Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Επιστήμη και Θρησκεία (ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΚΡΙΜΑΙΑΣ)



 Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κρημαίας
Επιστήμη και Θρησκεία
«Όταν εξετάζουμε τη σύγχρονη επιστήμη όπως αυτή δημιουργήθηκε από επιστήμονες σαν τον Λαμάρκ και τον Δαρβίνο, βλέπουμε την αντίθεση και θα έλεγα την απόλυτη ασυμφωνία που υπάρχει μεταξύ επιστήμης και θρησκείας σε θέματα που αφορούν τα βασικότερα προβλήματα της ύπαρξης και της γνώσης. Γι' αυτό, νους φωτισμένος και λογικός δεν μπορεί να δέχεται ταυτόχρονα και το ένα και το άλλο και πρέπει να επιλέξει μεταξύ θρησκείας και επιστήμης».
Τα λόγια αυτά τα έγραψε 65 χρόνια πριν ένας γνωστός Γερμανός ζωολόγος, θερμός οπαδός του Δαρβίνου, ο Γέκκελ στο βιβλίο του «Τα μυστικά του κόσμου» που γνώρισε μεγάλη επιτυχία και όπως φαινόταν απέδειξε ότι η πίστη είναι ένας παραλογισμός. Λέει, λοιπόν, ο Γέκκελ ότι κάθε άνθρωπος με φωτισμένη διάνοια πρέπει να διαλέξει μεταξύ επιστήμης και θρησκείας και να ακολουθήσει είτε το ένα είτε το άλλο. Και θεωρεί απαραίτητο να αρνηθούν αυτοί οι άνθρωποι την θρησκεία διότι ένας άνθρωπος λογικός δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστήμη.
Πραγματικά αυτό είναι απαραίτητο; Όχι, καθόλου, διότι γνωρίζουμε ότι πολλοί και μεγάλοι επιστήμονες ήταν ταυτόχρονα και πολύ πιστοί άνθρωποι. Τέτοιος ήταν για παράδειγμα ο Πολωνός αστρονόμος Κοπέρνικος που έθεσε το θεμέλιο όλης της σύγχρονης αστρονομίας. Ο Κοπέρνικος δεν ήταν μόνο πιστός αλλά ήταν και κληρικός. Ένας άλλος μεγάλος επιστήμονας, ο Νεύτων, πάντα όταν έλεγε τη λέξη Θεός έβγαζε το καπέλο του. Ήταν πολύ πιστός άνθρωπος. Ένας μεγάλος βακτηριολόγος της εποχής μας και σχεδόν σύγχρονός μας, ο Παστέρ, που έθεσε τις βάσεις της σύγχρονης βακτηριολογίας, όλα τα επιστημονικά του έργα άρχιζε με τη θερμή προσευχή στον Θεό. Πριν 10 χρόνια άφησε αυτή τη ζωή ένας μεγάλος επιστήμονας και συμπατριώτης μας, ο φυσιολόγος Παύλοβ, που ήταν δημιουργός της καινούριας φυσιολογίας του εγκεφάλου. Ήταν και αυτός πολύ πιστός άνθρωπος. Θα τολμούσε, λοιπόν, ο Γέκκελ να πει ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν φωτισμένη διάνοια επειδή πιστεύουν στον Θεό;
Τι συμβαίνει λοιπόν; Γιατί και σήμερα υπάρχουν, και τους γνωρίζω προσωπικά, μερικοί επιστήμονες καθηγητές πανεπιστημίου που είναι πολύ πιστοί άνθρωποι; Γιατί την θρησκεία δεν την αρνούνται όλοι οι επιστήμονες αλλά μόνο ένα μέρος τους που έχουν τρόπο σκέψεως όμοιο μ' αυτόν που έχει ο Γέκκελ;
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι πιστεύουν μόνο στην ύλη και αρνούνται τον πνευματικό κόσμο, δεν πιστεύουν στη μετά θάνατον ζωή, δεν δέχονται την αθανασία της ψυχής και βεβαίως δεν δέχονται την ανάσταση των νεκρών. Λένε ότι η επιστήμη τα καταφέρνει όλα, ότι δεν υπάρχει στην φύση μυστικό που η επιστήμη δεν μπορεί να ανακαλύψει. Εμείς τι μπορούμε να απαντήσουμε σ' αυτά;
Θα τους απαντήσουμε το εξής: Έχετε απόλυτο δίκαιο. Δεν μπορούμε να περιορίσουμε την ανθρώπινη διάνοια που ερευνά την φύση. Ξέρουμε ότι σήμερα η επιστήμη γνωρίζει μόνον ένα μέρος απ' αυτά που θα έπρεπε εμείς να ξέρουμε για την φύση. Γνωρίζουμε επίσης ότι οι δυνατότητες της επιστήμης είναι μεγάλες. Σ' αυτό έχουν δίκαιο και δεν το αμφισβητούμε. Τι λοιπόν αμφισβητούμε εμείς; Γιατί δεν αρνούμαστε την θρησκεία όπως το κάνουν αυτοί και δεν την θεωρούμε αντίθετη προς την επιστημονική γνώση;
Μόνο γιατί με όλη την καρδιά μας πιστεύουμε πως υπάρχει ο πνευματικός κόσμος. Είμαστε σίγουροι πως εκτός από τον υλικό κόσμο υπάρχει άπειρος και ασύγκριτα υψηλότερος πνευματικός κόσμος. Πιστεύουμε στην ύπαρξη των πνευματικών όντων που έχουν διάνοια πολύ πιο υψηλή από ότι έχουμε εμείς οι άνθρωποι. Πιστεύουμε, με όλη την καρδιά μας, ότι πάνω απ' αυτό τον πνευματικό και τον υλικό κόσμο υπάρχει Μέγας και Παντοδύναμος Θεός.
Αυτό που εμείς αμφισβητούμε είναι το δικαίωμα της επιστήμης να ερευνά με τις μεθόδους της τον πνευματικό κόσμο. Διότι ο πνευματικός κόσμος δεν ερευνάται με τις μεθόδους που ερευνούμε τον υλικό κόσμο. Οι μέθοδοι αυτές είναι εντελώς ακατάλληλες για να ερευνούμε μ' αυτές τον πνευματικό κόσμο.
Από πού γνωρίζουμε ότι υπάρχει ο πνευματικός κόσμος; Ποιος μας είπε ότι υπάρχει; Αν μας το ρωτήσουν οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στη θεία αποκάλυψη θα τους απαντήσουμε το εξής, «μας το είπε η καρδιά μας». Διότι υπάρχουν δύο τρόποι το να γνωρίσει κανείς κάτι, ο πρώτος είναι αυτός για τον οποίο μιλάει ο Γέκκελ και τον οποίο χρησιμοποιεί η επιστήμη για να γνωρίσει τον υλικό κόσμο. Υπάρχει όμως και ένας άλλος τρόπος που η επιστήμη δεν τον ξέρει και δεν θέλει να τον ξέρει. Είναι η γνώση μέσω καρδιάς. Η καρδιά μας δεν είναι μόνο το κεντρικό όργανο του κυκλοφοριακού συστήματος, είναι και όργανο με το οποίο γνωρίζουμε τον άλλο κόσμο και αποκτάμε την ανώτατη γνώση. Είναι το όργανο που μας δίνει την δυνατότητα να επικοινωνούμε με τον Θεό και τον άνω κόσμο. Σ' αυτό μόνο εμείς διαφωνούμε με την επιστήμη.
Εκτιμώντας τις μεγάλες επιτυχίες και τα κατορθώματα της επιστήμης, καθόλου δεν αμφισβητούμε την μεγάλη της σημασία και δεν περιορίζουμε την επιστημονική γνώση. Εμείς λέμε μόνο στους επιστήμονες, «δεν έχετε εσείς την δυνατότητα με τις μεθόδους σας να ερευνάτε τον πνευματικό κόσμο, εμείς όμως μπορούμε να το κάνουμε με την καρδιά μας».
Υπάρχουν πολλά ανεξήγητα φαινόμενα τα οποία όμως είναι αληθινά (όπως είναι αληθινό κάποιο φυσικό φαινόμενο) και που αφορούν τον πνευματικό κόσμο. Υπάρχουν λοιπόν φαινόμενα, τα οποία η επιστήμη ποτέ δεν θα μπορέσει να τα εξηγήσει γιατί δεν χρησιμοποιεί τις κατάλληλες μεθόδους.
Ας μας εξηγήσει η επιστήμη πως εμφανίστηκαν οι προφητείες για την έλευση του Μεσσία, οι οποίες όλες πραγματοποιήθηκαν. Μπορεί να μας πει πως ο μεγάλος προφήτης Ησαΐας, 700 χρόνια πριν την γέννηση του Χριστού προείπε τα πιο σημαντικά γεγονότα της ζωής Του, και γι΄ αυτό ονομάστηκε ευαγγελιστής της Παλαιάς Διαθήκης; Να μας εξηγήσει την διορατική χάρη που έχουν οι άγιοι και να μας πει με ποιες φυσικές μεθόδους απέκτησαν οι άγιοι αυτή την χάρη και πως μπορούσαν μόλις έβλεπαν έναν άνθρωπο άγνωστο, αμέσως να καταλαβαίνουν την καρδιά του και να διαβάζουν τις σκέψεις του; Έβλεπαν τον άνθρωπο πρώτη φορά και τον καλούσαν με το όνομά του. Χωρίς να περιμένουν από τον επισκέπτη ερώτηση έδιναν απάντηση σ' αυτά που τον προβλημάτιζαν.
Αν μπορούν ας μας το εξηγήσουν αυτό. Ας εξηγήσουν με ποιόν τρόπο προέλεγαν οι άγιοι τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα τα οποία με τον καιρό πραγματοποιούνταν ακριβώς όπως τα είχαν προφητέψει. Να μας εξηγήσουν τις επισκέψεις από τον άλλο κόσμο και τις εμφανίσεις των νεκρών στους ζωντανούς.
Δεν θα μας το εξηγήσουν ποτέ γιατί βρίσκονται μακριά απ' αυτό που είναι η βάση της θρησκείας - από την πίστη. Αν διαβάσετε τα βιβλία εκείνων από τους επιστήμονες που επιχειρούν να ανασκευάσουν τη θρησκεία θα δείτε πόσο επιφανειακά αυτοί βλέπουν τα πράγματα. Δεν καταλαβαίνουν την ουσία της θρησκείας και όμως την κρίνουν. Η κριτική τους δεν αγγίζει την ουσία της πίστεως, την οποία αδυνατούν να καταλάβουν αλλά τους τύπους, τις εκδηλώσεις δηλαδή του θρησκευτικού συναισθήματος. Την ουσία της θρησκείας και της πίστεως δεν την καταλαβαίνουν. Γιατί όμως; Γιατί ο Κύριος Ιησούς Χριστός λέει, «Ουδείς δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο πατήρ ο πέμψας με ελκύση αυτόν» (Ιω. 6, 44).
Πρέπει λοιπόν να μας ελκύσει ο επουράνιος Πατέρας, πρέπει η χάρη του Αγίου Πνεύματος να φωτίσει την καρδιά και το νου μας. Να κατοικήσει στην καρδιά και το νου μας, μέσω αυτής της φώτισης, το Άγιο Πνεύμα και πρέπει αυτός που αξιώθηκε να λάβει αυτό το δώρο να αποκτήσει την αγάπη του Χριστού τηρώντας τις εντολές του. Μόνο αυτοί που απέκτησαν το Άγιο Πνεύμα, αυτοί που στην καρδιά τους κατοικεί ο Χριστός μαζί με τον Πατέρα του, γνωρίζουν την ουσία της πίστεως. Οι άλλοι, οι έξω άνθρωποι, δεν την καταλαβαίνουν καθόλου.
Ας ακούσουμε την κριτική κατά του Γέκκελ ενός Γάλλου φιλοσόφου του Μπούτρου. Λέει λοιπόν το εξής ο Μπούτρου, «Η κριτική του Γέκκελ πιο πολύ αφορά τους τύπους παρά την ουσία και τους τύπους τους βλέπει από μια ματιά τόσο υλιστική και τόσο στενή που δεν μπορούν να τους παραδεχτούν ούτε οι άνθρωποι που θρησκεύουν. Έτσι η κριτική της θρησκείας από τον Γέκκελ δεν αναφέρεται ούτε σε μία από τις αρχές που πρεσβεύει η θρησκεία»,
Αυτή λοιπόν είναι η γνώμη μας σχετικά με το βιβλίο του Γέκκελ «Τα μυστικά του κόσμου», το οποίο και μέχρι σήμερα θεωρείται «ευαγγέλιο» για όλους αυτούς που ασκούν κριτική κατά της θρησκείας, που την αρνούνται και την βρίσκουν αντίθετη προς την επιστήμη. Βλέπετε πόσο φτωχά και ανούσια είναι τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν; Μην σκανδαλίζεστε όταν ακούτε αυτά που λένε κατά της θρησκείας, αφού αυτοί που τα λένε δεν καταλαβαίνουν την ουσία της. Εσείς οι απλοί άνθρωποι που δεν έχετε πολλή σχέση με την επιστήμη και δεν γνωρίζετε πολλά από την φιλοσοφία να θυμάστε πάντα την βασικότερη αρχή, την οποία πολύ καλά την γνώριζαν οι πρώτοι χριστιανοί. Αυτοί θεωρούσαν δυστυχισμένο τον άνθρωπο που γνωρίζει όλες τις επιστήμες, δεν γνωρίζει όμως τον Θεό. Και αντίθετα θεωρούσαν μακάριο αυτόν που γνωρίζει τον Θεό, έστω και να μην γνώριζε απολύτως τίποτα από τα ανθρώπινα.
Να φυλάγετε αυτή την αλήθεια σαν το μεγαλύτερο θησαυρό της καρδιάς σας, προχωράτε ευθεία και μην κοιτάζετε δεξιά και αριστερά. Ας μην μας κάνουν, αυτά που ακούμε κατά της θρησκείας, να χάνουμε τον προσανατολισμό μας. Να κρατάμε την πίστη μας που είναι αλήθεια αιώνια και αναμφισβήτητη. Αμήν.

