτησε να νηστέψει και να πάει να κοινωνήσει, γιατί του έκανε λέει μεγάλη εντύπωση το γεγονός με το αντίδωρο και το ότι δεν είχε συνέπειες η κακή του αυτή πράξη για την οποία και είχε μετανιώσει πικρά… Οι συνάδελφοι στη δουλειά άκουσαν το γεγονός, ορισμένοι μπορεί να το ξέχασαν, ορισμένοι, όμως, που και μου το θυμίζουν και συχνά κουβεντιάζουμε για το αν υπάρχουν δυνάμεις πάνω από μας, που ρυθμίζουν τις ζωές μας. Και ακόμα η διήγηση του γεγονότος αυτού με έκανε να έρθω κοντά με μια φίλη, που με βοηθά να βαδίσω στον δρόμο τον πνευματικό με όλο και πιο σίγουρα βήματα. Τη λένε Αγγελική. Τα λόγια αυτά του γέροντα, τα λόγια της προσευχής, τα θυμάμαι πάντα στα δύσκολα, αλλά και στα εύκολα. Αυτή η προσευχή τυπώθηκε στο νου και στην καρδιά μου και τη ψιθυρίζω από τότε συχνά, σχεδόν κάθε μέρα… «Κύριε…Στις απρόοπτες καταστάσεις μη μ’ αφήσεις να ξεχάσω ότι όλα παραχωρούνται από σένα… Δίδαξε με να δέχομαι με ακλόνητη πεποίθηση ότι τίποτε δεν συμβαίνει, χωρίς να το επιτρέψεις εσύ… Κύριε, δος μου τη δύναμη να υποφέρω τον κόπο της ημέρας αυτής σε όλη τη διάρκειά της. Καθοδήγησε τη θέλησή μου και δίδαξε με να προσεύχομαι, να πιστεύω, να υπομένω, να συγχωρώ και ν’ αγαπώ. ΑΜΗΝ». Και μέσα στο τρέξιμο της καθημερινότητας δεν βάζει ο νους του ανθρώπου τι μπορεί να του ξημερώσει και τι πράγματα μπορεί να του συμβούν.-
«ΕΝΟΡΙΑΚΑ ΝΕΑ» Αγίου Γεωργίου Διονύσου Αττικής Ιούλιος – Αύγουστος 2008
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/08/09
Πηγή εἰκόνας: http://anavaseis.blogspot.com

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ. «Ἄν δέν σοῦ διαβάσει τήν εὐχή αὐτός (πού τόν ἔλεγε «χαραμοφάη») ἐγώ δέν θά σέ συγχωρήσω».

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ- ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΘΕΛΟΥΝ ΘΑΥΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ.- ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ Ἤ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ.

Ήμουν άθεη
(παρμένο από τη Ρωσία)
Επιστροφή από την άλλη ζωή
       Ήμουν άθεη και έβριζα πολύ και φοβερά το Θεό. Ζούσα μέσα στη ντροπή και την πορνεία και ήμουν νεκρή στη γη. Όμως ο ελεήμων Θεός δεν άφησε να χαθώ, αλλά με οδήγησε στη μετάνοια.
       Στα 1961 αρρώστησα από καρκίνο και ήμουν άρρωστη τρία χρόνια. Δεν έμενα ξαπλωμένη, παρά εργαζόμουνα και έκανα θεραπεία σε γιατρούς, ελπίζοντας να βρω θεραπεία. Τους τελευταίους έξη μήνες είχα τελείως αδυνατίσει, τόσο που ούτε νερό δεν μπορούσα να πιω. Μόλις το έπινα, αμέσως το έκανα εμετό. Τότε με πήγαν στο νοσοκομείο και επειδή ήμουν πολύ ενεργητική κάλεσαν ένα καθηγητή από τη Μόσχα και αποφάσισαν να με χειρουργήσουν.
       Μόλις μου άνοιξαν την κοιλιά, αμέσως πέθανα. Η ψυχή μου βγήκε από το σώμα και στέκονταν ανάμεσα σε δύο γιατρούς και εγώ με μεγάλο φόβο και τρόμο κοίταζα την αρρώστια μου. Ολόκληρο το στομάχι μου και τα έντερα μου ήταν προσβεβλημένα από καρκίνο. Στεκόμουνα και σκεπτόμουνα γιατί είμαστε δύο; Δεν είχα ιδέα ότι υπάρχει ψυχή. Οι κομμουνιστές μας φούσκωναν και μας δίδασκαν ότι η ψυχή και ο Θεός δεν υπάρχουν, ότι αυτό είναι μόνο επινόηση των παπάδων για να ξεγελάσουν το λαό και να τον κρατούν σε φόβο για κάτι που δεν υπάρχει.

Βλέπω τον εαυτό μου που στέκεται και τον βλέπω πάλι πάνω στο χειρουργείο. Μου έβγαλαν έξω όλα τα εντόσθια και αναζητούσαν τον δωδεκαδάκτυλο. Αλλά εκεί υπήρχε μόνον πύον, τα πάντα ήταν κατεστραμμένα και χαλασμένα, τίποτε δεν ήταν υγιές. Οι γιατροί τότε είπαν: «αυτή δεν έχει με τι να ζήσει». Όλα τα έβλεπα με μεγάλο φόβο και τρόμο και πάλι σκεπτόμουνα: «Πώς και από πού είμαστε δύο;. Στέκομαι και ταυτόχρονα είμαι ξαπλωμένη; "Οι γιατροί τότε επέστρεψαν τα εντόσθιά μου όπως-όπως και είπαν ότι το σώμα μου πρέπει να δοθεί στους νέους ειδικευόμενους γιατρούς για διδασκαλία και το μετέφεραν στο νεκροστάσιο και εγώ πήγαινα κοντά τους και όλο και παραξενευόμουνα και σκεφτόμουνα πως και από πού είμαστε δύο. Εκεί με άφησαν ξαπλωμένη γυμνή, καλυμμένη ως το ύψος του στήθους με ένα σεντόνι. Μετά απ αυτό βλέπω ότι ήλθε ο αδελφός μου και έφερε το μικρό μου γιο. Ήταν έξι χρονών και ονομάζονταν Αντρούσκα (Αντρέι). Ο γιός μου πλησίασε το σώμα μου και με φίλησε στο κεφάλι . Άρχισε να κλαίει και να λέει: «Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Είμαι ακόμη μικρός, πως θα ζήσω χωρίς εσένα; Πατέρα δεν έχω και συ πέθανες! Εγώ τότε τον αγκάλιασα και τον φίλησα, αλλά αυτό δεν το αισθάνθηκε ούτε το είδε ούτε με πρόσεξε, αλλά κοίταγε το νεκρό μου σώμα. Έβλεπα επίσης πως έκλεγε ο αδελφός μου. Μετά απ αυτό, εγώ με μιας βρέθηκα στο σπίτι μου. Ήλθε η πεθερά μου από τον πρώτο μου γάμο, η μητέρα μου και η αδελφή μου. Τον πρώτο μου σύζυγο τον εγκατέλειψα γιατί πίστευε στο Θεό. Τότε άρχισε η διανομή των πραγμάτων μου. Εγώ ζούσα πλούσια και με πολυτέλεια και όλα αυτά τα απόκτησα με αδικία και με πορνεία. Η αδελφή μου άρχισε να αφαιρεί τα πιο ωραία από τα πράγματά μου, ενώ η πεθερά ζητούσε να αφήσει και κάτι στο γιό μου. Η αδελφή μου δεν άφηνε τίποτε, αλλά επιπλέον άρχισε να εμπαίζει την πεθερά λέγοντας: «αυτό το παιδί δεν είναι από τον γιό σου και συ δεν του είσαι τίποτε». Μετά απ αυτό αυτές βγήκαν και έκλεισαν το σπίτι. Η αδελφή μου πήρε μαζί της και ένα μεγάλο μπόγο με πράγματα. Ενώ αυτές μάλωναν για τα πράγματά μου είδα γύρω μας να χορεύουν και να χαίρονται διάβολοι. 
                                                           
 