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας
Λόγοι και Ομιλίες
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη "  Θεσσαλονίκη

http://www.impantokratoros.gr/421AC1CD.el.aspx

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Η Ιερωσύνη


Η ΙΕΡΩΣΥΝΗ
π ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ  

H Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται τη γενική ιεροσύνη τού λαού τού Θεού (Α' Πέτρ. β' 9. Αποκ. α' 6. ε' 10. κ' 6), η οποία υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη (Έξοδ. ιθ' 6). Όμως αυτή η γενική ιεροσύνη δεν απέκλειε την ύπαρξη και ειδικήςιεροσύνης, πού αποσκοπούσε στην οικοδομή τού λαού και στην άσκηση της θείας λατρείας (Έξοδ. κη' 1. κθ' 9. λ' 30. μ' 12-13).
Η Εκκλησία μας δεν αμφισβητεί πως η ιεροσύνη τού Χριστού είναι αμετάθετη και πώς δεν υπάρχει, ούτε θα υπάρξει άλλο είδος ιεροσύνης (Έβρ. Ζ' 23-26). Αυτό όμως δεν αποκλείει την ύπαρξη «ιεροσύνης» με σχετική έννοια, σαν «μετοχή» στη μία και μοναδική ιεροσύνη τού Χριστού. Η αγία Γραφή κάνει λόγο για «ιερείς» της Καινής Διαθήκης οι οποίοι δεν θα έχουν σχέση με την Ααρωνική ιεροσύνη και θα προέρχονται από τα έθνη (Ησ. ξστ' 18-21). Οι ιερείς αυτοί θα διακονούν στο χριστιανικό θυσιαστήριο (Εβρ. ιγ' 10. Α' Κορ. ι' 21) και θα προσφέρουν «θυσίαν καθαράν» (Μαλαχ. α' 11).

Οι ιερείς της Καινής Διαθήκης δεν έχουν δική τους ιεροσύνη, ανεξάρτητα από την ιεροσύνη τού Χριστού. Όπως ακριβώς η θεία ευχαριστία πού τελείται στην Εκκλησία αποτελεί «μετοχή» στη θυσία τού Γολγοθά , έτσι και η ιεροσύνη της Εκκλησίας αποτελεί «μετοχή» στην ιεροσύνη τού Χριστού πού είναι μοναδική.
Οι ιερείς της Εκκλησίας είναι διάκονοι και οικονόμοι των μυστηρίων τού μόνου Αρχιερέως (Α' Κορ. γ' 5-9. δ' 1. Τίτ. α' 7. Α' Πέτρ. δ' 10). Ο Χριστός είναι ο μόνος μεσίτης μέσω Αυτού επιτυγχάνεται η συμφιλίωση με τον Θεό (Ιω. δ' 6.13-14. Α' Τιμ. β' 5).
Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει την αποστολική παράδοση. Στην ιεροσύνη διακρίνει τρεις βαθμούς: το διάκονο, τον πρεσβύτερο και τον επίσκοπο.
Οι απόστολοι είχαν πλήρη συναίσθηση της διαδοχής τού επισκοπικού αξιώματος. Στην περίπτωση εκλογής τού Ματθία γίνεται φανερό πώς το αποστολικό αξίωμα ήταν ανεξάρτητο από το συγκεκριμένο πρόσωπο (Πράξ. α' 15-26). Ο απόστολος Παύλος κάνει λόγο όχι μόνο για «επισκόπους», αλλά και για «επισκοπή» (Α' Τιμ. γ' 1). Καθορίζει μάλιστα και τα προσόντα πού πρέπει να έχουν οι υποψήφιοι «επίσκοποι» (Α' Τιμ. γ' 2-7) και «διάκονοι» (Α' Τιμ. Υ' 8-13).
Βέβαια η Καινή Διαθήκη ταυτίζει κατ' αρχήν τούς όρους «επίσκοπος» και «πρεσβύτερος» (Πραξ. κ' 17.28), όμως αυτό δεν σημαίνει πώς στην αποστολική Εκκλησία δεν υπήρχε τρίτος βαθμός της ιεροσύνης. Ο Τίτος επί παραδείγματι ήταν επίσκοπος Κρήτης και ο Τιμόθεος εκτελούσε επισκοπική διακονία στην Εκκλησία της Εφέσου. Σ' αυτή τη διακονία περιλαμβανόταν και η εγκατάσταση πρεσβυτέρων και διακόνων, και μάλιστα με χειροτονία (Τίτ. α' 5), με την οποία μεταδιδόταν το «χάρισμα» της ιεροσύνης (Β' Τιμ. α' 6. Πρβλ Α' Τιμ. ε' 22. Πράξ. κ' 28).
Αυτά δεν αποτελούν μεταγενέστερες απόψεις, αλλά Γραφική διδασκαλία, όπως την κήρυξε η πρωτoχριστιανική Εκκλησία, πού είναι στύλoς και εδραίωμα της αληθείας (Α' Τιμ. γ' 15).

Ο Κλήμης, επίσκοπος Ρώμης (†96), κάνει λόγο για «ιερείς» και «αρχιερείς» και συνδέει την πραγματικότητα της Εκκλησίας με την πραγματικότητα της αγίας Γραφής. «Και δώσω τούς αρχοντάς σου εν ειρήνη και τούς επισκόπους σου εν δικαιοσύνη» λέγει ο προφήτης (Ησ. ξ' 17 κατά τους Ο').
 Ο Κλήμης αναφέρεται στον στίχο αυτό και υπογραμμίζει τις ιδιαίτερες λειτουργίες «του αρχιερέως», των «ιερέων» και των «λευιτών», δηλαδή των διακόνων (Κλήμ., Α' Κορ. 40,5. 42,3-4. 44,1-4).
Ο άγιος Iγvάτιoς (†107) διακρίνει τούς τρεις βαθμούς της ιεροσύνης και υπογραμμίζει: «πάντες τω επισκόπω ακολουθείτε, ως Ιησούς Xριστός τω Πατρί, και τω πρεσβυτερίω ως τοις απoστόλoις τούς δε διακόνους εντρέπεσθε, ως Θεού εντολήν... εκείνη βεβαία ευχαριστία ηγείσθω, η υπό τον έπίσκοπον ούσα, η ω αν αυτός επιτρέψη»  «Ο λάθρα επισκόπου τι πράσσων τω διαβόλω δουλεύει» (Iγv., Σμυρν. VIII, 1.9).
Κατά την αντίληψη αυτή, έξω από τον επίσκοπο υπάρχουν μόνο συναθροίσεις αιρετικών. Ο άγιος Πολύκαρπος (†156) αναφέρει πώς η διδασκαλία του Iγνατίoυ είναι διδασκαλία της Εκκλησίας του πρώτου αιώνος (Πολυκ., Έπισr. πρός Φιλ. 13).
Ο Ηγήσιππος, πού έγραψε γύρω στο 180 μ.Χ. και διασώζει την απoστoλική παράδοση, δίνει την πληροφορία πώς η απoστoλική διαδοχή ήταν καθολικά παραδεκτή από την Εκκλησία (Ηγήσ., Απόσπ. 5, ΒΕΠ 5,85).
Το ίδιο υπογραμμίζει και ο Ειρηναίος (†202), ο οποίος προσθέτει πώς πρέπει να υπακούμε στους ιερείς της Εκκλησίας γιατί είναι διάδοχοι των αποστόλων και ότι με τη διαδοχή του επισκοπικού αξιώματος έλαβαν και το «βέβαιο χάρισμα της αληθείας» (Ειρην., Κατά αίρ. Γ' 3,1. Δ' 26,2. Έλεγχος ψευδ. γv. Γ' 3,3).
Ο Ιππόλυτος (†235), μαθητής του Ειρηναίου, γράφει πώς ουσιαστική βοήθεια για να αποφευχθεί η πλάνη των αιρέσεων είναι «το εν τη Εκκλησία παραδοθέν Άγιον Πνεύμα, ου τυχόντες πρότεροι οι απόστoλoι μετέδοσαν τοις ορθώς πεπιστευκόσιν' ων ημείς διάδοχοι τυγχάνοντες της τε αυτής χάριτος μετέχοντες αρχιερατείας τε και διδασκαλίας και φρουροί της Εκκλησίας λελογισμένοι ουκ οφθαλμώ νυστάζoμεν ουδέ λόγον ορθόν σιωπώμεν, αλλ' ουδέ πάση ψυχή και σώματι εργαζόμενοι κάμνομεν...»(Ιππολ., Έλεγχος, πρόλ., ΒΕΠ 5,199).
Με άλλα λόγια βλέπουμε πως η πρωτoχριστιανική Εκκλησία είχε πλήρη συνείδηση της ενότητας μεταξύ της αποστολικής διαδοχής και της αποστολικής διδαχής, δηλαδή της Ορθοδοξίας.
Ο Ωριγένης (†253/254) υπογραμμίζει τη θεία προέλευση της ιεροσύνης στην Εκκλησία και προσθέτει πώς «οι λειτουργοί και ιερείς πρέπει να αναδέχονται τα αμαρτήματα του λαού» (Ωριγ., Εις Λευϊτ. Υ, 3).
Ο Κυπριανός (†258) αναφέρει πως οι επίσκοποι είναι «εκπρόσωποι και διάδοχοι των αποστόλων» και σ' αυτούς αναφέρεται τώρα το «ο ακούων υμών εμού ακούει, και ο αθετών υμάς εμέ αθετεί, ο δε εμέ αθετών αθετεί τον αποστείλαντά με» (Λουκ. ι' 16)˙ «όλα τα σχίσματα και οι αιρέσεις πού υπήρξαν και θα υπάρξουν, προέρχονται από το ότι ορισμένοι άνθρωποι περιφρονούν με θρασύτητα τον ένα επίσκοπο, ο οποίος προΐσταται της Εκκλησίας» (Κυπρ., Έπιστ. 66, 4-5).
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας της εποχής του με ακόμη σκληρότερη γλώσσα: «Μανία γάρ περιφανής υπεροράν της τοιαύτης αρχής, ης άνευ ούτε σωτηρίας ημίν ούτε των επηγγελμένων τυχείν εστίν αγαθών», δηλαδή είναι τρέλα να περιφρονεί κανείς την ιεροσύνη, γιατί χωρίς την ιεροσύνη ούτε σωτηρία μπορεί να επιτευχθεί, ούτε τα αγαθά πού υποσχέθηκε ο Θεός μπορούμε να επιτύχουμε (Χρυσ., Περί ιερωσ., λόγ. Γ' 5).
Κατά τον Γρηγόριο το Θεολόγο ο Θεός εμπιστεύθηκε στους ιερείς «τα μυστήρια, τα οποία ανυψώνουν προς τον ουρανό και αποτελούν το μεγαλύτερο και πολυτιμότερο πράγμα από όλα όσα διαθέτομε» (Λόγ. Β 4, Απολογία περί της φυγής).
 Η Ορθόδοξη λοιπόν Εκκλησία από την εποχή των αποστόλων μέχρι σήμερα ερμηνεύει με τον ίδιο τρόπο τα σχετικά εδάφια της αγίας Γραφής και δέχεται την ιεροσύνη και την αποστολική διαδοχή.
Δεν μπορεί να συμμερισθεί την άποψη του προτεσταντισμού σ' αυτό το θέμα.


ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΑΙΡΕΣΕΩΝ & ΠΑΡΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ
π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ


Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Σε δέκα υπολογίζονται οι αιματηροί και σκληροί διωγμοί των κοσμικών ηγεμόνων της Ρώμης, οι οποίοι κίνησαν κάθε μέσο για να εξαφανίσουν ολότελα την Εκκλησία του Χριστού. Σε όλους όμως αυτούς τους διωγμούς η Εκκλησία του Χριστού βρίσκεται χωρίς την ελάχιστη κοσμική βοήθεια. Κανένα στράτευμα δεν έχει με το οποίο να διεξαγάγει τον τρομερό πόλεμο, που της έχουν κηρύξει, κανένα βασιλιά ή ηγεμόνα δεν έχει βοηθό. Κανένα κοσμικό όπλο δεν έχει στα χέρια Της, παρά τα άφθονα δάκρυά Της, την υπομονή και την προσευχή Της, την αδυναμία και την αισχύνη Της, τα τραύματά Της και το αίμα Της.

Και ρωτούμε: Εφ΄ όσον καμία ανθρώπινη βοήθεια δεν είχε η Εκκλησία, γιατί δεν υπέκυψε; Γιατί δεν κάμφθηκε από τους πανίσχυρους αυτοκράτορες της Ρώμης και τους σιδηρόφρακτους στρατούς της; Εάν κάποιος έβλεπε μόνο στον εξοντωτικό πόλεμο, τον οποίο ανέλαβαν όλες οι ανθρώπινες δυνάμεις κατά της ανίσχυρης Εκκλησίας του Χριστού, τίποτε άλλο δεν θα ανέμενε και δεν θα πίστευε, παρά ότι ο παγκόσμιος σκοπός των πολεμίων Αυτής θα επιτύγχανε καθ΄ όλη τη γραμμή. Αυτό πίστευε και ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, ότι δηλαδή επιτυχώς παρασκεύασε την εξαφάνιση της Εκκλησίας. Γι΄ αυτό και νόμισμα χάραξε το οποίο από το ένα μέρος είχε την εικόνα του και το όνομά του, και από το άλλο την εξής επιγραφή: «Μετά την εξάλειψη του Χριστιανισμού». Και κατόπιν αρχίζουν τα σκωπτικά άσματα, διότι πίστευαν ότι η χριστιανική Εκκλησία τάφηκε.


Και όμως για μία ακόμη φορά, όπως και τότε έτσι και σήμερα, η χαρά της νίκης προκάλεσε ύστερα από λίγο τη θλιβερή απογοήτευση των ματαιοπονούντων διωκτών. Η Εκκλησία που φαινόταν ότι τάφηκε, αρχίζει μερικά χρόνια αργότερα τον νικηφόρο δρόμο Της προς τα εμπρός, και εξαπλώνεται και κατακτά τη Ρωμαϊκή επικράτεια και εκτείνεται μέχρι των περάτων της γης. Ο Διοκλητιανός ζούσε ακόμα, όταν ο Πάπας Σίλβεστρος έφερε το φως της ημέρας μέσα στις Κατακόμβες, και ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος κήρυξε τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του κράτους.

Το ίδιο επαναλαμβάνεται σ΄ όλους τους αιώνες. Κατά τον 19ο αιώνα οι ασεβείς και ποικίλοι πολέμιοι του Χριστιανισμού πέσανε κατά της Εκκλησίας για να Την εξαφανίσουν. Και αυτοί μεν τάφηκαν από τον πανδαμάτορα χρόνο, η Εκκλησία όμως όχι μόνο υπάρχει, αλλ΄ ολοέν και προσελκύει προς Εαυτήν τα μεγαλύτερα πνεύματα του κόσμου.

Γι΄ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στρέφεται εναντίον όλων εκείνων που πολεμούν την Εκκλησία και διατρανώνει το ακατάλυτο Αυτής, αφού δεν είναι η Εκκλησία ανθρώπινο εφεύρημα. Γράφει ο άγιος Γρηγόριος: «Μωρότατε και ασεβέστατε στα μεγάλα. Στρέφεσαι εναντίον του κλήρου και της οικουμενικής Εκκλησίας, που περιέλαβε όλα τα πέρατα με την απλότητα του λόγου και τη μωρία του κηρύγματος, το οποίο νίκησε σοφούς και κατήργησε δαίμονες και ξεπέρασε το χρόνο· αυτό που είναι παλιό μαζί και νέο και σε γενικές γραμμές με την τελείωση του μυστηρίου το οποίο αποταμιεύτηκε σε ίδιους καιρούς; Στρέφεσαι εναντίον της μεγάλης κληρονομίας του Χριστού, που δεν θα παύσει να υπάρχει, ούτε και αν μερικοί αγριεύουν περισσότερο από σένα, και η οποία θα βαδίσει περισσότερο και θα εξυψωθεί, διότι πιστεύω στις προρρήσεις και σε όσα βλέπω. Αυτήν την οποία έκανε ο Θεός και κληρονόμησε ο άνθρωπος, αυτήν που προτύπωσε ο νόμος, συμπλήρωσε η χάρη και την έκανε νέα ο Χριστός; Αυτήν την οποία συγκρότησαν οι Προφήτες, συνένωσαν οι Απόστολοι και κατάρτισαν οι Ευαγγελιστές» (ΕΠΕ 3, 88-90).

(Αρχιμ. ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΣ Ν. ΛΥΡΑΚΗΣ,Περιοδικό” Μεταμόρφωσις” Ιεράς Μητροπόλεως Σάμου & Κορσέων, Ιανουάριος 2010)
http://www.impantokratoros.gr/ekklhsia_digmoi.el.aspx
Πηγή εἰκόνας:
http://i43.tinypic.com/25gchec.jpg

Μοναχισμός και Συγκρητισμός

undefined

ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ
ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΣ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΣ*
του Μοναχού Αρσενίου Βλιαγκόφτη, Δρ. Θ., πτ. Φ.
* Εισήγηση που παρουσιάστηκε στο Πανελλήνιο Μοναστικό Συνέδριο, το οποίο έλαβε χώρα στα Άγια Μετέωρα από 12 έως 14 Σεπτεμβρίου 2000 με θέμα: Ο αναλλοίωτος Ορθόδοξος Μοναχισμός στην ανατολή της τρίτης χιλιετίας
Μακαριώτατε Πάτερ και Δέσποτα, Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς, Πανοσιολογιώτατοι Πατέρες, Οσιολογιώτατες Γερόντισσες και αδελφές, Κύριε Πρόεδρε της Οργανωτικής Επιτροπής, Ελλογιμώτατοι Κύριοι Καθηγητές, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί και αδελφές.
Ευλογείτε!
Κατά πρώτον αισθάνομαι την ανάγκη να αποδώσω οφειλετικώς τις ευχαριστίες μου προς τον Μακαριώτατο, την Ιερά Σύνοδο και την Οργανωτική Επιτροπή του Συνεδρίου για την τιμητική προς την ταπεινότητά μου πρόσκληση να εισηγηθώ, ενώπιον μάλιστα τόσον εκλεκτής ομηγύρεως, το θέμα «Ορθόδοξος Μοναχισμός και σύγχρονος θρησκευτικός και θρησκειακός συγκρητισμός».
 Κατά δεύτερον να επικαλεσθώ τις ευχές όλων Σας, ώστε η πραγμάτευσις του θέματος να είναι ανάλογος της σπουδαιότητός του.

 
Σχετικά με τον Ορθόδοξο μοναχισμό ως υπερασπιστή της Ορθοδόξου πίστεως υπάρχει στο πρόγραμμα του Συνεδρίου μας ξεχωριστό θέμα με άξιον εισηγητή. Στο πλαίσιο της εισηγήσεως εκείνης πιστεύω θα αναπτυχθεί και θεωρητικά και ιστορικά - διαχρονικά η σημασία του Ορθοδόξου μοναχισμού για την προάσπιση της Ορθοδόξου πίστεως.
 
Εμείς συνεπώς, όπως άλλωστε ορίζει το θέμα μας, θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στο πώς τοποθετείται ο Ορθόδοξος Μοναχισμός απέναντι στον σύγχρονο θρησκευτικό και θρησκειακό συγκρητισμό, δηλαδή ο χρονικός μας ορίζων θα είναι ο 20ος αιώνας και μάλιστα το δεύτερο ήμισύ του.
 
Με τον όρο θρησκευτικός θα νοήσουμε τον διαχριστιανικό και με τον όρο θρησκειακός θα νοήσουμε τον διαθρησκειακό συγκρητισμό.
 
Παρ' ότι σε ιστορικό επίπεδο δεν τίθεται θέμα, διότι είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο μοναχισμός διέσωσε την ακεραιότητα της πίστεως και διεφύλαξε την αληθή θεογνωσία, όμως σε καθαρά θεωρητικό επίπεδο θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα:
 
Νομιμοποιούνται οι μοναχοί να ενδιαφέρονται για την ακεραιότητα της πίστεως και να υπερμαχούν υπέρ αυτής ή θα πρέπει να περιορίζονται στα «μοναχικά τους καθήκοντα»;
 
Βεβαίως κατ' εξοχήν στον επίσκοπο έχει εμπιστευθεί η Εκκλησία το καθήκον αυτό, αλλά και σύμπας ο πιστός λαός του Θεού, τα μέλη της Εκκλησίας, επιφορτίζονται με αυτό το έργο. Είναι γνωστή η Εγκύκλιος των τεσσάρων Πατριαρχών της Ανατολής του 1848, η οποία εκφράζει την επί του θέματος αυτού Ορθόδοξο παράδοση, και σύμφωνα με την οποία: «... παρ' ημίν ούτε Πατριάρχαι ούτε Σύνοδοι εδυνήθησάν ποτε εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας εστίν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός...»1.
 
Η απόφανση αυτή περί του πιστού λαού ως φύλακος της πίστεως, πολλώ μάλλον ισχύει για τους μοναχούς, για τους εξής λόγους:
 
1) Κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος: «Φως μεν μοναχοίς, Άγγελοι. φως δε πάντων ανθρώπων, μοναδική πολιτεία»2

2) Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο: «Ει θεολόγος ει, προσεύχει αληθώς και ει προσεύχη αληθώς, θεολόγος ει».

Συνεπώς οι μοναχοί ως κατ' εξοχήν επιμελούμενοι της κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος τέχνης τεχνών και επιστήμης επιστημών, της προσευχής, φυσικόν είναι να καθίστανται με τη Χάρη του Θεού αληθείς θεολόγοι και ως αληθείς θεολόγοι έχουν κατ' εξοχήν λόγον στη διατήρηση της Ορθοδόξου πίστεως στην αυθεντική της μορφή και στην αποσόβηση του κινδύνου αναμίξεως της υγιαινούσης διδασκαλίας της Εκκλησίας με την βλαπτική αντιπνευματική τροφή των διαφόρων αιρέσεων και πλανών.
 
3) Ο μοναχισμός εκφράζει κατ' εξοχήν το προφητικό χάρισμα μέσα στην Εκκλησία. Το χάρισμα αυτό, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη, συνδέεται με την ομολογία της πίστεως, με την διατήρηση της γνησιότητός της και συνοδεύεται από το κήρυγμα επιστροφής των πεπλανημένων.
 
4) Ο μακαριστός Γέρων Παΐσιος o Αγιορείτης ονόμαζε τους μοναχούς πνευματικούς ασυρματιστές. Οι ασυρματιστές παίρνουν πρώτοι τα μηνύματα.
 
Ο μοναχισμός είναι επίσης ωσάν μία εμπροσθοφυλακή της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα, όπως κάθε εμπροσθοφυλακή, να αντιλαμβάνεται και πρώτος τους κινδύνους για την πίστη.
Ο μοναχισμός εξέφραζε και εκφράζει την γρηγορούσα συνείδηση της Εκκλησίας.
5) Εξ άλλου ο μοναχισμός ανεπτύχθη εξ αρχής επάνω στη βάση της βιώσεως χωρίς υποχωρήσεις και συμβιβασμούς του Ευαγγελικού μηνύματος στη γνησιότητά του. Αποτελούσε και αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα έναντι κάθε προσπαθείας εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας3.
 
Επομένως δεν είναι έξω από τα μοναχικά καθήκοντα η ομολογία και η υπεράσπιση της πίστεως. Αντιθέτως αποτελεί βασική υποχρέωση που πηγάζει από την βίωση στην πράξη των ευαγγελικών εντολών.
 
Ο καθηγητής Β. Σταυρίδης μεταφέρει την άποψη κάποιου Μαρίου Ρινβολούκρι, ο οποίος έλεγε το 1966 ότι «εκτός ελαχίστων προσωπικών εξαιρέσεων, οι μοναχοί συναισθηματικώς είναι η ομάς η πλέον αντιοικουμενικώς διατεθειμένη εν τη Ελληνική κοινωνία»4. Η άποψη αυτή φαίνεται να προσάπτει μομφή στους μοναχούς, ερμηνεύοντας τη συγκεκριμένη στάση τους ως ένα είδος αλόγου συναισθηματικής αντιδράσεως φόβου και προκαταλήψεως απέναντι στο καινούργιο ή το διαφορετικό. Αδικεί όμως κατάφωρα τους μοναχούς αλλά και γενικότερα το ευσεβές πλήρωμα της Εκκλησίας, διότι η στάση αυτή δεν οφείλεται σε μία άλογη προκατάληψη αλλ' αντιθέτως είναι έκφραση της γρηγορούσης συνειδήσεως του εκκλησιαστικού σώματος.
Ερχόμαστε τώρα στο θέμα του συγκρητισμού.
Γενικά
Το φαινόμενο βέβαια του συγκρητισμού (με η, από το συν και Κρήτες) είναι αρχαιότατο.
Ο σύγχρονος όμως συγκρητισμός κομίζει ένα νέο στοιχείο. Προσπαθεί να κατοχυρωθεί και θεωρητικά και να επιβληθεί, με έναν πιο θεσμικό τρόπο. και αυτός είναι ο τρόπος των ποικίλων διαχριστιανικών και διαθρησκειακών διαλόγων που λαμβάνουν χώρα στις ημέρες μας.
Διαθρησκειακός συγκρητισμός
Πνευματική μητέρα του συγχρόνου συγκρητισμού είναι η Θεοσοφική Εταιρεία (ιδρύθηκε το 1875 στη Νέα Υόρκη από τη Ρωσσίδα Μπλαβάτσκυ και τον Αμερικανό συνταγματάρχη Όλκοττ). Βασικό δόγμα της είναι ότι καμμία θρησκεία δεν κατέχει ολόκληρη την αλήθεια αλλά τμήματα ή ψήγματά της. Για να απαρτισθεί το όλον της αληθείας θα πρέπει οι επί μέρους θρησκείες να συνεισφέρουν το δικό τους η κάθε μια μερίδιο. Θα πρέπει «να αλληλοεμπλουτισθούν».
Πριν από 107 χρόνια ο ινδός γκουρού Βιβεκανάντα μιλώντας στο «Α' Κοινοβούλιο των Θρησκειών του Κόσμου» (Σικάγο, 27.9.1893) είπε μεταξύ άλλων και τα εξής:
 
«Μήπως επιθυμώ οι Χριστιανοί να γίνουν Ινδουιστές; Προς Θεού! Μήπως επιθυμώ οι Ινδουιστές ή οι Βουδδιστές να γίνουν Χριστιανοί; Προς Θεού!»...
Οι Χριστιανοί δεν πρέπει να γίνουν Ινδουιστές, ούτε Βουδδιστές. ούτε και αυτοί να γίνουν Χριστιανοί. Αλλά κάθε θρησκεία θα πρέπει να αφομοιώσει το πνεύμα των άλλων θρησκειών, διατηρώντας ωστόσο τις ιδιαιτερότητές της, προκειμένου να αναπτυχθεί σύμφωνα με τους δικούς της νόμους...»5.
 