       Ξαφνικά βρέθηκα στον αέρα και βλέπω σαν να πετώ με αεροπλάνο. 
Αισθάνομαι ότι κάποιος με συγκρατεί και ότι υψώνομαι όλο και πιο πολύ. Βρέθηκα πάνω από την πόλη ΜΠΑΡΝΑΟΥΛ. Μετά βλέπω ότι η πόλη χάθηκε . Έγινε σκοτάδι. Μετά απ αυτό άρχισε πάλι να έρχεται φως και στο τέλος φώτισε τελείως και το φως ήταν πάρα πολύ ισχυρό που δεν μπορούσα να το κοιτάξω. Με τοποθέτησαν σε μαύρη πλάκα ενάμιση μέτρου. Έβλεπα δένδρα με πολύ χοντρούς κορμούς και πανέμορφο ποικιλόχρωμο φύλλωμα. Ανάμεσα στα δένδρα υπήρχαν σπίτια και μάλιστα όλα καινούργια, αλλά δεν είδα ποιοι ζούσαν σ αυτά. Στην κοιλάδα αυτή είδα πλούσιο πράσινο χορτάρι και σκέφτηκα: που βρίσκομαι εγώ τώρα; Αν βρίσκομαι στη γη τότε γιατί δεν υπάρχουν εδώ επιχειρήσεις, εργοστάσια ούτε άλλα κτίρια, γιατί δεν υπάρχουν δρόμοι ούτε συγκοινωνία; Τι μέρος είναι ετούτο εδώ χωρίς ανθρώπους και ποιος τέλος πάντων ζει εδώ; Λίγο πιο πέρα είδα να περπατάει μια ωραία υψηλή γυναίκα με βασιλικά φορέματα κάτω από τα οποία φαίνονταν τα δάκτυλα των ποδιών. Περπατούσε τόσο ανάλαφρα που από τα πόδια δεν λύγιζε ούτε το χορτάρι. Κοντά της πήγαινε ένας νεαρός που είχε ύψος ως τους ώμους της. Είχε κρυμμένο το πρόσωπο του με τα χέρια του και για κάτι έκλεγε πολύ και πικρά και παρακαλούσε, αλλά για ποιο λόγο δεν μπορούσα να ακούσω. Σκέφτηκα ότι είναι ο γιος της και μέσα μου διαμαρτυρήθηκα γιατί δεν τον λυπάται και δεν του εκπληρώνει το αίτημα. Αυτός έκλεγε και θρηνούσε και εκείνη δεν του εκπλήρωνε την αίτηση. (Σημείωση: Από όλα φαίνεται ότι αυτός ο νεαρός ήταν άγγελος φύλακας αυτής της νεκρής γυναίκας. Φαίνεται επίσης πόσο ενδιαφέρονται οι άγιοι άγγελοι για μας και τις ψυχές μας, αλλά εμείς δεν το βλέπουμε. Παραπέρα φαίνεται και αυτών το αίτημα είναι ανεκπλήρωτο, αν ο θάνατος μας βρει αμαρτωλούς και αμετανόητους). Όταν αυτοί με πλησίασαν, ο νεαρός έπεσε μπροστά στα πόδια της και άρχισε να την παρακαλεί εντονότερα και να οδύρεται και να της ζητεί κάτι. Εκείνη κάτι του απάντησε, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω τι. (Σημείωση: Είχα την ευκαιρία και από άλλες πηγές να γνωρίσω πως και πόσο πικρά κλαίει ο άγ. Άγγελος φύλακας όταν αυτός που του δόθηκε για φύλαξη δεν υπακούει στην αγία Εκκλησία και στην αγία πίστη, χάνοντας την ψυχή του για πάντα). Όταν αυτοί με πλησίασαν ήθελα να τη ρωτήσω: «που βρίσκομαι;» Τη στιγμή εκείνη η γυναίκα αυτή σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, ύψωσε τα μάτια προς τον ουρανό και είπε : «Κύριε, που θα πάει αυτή έτσι;». Εγώ τότε έτρεμα και μόλις τώρα κατάλαβα ότι είχα πεθάνει, ότι η ψυχή μου βρίσκονταν στον ουρανό και το σώμα έμεινε στη γη. Τότε άρχισα να κλαίω και να οδύρομαι και ακούω φωνή που λέει: «επιστρέψτε την στη γη για τις αγαθοεργίες του πατέρα της». Άλλη φωνή απάντησε: «βαρέθηκα την αμαρτωλή και διεφθαρμένη ζωή της. Εγώ ήθελα να την εξαφανίσω από προσώπου γης χωρίς μετάνοια, αλλά με παρακάλεσε γι αυτήν ο πατέρας της. Δείξε της το μέρος για το οποίο άξιζε».
       Αμέσως βρέθηκα στον Άδη. Τότε άρχισαν να έρπουν μέχρις εμένα φοβερά πυρακτωμένα φίδια με μακριές γλώσσες που ξερνούσαν φωτιά και άλλες αποκρουστικές βρωμιές. Η βρώμα ήταν αβάσταχτη. Αυτά τα φίδια τυλίχθηκαν γύρω μου και ταυτόχρονα από κάπου παρουσιάστηκαν σκουλήκια χοντρά ίσαμε το δάκτυλο με ουρές που κατέληγαν σε βελόνες και άγκιστρα. Αυτά έμπαιναν σε όλα τα ανοικτά μου μέρη, στα αυτιά, στα μάτια, στη μύτη, κ.λ.π. και έτσι με βασάνιζαν και εγώ κραύγαζα όχι με την φωνή μου. Αλλά εκεί δεν υπήρχε από πουθενά ούτε βοήθεια ούτε έλεος από κανένα. Εκεί είδα πως παρουσιάστηκε η γυναίκα που πέθανε από άμβλωση και άρχισε να παρακαλεί τον Κύριο για έλεος. ΑΥΤΟΣ της απάντησε: «εσύ στην γη δεν με αναγνώριζες, σκότωνες τα παιδιά στην κοιλιά σου και επί πλέον έλεγες στους ανθρώπους: δεν πρέπει να γεννάτε παιδιά, τα παιδιά είναι περιττά». Σε μένα δεν υπάρχουν, δεν υπάρχουν περιττά. Σε μένα υπάρχουν τα πάντα και για όλους αρκετά.
       Σε μένα ο Κύριος είπε: «Εγώ σου έδωσα την αρρώστια για να μετανοήσεις, αλλά εσύ με έβριζες ως το τέλος της ζωής και δεν Με αναγνώριζες και για τον λόγο αυτό και εγώ δεν σε αναγνωρίζω! Πως στη γη έζησες χωρίς τον Κύριο Θεό, έτσι και εδώ θα ζήσεις!».
Ξαφνικά όλα μεταστράφηκαν και εγώ κάπου πέταξα. Η βρώμα χάθηκε, χάθηκε και ο δυνατός οδυρμός και εγώ ξαφνικά είδα την εκκλησία μου που ενέπαιζα. Άνοιξε η πύλη και από αυτή βγήκε ιερέας ντυμένος στα άσπρα. Αυτός στέκονταν με σκυμμένο το κεφάλι και κάποια φωνή με ρωτάει: «ποιος είναι αυτός;». Εγώ απάντησα: «ο ιερέας μας». «Εσύ έλεγες ότι είναι χαραμοφάης, αυτός δεν είναι χαραμοφάης, αλλά πραγματικός ποιμένας, δεν είναι μισθοφόρος. Γνώριζε πως αν και είναι κατά το βαθμό μικρός, συνηθισμένος ιερέας, υπηρετεί Εμένα, μάθε ακόμη και τούτο: αν δεν σου διαβάσει αυτός την ευχή της εξομολόγησης, εγώ δεν θα σε συγχωρήσω»! Τότε άρχισα να παρακαλώ: «Κύριε, γύρισέ με στη γη, έχω ένα μικρό γιο». Ο Κύριος είπε: «ξέρω ότι έχεις μικρό γιο, είναι κρίμα γι αυτόν». «Κρίμα», απάντησα εγώ. Τότε Εκείνος αποκρίθηκε: «Εγώ σας λυπούμαι όλους και τρεις φορές σας λυπούμαι. Όλους σας περιμένω πότε θα ξυπνήσετε από το αμαρτωλό όνειρο, να μετανοήσετε και να έλθετε στον εαυτό σας;». 

                                                         
 