Αυτά τα λόγια εκφράζουν άριστα το πνεύμα του διαθρησκειακού συγκρητισμού.
 
Η ίδια βέβαια η Θεοσοφική Εταιρεία η οποία ισχυρίζεται ότι καμμία θρησκεία δεν έχει ολόκληρη την αλήθεια, διεκδικεί για το δικό της αυτό ακριβώς θρησκευτικό αξίωμα την απόλυτη αλήθεια. Πρόκειται για τον λεγόμενο δογματικό πλουραλισμό, ο οποίος αρνείται σε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του την αξίωση για αποκλειστικότητα. Έτσι απορρίπτει τον λόγο του Κυρίου μας «Εγώ ειμί η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή», διότι «διεκδικεί αποκλειστικότητα»!
 
Οι απόψεις και οι επιδιώξεις αυτές συμπλέκονται με το κίνημα της λεγομένης Νέας Εποχής, της Νέας Τάξεως Πραγμάτων και της έξωθεν και άνωθεν προωθουμένης Παγκοσμιοποιήσεως, στο πλαίσιο της οποίας επιδιώκεται η σύγκλιση όχι μόνο των οικονομιών αλλά και των θρησκειών και η δημιουργία μιας συγκρητιστικής πανθρησκείας.
 
Η Νέα Τάξη Πραγμάτων δεν θέλει τη θρησκεία ως παράγοντα κοινωνικής συνοχής. Την αποδέχεται στο πλαίσιο του θρησκευτικού πλουραλισμού. Όποιος απορρίπτει το θρησκευτικό αξίωμα της Θεοσοφίας και κατ' επέκταση της «Νέας Εποχής» «πίστευε ό,τι θέλεις, μόνο μη διεκδικείς την αποκλειστικότητα της αλήθειας και του δρόμου της σωτηρίας» εξοβελίζεται. Χαρακτηρίζεται φανατικός, μισσαλόδοξος, φονταμενταλιστής. Όμως σε καμμία περίπτωση η εμμονή στην αλήθεια του Χριστού δεν μπορεί να ταυτισθεί με τον φανατισμό ή τη μισαλλοδοξία, όπως προσπαθούν κάποιοι κατ' όνομα μόνον προοδευτικοί να το παρουσιάσουν για να πλήξουν την Εκκλησία.
 
Από την οπτική γωνία που βλέπει τα πράγματα η «Νέα Εποχή» όλες οι θρησκείες θεωρούνται δρόμοι που οδηγούν στο ίδιο τέρμα, στον ίδιο σκοπό. Θεωρούνται «ηθελημένοι οδοί από τον Θεόν για τη δόξα του Θεού και τη σωτηρία των πιστών τους»6.
 
«Κατά βάθος, μία εκκλησία ή ένα τέμενος αποβλέπουν στην ίδια πνευματική καταξίωση του ανθρώπου»7.

«Η ουσιαστική ανεξιθρησκεία δεν περιορίζεται σε απλή ανοχή, αλλά συνίσταται, πέραν αυτής και σε μία θετική αναγνώριση μιας ξένης θρησκείας ως γνήσιας δυνατότητος συναντήσεως με το Ιερό»8.

Οι ανωτέρω ρήσεις ανήκουν — δυστυχώς — σε Ορθόδοξον ιεράρχη.

Οι οπαδοί αυτής της απόψεως πιστεύουν ότι υπάρχει ένας κοινός Θεός ο οποίος εκφράζεται στις διάφορες θρησκείες με διαφορετικά ονόματα και ότι θα πρέπει «να σεβόμεθα τον Θεόν του πλησίον μας» (!)


Αυτή η θέση εκφράζεται χαρακτηριστικά στις γνωστές ίσως δηλώσεις του αποθανόντος πατριάρχου Αλεξανδρείας Παρθενίου (1996):


«Για μένα, το θέμα της γνώσεως, αν το Ισλάμ είναι ή δεν είναι μία εμπνευσμένη θρησκεία, δεν τίθεται: είναι βεβαίως, εμπνευσμένη». «ο Μωάμεθ είναι άνθρωπος του Θεού, ο οποίος έκαμε τους Άραβας της ερήμου να πιστεύουν στον ένα Θεό, ικανούς να προσεύχονται, να νηστεύουν, να αγαπούν τους γείτονές τους και να εργάζονται για το καλό. Και αυτό είναι καλό πράγμα...»9.

Και: «Το Ισλάμ, στο Κοράνιό του, μιλάει για Χριστό, για Παναγία, και μείς πρέπει να μιλήσουμε για τον Μωάμεθ με θάρρος και τόλμη. Να δούμε την ιστορία του και την προσφορά του, το κήρυγμα του ενός Θεού, και την ζωή των μαθητών του, που είναι μαθητές του ενός Θεού...»10(!)

Ο γνωστός για τις ιδέες του καθηγητής Σάββας Αγουρίδης μετά τη συμμετοχή του στη Β' Συνδιάσκεψη της «Συνελεύσεως των Θρησκειών του Κόσμου» (Σαν Φραντσίσκο, 1990), η οποία αποτελεί μία από τις πολλές οργανώσεις του Κορεάτου ψευδομεσσία Σαν Μυούνκ Μουν, εδήλωσε: «αυτό που εδώ στην Ελλάδα έχουμε πραγματική ανάγκη, είναι η «αντικειμενική γνώση του Ισλάμ και του Ιουδαϊσμού... πρόκειται... για γειτόνους μας και πρέπει να καταλάβουμε καλά... πως έχουμε υποχρέωση να μάθουμε τη θρησκευτική παράδοση των γειτόνων μας... και να τους αποδεχτούμε σαν ίσους και όμοιους»11.


Και: «ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ πρέπει να γίνουν αποδεκτοί από τους Ορθοδόξους ως ίσοι και όμοιοι με την Ορθοδοξία και ο Βουδισμός, όπως προφανώς και άλλες θρησκείες, αποτελούν θρησκευτικά φαινόμενα, όπως η Ορθοδοξία!»12.


Σύμφωνα με τις συγκρητιστικές αυτές αντιλήψεις οι διάφορες θρησκείες αποτελούν νόμιμες εκφάνσεις του θρησκευτικού φαινομένου. Αποτελούν κύκλους πνευματικής ζωής με ετερόκεντρη αφετηρία. Επιδίωξη είναι να καταστούν «τεμνόμενοι κύκλοι με συνεχώς διευρυνόμενο το κοινό τμήμα τους»13. Η άποψη αυτή αποδέχεται την παρουσία του Χριστού σε όλες τις εκτός Χριστιανισμού θρησκείες14 και θεωρεί το Άγιο Πνεύμα «κοινό παρονομαστή όλων των θρησκειών».
 
Από επισημότατα δυστυχώς ορθόδοξα χείλη διακηρύσσεται ότι «Ρωμαιοκαθολικοί και Ορθόδοξοι, Προτεστάνται και Εβραίοι, Μουσουλμάνοι και Ινδοί, Βουδδισταί και Κομφουκιανοί... είμεθα ηνωμένοι εν τω πνεύματι του ενός Θεού»15.
 
Ο συγκρητισμός συγχέει σκοπίμως στοιχεία διαφορετικών θρησκειών που παρουσιάζουν μια εξωτερική ομοιότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ταύτιση διαλογισμού και προσευχής από τους οπαδούς της «Νέας Εποχής». Επίσης βασικές διδασκαλίες κυρίως των ανατολικών θρησκειών, όπως η θεωρία του κάρμα και της μετενσαρκώσεως, θεωρείται ότι ανήκαν στον αρχέγονο χριστιανισμό, ο οποίος αλλοιώθηκε από την Εκκλησία και το ιερατείο!
 
Από τους εκπροσώπους της «Νέας Εποχής» εκφράζεται η θέση ότι δεν πρέπει κανείς να εκφέρει αξιολογικές κρίσεις για την ορθότητα, την ανωτερότητα ή κατωτερότητα των διαφόρων θρησκειών, εφ' όσον όλες αποτελούν εξ ίσου νόμιμες, απλώς διαφορετικές — για λόγους ιστορικούς και πολιτισμικούς — θρησκευτικές παραδόσεις.
 
Για την προώθηση αυτού του μοντέλου, διοργανώνονται σε ετήσια βάση με πρωτοβουλία του πάπα — και συμμετοχή δυστυχώς και Ορθοδόξων — «Συναντήσεις Θρησκειών για την Ειρήνη του Κόσμου», όπως εκείνη που έγινε για πρώτη φορά στην Ασσίζη το 1986. Επίσης άλλες διοργανώσεις όπως το Α', Β' και Γ' μέχρι στιγμής «Κοινοβούλιο των Θρησκειών του Κόσμου» στο οποίο ήδη αναφερθήκαμε. Μία από τις βασικές εκδηλώσεις εκεί είναι η «Εορτή της Θρησκευτικής Ποικιλίας». Στο Γ' Κοινοβούλιο, τον Δεκέμβριο του 1999 μετείχαν 6.000 (!) εκπρόσωποι διαφόρων θρησκειών.
 
Οι ιδέες του συγκρητισμού που παρουσιάζεται συνήθως με το μανδύα της αγάπης, της κατανοήσεως, του εκσυγχρονισμού και της προσαρμογής «σ' αυτό που ζητεί η εποχή μας», προωθούνται ακόμη μέσω των Μ.Μ.Ε., μέσω βιβλίων και περιοδικών, με το επικάλυμμα μάλιστα τελευταία της θρησκειολογικής έρευνας, αλλά και με άλλους τρόπους που έχουν στη διάθεσή τους οι διαμορφωτές γνώμης παγκοσμίως.
 
Επίσης βρίσκονται σε εξέλιξη, όσον αφορά σε μας τους Ορθοδόξους, διμερείς διάλογοι Ορθοδόξων και μουσουλμάνων αφ' ενός και Ορθοδόξων και Εβραίων αφ' ετέρου. Στο πλαίσιο αυτών των διαλόγων Χριστιανισμός, Ιουδαϊσμός και Ισλάμ θεωρούνται «Αβρααμικές» θρησκευτικές παραδόσεις με κοινές ηθικές αξίες(!)
 
Ο συγκρητισμός αυτός έχει τόσο επηρεάσει τους παπικούς και προτεστάντες, ώστε γίνονται ανταλλαγές παπικών μοναχών με βουδδιστές μοναχούς, ώστε οι μεν να προσλάβουν στοιχεία των δε. Σε επίπεδο διαχριστιανικού συγκρητισμού, λειτουργεί διομολογιακό μοναστήρι μικτό (άνδρες και γυναίκες) στο οποίο «μονάζουν» παπικοί και προτεστάντες. Πρόκειται για τη Μονή Μπόζε (Bose) στη Βόρειο Ιταλία, η οποία μάλιστα διοργανώνει συνέδρια επάνω σε θέματα Ορθοδόξου πνευματικότητος! Γνωστή είναι επίσης και η Μονή Ταιζέ με παρόμοιο προσανατολισμό.
 
Θα πρέπει να πούμε ότι οι δηλώσεις σαν κι αυτή του ινδού γκουρού που αναφέραμε στην αρχή, δεν εκφράζουν το πραγματικό πιστεύω των κηρύκων του συγκρητισμού. Το κήρυγμα της «ενότητος στην ποικιλία» είναι ένα δόλωμα για την παγίδευση των ανύποπτων χριστιανών στις ανατολικές θρησκείες και στη «Νέα Εποχή». Οι δάσκαλοι της Ν. Ε. βλέπουν με συγκατάβαση τους χριστιανούς, διότι πιστεύουν ότι οι χριστιανοί ευρίσκονται σε κατώτερο εξελικτικό επίπεδο, εκείνο της εποχής των Ιχθύων που τελειώνει, ενώ οι ίδιοι ευρίσκονται σε ανώτερο εξελικτικό επίπεδο, αυτό της εποχής του Υδροχόου, της πολυδιαφημιζομένης «Νέας Εποχής» που αρχίζει. Οι παρακάτω λόγοι που ανήκουν πάλι στον ινδό γκουρού Βιβεκανάντα δηλοποιούν την ανειλικρίνεια αυτού και των συναδέλφων του.
 
Μεταφέρουμε απόσπασμα από τον πύρινο λόγο του σε φοιτητές στο Madras όταν επέστρεψε από τις Η.Π.Α. στην Ινδία μετά το πέρας του Α' «Κοινοβουλίου των Θρησκειών του Κόσμου», όπου και του έγινε αποθεωτική υποδοχή: «Αυτό είναι το μεγάλο ιδανικό που βρίσκεται μπροστά μας, και ο καθένας πρέπει γι' αυτό να οπλισθεί — η άλωση του κόσμου από την Ινδία — τίποτε το λιγότερο από αυτό, και όλοι εμείς πρέπει να οπλισθούμε και να τεντώσουμε γι' αυτό το σκοπό κάθε νεύρο... Σήκω, Ινδία, και κυρίευσε τον κόσμο με την πνευματικότητά σου... Αυτό που πρέπει να κυριεύσει τη Δύση είναι η πνευματικότητα....»16.
 
Όπως σωστά παρετηρήθη το Α' «Κοινοβούλιο των Θρησκειών του Κόσμου» (1893) ήταν η αφετηρία της «ιεραποστολικής» εκστρατείας για την πνευματική άλωση της Δύσεως από τις ανατολικές θρησκείες.

Η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος
Είναι παρήγορο και ενθαρρυντικό ότι η Εκκλησία της Ελλάδος δηλώνει επισήμως ότι «δεν μπορεί να συμμετάσχει σε τέτοιου είδους Διαθρησκειακές Συνελεύσεις λόγω σχετικών αποφάσεων, οι οποίες έχουν ληφθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας»17.
 
Στην Δ.Ι.Σ. της 4-9.2.1999 «συζητήθηκε και το θέμα της συμμετοχής της Εκκλησίας σε διαθρησκειακές συναντήσεις και προσδιόρισε (η Δ.Ι.Σ.) τις αρχές της συμμετοχής της, οι οποίες είναι:
 
α) Η Εκκλησία διαλέγεται με όσους είναι έξω από αυτήν για την διάδοση του Ευαγγελίου και τη μετάδοση του μηνύματος της σωτηρίας μέσα στα πλαίσια της αυτοσυνειδησίας της.

β)
Δεν συμμετέχει σε συμπροσευχές κατά την επιταγή των Ιερών Κανόνων της Εκκλησίας».

Επίσης αποφασίσθηκε ο περιορισμός του Διαλόγου με τον Αγγλικανισμό, «λόγω των ακραίων αποκλίσεων των Αγγλικανών από την Βιβλική και Πατερική Παράδοση».

Αυτές οι αποφάσεις, όπως και οι σχετικές δηλώσεις του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου, ολίγον μετά την ανάρρησή του στον αρχιεπισκοπικό θρόvo18, αναδεικνύουν την Εκκλησία της Ελλάδος ως την κατ' εξοχήν Εκκλησία η οποία τηρεί μία συνεπή παραδοσιακή στάση στα θέματα των διαλόγων και των σχέσεων με ετεροδόξους και ετεροθρήσκους**.

Διαχριστιανικός συγκρητισμός
Στο χώρο τώρα τον διαχριστιανικό, ο συγκρητισμός εκφράζεται κυρίως με τη «θεωρία των κλάδων» και τη θεωρία των «αδελφών εκκλησιών». Η θεωρία αυτή διατυπώνεται χαρακτηριστικά στη Συμφωνία Ορθοδόξων και παπικών στο Μπαλαμάντ του Λιβάνου (1993).

Μετείχαν εκεί εννέα Ορθόδοξες Εκκλησίες, ενώ απουσίαζαν έξι μεταξύ των οποίων και η Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος.


Με τη συμφωνία αυτή γίνεται δεκτόν ότι αυτά που μας διαιρούν Ορθοδόξους και παπικούς είναι μόνον εξωτερικοί, ιστορικοί και ανθρώπινοι παράγοντες και όχι κάτι το ουσιαστικό και βαθύτερο. Με τη συμφωνία αυτή προωθείται ο δογματικός μινιμαλισμός και ο λαϊκός οικουμενισμός. Ήδη στην ορθόδοξο διασπορά ορθόδοξοι εκκλησιάζονται σε ναούς παπικών, επειδή π.χ. ο ορθόδοξος ναός ευρίσκεται σε μεγάλη απόσταση. Βαπτίζουν τα παιδιά τους εκεί κ.ο.κ. Έτσι με τον λαϊκό οικουμενισμό έχουμε μια «σταδιακή ψυχολογική προετοιμασία του λαού ώστε συν τω χρόνω η ένωσις να πραγματοποιηθή εις τον λαόν ανεξαρτήτως των αποφάσεων της ιεραρχίας»19.


Η θεωρία των «αδελφών εκκλησιών» δέχεται ότι Ορθόδοξοι και Παπικοί είμεθα αδελφές Εκκλησίες με την πλήρη έννοια του όρου, παρά τις διαφορές σε δογματικό επίπεδο, οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται.


Ως αδελφές Εκκλησίες είμεθα «υπεύθυνοι από κοινού διά την διατήρησιν της μοναδικής Εκκλησίας του Θεού..»20.


Η θεολογία αυτή όπως και οι συγγενείς «Βαπτισματική θεολογία», θεολογία του «Πολιτισμικού πλουραλισμού», της «Διευρυμένης Εκκλησίας» και της «Κοινής Διακονίας», οδηγούν σε εκατέρωθεν αναγνώριση της αποστολικής διαδοχής, της ιερωσύνης και των μυστηρίων -παρά τις δογματικές διαφορές- όπως ακριβώς έγινε στο Μπαλαμάντ. Έτσι ουσιαστικά ανατρέπεται η Ορθόδοξος Εκκλησιολογία.

 
Η έννοια των αδελφών εκκλησιών σημειωτέον επεκτείνεται, ώστε να θεωρηθούν και οι ποικιλώνυμες προτεσταντικές παραφυάδες και κυρίως οι Αγγλικανοί, ως αδελφές εκκλησίες προς την Ορθόδοξο.
 
Στη συμφωνία του Μπαλαμάντ ασκήθηκε εντονωτάτη κριτική από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία εκφράζοντας την συνείδηση του ευσεβούς κλήρου και του λαού μας και ιδιαιτέρως των μοναχών, γράφει χαρακτηριστικά προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ότι θεωρεί «το περί Ουνίας κείμενο του Μπαλαμάντ ως απαράδεκτον εξ επόψεως ορθοδόξου», και «ως παντελώς ξένον προς την μακραίωνα ορθόδοξον παράδοσιν»21. Κατά παρόμοιον τρόπον εξεφράσθησαν σε άρθρα τους Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες22, η Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους και παραδοσιακοί καθηγητές των Θεολογικών μας Σχολών23.
 
Ένας άλλος διάλογος στο πλαίσιο του οποίου καλλιεργήθηκε ο θρησκευτικός συγκρητισμός με την συνακόλουθη μείωση και υποτίμηση των δογματικών διαφορών ήταν αυτός με τους Αντιχαλκηδονίους. Ο διάλογος αυτός υποτίθεται ότι επερατώθη επιτυχώς. Μία προσεκτικότερη όμως μελέτη έδειξε ότι η συμφωνία που επετεύχθη ήταν επιφανειακή.
 
Η Ιερά Κοινότης του Αγίου Όρους παρατηρεί ότι τα συμπεράσματα της Μικτής Επιτροπής Διαλόγου Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων, βάσει των οποίων οι Αντιχαλκηδόνιοι «διετήρησαν πάντοτε πιστώς την αυτήν αυθεντικήν Ορθόδοξον Χριστολογικήν πίστιν και την αδιάκοπον συνέχειαν της αποστολικής παραδόσεως»24 «πλήττουν καιρίως τον χαρακτήρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής. και δεύτερον, η Χριστολογία των Κοινών Δηλώσεων έρχεται εις ριζικήν διαφωνίαν προς την Χριστολογικήν διδασκαλίαν μεγάλων Πατέρων και Οικουμενικών διδασκάλων της Εκκλησίας»25.

Το Π.Σ.Ε.
Το βήμα από όπου προβάλλεται και προωθείται κυρίως ο διαχριστιανικός αλλά και ο διαθρησκειακός συγκρητισμός είναι αυτό του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) στο οποίον ως γνωστόν μετέχουμε Ορθόδοξοι και προτεστάντες. Ήδη έχουν αποχωρήσει, όπως γνωρίζετε, οι Εκκλησίες Ιεροσολύμων, Γεωργίας και Βουλγαρίας, ενώ και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, όπως της Σερβίας και Ρωσίας, προβληματίζονται έντονα για τη δική τους συμμετοχή. Το Π.Σ.Ε. ήδη στην ιδρυτική του διακήρυξη εξέφραζε τη γραμμή του διαχριστιανικού συγκρητισμού.
 
Από την δεκαετία του '70 και εξής έγιναν στο πλαίσιο του Π.Σ.Ε. μεγάλα βήματα προς τον διαθρησκειακό πλέον συγκρητισμό με προωθητή κυρίως το Τμήμα του Π.Σ.Ε. για τον «Διάλογο με τις άλλες θρησκείες».
 
Οριακή εκδήλωση προς αυτή την κατεύθυνση απετέλεσε η Ζ' Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε. στην Καμπέρρα της Αυστραλίας το 1991 όπου προεβλήθησαν «παγανιστικές, ανιμιστικές και ειδωλολατρικές αντιλήψεις περί του Αγίου Πνεύματος, δείγμα της βαθειάς αλλοτρίωσης της προτεσταντικής θεολογίας» κατά την χαρακτηριστική έκφραση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου σε άρθρο του με τον εύγλωττο τίτλο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ή Λέσχη Θρησκευομένων Ανθρώπων;»26.
Θα ημπορούσε να επεκταθεί κανείς και σε πολλά άλλα θέματα που δικαιολογούν την άποψη ότι το Π.Σ.Ε. διέρχεται σήμερα μίαν βαθυτάτη κρίση η οποία ομολογείται πανταχόθεν και η οποία είναι άγνωστον που θα οδηγήσει.
 
Είναι γεγονός ότι αν θα ήθελε να ιδεί κανείς βαθύτερα την κρίση που διέρχονται οι διάλογοι στο πλαίσιο του Π.Σ.Ε. αλλά και οι υπόλοιποι διάλογοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους ετεροδόξους, θα έπρεπε να διερευνήσει κυρίως τα αίτια και όχι τα επιφαινόμενα. Επιφαινόμενα είναι επί παραδείγματι τα προβλήματα που παρεμβάλλονται διαρκώς από την Ουνία από παπικής πλευράς ή οι χειροτονίες γυναικών και οι γάμοι ομοφυλοφίλων από προτεσταντικής πλευράς.
 
Το βαθύτερο αίτιο της κρίσεως είναι — όπως ομολογείται και από συνειδητούς παλαιμάχους και ενθέρμους θιασώτες του Π.Σ.Ε. — το «έκδηλο συγκρητιστικό πνεύμα από το οποίο εμφορούνται πολλά στελέχη του Συμβουλίου» (του Π.Σ.Ε.)27.
 
Τα σπέρματα βέβαια της σημερινής εξελίξεως ετίθεντο ήδη, όπως είπαμε, στο ιδρυτικό Καταστατικό του Π.Σ.Ε., όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι συνεστήθη προκειμένου:
 
«1) Να καλή τας Εκκλησίας διά τον σκοπόν της ορατής ενότητος εν μια πίστει και μια ευχαριστιακή κοινωνία, εκφραζομένης εν τη λατρεία και τη κοινή εν Χριστώ ζωή και διά την πρόοδον — αυτών — προς την ενότητα ταύτην, ίνα ο κόσμος πιστεύση.

2)
Να διευκολύνη την κοινήν μαρτυρίαν των Εκκλησιών εις ένα έκαστον τόπον και εις άπαντας τους τόπους...


3) Να υποστηρίζη τας Εκκλησίας εν τω παγκοσμίω ιεραποστολικώ και ευαγγελιστικώ αυτών έργω.


4)
Να εκφράζη το κοινόν ενδιαφέρον των Εκκλησιών εν τη υπηρεσία των ανθρωπίνων αναγκών, της κατακρημνίσεως των μεταξύ των ανθρώπων εμποδίων και της προαγωγής μιας ανθρωπίνης οικογενείας εν δικαιοσύνη και ειρήνη»28.


Τα ανωτέρω εκφράζουν, με τρόπον εύγλωττον την εξ αρχής αυτοσυνειδησία του Π.Σ.Ε. και των ιδρυτικών του μελών.


Από ορθοδόξου πλευράς, για να αιτιολογηθεί στην γνωστή πατριαρχική εγκύκλιο του 1920 η συμμετοχή στην «οικουμενική κίνηση», προεβάλλετο ως μοναδική αιτία η αντιμετώπιση κινδύνων όπως «ο οσημέραι ευρυτέρας λαμβάνων διαστάσεις αλκοολισμός, η θριαμβεύουσα περιττή πολυτέλεια, η μόλις συγκαλυπτομένη φιληδονία και ηδυπάθεια, η ακολασταίνουσα ασχημοσύνη εν τη φιλολογία, τη ζωγραφική, τω θεάτρω ή και τη μουσική, η θεοποίησις του πλούτου...», χωρίς να προβάλλεται καθόλου η αλήθεια ότι ακόμη και η πλήρης εξάλειψη αυτών των κοινωνικών πληγών δεν σώζει από μόνη της τον άνθρωπο.