       Εδώ τώρα εμφανίστηκε εκ νέου η Μητέρα του Θεού, που νωρίτερα την αποκαλούσα γυναίκα και πήρα το θάρρος να τη ρωτήσω: «Υπάρχει εδώ σε σας παράδεισος;». Αντί για απάντηση μετά απ αυτές τις λέξεις, ξαναβρέθηκα στην κόλαση στον Άδη. Τώρα ήταν χειρότερα από ότι την προηγούμενη φορά. Έτρεξαν ολόγυρά μου οι δαίμονες με καταλόγους και μου έδειχναν τα αμαρτήματά μου και φώναζαν: «εσύ μας υπηρέτησες όταν ήσουν στη γη»! Άρχισα να διαβάζω τα αμαρτήματά μου, όλα μου τα έργα μου που ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα και ένοιωσα φοβερό φόβο. Από τα στόματά τους έβγαινε φωτιά. Οι δαίμονες με κτυπούσαν στο κεφάλι. Πάνω μου έπεφταν και κολλούσαν πυρακτωμένες σπίθες από φωτιά και με έκαιγαν. Γύρω μου ακούονταν φοβερός θρήνος και κοπετός πολλών ανθρώπων.
       Όταν το πυρ δυνάμωνε έβλεπα τα πάντα γύρω μου. Οι ψυχές είχαν φοβερή όψη, ήταν σακατεμένες με τεντωμένους λαιμούς και πρησμένα μάτια. Μου έλεγαν ότι είσαι συντρόφισσα (φαίνεται ότι ήταν κομουνίστριες) και είσαι υποχρεωμένη να ζήσεις μαζί μας. Όπως εσύ έτσι και εμείς όταν είμαστε στη γη δεν αναγνωρίζαμε το Θεό, τον βρίζαμε και κάναμε κάθε κακό, την πορνεία, την υπερηφάνεια και άλλα και ποτέ δεν μετανοήσαμε. Όσοι αμάρτησαν, αλλά μετάνιωσαν, πήγαιναν στη εκκλησία, προσεύχονταν στο Θεό, ελεούσαν τους φτωχούς και βοηθούσαν όσους βρίσκονταν σε ανάγκη και κακοτυχία, αυτοί είναι εκεί πάνω. (Σημείωση: δηλαδή στο παράδεισο, τον οποίο αυτοί εδώ δεν ήθελαν ούτε να μνημονεύσουν).
       Εγώ φοβήθηκα φοβερά από αυτά τα λόγια, μου φαίνονταν ότι ήδη βρισκόμουνα εδώ στον Άδη ολόκληρη ζωή και αυτοί μου λένε ότι θα ζήσω μαζί τους αιώνια.
       Μετά από αυτό εμφανίστηκε εκ νέου η Μητέρα του Θεού και έγινε φως, οι δαίμονες τράπηκαν σε φυγή και οι ψυχές που βασανίζονται στην κόλαση άρχισαν να φωνάζουν και να την ικετεύουν για έλεος: «Ουράνια βασίλισσα, μη μας αφήνεις εδώ» φώναζαν. «Καιγόμαστε Μητέρα του Θεού και δεν υπάρχει ούτε σταγόνα νερό»! Εκείνη έκλαιγε και μέσα από το κλάμα έλεγε: «Όσο ζούσατε στη γη δε με αναγνωρίζατε και δε μετανοούσατε για τις αμαρτίες σας στον Γιο Μου και Θεό σας και Εγώ τώρα δεν μπορώ να σας βοηθήσω, δεν μπορώ να παραβώ την επιθυμία του Γιου μου και Εκείνος δεν μπορεί την επιθυμία του Πατέρα του! Βοηθώ μόνο αυτούς για τους οποίους παρακαλούν οι συγγενείς και για τους οποίους προσεύχεται η αγία εκκλησία». Μετά απ αυτό εμείς αρχίσαμε να υψωνόμαστε και από κάτω αναδίδονταν δυνατή κραυγή φωνών: «Μητέρα του Θεού μη μας αφήνεις».
       Ξανά υπήρχε σκοτάδι και εγώ βρέθηκα στην ίδια πλάκα. Σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος η Μητέρα του Θεού ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και άρχισε να προσεύχεται λέγοντας: «τι να κάνω μ αυτήν, που να την βάλω; Μια φωνή απάντησε : «αφήστε την από τα μαλλιά στη γη». «Μα αυτή είναι κουρεμένη;». Η φωνή είπε πάλι: «Πιάστε την από τα μαλλιά». Τότε η Μητέρα του Θεού έφυγε ήσυχα, η πόρτα της μισάνοιξε έτσι που πίσω απ' αυτήν δεν έβλεπα τίποτε. Κατόπιν επέστρεψε κρατώντας τα μαλλιά μου στα χέρια της και από κάπου εμφανίστηκαν 12 άμαξες χωρίς τροχούς, κινούνταν σιγά και εγώ τις ακολουθούσα. Η Μητέρα του Θεού μου έδωσε τα μαλλιά, αλλά εγώ δεν αντιλήφθηκα ότι με άγγιξε. Άκουσα μόνο όταν είπε ότι η δωδέκατη άμαξα δεν έχει πάτο. Φοβόμουν να καθίσω σ' αυτήν, αλλά η Μητέρα του Θεού με έσπρωξε στη γη απ' αυτή.
       Μετά απ αυτό εγώ συνήλθα και ενσυνείδητα στεκόμουν και κοίταζα. Ήταν μιάμιση η ώρα το απόγευμα. Μετά από κείνο το φως που είδα εκεί όλα στη γη μου φαίνονταν άσχημα και δεν μου άρεσε που ήμουν στη γη, αλλά τι να κάνω. Τώρα είπα μόνη μου στην ψυχή μου: «πήγαινε στο σώμα»! Τότε βρέθηκα πάλι στο νοσοκομείο και πήγαμε στο ψυγείο που φύλαγαν τα πτώματα. Αυτό ήταν κλειστό, αλλά εγώ μπήκα μέσα χωρίς κώλυμα και είδα το νεκρό μου σώμα: Το κεφάλι μου ήταν γυρισμένο λίγο προς τα πλάγια, ενώ η μέση μου πιέζονταν από νεκρούς. Μόλις η ψυχή μου μπήκε στο σώμα, αμέσως αισθάνθηκα ισχυρό ψύχος. Κάπως απελευθέρωσα την πιεσμένη μέση μου, διπλώθηκα και έσφιξα τα γόνατα με τα χέρια. Τη στιγμή εκείνη έβαλαν μέσα το νεκρό σώμα κάποιου ανθρώπου και όταν άναψαν το φως με είδαν σκυμμένη, ενώ εκείνοι συνήθως βάζουν όλους τους νεκρούς με το πρόσωπο προς τα πάνω. Βλέποντάς με έτσι οι νοσοκόμοι φοβήθηκαν και από το φόβο διασκορπίστηκαν. Επέστρεψαν με δύο γιατρούς, που αμέσως διέταξαν να ζεσταθεί το μυαλό μου με λάμπες. Στο σώμα μου υπήρχαν οκτώ τομές (μάθαιναν πάνω σ αυτό): τρεις στο στήθος και οι υπόλοιπες στην κοιλιά. Δύο ώρες μετά το ζέσταμα του κεφαλιού άνοιξα τα μάτια και μόλις μετά από 12 μέρες μίλησα. 

                                                                                      
       Το πρωί μου έφεραν πρωινό τηγανίτες με βούτυρο και καφέ (ήταν μέρα νηστείας), αλλά δεν ήθελα να φάω και τους είπα ότι δε θα φάω. Οι νοσοκόμοι έφυγαν πάλι και όλοι στο νοσοκομείο άρχισαν να με προσέχουν. Ήλθαν οι γιατροί και με ρώτησαν γιατί δεν θέλω να φάω. Τους απάντησα: «καθίστε και θα σας διηγηθώ τι είδε η ψυχή μου. Όποιος δεν νηστεύει τις μέρες της νηστείας, αυτός θα φάει βρωμερά και σιχαμερά πράγματα. Γι αυτό σήμερα δε θα φάω όπως και σ όλες τις νηστείες δε θα αρτυθώ». Οι γιατροί από την έκπληξη, τη μια κοκκίνιζαν την άλλη κιτρίνιζαν και οι ασθενείς με άκουγαν προσεκτικά. Κατόπιν συγκεντρώθηκαν πολλοί γιατροί και εγώ τους είπα ότι τίποτε πλέον δεν με πονάει. Τότε άρχισε να έρχεται σε μένα κόσμος και μάλιστα πολύς και εγώ σε όλους διηγιόμουνα και έδειχνα τις πληγές. Η αστυνομία άρχισε να διώχνει τον κόσμο και μένα με μετέφεραν σε άλλο νοσοκομείο. Εκεί ανάρρωσα τελείως και παρακάλεσα τους γιατρούς να με γιατρέψουν όσο το δυνατό νωρίτερα τις τομές που μου έκαναν μαθαίνοντας πάνω μου. Τότε με έβαλαν πάλι στο χειρουργικό τραπέζι και όταν οι γιατροί άνοιξαν την κοιλιά μου είπαν : «Γιατί χειρουργήσανε τελείως υγιή άνθρωπο;». Εγώ τότε τους ρώτησα: «Ποια είναι η αρρώστια μου;» Αυτοί μου απάντησαν : «Τα εντόσθιά σας είναι υγιή και καθαρά όπως του παιδιού». Τους είπα ότι τα μάτια μου ήταν δεμένα κατά τη διάρκεια της εγχείρησης, αλλ ότι, παρ όλα αυτά, είδα το εσωτερικό μου στον καθρέπτη του ταβανιού. Ήλθαν και οι γιατροί που έκαναν την εγχείρηση και όταν πλησίασαν είπαν: «Που είναι η αρρώστια της; τα εντόσθιά της ήταν όλα διαλυμένα και προσβεβλημένα από τον καρκίνο και τώρα είναι τελείως υγιή». Τους απάντησα: ο ΚΥΡΙΟΣ ο ΘΕΟΣ φανέρωσε το έλεός του πάνω σε μένα την αμαρτωλή, για να ζήσω ακόμη και μαρτυρήσω στους άλλους ό,τι είδα και ό,τι μου συνέβη. ΕΚΕΙΝΟΣ, ο ΚΥΡΙΟΣ ο ΘΕΟΣ πήρε ότι κατεστραμμένο ήταν μέσα μου και μου έδωσε υγιή, σε όλους θα το διηγούμαι, ώσπου να πεθάνω. Κατόπιν είπα στο γιατρό: «Βλέπεις πως γελαστήκατε;» και εκείνος απάντησε ότι «τίποτε δεν ήταν υγιές μέσα σου». «Τι νομίζετε τώρα;» τον ρώτησα εγώ. Απάντησε: «σε αναγέννησε ο ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ!» Τότε του απάντησα: «Αν πιστεύετε σ' αυτόν κάντο τον σταυρό σας και παντρευτείτε στην εκκλησία». Ο γιατρός κοκκίνισε γιατί ήταν Εβραίος. Πρόσθεσα ακόμη: γίνου αρεστός στον Κύριο το ΘΕΟ.
       Κατόπιν άφησα το νοσοκομείο, κάλεσα τον ιερέα που νωρίτερα ενέπαιζα και του έκανα επιθέσεις, αποκαλώντας τον χαραμοφάη. Του διηγήθηκα όλα όσα μου συνέβησαν, εξομολογήθηκα και μετάλαβα των αγίων του Χριστού μυστηρίων. Τον κάλεσα και ευλόγησε το σπίτι μου, γιατί ως τώρα σ αυτό βασίλευε η αμαρτία, η μικρότητα, το μεθύσι, ο εμπαιγμός και η μάχη.
       Τώρα εγώ η αμαρτωλή ΚΛΑΥΔΙΑ που είμαι 40 χρονών με την βοήθεια του Θεού και της Ουράνιας Βασίλισσας, ζω χριστιανικά. Πηγαίνω τακτικά στη εκκλησία, στο ναό του Θεού και ο Κύριος με βοηθάει. Από όλες τις μεριές του κόσμου με επισκέπτονται άνθρωποι και εγώ διηγούμαι σε όλους όσα μου συνέβησαν, είδα και άκουσα. Με τη βοήθεια του Θεού τους δέχομαι όλους, διηγούμαι σε όλους τι ήμουν πριν, τι μου συνέβη τώρα και για ποιο λόγο είμαι τώρα πιστή.
       Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος ο Θεός! Όλους τους συμβουλεύω να προσέχουν πως ζουν, γιατί πράγματι υπάρχει άλλος κόσμος και άλλη ζωή και ότι ο καθένας θα δώσει λόγο για τα γήινα έργα του και ότι ανάλογα μ' αυτά θα έχει πλήρως δίκαια ανταμοιβή ή τιμωρία και μάλιστα αιώνια. Να ζήτε όλοι χριστιανικά και κατά ΘΕΟΝ. ΑΜΗΝ.

Ουστγιούζινα Κλαύδιγια Νικίτισνα. 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ " ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ  

http://www.impantokratoros.gr/25C2CBA9.el.aspx 

ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ. ΑΝΕΣΤΗΣΕ ΚΑΤΑΚΡΕΟΥΡΓΗΜΕΝΟ ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΑ


 ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ
Τον Δεκέμβριο του 2004 βγήκε από τα μέσα ενημέρωσης ένας μουσουλμάνος Σαουδάραβας και διηγήθη ζωντανό συγκλονιστικό γεγονός που έζησε και που άλλαξε όλη του τη ζωή.

(Το διηγήθηκε από την τηλεόραση το ραδιόφωνο και δημοσιεύτηκε σε εφημερίδες και περιοδικά σε όλη τη Σαουδική Αραβία, Παλαιστίνη και προφανώς σε όλες τις γειτονικές χώρες. Υπάρχει και στα Αραβικά σε ιστοσελίδα αλλά δεν γνωρίζω σε ποιο δίκτυο.)

Παντρεύτηκε πριν από χρόνια μια κοπέλα, πλούσια μουσουλμάνα αλλά στείρα. Οπότε πέρασαν τα χρόνια και δεν μπορούσαν να αποκτήσουν παιδιά, παρόλο που είχαν πολλά χρήματα και πήγαν σε πολλούς γιατρούς.
Οι γονείς του, του έλεγαν να παντρευτεί και δεύτερη γυναίκα και να κρατήσει και την πρώτη αφού ο νόμος τους, επιτρέπει να έχουν μέχρι και τέσσερις γυναίκες.
Εκείνος κουρασμένος και αρκετά στεναχωρημένος πήρε τη σύζυγό του να πάνε ταξίδι αναψυχής στη γειτονική μας από το Ισραήλ Συρία για να ξεκουραστούν και να ξεχάσουν λίγο.



Στη Συρία ενοικίασε λιμουζίνα με οδηγό-ξεναγό να τους πάει σε όλα τα κοσμικά αξιοθέατα της Συρίας.
Ο οδηγός πρόσεξε στο ζευγάρι που ξεναγούσε μια πικρία πόνο και θλίψη στα πρόσωπα τους.
Αφού λοιπόν ξεκουράστηκαν καλά, πήρε το θάρρος και τους ρώτησε γιατί δεν φαινόντουσαν ευχαριστημένοι, μήπως άραγε έφταιγε ο ίδιος και δεν τους άρεσε κάτι στην ξενάγηση και την περιήγηση, που τους έκανε.
Εκείνοι του ανοίχθηκαν και του εξήγησαν το πρόβλημα της ατεκνίας τους.

Ο μουσουλμάνος λοιπόν οδηγός τους είπε ότι εδώ στη Συρία οι Χριστιανοί και μάλιστα οι Ορθόδοξοι έχουν το μοναστήρι της Παναγίας της Σεϊδανάγιας 
(-Σεϊντανάγια- αραβικά σημαίνει Δέσποινα Κυρία) και πολλοί άτεκνοι καταφεύγουν στη Θαυματουργική της εικόνα. Εκεί λοιπόν τους δίνουν από το φυτίλι του καντηλιού της θαυματουργής αυτής εικόνας και το τρώνε το καταπίνουν και τότε η “Μαρία” των Χριστιανών τους δίνει κατά την προαίρεσή τους και την πίστη σους.

Ενθουσιασμένος λοιπόν ο Σαουδάραβας και η γυναίκα του λένε στο ξεναγό πήγαινε μας εκεί στη Σεϊδανάγια «τη Δέσποινα των Χριστιανών» κι αν γίνει το ποθούμενο 
και εάν αποκτήσουμε παιδί θα σου προσφέρω 20.000$ σε σένα και 80.000$ στο μοναστήρι.

Πήγαν στη μονή έκαναν ότι έπρεπε και γυρίζοντας πίσω η γυναίκα βρέθηκε έγκυος.

Σε μερικούς μήνες γέννησε ένα χαριτωμένο αγοράκι υγιέστατο και πανέμορφο, 
θαύμα της Παναγίας μας.

Μόλις γέννησε η σύζυγος του, ο Σαουδάραβας ήθελε να εκπληρώσει, να πραγματοποίηση το τάξιμο που είχε κάνει.
Τηλεφώνησε λοιπόν στον οδηγό εκείνο να το παραλάβει από το αεροδρόμιο της Δαμασκού.
Ο οδηγός όμως πανούργος και κακός ειδοποίησε άλλου δυο φίλους του για να πάνε μαζί στο αεροδρόμιο να παραλάβουν τον πλούσιο και κατόπιν δολίως να το σκοτώσουν και να λάβουν όσα χρήματα θα είχε μαζί του, δική τους μοιρασιά.

Πράγματι έτσι κι έγινε. Τον παρέλαβαν από το αεροδρόμιο.
Καθ’ οδόν χωρίς ο άμοιρος να γνωρίζει τι θα συνέβαινε, τους είπε ότι από τη χαρά του θα έδινε και στους φίλους του οδηγού από 10.000$.
Αυτοί αντί να τον πάνε στο μοναστήρι, τον οδήγησαν σε έρημο μέρος, τον έσφαξαν κόβοντας του πρώτα το κεφάλι καθώς και τα υπόλοιπα μέρη του σώματός του χέρια και πόδια σε κομμάτια. Τους τύφλωσε όμως το πάθος από αυτήν την εγκληματική τους ενέργεια και αντί να τον πετάξουν εκεί τον έβαλαν στο μπορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου, αφού πήραν μαζί τους χρήματα ρολόι και ότι είχε και ξεκίνησαν να πάνε σε άλλο ερημικό μέρος για να τον πετάξουν.
Στον εθνικό δρόμο τους χάλασε το αμάξι και στάθηκαν στη μέση του δρόμου. Για να δουν τι συνέβαινε και γιατί σταμάτησε η μηχανή και τους άφησε.
Ένας περαστικός τους είδε και από μόνος του σταμάτησε με το αυτοκίνητο του να τους βοηθήσει. Εκείνοι όμως φοβούμενοι μήπως γίνουν αντιληπτοί για το φοβερό έγκλημα που είχαν διαπράξει προσποιήθηκαν ότι δεν θέλουν βοήθεια.

Ο περαστικός οδηγός όμως φεύγοντας παρατήρησε να στάζει αίμα κάτω από το μπορτ μπαγκάζ και πιο κάτω ειδοποίησε την αστυνομία να πάνε να εξιχνιάσουν τι συνέβαινε, διότι αυτοί οι τρεις, του φάνηκαν ύποπτοι.

Έφθασε η αστυνομία, είδαν οι αστυνομικοί το αίμα στο οδόστρωμα και δίνουν διαταγή να ανοίξουν το μπορτ μπαγκάζ.
Μόλις άνοιξαν σηκώνεται και βγαίνει έξω ο Σαουδάραβας υγιείς ολοζώντανος με αίματα βέβαια αλλά ραμμένος.

Μόλις τώρα τους λέει 
“… η Παναγία τελείωσε και τις τελευταίες ραφές του λαιμού μου εδώ μπροστά δείχνοντας το καρύδι του λαιμού του αφού μου έραψε όλο μου το σώμα πρώτα”.

Ο κακοποιός εγκληματίας ταξιτζής και οι συνεργοί του, έχασαν τα λογικά τους, τρελάθηκαν και με χειροπέδες τους οδήγησαν στις ψυχιατρικές φυλακές.
Φώναζαν σαν δαιμονισμένοι “…εμείς σε σκοτώσαμε εμείς σε κομματιάσαμε σου κόψαμε το κεφάλι πως ζεις;”

Ο Σαουδάραβας πήγε για να πιστοποίηση του λαμπρού θαύματος. Τον είδαν ιατροδικαστές, εμπειρογνώμονες, αστυνομικοί και πιστοποίησαν με υπογραφές το θαύμα.