 
Στην πατριαρχική αυτή εγκύκλιο του 1920, η οποία, σημειωτέον, κατά τους οικουμενιστές αποτελεί «οριακή έκφραση του Ορθοδόξου Οικουμενισμού, αλλά και ορόσημο στην ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως»29, ως «απανταχού Εκκλησίαι» θεωρούνται οι ετερόδοξες Κοινότητες της Δύσεως, οι οποίες χαρακτηρίζονται «όχι ως ξέναι και αλλότριαι προς την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, αλλ' ως συγγενείς και οικείαι εν Χριστώ και συγκληρονόμοι και σύσσωμοι της επαγγελίας του Θεού εν τω Χριστώ».
 
Εξ αρχής λοιπόν τα θεμέλια του Π.Σ.Ε. ήσαν τελείως εγκοσμιοκρατικά και ξένα προς την Ορθόδοξο αυτοσυνειδησία. Άλλωστε η εκκοσμίκευση, ο ηθικισμός, ο ευσεβισμός και ο ουμανισμός, με την έννοια του ρεύματος που εγέννησε ο Γαλλικός Διαφωτισμός, άνοιξαν τον δρόμο για τον μη Ορθόδοξο Οικουμενισμό. Λέγω μη Ορθόδοξο, διότι έχουμε και Ορθόδοξο Οικουμενισμό. Ορθόδοξος Οικουμενισμός είναι η Οικουμενικότητα της Εκκλησίας την οποία ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως.
 
Δεν πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι το Π.Σ.Ε. αποτελεί εδώ και χρόνια στόχο διαβρώσεως εκ μέρους της οργανώσεως του Κορεάτου ψευδομεσσία Σαν Μυούνκ Μουν «Ενωτική Εκκλησία», η οποία επιδιώκει την διάβρωση όλων των δομών εξουσίας στον κόσμο. Η «Ενωτική Εκκλησία» ισχυρίζεται ότι «χρειάζεται άλλα δεκαπέντε περίπου χρόνια για να διαβρώσει το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» και ότι «ήδη υπάρχει ένας μεταξύ των πέντε Προέδρων του Π.Σ.Ε. που συνεργάζεται στενά με την κίνηση αυτή»!... «Με αυτές τις προϋποθέσεις», σχολιάζει ο μακαριστός π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος: (1996), «ο διαθρησκευτικός διάλογος θα ήταν τουλάχιστον ανευθυνότητα και επιπολαιότητα από μέρους εκκλησιαστικών παραγόντων και εκφράζουμε απορία γιατί ένας από τους Προέδρους του Π.Σ.Ε. να είναι σήμερα συνεργάτης του Κορεάτη ψευδομεσσία και γιατί δεν ακούστηκε ακόμη καμμία κραυγή διαμαρτυρίας»30.
Συνέπειες – αποτελέσματα
Οι συνέπειες της συμμετοχής της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν γένει στην λεγομένη Οικουμενική κίνηση και τους συναφείς διαλόγους είναι, όπως θα δούμε, κυρίως εκκλησιολογικές, σωτηριολογικές και ποιμαντικές. Η συμμετοχή αυτή οδήγησε και οδηγεί καθ' ημέραν και περισσότερο στην αλλοίωση του ορθοδόξου φρονήματος και ήθους και στη διαμόρφωση ενός άλλου φρονήματος και ήθους «διαθρησκειακού», τουλάχιστον μεταξύ των στελεχών που εμπλέκονται στην όλη αυτή προσπάθεια.
 
Όπως γράφει ο καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Μουρατίδης «Διά της συμμετοχής της εις το Π.Σ.Ε. η Ορθοδοξία παρητήθη κατ' ουσίαν της οικουμενικής αυτής αποστολής υπέρ του Π.Σ.Ε., όπερ κατά την γνώμην μου συνιστά το μέγιστον και πλέον οδυνηρό πλήγμα κατά του απολυτρωτικού έργου, το οποίον είναι κεκλημένη να επιτελέση εν μέσω του συγχρόνου κόσμου»31.
 
Ο αείμνηστος Σέρβος καθηγητής της Δογματικής και ομολογητής της Ορθοδοξίας π. Ιουστίνος Πόποβιτς χαρακτηρίζει το Π.Σ.Ε. ως «αιρετικόν, ανθρωποπαγή και ανθρωπολατρικόν σύλλογον» και την συμμετοχήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις αυτό ως «δουλικόν εξευτελισμόν». Ο δε μακαριστός π. Σπυρίδων Μπιλάλης γράφει: «Ο Οικουμενισμός, η μεγαλυτέρα αίρεσις του εικοστού αιώνος, κηρύττουσα τον δογματικόν και θρησκευτικόν συγκρητισμόν και τείνουσα εις εν είδος πανθρησκείας διά της εξισώσεως των χριστιανικών ομολογιών και θρησκειών, αποτελεί την πλέον θανάσιμον απειλήν διά την Ορθοδοξίαν»32.
 
Ουσιαστικώς ο διαχριστιανικός και διαθρησκειακός συγκρητισμός καταργεί τα όρια μεταξύ Ορθοδοξίας και αιρέσεως. Ο Οικουμενισμός με την έννοιαν του συγκρητισμού υποστηρίζει ότι τα όρια της Εκκλησίας είναι ασαφή. Ότι, Ορθόδοξος Εκκλησία αφ' ενός και άλλες χριστιανικές ομολογίες αφ' ετέρου, συναποτελούν την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν του Συμβόλου της Πίστεως. Αυτό βέβαια αποτελεί εκκλησιολογική αίρεση και έρχεται σε αντίθεση με την απ' αρχής αυτοσυνειδησία μας ως Ορθοδόξων.
 
Επ' αυτού θα ημπορούσαμε να προσκομίσουμε πλήθος αγιοπατερικών χωρίων.
 
Με τον συγκρητισμό που καλλιεργείται στο πλαίσιο αυτών των διαλόγων με ετεροδόξους και ετεροθρήσκους ουσιαστικά αθετείται η έννοια της αιρέσεως για λόγους «οικουμενικής αβροφροσύνης» και για την επικράτηση «οικουμενικού πνεύματος». Μετατίθεται η πραγματική βάση ενότητος των ανθρώπων εν Αληθεία, δηλαδή εν Χριστώ, και προτείνεται ένα νέο πρότυπο ενώσεως -παρά τις δογματικές διαφορές-, δηλαδή όχι εν Αληθεία. Το πρότυπο της δράσεως από κοινού, της οργανώσεως, της «κοινής διακονίας», δηλαδή ένα πρότυπο ουμανιστικό, ανθρωποκεντρικό. Κέντρον της ενότητος αποτελεί πλέον όχι ο Θεάνθρωπος αλλ' ο πεπτωκός άνθρωπος.
 
Η συμμετοχή στο Π.Σ.Ε. και ο όλος οικουμενιστικός συγχρωτισμός, που περιλαμβάνει όχι μόνον διαλόγους αλλά και κοινές λατρευτικές εκδηλώσεις, οδήγησε στην ουσιαστική παύση της Ορθοδόξου ιεραποστολής στις χώρες όπου επικρατούν οι χριστιανικές ομολογίες. Έτσι κλείνουμε την πόρτα στους κουρασμένους ανθρώπους της Δύσεως, υποδεικνύοντάς τους να μείνουν εκεί όπου ευρίσκονται, εφ' όσον «είμαστε το ίδιο», είμαστε «αδελφές Εκκλησίες» και «επίκειται η ένωση».
 
Αλλά και αποκαθάρσεις λειτουργικών βιβλίων μελετώνται ώστε να μην θίγονται οι αντιχαλκηδόνιοι από τις αυστηρές εκφράσεις που χρησιμοποιεί η υμνολογία της Εκκλησίας μας για τους αιρεσιάρχες αρχηγούς των.

Έλλειψη ενημερώσεως και συμφωνίας της Εκκλησίας
Η συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στις διαδικασίες των διαλόγων αυτών με τον τρόπο που γίνονται, πάσχει όχι μόνον ουσιαστικώς αλλά και διαδικαστικώς. Ούτε εξ αρχής υπήρξε, ούτε υπάρχει ουσιαστική ενημέρωση για τα λαμβάνοντα χώραν στα πλαίσια των διαλόγων. Όχι μόνον ο ευσεβής κλήρος και λαός μας δεν ενημερώνεται, αλλ' ούτε και η σεπτή ιεραρχία ενημερώνεται σε βάθος. Οι διάλογοι αυτοί αποτελούν σε διεθνές επίπεδο αποκλειστική ενασχόληση μιας κατηγορίας ανθρώπων που θα μπορούσε κανείς να τους ονομάσει εξ επαγγέλματος γραφειοκράτες και τεχνοκράτες οικουμενιστές.
 
Το θέμα όμως δεν είναι μόνον η ενημέρωση. Το ζητούμενον είναι τα αποφασιζόμενα στους διαλόγους να συμφωνούν και να εκφράζουν το ευσεβές φρόνημα της Εκκλησίας, αλλιώς θα έχουν την τύχη αποφάσεων τύπου Φερράρας-Φλωρεντίας και το μόνο που θα κάνουν θα είναι να δημιουργήσουν πληγές στο σώμα της Εκκλησίας.

Ορθόδοξες θέσεις
Η Ορθόδοξη Παράδοση, της οποίας άγρυπνος θεματοφύλακας είναι ο μοναχισμός, ως πρόταση αντιστάσεως στον διαχριστιανικό και διαθρησκειακό συγκρητισμό, ως πρόταση αντιστάσεως ουσιαστικά στον οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποιήσεως της λεγομένης Νέας Εποχής, προβάλλει την οδό της αληθούς θεογνωσίας, την κατά χάριν θέωση, δηλαδή, σε προσωπική κοινωνία αγάπης και υπακοής με τον μόνον Άγιο Τριαδικό Θεό.
 
Προβάλλει την ανεκτίμητη αξία του προσώπου το οποίο η Νέα Εποχή θέλει να αριθμοποιήσει και εξαφανίσει. Η Ορθόδοξη αυτή πρόταση ζωής δεν είναι μια διανοητική κατασκευή. Είναι η εμπειρία αναριθμήτου πλήθους αγίων στη διάρκεια των δύο χιλιάδων ετών εκκλησιαστικού βίου.
Ο αγώνας αυτός για διάσωση του προσώπου είναι συγχρόνως και αγώνας για διάσωση της εθνικής και θρησκευτικής μας αυτοσυνειδησίας, η οποία τελευταία μάλιστα δέχεται πυκνά και μεθοδευμένα κτυπήματα.
 
Ο διάλογος βέβαια με τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους σε καμμία περίπτωση δεν απορρίπτεται. Αντιθέτως, πάντοτε κατείχε θέση σημαντική στη ζωή της Εκκλησίας, θέση συνυφασμένη με την αποστολή της που είναι το προφητικό και αποστολικό κήρυγμα της μετανοίας και η ένωσις των πάντων.
 
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πούμε, ότι στο πλαίσιο της λεγομένης οικουμενικής κινήσεως κακοποιούνται ερμηνευτικώς οι λόγοι του Κυρίου μας κατά την αρχιερατική Του προσευχή. Όταν ο Κύριος εύχεται «ίνα πάντες εν ώσιν» (Ιωάν. 17,21) κατά την πατερική ερμηνεία, που υπενθυμίζει ο καθηγητής π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ζητεί από τον Πατέρα «ώστε οι μαθηταί Του και οι μαθηταί των μαθητών Του να γίνουν ένα εις την θέαν της δόξης Του, εις αυτήν ήδη την επίγειον ζωήν ως μέλη του Σώματός Του, δηλαδή της Εκκλησίας...»33.
 
Ορθοδόξως η ένωσις των πάντων, επομένως και η ένωσις των «εκκλησιών», επιτυγχάνεται με την Χάριν του Θεού διά της επιστροφής των πεπλανημένων εν μετανοία στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, δηλαδή την Ορθόδοξο.
 
Θα ήταν φρονούμε πολύ χρήσιμο και για τους σήμερον διαλεγομένους από πλευράς Ορθοδόξου και καλουμένους να δώσουν λόγον «παντί τω αιτούντι περί της εν ημίν ελπίδος», να εντρυφήσουν στο πώς διελέγοντο οι άγιοι της Εκκλησίας μας με τους ετεροδόξους και ετεροθρήσκους και μάλιστα κάτω από ασυγκρίτως δυσμενέστερες απ' ότι εμείς σήμερα ιστορικές συνθήκες.
 
Εμείς σήμερα γιατί θα πρέπει να απομακρυνθούμε από τη δική τους γραμμή; Μήπως είμεθα αγιότεροι ή εξυπνότεροι εκείνων;
 
Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι, σεπτή ομήγυρις μοναχών και φιλομονάχων, εξ όσων μέχρι στιγμής ελέχθησαν καθίσταται νομίζω σαφές ότι ευρισκόμεθα μπροστά σε ένα υπαρκτό και σοβαρό πρόβλημα που αποτελεί μέρος της προκλήσεως της λεγομένης Νέας Εποχής.
 
Έγινε πιστεύω φανερό από όσα μέσα στο περιορισμένο αυτό χρονικό διάστημα εξετέθησαν, ότι ο συγκρητισμός, διαχριστιανικός και διαθρησκειακός είναι τελείως αντίθετος και ασυμβίβαστος με το ευσεβές φρόνημα της Εκκλησίας. Το φρόνημα αυτό εκφράζει κατ' εξοχήν ο Ορθόδοξος Μοναχισμός, ο οποίος αποτελεί την γρηγορούσα συνείδηση της Εκκλησίας και τον θεματοφύλακα της Παραδόσεώς της. Γι' αυτό το λόγο έχει κάθε δικαίωμα αλλά και καθήκον να προμαχεί και υπερμαχεί υπέρ της ορθοδόξου πίστεως προασπίζοντας την ακεραιότητά της.
 
Κλείνοντας επιτρέψτε μου τούτο μόνον να προσθέσω:
Επειδή η προσπάθεια προωθήσεως του συγκρητισμού, διαχριστιανικού και διαθρησκειακού, ενδύεται συνήθως, όπως είπαμε, το μανδύα της αγάπης, θα πρέπει να τονίσουμε ότι ακριβώς η πατερική στάση που εμμένει στην αλήθεια της πίστεως και που λέγει την αλήθεια στους εκτός Εκκλησίας με πόνο, αγάπη και διάκριση, είναι όντως η φιλάνθρωπος στάση, διότι ουσιαστικά βοηθεί τον πλανώμενο άνθρωπο να έλθει σε συναίσθηση και μετάνοια, ενώ η άλλη -η ουμανιστική αγαπολογική- τον αφήνει αβοήθητο στην αρρώστεια του.
Εξ άλλου η αγάπη η αληθινή, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, συμπορεύεται πάντοτε με την Αλήθεια, που είναι ο ίδιος ο Χριστός, αλλιώς δεν πρόκειται ούτε για αληθινή αγάπη ούτε για αλήθεια.
Σας ευχαριστώ
 
 
** Αυτά εγράφοντο πριν έλθει ο πάπας στην Ελλάδα τον Μάιο του 2001. Σήμερα, δυστυχώς, δεν μπορούμε να επαναλάβουμε τις δηλώσεις μας εκείνες του Σεπτεμβρίου του 2000.
1. Βλ. Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, «Ορθοδοξία και Ουμανισμός. Ορθοδοξία και Παπισμός», Γ' έκδ. 1996, σελ. 9
2. Κλίμαξ Ιωάννου του Σιναΐτου, εκδ. «Αστέρος», Αθήναι 1979, σελ. 128, κγ'
3. Βλ. Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, «Ορθοδοξία και Ουμανισμός. Ορθοδοξία και Παπισμός», Γ' έκδ. 1996, σελ. 10
4. Β.Θ. Σταυρίδου -Ευ.Α. Βαρέλλα, «Ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως», Θεσσαλονίκη, 1996, σελ. 247-248
5. Βλ. Περιοδικό «Διάλογος» του Διορθοδόξου Συνδέσμου Πρωτοβουλιών Γονέων», τ. 1, σελ. 16
6. Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, Λόγος Διαλόγου, σελ. 156
7. Μητροπ. Ελβετίας Δαμασκηνού, εν: Ορθοδοξία και Ισλάμ, έκδ. Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, 1997, σελ. 16
8. Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, εν περιοδ. «Επίσκεψις», αρ. 426/1.10.1989, σελ. 6
9. Στον συλλογικό τόμο "You shall be my Witnesses", επιμέλεια και έκδοσις Γεωργίου Λαιμοπούλου, εκδόσεις «Τέρτιος, σελ. 19, Κατερίνη 1993
10. Περιοδικό«Πάνταινος», αρ. 1 /Ιανουάριος-Απρίλιος 1991,σελ.59
11. † π:. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου, Διαλογισμός ή Προσευχή; -Ορθόδοξη Θεώρηση, σελ. 235, Αθήναι 1993
12. † π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου, αυτόθι, σελ. 237
13. Μητροπολίτου Ελβετίας Δαμασκηνού, «Ο ακαδημαϊκός διάλογος...», ενθ' ανωτ., σελ. 14
14. Βλ. Δηλώσεις "Gaudium et spes" και κυρίως "Nostra Aetate" («Για τις σχέσεις της Εκκλησίας με τις μη χριστιανικές θρησκείες») της Β' Βατικανής Συνόδου (1965)
15. Περιοδικόν «Επίσκεψις», αρ. 511 / 39.11.1994, σελ. 28
16. Ενθ' ανωτ. περιοδ. «Διάλογος», τ.1, σελ. 16
17. Περιοδικόν «Εκκλησία», αρ. 15/15.8.-1.2.1998, σελ. 634
18. Απόσπασμα συνεντεύξεώς του στην εκπομπή του π. Κωνσταντίνου Στρατηγοπούλου στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος (24.5.1998)
19. Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, «Ορθοδοξία και Οικουμενισμός, Ορθοδοξία και Παπισμός», Γ' έκδ. 1996, σελ. 123
20. Κοινό ανακοινωθέν Πάπα και Οικουμενικού Πατριάρχου μετά τον εορτασμό της θρονικής εορτής της Ρώμης (1995), βλ. Περιοδ. «Επίσκεψις», αρ. 520/31.7.1995, σελ. 19
21. Εφημερίδα «Εκκλησιαστική Αλήθεια», αρ. 393/16.1.1995, σελ. 1 και 7
22. Βλ. Σεβ. Μητρ. Δημητριάδος κ. Χριστοδούλου (νυν Μακ. Αρχιεπισκόπου) «Η ουνία μόνον ξεπερασμένη μέθοδος ενότητος;», εν περιοδ. «Πειραϊκή Εκκλησία», αρ. 32 / Οκτ. 1993
23. Βλ. Κείμενον Ιεράς Κοινότητος Αγίου Όρους εν περιοδ. «Αγιορειτική Μαρτυρία» τεύχος 18/ Απρίλιος 1995, σελ. 86-99
24. Περιοδικόν «Επίσκεψις», αρ. 446/1.10.1990, σελ. 19-20 («Δευτέρα Κοινή Δήλωσις», παρ. 9, της Γ' Συνελεύσεως της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού διαλόγου, Σαμπεζύ, 23-28.9.1990)
25. Ιεράς Κοινότητος Αγίου Όρους Άθω, Παρατηρήσεις περί του Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων, Άγιον Όρος 1996, σελ. 12
26. Βλ. Περιοδικόν «Πειραϊκή Εκκλησία», αρ. 4/Μάρτιος 1991, σελ. 58-59
27. Βλ. Μ. Πρωτοπρ. Γεωργίου Τσέτση, «Από το Βανκούβερ στην Καρμπέρα», περιοδικόν «Ενημέρωσις», ΣΤ' -1990/11-12, σελ. 4
28. Βασιλείου Θ. Σταυρίδου - Ευ.Α. Βαρέλλα, Ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως, 47, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 370
29. Βλ. Μ. Πρωτοπρ. Γεωργίου Τσέτση «Οικουμενικός θρόνος και Οικουμένη - Επίσημα Πατριαρχικά Κείμενα», εκδ. «Τέρτιος», Κατερίνη 1988, σελ. 57
30. Βλ. άρθρο «Η 'Νέα Εποχή' κίνδυνος για τον πολιτισμό!», εφημερίδα «Χριστιανική», 20.6.1991, σελ. 6-7 και 10• περιοδικό «Εκκλησία», αρ. 14/1.10.1990, σελ. 511α
31. Κ.Δ. Μουρατίδου, Οικουμενική Κίνησις - Ο σύγχρονος μέγας πειρασμός της Ορθοδοξίας, σελ. 28, εκδόσεις «Ορθοδόξου Τύπου», Αθήναι 1973
32. Αρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, «Ορθοδοξία και Παπισμός», Τόμος Β', έκδοσις «Ορθοδόξου Τύπου», Αθήναι 1969, σελ. 598
33. Βλ. Επιστολή Ιεράς Κοινότητος Αγίου Όρους προς την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο περί του κειμένου του Μπάλαμαντ, εν περιοδ. «Αγιορειτική Μαρτυρία», τεύχος 18 / Απρίλιος 1995, σελ. 86

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ»
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2002
ΤΕΥΧΟΣ 26 

http://www.impantokratoros.gr/monachismos-sygkrhtismos.el.aspx

Παρασκευή 6 Αυγούστου 2010

Τα Σκάνδαλα (Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος)

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία
Καλησπέρα σας


Να απαντήσουμε πρώτα σε μια δύο ερωτήσεις και ύστερα να πάμε στο θέμα μας για να τις περιφρουρούμε. Λέει λοιπόν μία ερώτηση λίγο μεγάλη το εξής:


“Βλέπουμε καθημερινά στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να αποκαλύπτονται παντός είδους σκάνδαλα που αφορούν την κοινωνική, πολιτική και οικονομική ζωή του τόπου. Πολλές φορές αποκαλύπτεται ότι πολιτικοί ταγοί άνθρωποι υψηλά ιστάμενοι είναι αναμεμειγμένοι. Άνθρωποι στους οποίους ο λαός μας ο απλός κόσμος τους εμπιστεύεται με την ψήφο του την τύχη αυτού του τόπου. Κι όμως αυτοί αποδεικνύονται εκ των υστέρων στυγνοί συμφεροντολόγοι και καταχρώνται με τον χειρότερο τρόπο την εμπιστοσύνη του λαού. Ποιά πρέπει να είναι η στάση του καλού χριστιανού όταν βλέπει την σήψη και την διαφθορά τις αδικίες όταν επικρατεί ο νόμος του υλικού συμφέροντος, όταν γίνεται μάρτυρας ανθρώπων που πατούν επί πτωμάτων και θυσιάζουν τα πάντα στον βωμό του χρήματος. Μήπως πρέπει να αναμειγνύεται ενεργά, να κάνει διαδηλώσεις, να διαμαρτύρεται, να κάνει κάτι τέλος πάντων ή απλώς να αδιαφορεί και να σιωπά δίνοντας όλο το βάρος των δυνάμεών του στην σωτηρία της ψυχής του;”


Οπωσδήποτε είναι ένα βασικό ερώτημα που όλους μας μας απασχολεί αλλά να πιάσουμε έτσι τα πράγματα από μία σειρά. Κατ αρχάς πρέπει να ξέρουμε παιδιά ότι κι αυτή όλη αυτή η σκανδαλολογία σε όλα τα θέματα και σε όλα τα επίπεδα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και εκκλησιαστικά ακόμα γίνεται με όχι καλό τρόπο και όχι για καλό σκοπό. Δε μπορείς να προβάλεις το κακό με έναν τρόπο που δεν είναι καλός, διότι αν προβάλλεις το κακό με έναν κακό τρόπο γίνεται ακόμα πιο μεγάλο το κακό. Και το καλό ακόμα όταν το προβάλλει κανείς με ένα κακό τρόπο και καλό να είναι ο κακός ο τρόπος δεν το βοηθά, είναι κακό πράγμα.


Να πούμε ένα παράδειγμα, ας πούμε ότι έρχεται και ακούει στην τηλεόραση προχτές κάπου που ήμουν πριν λίγες μέρες έλεγε ότι ένας πατέρας παρενοχλούσε σεξουαλικά την κόρη του και βγήκε η μάνα και το έλεγε στο ραδιόφωνο στην τηλεόραση και έδειχνε μία φωνή τρεμοσβήνουσα και μια φιγούρα ανατριχιαστική. Και λέει κανείς, καλά είναι σκάνδαλο, είναι κακό, αλλά είναι πράγματα αυτά να τα λέει η τηλεόραση δηλαδή ένα μωρό, που ακούει αυτά τα πράγματα, ένα κοριτσάκι ας πούμε, να μπει μες το νου του ότι ο μπαμπάς του ή ο μπαμπάς ενός άλλου παιδιού κάνει αυτά τα πράγματα;


Δηλαδή να πάει ο πατέρας να χαϊδέψει την κόρη του και να αρχίσει το μωρό να αισθάνεται ας πούμε ότι είναι άλλο πράγμα ετούτο. Δεν λέγονται δεν διορθώνονται αυτά τα πράγματα έτσι. Δεν οικοδομούμε με αυτόν τον τρόπο, Σκάνδαλα υπάρχουν στον κόσμο και θα υπάρχουν πάντα, δεν θα πάψουν να υπάρχουν σκάνδαλα, αλλά οικοδομούμε εμείς με το να τα δημοσιεύουμε; Οικοδομούμε η παύουμε τα σκάνδαλα με το να τα προβάλλουμε κατ αυτό τον τρόπο; Μετά προβάλλοντας τα, το σκάνδαλο γίνεται μεγαλύτερο είναι ένας μεγεθυντικός φακός που το μεγαλώνει. Εντάξει υπάρχει ένα πρόβλημα είναι ανάγκη να το μεγαλοποιείς;


Και μετά όλοι εκείνοι που εμπλέκονται μέσα σε αυτό το πρόβλημα, τι γίνεται με αυτούς όλους τους ανθρώπους; Δηλαδή καταργείται το πρόσωπο του ανθρώπου, έστω ακόμα και του αμαρτωλού και του ενόχου ανθρώπου ακόμα. Μα και ο ένοχος έχει ακόμα και αυτός ένα δικαίωμα, έχει το δικαίωμα της μετανοίας αν μη τι άλλο. Πως μπορείς να συντρίψεις τον άλλο άνθρωπο, κι αν τελικά αποδειχθεί ότι δεν είναι ένοχος; Εάν τελικά αποδειχθεί ότι δεν είναι έτσι όπως τα λες τα πράγματα; Ποιος θα σηκώσει το βάρος όλης αυτής της ταλαιπωρίας;


Μετά βγαίνουν όλα αυτά τα πράγματα προς τα έξω, τα ακούμε εμείς, τα ακούτε όλοι σας, κι αρχίζουμε κι εμείς και τι κάνουμε; Μπαίνουμε και εμείς σε μία άλλη διαδικασία, όπως λέει εδώ και η ερώτηση, δηλαδή πρέπει να αντιδράσουμε; Και το λέει και μόνος του κοιτάξτε ατελής αντίδρασις, μήπως πρέπει να αντιδράσουμε ενενεργά, δηλαδή να κάμουμε διαδηλώσεις να διαμαρτυρηθούμε; Δηλαδή αντίδραση σε αυτό το σκάνδαλο να κάνουμε διαδηλώσεις να πετάξουμε πέτρες; Αυτό είναι όπως οι κατοχικές εκδηλώσεις που κάνουμε δηλαδή να πάμε έξω από την πράσινη γραμμή και τρώμε σουβλάκι και πετάμε πέτρες στους Τούρκους; Και αισθανόμαστε ότι επιτελούμε εθνικό καθήκον και μετά αφού τελειώσει πάμε και σε καμιά δισκοθήκη να περάσει η ώρα μας;


Έτσι αντιδρούμε κατά των σκανδάλων; Με τις διαδηλώσεις και με το να έχουμε αυτά τα πράγματα; Τούτα είναι πολύ σοβαρά πράγματα, και χρειάζονται πολύ σοβαρό τρόπο και χρειάζονται πολύ σύνεση και πρώτα απ όλα ο άνθρωπος πρέπει να έχει σωστές προϋποθέσεις μέσα του για να αντιδράσει σωστά. Δηλαδή πρώτα από όλα πρέπει να σκεφθείς ότι με την αντίδραση τι θα βγει; Τι βγαίνει με την αντίδραση, θα έχεις αποτέλεσμα καλό; Θα έχεις αποτέλεσμα κακό; Μετά η αντίδραση θα είναι καλή ή κακή; Γιατί μια κακή αντίδραση έστω κι αν είναι για καλό σκοπό χαλάει χαλάει και το καλό που γίνεται μετά. Και μετά πρέπει να σκευθεί κανείς και τους ανθρώπους που εμπλέκονται σε αυτήν την υπόθεση.