Τα ράμματα ήσαν και είναι φανερά. Φαινόταν φρεσκοσυναρμολογημένος. Διεκύρυττε δε και ομολογούσε ότι 
“ η Παναγία με έραψε και με ανέστησε δυνάμη του υιού της.”

Κατόπιν ο ιαθείς και αναστηθείς κάλεσε τηλεφωνικώς όλους τους δικούς του και ήλθαν στη Συρία. Πήγαν στο μοναστήρι ευχαρίστησαν την Παναγία Σαϊδανάγια και πρόσφεραν δεήσεις και δοξολογίες και αντί του ποσού των 80.000$ που ήταν το τάξιμο του στην Παναγία Σαϊδανάγια προσφέρει στη μονή το ποσό των 
800.000$ για τη μεγάλη ευεργεσία που του προσέφερε η Παναγία μας.

Ο ίδιος σήμερα αφηγείται συνεχώς το συγκλονιστικό αυτό θαύμα και αρχίζει πάντοτε λέγοντας: 
“όταν ήμουν μουσουλμάνος μου συνέβη αυτό κι αυτό δηλώνοντας ότι δεν είναι πλέον μουσουλμάνος, ούτε αυτός ούτε η οικογένεια του…”
Το θαύμα αυτό τάραξε τις αραβικές μουσουλμανικές χώρες και όλη τη Μέση Ανατολή, δημιούργησε σάλο και φοβερή έκπληξη.

“ Ζει Κύριος ο Θεός ημών,
ο Θεός των Δυνάμεων”

Π. Ιγνάτιος-Ηγούμενος
Ι. Μονής των ποιμένων
ΜπετΣαχούρ-Βηθλεέμ
πηγή: www.pigizois.gr
  

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ  ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ (ΣΑΪΝΔΑΝΑΓΙΑ)
   Το μοναστήρι της Παναγίας Σαϊνδνάγιαχτίστηκε το 547 μ.Χ. από τον ευσεβή Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, όταν στρατοπέδευσε στην περιοχή προετοιμαζόμενος να πολεμήσει τους Πέρσες. Τότε και ενώ ο διψασμένος στρατός μας είχε ξεμείνει από νερό και βρισκόταν σε απελπιστική θέση, βλέπει ξαφνικά ένα ελάφι να ανεβαίνει σε ένα ψηλό λόφο και τρέχει να το κυνηγήσει! Σαν έφτασε στην κορυφή, είδε έκπληκτος άφθονο γλυκό, πόσιμο νερό, ενώ στη θέση του ελαφιού φάνηκε μέσα σε λαμπρό φως η  Παναγιά και ακούστηκε η φωνή της, που του ζητούσε να χτίσει εκεί επάνω, μια Εκκλησία προς τιμήν της, προς τιμήν της Κυρίας Θεοτόκου!
   Και έτσι, ο βασιλιάς μας έδωσε αμέσως εντολή να σχεδιάσουν το Ναό οι αρχιτέκτονες. Όμως ο καιρός περνούσε και εκείνοι δεν μπορούσαν να καταλήξουν στο σχέδιο.
   Τότε εμφανίστηκε πάλι η Παναγία, αυτή τη φορά στον ύπνο του Ιουστινιανού και του έδειξε το σχέδιο του Μοναστηριού της, λέγοντας πως εκείνη θα ήταν η προστάτιδά του!!!
   Και βάση εκείνου του σχεδίου χτίστηκε τελικά από τον ευλαβή Ιουστινιανό το καστρομονάστηρο της Παναγιάς στη Σαϊντανάγια της Συρίας!!!

   Η Ορθόδοξη αυτή Μονή της Συρίας είναι γυναικείο Μοναστήρι, που εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, κατά το Γενέθλιον της Θεοτόκου! Σαϊντανάγια δε, θα πει Δέσποινα!

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ
   Η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς - El Chagoura όπως την ονομάζουν οι ντόπιοι, που σημαίνει «η διάσημη» - είναι έργο του Ευαγγελιστού Λουκά και  ήρθε εδώ πολλά χρόνια  αφότου κατασκευάστηκε η Μονή από τον Ιουστινιανό.
   Συγκεκριμένα, προς  το τέλος του όγδοου αιώνακάποιος Έλληνας μοναχός ονόματι Θεόδωρος, στο ταξίδι του προς τους Αγίους Τόπους, σταμάτησε για ανάπαυση στη Μονή. Φεύγοντας για Ιεροσόλυμα, η σεβαστή Ηγουμένη της Σαϊνδνάγια  του ζήτησε να αγοράσει από εκεί κάποια συγκεκριμένη πολύτιμη και λεπτή, μικρή εικόνα της Θεοτόκου!
   Ο Μοναχός όμως ξέχασε τελείως το ζήτημα και αφού προσκύνησε στους Αγίους Τόπους, ξεκίνησε να γυρίσει πίσω.  
  Όμως δεν είχε φύγει  μακριά, όταν απότομα τον σταμάτησε μια  άγνωστη φωνή λέγοντάς του: "Μήπως έχεις ξεχάσει κάτι στην Ιερουσαλήμ; Αυτό που σου ζήτησε η Ηγουμένη;" !!!

   Ο Μοναχός επέστρεψε τότε αμέσως στα Ιεροσόλυμα και βρήκε την όμορφη Εικόνα του Θεοτόκου που του παρήγγειλε η Ηγουμένη και την αγόρασε!
   Κατά τη διάρκεια δε του ταξιδιού πίσω στη Μονή, έμεινε κατάπληκτος από τα θαύματα που γινόταν  μέσω της Εικόνας! Διότι ενώ τη μια φορά τους επιτέθηκαν αδίστακτοι ληστές και την άλλη άγρια κτήνη, ο Θεόδωρος κράτησε με δέος τη συγκεκριμένη Εικόνα της Παναγίας προσευχόμενος στη Χάρη της και ω του θαύματος, σώθηκαν δυο φορές και αυτός και το υπόλοιπο καραβάνι από τρομερό κίνδυνο!!!

   Επιστρέφοντας λοιπόν στη Μονή και γνωρίζοντας πόσο πολύτιμη και θαυματουργή θεία χάριτι ήταν η συγκεκριμένη Εικόνα της Θεοτόκου, αποφάσισε να παρακάμψει τη Σαϊντνάγια και να τραβήξει με πλοιάριο για την Αίγυπτο!
   Σηκώθηκε όμως μια τόσο άγρια θύελλα, που θα βυθιζόταν και αυτός μαζί με το σκάφος, οπότε αμέσως τον έλεγξε η συνείδησή του και αποφάσισε να γυρίσει την Εικόνα στη Σαϊντνάγια.

   Έτσι, βγήκε πάλι στην ακτή και έφτασε τελικά στο Μοναστήρι. Έμεινε τέσσερις ημέρες εκεί, αλλά πάλι του ήρθε μια ακατανίκητη επιθυμία � πειρασμός, να κρατήσει για δική του τη θαυματουργή Εικόνα! Έτσι το επόμενο πρωί μαζί με την Εικόνα της Παναγίας Δέσποινας πήγε να φύγει κρυφά, αλλά ω του θαύματος! Ένας αόρατος τοίχος σαν από πολλές πέτρες έφραξε ξαφνικά την πόρτα της Μονής!!!
   Με αστείρευτα τότε δάκρυα, έπεσε και ζήτησε μεταμελημένος συγνώμη από την Ηγουμένη, ομολογώντας την πράξη του, αλλά και δοξάζοντας το Θεό και ευχαριστώντας την Παναγιά, που τόσα μεγάλα θαύματα τον αξίωσε να δει μέχρι τότει!!!
   Από εκείνη την ημέρα, η ιερή Εικόνα έχει παραμείνει στη Μονή, όπου καταφθάνουν χιλιάδες προσκυνητές από όλη την Ανατολή και τη Δύση!

Επιβάτης σε αεροπλάνο που πέφτει! ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ

Προσκυνήτρια, Α.Π.
ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟ ΘΑΥΜΑ
Ένα πραγματικό γεγονός που το διηγείται  επιβάτης σε αεροπλάνο που επέστρεφε από τους Αγίους Τόπους στις 29 Αυ­γούστου του 2003.
Ήταν χαράματα Παρασκευής, 29 Αυ­γούστου του 2003. Φεύγαμε με βαριά καρδιά από την Ιερουσαλήμ, με κατεύ­θυνση προς Τελ Αβίβ και από εκεί για Αθήνα.
Είχαμε περάσει υπέροχα. Την προηγούμενη, είχαμε γιορτάσει Πανηγυρικά την Κοίμηση της Παναγίας μας στον Τάφο Της, αφού στα Ιεροσόλυμα η Κοίμη­ση εορτάζεται 13 ημέρες μετά, στις 28 Αυγούστου.
Ζήσαμε μία πρωτόγνωρη, μοναδι­κή εμπειρία. Το πανηγύρι ήταν μεγα­λοπρεπές, πλούσιο, γενναιόδωρο προς πάντας. Αργά το απόγευμα ετοιμάσαμε τις βαλίτσες μας, το βράδυ λάβαμε μέ­ρος στην αγρυπνία στον Πανάγιο Τάφο και αμέσως μετά, γρήγορα στο πούλμαν που μας περίμενε ακριβώς έξω από την παλαιά Πόλη. O καιρός ήταν καλός. O ουρανός έναστρος και μέσα σε μία γλυ­κιά ησυχία απολαμβάναμε την Πόλη φωτισμένη. Είχαμε στυλώσει τα μάτια μας στα τείχη της, αγκαλιάζοντας νοερά όλα τα Πανάγια Προσκυνήματα, κλείνο­ντας τα ερμητικά μέσα στην καρδιά μας. Ένα σχεδόν αδιόρατο ελαφρύ χαμόγελο πρόδιδε την κούραση των ημερών, αλλά και την βαθιά ευγνωμοσύνη μας προς τον Θεό για όσα ζήσαμε. Η ευχαρίστηση μας ήταν τόση, που δεν κλονίστηκε κα­θόλου από την παρατεταμένη αναμονή, ούτε από τον εξαντλητικό έλεγχο των Ισραηλινών στο αεροδρόμιο.
Όταν επιτέλους επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο - εάν θυμάμαι καλά ήταν ένα δικινητήριο Airbus - πρόσεξα ότι τα φώτα του τρεμόπαιζαν συνεχώς και δεν σταθεροποιούνταν σε μία συγκεκριμέ­νη φωτεινότητα. Σκέφθηκα ότι κάποιο καλώδιο δεν κάνει καλή επαφή και βυ­θίστηκα στο κάθισμα μου. Όταν ξεκί­νησε η τροχοδρόμηση, τα πρόβλημα στα ηλεκτρικά έγινε πιο έντονο, ενώ παράλ­ληλα ακούγονταν και ο χαρακτηριστι­κός ήχος μικρών, πολλαπλών βραχυκυ­κλωμάτων. Δεν έδωσα σημασία· τα φώτα έσβησαν, απογειωθήκαμε και, όταν ξανά­ναψαν το πρόβλημα υφίστατο σε μικρό­τερο βαθμό. Καθόμουν με τη μητέρα μου στην αριστερή πλευρά του αεροσκάφους, μπροστά από το φτερό, ενώ φίλοι και γνωστοί κάθονταν σε κοντινές θέσεις.
Μετά από περίπου 20 λεπτά ακούσαμε έναν δυνατό θόρυβο και το αεροπλάνο άρχιζε να τρέμει και να κινείται δεξιά και αριστερά, σαν να «κοσκινίζει», όπως εύστοχα παρατήρησε κάποιος φίλος. O πιλότος είπε πρώτα στα εβραϊκά και με­τά στα αγγλικά να παραμείνουμε με τις ζώνες μας δεμένες, το ίδιο έκαναν αμέσως και οι αεροσυνοδοί Αρχικά δεν δώσαμε σημασία, ώσπου κοίταξα το φτερό και είδα την τουρμπίνα να φλέγεται και να εκσφενδονίζει κομμάτια από πυρωμένο σίδερο! Μετά από ένα καθησυχαστικό πρόλογο, την έδειξα στη μητέρα μου και στους γύρω φίλους. Όλοι μας είχαμε ταξιδέψει πολλές φορές με αεροπλάνο, αλλά ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε φλεγόμενο κινητήρα. Σφιχθήκαμε κάπως αλλά κρύψαμε επιμελώς την ανησυχία μας, σιωπώντας. Κάποιοι από εμάς όπως έμαθα αργότερα, λέγαμε νοερά την Ευχή. Μετά από αρκετά λεπτά έγινε νέα ανακοίνωση που μας πληροφορούσε για την απώλεια του αριστερού κινητήρα και ότι θα προσπαθήσουμε να φθάσουμε στα Ελευθέριος Βενιζέλος με τον άλλον.
Δεν πέρασαν άλλα είκοσι λεπτά όταν ακούστηκε ένας λιγότερος δυνα­τός θόρυβος από τη δεξιά πλευρά και νοιώσαμε όλοι τις ίδιες έντονες δονήσεις του αεροσκάφους, αναμεμιγμένες με αναταράξεις. Κάποιοι που κάθονταν μπροστά από το δεξί φτερό φώναξαν «πήρε φωτιά η τουρμπίνα»! Το μέχρι τότε ήπιο και, μάλλον ευχάριστο κλίμα, του θαλάμου αντικαταστάθηκε σύντομα από πανικό. Το αεροσκάφος έχανε διαρκώς και απότομα ύψος και ακουγόταν ένας θόρυβος σαν σφύριγμα, που μετά θυμήθηκα ότι τον άκουγα στις ταινίες, όταν έπεφταν οι βόμβες των αεροπλάνων. Οι αεροσυνοδοί, που μόλις είχαν ξεκίνησε να προσφέρουν αναψυκτικά, ασφάλισαν τρέχοντας τα καροτσάκια τους στις κατάλληλες θέσεις· κάθισαν γρήγορα κα προσδέθηκαν κρατώντας το κεφάλι τους κοντά στα γόνατα. Αρκετοί καρδιοπαθείς και ηλικιωμένοι έπαιρναν τα χάπια τους δύο-δύο. Μεταξύ συζύγων, γίνονται δημόσιες εξομολογήσεις για το πότε απάτησε ο ένας τον άλλον και με ποιόν και ζητούσαν συγχώρεση. Γιαγιάδες και παπούδες απεκάλυπταν στα παιδιά τους ότι τους αδίκησαν στη διαθήκη τους και ζητούσαν συγχώρεση και εκείνα την έδιναν, αλλά και τη ζητούσαν με τη σειρά τους για παλιές άπρεπες συμπεριφορές. Φίλοι ομολογούσαν ότι με αφορμή το τάδε περιστατικό είχαν πει ψέματα και συκοφαντήσει αλλήλους....
Όλα τα παραπάνω μαζί με τη συνεχή και απότομη απώλεια ύψους, τις ασυ­νήθιστες αναταράξεις και τη σιγή του πιλότου έκαναν βαριά την ατμόσφαιρα. Σαν να μην έφθανε αυτό, κάποιος από τήν παρέα φώναξε «είχε δίκιο ο τάδε», ενθυμούμενος τα λόγια ενός μοναχού, που του είχε πει, παρουσία τρίτων, πριν από λίγες ήμερες ότι η Ελλάδα θα θρηνή­σει μεγαλύτερο αριθμό νεκρών από ό,τι το Πάσχα - αναφερόμενος στο δυστύχη­μα λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα στα Τέμπη - μόνο που αυτή τη φορά θα είναι στη θάλασσα. Είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε σοβαρά...
Το αεροπλάνο άρχισε να παίρνει κλίση καταλάβαμε ότι προσπαθεί να στρίψει και σκέφθηκα ότι θα επιστρέφαμε στο Τελ Αβίβ η ότι θα πηγαίναμε στην Κύ­προ. Σε λίγο σηκώθηκε μία αεροσυνοδός και πήγε βιαστικά να ασφαλίσει κάποια αντικείμενα που έπεφταν. Τη σταμάτησα και τη ρώτησα τι ακριβώς συνέβαινε. Η πρώην χαμογελαστή και γλυκομίλητη κοπέλα είχε γίνει κατάχλωμη και είχε χά­σει τη φωνή της. Ο φόβος κυριαρχούσε στην έκφραση του προσώπου της, στα σφιγμένα δόντια και κορυφώνονχαν στα ματιά της.
Τη ρώτησα εάν είχαμε χάσει και τους δυο κινητήρες και απάντησε με νεύμα καταφατικά. «Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα το αντιμετωπίσουμε;», ξανα­ρώτησα. Έπαψε να με κοιτάζει στα μάτια, το βλέμμα της έγινε μακρινό, σαν να κοιτούσε το κενό, κινούσε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά, ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα, σαν όλα να είχαν τελει­ώσει και έκανε να φύγει. Τη συγκράτη­σα έντονα από το χέρι φωνάζοντας «Πέφτουμε;» και εκείνη μου έγνεψε πολλές φορές καταφατικά, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη και έτρεξε να προσδεθεί πάλι στο κάθισμα της, κρατώντας σφιχτά το κεφάλι στα γόνατα. Πήραμε όλοι βα­θιά ανάσα και προσπαθούσαμε όσο το δυ­νατόν ψύχραιμα να συνειδητοποιήσουμε τα συμβαίνοντα.
Το πέπλο της μελαγχολίας έσκισε η δυνατή φωνή ενός ρασοφόρου: «Μην φοβάστε, αδελφοί μου, ας προσευχηθούμε, δεν θα αφήσει ο Θεός!». Οι ιερείς έβαλαν πετραχήλι και άρχισαν να διαβάζουν, κά­ποιοι λαϊκοί έλεγαν νοερά την Ευχή και οι υπόλοιποι χωρίστηκαν σε δυο ομάδες - τη δεξιά και την αριστερή πτέρυγα του θαλάμου των επιβατών - και άρχισαν δειλά να ψάλουν οι μεν την Παράκλη­ση της Παναγίας, οι δε τους Χαιρετι­σμούς. Αναθέσαμε την ελπίδα μας στον Θεό και αισθανθήκαμε πολύ καλύτερα ξελαφρώσαμε.
Οι αλλόθρησκοι επιβάτες, υπερβολικά φοβισμένοι σε σύγκριση μ' εμάς, νόμι­ζαν ότι τραγουδούσαμε και μας κοίταζαν σαν να ήμασταν τρελοί. Η παρήγορη όμως αυτή ψυχική ανάταση διεκόπη λί­γο αργότερα, όταν έκανε ανακοίνωση με τρεμάμενη φωνή ο πιλότος: «όπως ήδη καταλάβατε, πριν από λίγη ώρα χάσαμε και το δεύτερο κινητήρα ανεφλέγη. Ρί­ξαμε τα καύσιμα και θα προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε στο Μπεν Κουριόν (το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ), αλλά...» του ήρθε ένας κόμπος στον λαιμό και στα­μάτησε απότομα. Προς στιγμήν πάγωσε το αίμα μας. Όπως και να το κάνουμε, αλλιώς είναι να υποθέτεις βάσιμα πώς οδεύεις σε κάτι δυσάρεστο και αλλιώς είναι να σου το επιβεβαιώνουν επισήμως! Μετά τις πρώτες αμήχανες στιγμές, συνε­χίσαμε όλοι μαζί να προσευχόμαστε από το σημείο που είχαμε σταματήσει, άλλοι την Ευχή, άλλοι την Παράκληση, άλλοι τους Χαιρετισμούς. Μού έκανε εντύπωση ότι προσεύχονταν θερμά και όσοι έδειχναν στο παρελθόν να μην πιστεύουν...