Δηλαδή βλέπετε να γίνει ένα έγκλημα, εάν ρωτήσετε έναν Άγιο, και πείτε έχει γίνει ένα έγκλημα, κάποιος άνθρωπος εσκότωσε έναν άλλον άνθρωπο, ποια θα είναι τα αισθήματα του Αγίου αυτού ανθρώπου; Να σας πω, εγώ δεν είμαι Άγιος άνθρωπος αλλά είδα Αγίους ανθρώπους που όταν άκουγαν αυτά τα πράγματα, μπορεί να 'ναι λάθος αυτό που λέω, δεν ξέρω, ελυπούνταν για το θύμα, ελυπούνταν για αυτόν που σκοτώθηκε, αλλά θρηνούσαν κυριολεκτικά γι' αυτόν που σκότωσε. Εκείνος που σκότωσε είναι πιο αξιοθρήνητος από εκείνον που σκοτώθηκε.


Μπορούμε να καταλάβουμε αυτήν την λογική των αγίων; Δηλαδή επροσεύχονταν για αυτόν που υπέστη το κακό δηλαδή για το θύμα αλλά προσεύχονταν διπλά για τον θύτη. Γιατί αυτός που έκανε το κακό είναι δυο φορές πιο σκοτωμένος και πολύ χειρότερη η θέση του από τον άλλον. Οπότε η αγάπη μας και ο πόνος μας πρέπει να πιάνει όλους τους ανθρώπους. Δεν μπορούμε εμείς εάν θέλουμε να σταθούμε πνευματικά απέναντι σε ένα γεγονός τέτοιο. Δεν μπορούμε να βλέπουμε ότι αυτός είναι ο κακούργος και είναι άξιος πάσης τιμωρίας και καταδίκης και μίσους και οτιδήποτε, και ο άλλος χρειάζεται συμπαράσταση και συμπάθεια. Ναι, συμπάθεια και συμπαράσταση μάλιστα, η δικαιοσύνη να ενεργήσει μάλιστα, αλλά δικαιούται και ο ένοχος άνθρωπος την αγάπη μαζί.


Δικαιούται και ο ένοχος άνθρωπος να έχει την συμπάθεια και την φροντίδα, την ποιμαντική φροντίδα της εκκλησίας και των ανθρώπων της εκκλησίας, γιατί από κανέναν δεν μπορούμε να στερήσουμε το ενδεχόμενο και την δυνατότητα της μετάνοιας, από κανέναν άνθρωπο.


Άρα βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά από ότι τα βλέπει ο κόσμος, από ότι τα βλέπει μία κοσμική αντιμετώπιση. Τώρα εντάξει να μου πείτε, τι κάνουμε έχει τόσες αδικίες δίπλα μας, τι κάνουμε εμείς; Τι κάνουμε κοιτάζει ο καθένας τον εαυτό του και λέει εγώ τι είμαι σε αυτόν τον τόπο, εγώ τι μπορώ να κάνω εγώ, κοιτάζει και τις δυνάμεις του, κοιτάζει και την θέση του, κοιτάζει και τις δυνατότητες που έχει, Βέβαια το να κάνω κάτι, τι αποτέλεσμα έχει;


Όπως λέει ο Γέρων Παΐσιος αρχίζει ο άνθρωπος από τον εαυτό του τον ίδιο. Κάνοντας τον εαυτό σου καλό, κάνεις ένα κομμάτι του κόσμου καλό, μετά επιδράς και στους γύρω σου ανθρώπους, επιδράς και πιο πολύ και πάρα 'κει και γίνεται κάτι καλύτερο. Μπορεί να αντιδράσει εναντίον του κακού με πολύ καλό τρόπο. Εάν χρειασθεί και πιο δυναμική αντίδραση με ευπρέπεια και σοβαρότητα, δεν σου απαγορεύει κανείς να το κάνεις αυτό το πράγμα, αλλά μέσα στα όρια της ευπρεπείας και με μία αρχοντιά να μην σκοτώσεις τον άλλον άνθρωπο, αλλά με σκοπό να βοηθήσεις και αυτόν ακόμα.


Δηλαδή έχει κάποιος το χέρι του στην σκανδάλη και είναι έτοιμο να πυροβολήσει κάποιον άλλον και εγώ είμαι δίπλα και δεν με είδε, μπορώ να του δώσω μια πάνω στο χέρι να του πέσει το όπλο κάτω; Να του δώσω, αλλά αν του δώσω όχι από νεύρα κι από κακία να του κόψω το χέρι του, αλλά για να μην κάνει ένα κακό μεγαλύτερο. Δηλαδή και αυτό ακόμα που θα τον παιδεύσω τον άλλον να γίνεται με αγάπη, να γίνεται μέσα σε ένα πνεύμα αγάπης.


Να δούμε ότι αυτό το πράγμα πρέπει να οικοδομήσει τελικά, να οικοδομήσει και εμένα να οικοδομήσει και τους άλλους. Και νομίζω ότι όταν τα πράγματα γίνονται με αγάπη και με πόνο όπως λέει ο Γέροντας με αγάπη και με πόνο για τον άλλον άνθρωπο. Τότε υπάρχουν για όλα τα πράγματα σωστή αντιμετώπιση και οικοδομή. Ο Θεός οικοδομεί τον άλλον άνθρωπο οικοδομεί ακόμα και αυτόν που είναι τελείως ξοφλημένος.


Δεν καταστρέφει ο Θεός κανέναν άνθρωπο, μόνον ο διάβολος καταστρέφει τον άλλον, ο Θεός οικοδομεί ακόμα και τον μεγαλύτερο φονιά έχει τρόπο ο Θεός να τον σώσει. Και αυτό ζητά ο Θεός ζητά όχι να καταστρέψεις εκδικητικά τον άλλον αλλά να τον σώσει από άπειρη αγάπη. Οπότε άμα δει κανείς τα πράγματα νομίζω αλλάζουν. Τώρα ότι και να κάνουμε παιδιά, πρέπει να το ξέρετε ότι τα σκάνδαλα είναι αδύνατον να εκλείψουν. Το είπε και ο Χριστός στο ευαγγέλιο , eίναι αδύνατον πράγμα να μην έρθουν τα σκάνδαλα.


Εδώ έρχονται μες την εκκλησία που διαβάζουμε το ευαγγέλιο από το πρωί έως την νύκτα, που κάνουμε τόσες λειτουργίες, κοινωνούμε, νηστεύουμε, προσευχόμαστε, κάνουμε τόσα πράγματα, αφιερώσαμε τον εαυτό μας στον Θεό και έρχεται ώρα που ξεσπούν σκάνδαλα μες την εκκλησία, ανάβουν φωτιές και δεν ξέρεις από που ήλθαν και πως σβήνουν, και δεν θα ξεσπάσουν σκάνδαλα σε άλλους χώρους;


Αυτά είναι σφραγίδες ανθρώπινης ατέλειας, είμαστε άνθρωποι, υπάρχει η ατέλεια η ανθρώπινη, υπάρχει η αδυναμία η ανθρώπινη, υπάρχουν τα λάθη τα ανθρώπινα. Άλλως πως το καταλαβαίνω εγώ, άλλως πως το καταλαβαίνει ο άλλος.


Είναι ίδιον της ανθρωπίνης φύσεως πλέον να υπάρχει να υπάρχει αυτή η ατέλεια, αυτή η αδυναμία και είναι φυσικό να εξέχουν από αυτά τα πράγματα όλες οι δυσκολίες οι οποίες βγαίνουν. Πρέπει να το μάθουμε να το αντιμετωπίζουμε σωστά να στεκόμαστε με μία σύνεση εμπρός στα σκάνδαλα, να μη πανικοβαλλόμαστε και να λέμε: να έχει σκάνδαλα δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Όχι. δεν είναι έτσι, ο Θεός και από τα σκάνδαλα βγάζει καλό, δηλαδή εκεί που οργώνει ο διάβολος σπέρνει ο Θεός, έλεγε ο Γέροντας.


Μπορεί να οργώνει ο σατανάς και να τα κάνει όλα άνω κάτω, ο Θεός τον αφήνει έχει δημοκρατία, άσε τον διάβολο να κάνει την δουλειά του, να βγάλει και αυτός το ψωμί του, να κάνει την δουλειά του εκείνος, αφού τελειώσει και τα κάνει όλα άνω κάτω, και δεν έχει πλέον άλλο να κάνει, και τότε είναι όλα ανακατωμένα έτσι, θα πάει τότε ο καλός Θεός θα σπείρει τον δικό του σπόρο θα κάνει την δουλειά του. Μερικές φορές τα μπερδεύει τόσο πολύ ο διάβολος τα πράγματα, που αν του πει ο Θεός, κάτσε ξεμπέρδεψε τα τώρα έτσι που τα 'κανες, ούτε εκείνος δε θα τα καταφέρει να τα ξεμπερδέψει, είναι δηλαδή τόσο πολύπλοκα.


Όμως εάν τα αφήσει κανείς έτσι με εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, βλέπει κανείς ότι στο τέλος εκείνος που θέλει να ωφεληθεί ωφελείται. Βγαίνουν ωφέλειες, πολλές ωφέλειες, στο τέλος δεν αδικείται κανένας, μην ανησυχείτε, κανένας δεν αδικείται και αυτός που αδικείται για λίγο δικαιώνεται αιώνια. Και αυτός ο οποίος χάνει τα πρόσκαιρα κερδίζει τα αιώνια πράγματα τα οποία είναι ασυγκρίτως καλύτερα και μεγαλύτερα.


Έτσι να μην ανησυχούμε, δεν είμαστε εμείς εκείνοι που θα αποδώσουμε την δικαιοσύνη στον κόσμο ετούτο. Εμείς πρέπει να μάθουμε να αξιοποιούμε την αδικία. Υπάρχει αδικία στον κόσμο και θα υπάρχει ότι και να κάνουμε γιατί υπάρχει η ανθρώπινη ελευθερία και η ανθρώπινη ατέλεια, δεν μπορεί να εκβιάσεις τον άλλον να τηρήσει την δικαιοσύνη, είναι ελεύθερος άνθρωπος δε θέλει.


Σου λέει δε θέλω εγώ κύριε να κάμω αυτό το πράγμα, μπορεί να με αναγκάσεις εμένα να κάμω αυτό που θέλεις εσύ; Εγώ δεν θέλω να το κάνω. Μα είναι αδικία, ας είναι αδικία, θέλω την αδικία. Μπορείς να μου στερήσεις το δικαίωμα να θέλω την αδικία; Μπορείς να μου στερήσεις το δικαίωμα να κάνω λάθη, να κάνω τα στραβά μου; Θέλω να κάμω έτσι εγώ. Ωραία, δημοκρατία ότι θέλει ας κάμει ας πούμε. Δεν μπορεί όμως τίποτα να ανακόψει τον δικό μας δρόμο, και η αδικία και η δυσκολία αξιοποιούνται πνευματικά, μπορεί ο άνθρωπος να την αξιοποιήσει.

Πηγή εἰκόνας:https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEjbju4ht-vgjaSnbsOBO7f0FaPvgC0DxbtqWvlYikMqjsrUS0wlhxbDPlRb_DVqwsg8rM1HdplZzU3S4RckPDsB8sHIty-OOYj2LXF-1nv_Kh2q_cwyfQy2pVJU_NpvxqFG7AZTp-w2kJg/s240/stayros+athonikos.jpg

http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1549
(Πηγή: "Ο.Ο.Δ.Ε.")
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...