Προσπάθησα να φερθώ ψύχραιμα σε σημείο που κατηγορήθηκα για αναισθησία. Εξήγησα ήρεμα, με την ελπίδα να δώσω κουράγιο και σε κάποιους που έκλαιγαν: «Κάποτε όλοι θα πεθάνουμε αυτό δεν αλλάζει. Τι μας μένει τότε; Το πόσα χρό­νια θα ζήσουμε και το πώς θα τα ζήσου­με. Όλοι μας θέλουμε να ζήσουμε πολλά χρόνια, εάν όμως ο Θεός αποφάσισε να πεθάνουμε σήμερα, ούτε αυτό αλλάζει· έξαλλου, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως για να σωθούμε και δεν το κάνουμε. Άρα, εάν πάρουμε ως δεδομένο ότι σήμερα θα κληθούμε σε απολογία, τι πρέπει να μας ενδιαφέρει; Το σε ποιά κατάσταση βρίσκε­ται η ψυχή μας. Τώρα θα μού πείτε: «είμαι σε άσχημη κατάσταση, αλλά, εάν είχα και άλλα χρόνια, θα μετανοούσα!» Αυτή όμως η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι της παρούσης, είναι μάλλον ένας ευσεβής πό­θος, γιατί είπαμε ότι παίρνουμε ως δεδομένο ότι παραδίδουμε σήμερα. Άρα τι μάς μένει να κάνουμε; Να προσευχηθούμε ειλικρινά και να ζητήσουμε με θερμή συγχώρεση των αμαρτιών μας. Όμως πρέπει να έχουμε την ελπίδα μας στο έλεος του Θεού, γιατί:
ο Θεός από την άπειρη αγάπη Του για εμάς, δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει κάτι προς ζημία της ψυχής μας, δηλαδή, εάν μάς πάρει σήμερα, αυτό θα πει ότι θα μας πάρει στην καλύτερη στιγμή μας.
Οι περισσότεροι από εμάς εξομολογηθήκαμε και κοινωνήσαμε μόλις χθες στη εορτή της Παναγίας, άρα είμαστε κατά το δυνατόν έτοιμοι. σκεφθείτε να φεύγαμε εντελώς απροετοίμαστοι; Όσοι ήρθαμε εδώ, δεν ήρθαμε για τουρισμό αλλά για προσκύνημα· λέτε ο Κύριος και η Παναγία, που ήρθαμε στην εορτή Της, να μάς αφήσουν έτσι;
Οι αναταράξεις συνεχίζονταν πάλι έντονες. Ήμασταν χαμηλά, άρχισαν να διακρίνονται τα νησιά με τα χαρακτηριστικά τους και μακριά η στεριά. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθιος ο ίδιος ρασοφόρος, που καθόταν μπροστά δεξιά και μάς είχε παροτρύνει να προσευχηθούμε - δεν γνωρίζω εάν ήταν μοναχός η Ιερομόναχος (θυμάμαι μόνο την ψηλόλιγνη μορφή του το ιλαρό του προσώπου και τη μακριά του γενειάδα) και είπε με δυνατή και γεμάτι σιγουριά φωνή και δακρυσμένα μάτια «Παιδιά μου, σάς παρακαλώ, πιστέψτε με βλέπω την Παναγία μας μπροστά μου θεόρατη και κρατάει το αεροπλάνο από την κοιλιά- θα σωθούμε, θα σωθούμε!» και ξεσπώντας σε δάκρυα: «ας προσευχηθούμε να την ευχαριστήσουμε».
Όλοι οι επιβάτες πήραμε κουράγιο και αρχίσαμε να ψέλνουμε, δυνατά αυτή τι φορά, χαρμόσυνα την Παράκληση. Μέχρι και οι αεροσυνοδοί κατάλαβαν από τι γλώσσα του σώματος ότι κάτι ευχάριστο συμβαίνει και αναθάρρεψαν κοιτώντας απορημένες.
Σε λίγη ώρα φάνηκαν καθαρά τα κτήρια του Τελ Αβίβ- ήμασταν ήδη πολύ χαμηλά. Έμεναν λίγες μόλις στιγμές... Άρχισαν να μπαίνουν λογισμοί αμφιβολίας στο μυ­αλό μου: «Άραγε η πρόσκρουση θα γίνει στη στεριά η θα πέσουμε στη θάλασσα;», μα προσπαθούσα να τους διώξω με την προσευχή: «Πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τη απιστία. Γεννηθήτω το θέλημα Σου. Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ήμας.»
Σε λίγο φάνηκε το αεροδρόμιο. Ο διά­δρομος ήταν στρωμένος με αφρό και κα­τά μήκος του ήταν παρατεταγμένα πολλά νοσοκομειακά. Άλλο αεροπλάνο δεν φαι­νόταν, προφανώς μάς είχαν δώσει προ­τεραιότητα. Μας φάνηκε ότι κατεβαίνα­με με μεγάλη ταχύτητα σε σχέση με τις άλλες φορές, μάς χώριζαν λίγα μόλις μέ­τρα από το έδαφος. Όταν έγινε η επαφή, το αεροπλάνο σταμάτησε κατά θαυμαστό τρόπο σε μόλις 50 μέτρα, χωρίς κανένας μας να κινηθεί από τη θέση του, έστω και κατ' ελάχιστον. Τουρμπίνες δεν είχε, για να τις θέσει σε ανάστροφη λειτουρ­γία, ώστε να φρενάρει, και το φρένο στις ρόδες θα έπρεπε να είναι πολύ απότομο - πράγμα πολύ επικίνδυνο - για να στα­ματήσουμε μόλις σε 50 μέτρα, και ακόμα και τότε θα έπρεπε λόγω αδράνειας να πεταχτούμε όλοι προς τα μπροστά! (Εδώ φρενάρει κανείς λίγο με το αυτοκίνητο και με μικρές ταχύτητες και το σώμα του πηγαίνει μπροστά). Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν έγινε. Το αεροπλάνο δεν σταμάτησε σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής, αλλά σαν να εναποτέθηκε μα­λακά στο έδαφος!
Όλοι αρχίσαμε, γεμάτοι ανακούφιση,τα ευχαριστήρια: «Δόξα Σοι Κύριε», «Σε ευχαριστώ Παναγία μου», «Ας είναι ευλογημένο το Όνομα Σου, Κύριε».
Μόνο τις αεροσυνοδούς είχε πιάσει νευ­ρική κρίση. Για τουλάχιστον πέντε λεπτά η μία άνοιγε ένα γιαούρτι, έτρωγε μία κουταλιά, το πέταγε και έπαιρνε άλλο, η άλλη ανοιγόκλεινε συνεχώς κάποια μεταλλικά συρτάρια, η άλλη έτρεμε και χτυπούσαν τα δόντια της.
Μετά από λίγο αποβιβαστήκαμε και συνοδεία αστυνομικών, ιατρών και νο­σοκόμων πήγαμε σε ένα σαλόνι, όπου κάποιους προσπαθούσαν να τους συνε­φέρουν και στους υπόλοιπους πρόσφε­ραν ένα αναψυκτικό. Από την ένταση είχε στεγνώσει το στόμα μας, αλλά ποιος νοιαζόταν;
Ήμασταν ζωντανοί μόνο αυτό μετρούσε! Σε λίγο ήρθε άλλο αεροσκάφος να μάς πάει στην Αθήνα, όπου και φθάσα­με ασφαλώς. Βέβαια μάς περίμεναν δημο­σιογράφοι και κάμερες. Ένας φίλος μου τηλεφώνησε με αγωνία να δει εάν είμαι καλά, γιατί είδε ένα trailer στις πρωινές ειδήσεις μεγάλου καναλιού για την πτή­ση μας, αλλά μετά το θέμα αποσιωπήθηκε επιμελώς.
Από εκείνη τη στιγμή, όλοι μας χάσαμε το ενδιαφέρον μας για τις λεπτομέρειες. Δεν φώναζε κανείς, δεν διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση, για τις βαλίτσες, για τις δημοσίως εξομολογηθείσες βα­ριές αμαρτίες, για τίποτα. Βαδίζαμε στη γη, αλλά το μυαλό και η καρδιά μας ήταν γεμάτα ευγνωμοσύνη, κατά τη δύναμη του καθενός προσκολλημένα σε Εκείνον που μάς επιβεβαίωσε τόσο περίτρανα και πάλι την αγάπη Του. Ξέραμε ότι ζούσαμε μέσα στην πρόνοια του Θεού και αισθανόμασταν απέραντη χαρά και ανεκλάλητη ευγνωμοσύνη γι αυτό.
Και οι επόμενες ήμερες πέρασαν έτσι. Έβλεπα καθετί ως δημιούργημα του Θεού, το αγαπούσα και το θαύμαζα. Είχα πάψει να θυμώνω και να αναλώνομαι σε δευτερεύοντα πράγματα. Προσπαθούσα να ανταποκριθώ στην Αγάπη του Θεού με επιεική συμπεριφορά, μην κρίνοντας και, οπού μπορούσα, βοηθώντας τους άλλους. Δυστυχώς, μετά από μία περί­που εβδομάδα, ξαναμπήκα στή ρουτίνα τής καθημερινότητας. Ντρέπομαι που το αναφέρω, αλλά δεν κατάφερα να συγκρατήσω μέσα μου εκείνη την πρωτόγνωρη ειρήνη, την προσευχή, την ευγνωμοσύνη, την αγάπη.
Αυτά το πέρα για πέρα πραγματικό γε­γονός, με έκανε να βλέπω τα πράγματα λίγο διαφορετικά, να προσπαθώ να βγω από το καβούκι του εγωκεντρισμού μου και της παράλογης λογικής μας, που τα βάζει όλα σε κουτάκια και θέλει να τα εξηγεί με νόμους και κανόνες. Ο φόβος του τέλους επιχαχύνει τη συνειδητοποίηση των λαθών, ωθεί σε συναίσθηση...
Η ευγνωμοσύνη που νοιώθει κανείς την άπειρη αγάπη Του Θεού μαλακώνει την καρδιά του, τόν λιώνει, τόν κάνει να αγαπάει διά του Θεού τους αδελφούς του και τηνν κτίση και παράλληλα φοβάται μήπως με κάποια πράξη του λυπήσει τον Θεό και χάσει αυτό που αρχίζει  να γεύεται η καρδιά του και σκιρτά, αυτό που φτιάχτηκε να αναζητά η ψυχή του την διά της αγάπης δωρεάν παρεχόμενης ένωσης της με τόν Θεό.

 (Αποφάσισα να γράψω αυτή τη μοναδική για μενα εμπειρία κατά παράκληση ενός αγαπητού αδελφού «προς δόξαν Θεού» και πνευματική τόνωση των αδελφών. Παρακαλώ, συγχωρέστε τον προσωπικό τόνο της διήγησης, αλλά ήθελα να αποδώσω τα γεγονότα και τα συναισθήματα ακριβώς, όπως τα ζήσαμε. Ευχαριστώ για την κατανόηση σας.)
Πηγή: ΕΡΩ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ 1

 http://www.impantokratoros.gr/aeroplano-peftei.el.aspx

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Εναερία μεταφορά του Μονάχου Ισαάκ , Διονυσιάτικες Διηγήσεις

Στις 21 Μαΐου του 1932, κοιμήθηκε εν Κυρίω ο Μοναχός Ισαάκ σε ηλικία 82 ετών. Έζησε στη Μονή Διονυσίου πάνω από 60 χρόνια. Καταγόταν από την Καβακλή των Σαράντα Εκκλησιών Θράκης. Ήταν τύπος και υπογραμμός και ζωντανή εικόνα ενάρετης ζωής.

Έζησα μαζί με αυτόν τον οσιότατο Γέροντα Μοναχό Ισαάκ στα Μετόχια τρεις περιόδους και είδα από κοντά και άκουσα πράγματα θαυμαστά και εξαίσια, που προξενούν κατάπληξη και μερικά απ’ αυτά φαίνονται απίθανα στη δική μας ράθυμη, ολιγόπιστη και μικρόψυχη γενιά.
Από τα πολλά που είδαμε και ακούσαμε θα διηγηθούμε ένα, και αυτό με συντομία.

Όταν ήταν 19 χρονών  υπηρετούσε  ως μάγειρας  στο κονάκι των Καρυών. Εκεί αντιπρόσωπος ήταν ο περίφημος Γέροντας Γελάσιος, που υπήρξε τέσσερις φορές  Πρωτεπιστάτης της Ιεράς Κοινότητας και που κοιμήθηκε το έτος 1896.

Τον Φεβρουάριο ο π. Γελάσιος αντιμετώπισε μια επείγουσα υπόθεση και έπρεπε να συνεννοηθεί με το
Μοναστήρι. Τότε δεν υπήρχαν τηλέφωνα, ούτε συγκοινωνίες όπως σήμερα.

Έστειλε τον υποτακτικό του με γράμματα  στη Μονή. Ο καιρός ήταν βαρύς, γεμάτος σύννεφα που προμήνυε κακοκαιρία και χιονοθύελλα. Κάνοντας υπακοή ο καλός υποτακτικός Ισαάκ χωρίς αντιλογία και γογγυσμό, ξεκίνησε αν και έβλεπε την θεομηνία που ερχόταν.

Έβαλε μετάνοια και είπε  «νάναι ευλογημένο». Πήρε το γράμμα και αστραπιαία σαν ζαρκάδι πήρε το δρόμο προς το βουνό. Ήταν συνηθισμένος να περπατά γρήγορα γιατί στην παιδική του ηλικία ήταν βοσκός. Σε ένα τέταρτο έφθασε στη θέση Σταυρός,  στην κορυφή του βουνού και τρέχοντας ακολουθούσε το δρόμο για το μοναστήρι. Από το Κονάκι αναχώρησε στις 7 το απόγευμα (με τη βυζαντινή ώρα) και γύρω στις 9 έφθασε στα όρια της Σίμωνος Πέτρας, στη περιοχή «Μπουσδούμι», που υπήρχε πηγή κρύου νερού. Μέχρις εκεί έβλεπε και διέκρινε το δρόμο. Εν τω μεταξύ πριν από μισή ώρα άρχισε να χιονίζει. Το χιόνι σκέπασε όλα τα σημεία του δρόμου και ο καιρός χειροτέρευε. Ο Ισαάκ με τη γλυκιά επίκληση του Ιησού μας, προχωρεί αρκετό διάστημα, αλλά μετά από λίγο αναγκάζεται να σταματήσει, παραδερνόμενος από τη θύελλα και το πυκνό χιόνι που έπεφτε. Δεν διέκρινε τίποτε. Κατάλαβε ότι με τις δικές του δυνάμεις ήταν αδύνατο να προχωρήσει. Σήκωσε τα  χέρια και τα μάτια του στον ουρανό και με θερμή και αδίστακτη πίστη, φώναξε με όλη του την καρδιά: «Άγιε Τίμιε Πρόδρομε, βοήθησέ με να φθάσω στο Μοναστήρι». Πράγματι ο ευλογημένος π. Ισαάκ είχε μεγάλη ευλάβεια  στον Τίμιο Πρόδρομο.

Τότε συνέβη μεγάλο και παράδοξο θαύμα. Ο Τίμιος Πρόδρομος πραγματοποίησε αυτό που λέει ο ψαλμωδός Δαβίδ. « Εκέκραξαν οι δίκαιοι και ο Κύριος εισήκουσεν αυτών».

Αμέσως μια αόρατη δύναμη τον άρπαξε και αυτοστιγμεί βρέθηκε  στο Προσκυνητάρι που βρίσκεται στο δρόμο προς τον Αρσανά, έξω από τη Μονή ακριβώς την ώρα που οι πατέρες σηκώθηκαν από την τράπεζα. Ήταν περίπου 10 και 30 λεπτά. Ο Ισαάκ τότε έμπαινε στη Μονή, ενώ όλοι θαύμαζαν και απορούσαν. Μερικοί τον ρωτούσαν πώς με τέτοια καταιγίδα και χιονοθύελλα ήρθε  στη Μονή από το βουνό  για να φέρει το γράμμα του  Αντιπροσώπου;

Στις διάφορες ερωτήσεις των Πατέρων, σιωπούσε  ο μακάριος. Αφού πέρασε αρκετό χρονικό διάστημα ο πνευματικός στον οποίον εξομολογείτο ο π. Ισαάκ, είπε στους Πατέρες το θαύμα.

Παρόμοιο θαύμα γράφει ο Ευεργετινός  και ό Ιερός Νικόδημος στην Ακολουθία των Αγιορειτών Πατέρων, πως στη Σκήτη Σαμάρεια της Μονής Εσφιγμένου, ο ησυχαστής Δαμιανός, φίλος του αγίου Κοσμά του Ζωγραφίτου, όταν πήγαινε σ’ ένα πνευματικό στα όρια της Μονής Χιλιανδαρίου, λόγω της πολλής ομίχλης και βροχής, μη γνωρίζοντας που βρισκόταν, φώναξε μέσα από τα βάθη της καρδιάς του: «Κύριε Ιησού Χριστέ, σώσε με, γιατί χάνομαι». Αμέσως, ω του θαύματος! βρέθηκε αβλαβής μπροστά από τη Καλύβα του πνευματικού με τη βοήθεια ενός αγγέλου.

(Διονυσιάτικες Διηγήσεις)      

vatopaidi.wordpress.com            
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...