Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΨΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Η Θεοτόκος (β). Η Θεοτόκος και το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας στην ερμηνεία των νηπτικών πατέρων

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ
Η Θεοτόκος και το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας στην ερμηνεία των νηπτικών πατέρων
 Θα μου επιτρέψετε μια πιο προσωπική, πιο ανθρώπι­νη προσέγγιση του θέματος, παρ' όλο που βρισκόμαστε σ' ένα αυστηρά επιστημονικό συνέδριο. Έχω ιδιαίτε­ρους λόγους να το κάνω. Ο σημαντικότερος απ' αυτούς είναι η ίδια η επαφή με τους νηπτικούς πατέρες, με τα συγγράμματά τους, που μου υπαγόρευσε κατά κάποιο τρόπο αυτό το προσωπικό τόνο στην διαπραγμάτευση του θέματος.

Γι' αυτό ακριβώς, πριν περάσω στην διαπραγμάτευ­ση του θέματος, θα ήθελα να εκφράσω την βαθειά συγκί­νηση την οποία αισθάνομαι βρισκόμενος για πρώτη φο­ρά στους Αγίους Τόπους, στα Θεοβάδιστα αυτά μέρη, ό­που βάδισαν όχι μόνο τα ουράνια βήματα του Αρχαγγέ­λου Γαβριήλ, τα άχραντα βήματα της Παναγίας και των άλλων προσωπικοτήτων της Ιεράς Βιβλικής Ιστορίας, αλλά ακόμη εκείνα του Ιδίου του Θεανθρώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Δοξάζω τον Πανάγαθο Θεό για το μεγάλο αυτό δώρο και ευχαριστώ θερμότατα τους οργανωτές του παρόντος πανορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου.

Ο λόγος που με οδήγησε στην επιλογή αυτού του θέματος υπήρξε η επιθυμία μου να εκφράσω, με την ευ­καιρία του πρώτου προσκυνήματος στους Αγίους Τό­πους, την ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη μου, της οικο­γενείας μου και των πιστών της ενορίας μου προς την Μητέρα του Θεού, προς την Δέσποινα του κόσμου για τις πλούσιες ευλογίες και ευεργεσίες Της προς εμάς. Και είχα την διαίσθηση ότι καταλληλώτερα και εκφραστικώτερα λόγια απ' αυτό το σκοπό δεν θα έβρισκα άλ­λα απ' εκείνα των νηπτικών πατέρων.
Και πράγματι, αυτά που βρήκα για την Θεοτόκο και την Μητέρα του Θεού στους νηπτικούς φιλοκαλικούς πατέρες ξεπέρασαν κατά πολύ τις προσδοκίες μου.

Σ' αυτό το σημείο οφείλω μια διευκρίνιση. Με τον όρο νηπτικοί ή φιλοκαλικοί πατέρες, εννοώ όχι μόνο ε­κείνους τους Πατέρες των οποίων τα συγγράμματα απο­τελούν την γνωστή Φιλοκαλία, αλλά όλους τους Πατέ­ρες της Εκκλησίας που εντάσσονται στη συνεχή αγιοπνευματική θεολογική παράδοση, η οποία αρχίζει με την πρώτη Εκκλησία, με τα ίδια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Θα ήταν ίσως καλύτερα να μιλήσουμε για μια νηπτική ή φιλοκαλική θεολογία, εννοώντας εκείνη την θεολογία η οποία πηγά­ζει από την βίωση της Θείας Χάριτος και προσπαθεί να εκφράσει την εμπειρία της μέθεξης στον κόσμο του Θε­ού, στη Βασιλεία των ουρανών.

Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι η πρώτη συλλογή φιλοκαλικών κειμένων διευρύνθηκε κατά καιρούς. Θα αναφέ­ρω μόνο το γεγονός ότι η ρουμανική έκδοση της Φιλοκαλίας -η οποία οφείλεται στον μακαριστό μεγάλο φιλοκαλικό θεολόγο π. Δημήτριο Στανιλοάε- έχει δώδε­κα τόμους. Ενώ, προσωπικά, πιστεύω ότι, κείμενα συγ­χρόνων νηπτικών πατέρων μπορούν να εισαχθούν χωρίς καμία επιφύλαξη στην καθιερωμένη μεν, αλλά όχι κλει­στή, σειρά των φιλοκαλικών κειμένων. Αναφέρω ενδει­κτικά τα βιβλία του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, καλούμενον Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας και του ανωνύμου ησυχαστού, Νηπτική Θεωρία, το οποίο είχα την ευλογία να μετα­φράσω στην ρουμανική γλώσσα.

Επανέρχομαι και σημειώνω το πραγματικά ξεχωρι­στό ενδιαφέρον που δείχνουν οι νηπτικοί πατέρες στο πρόσωπο της Μητέρας του Θεού και στο ρόλο Της στο μυστήριο της ενσάρκου θείας οικονομίας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνει κανείς μία ιδιαίτερη οικειότητα αυτών των αγίων Πατέρων προς το πρόσωπο της Παναγίας. Εξάλ­λου, είναι γνωστό ότι στην ορθόδοξη ανατολική θεολο­γική παράδοση δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στο πρόσωπο και το έργο του ίδιου προσώπου. Αυτό εξηγεί γιατί, η θεώρηση και η εκτίμηση του έργου του Χριστού, της Παναγίας ή των αγίων της Εκκλησίας, οδη­γούν τον ερευνητή σε ένα έντονο ενδιαφέρον για το πρό­σωπο εκείνων και τελικά στην επιθυμία μιας προσωπι­κής αγαπητικής σχέσης μ' αυτούς. Η προσοχή των φιλοκαλικών πατέρων επικεντρώνεται, πρώτα απ' όλα στο ίδιο το πρόσωπο της Παναγίας, γι' αυτό κάθε αναφορά σ' Αυτήν προϋποθέτει μια προσωπική σχέση και μια προσωπική τοποθέτηση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μοναχοί της αθωνικής πολιτείας αισθάνονται εκεί σαν το Περιβόλι της Παναγίας και ότι όλοι οι ορθόδο­ξοι μοναχοί έχουν την Θεοτόκο ως Προστάτισσα.

Την ίδια ευλάβεια και οικειότητα προς το πρόσωπο της Μητέρας του Θεού συναντάμε στην ζωή των απλών πιστών μας. Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ρουμάνους πνευματικούς, ο π. Παΐσιος Ολάρου, έλεγε ότι ο πατέρας του, απλός αγρότης, ήξερε απ' έξω τον πα­ρακλητικό κανόνα προς την Θεοτόκο και τον έλεγε κα­θημερινά, ενώ ο ίδιος ο πατήρ Παΐσιος συμβούλευε όλους τους πιστούς να ζουν κάθε μέρα με την συνείδηση ότι βρίσκονται στην αγκαλιά της Παναγίας. Αυτή η ι­διαίτερη ευλάβεια των πιστών προς την Παναγία είναι μία φυσιολογική συνέπεια, και συνέχεια ταυτόχρονα, της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, όπου η Θεοτό­κος κατέχει μια κεντρική θέση, αλλά είναι και μια βέβαιη απήχηση της φιλοκαλικής νηπτικής θεολογίας και πνευματικότητας1.

Οι φιλοκαλικοί πατέρες αναπτύσσουν μία πλουσιό­τατη μαριολογία ή, μάλλον σωστότερα, μία πλουσιότα­τη θεοτοκολογία2 παρ' όλο που όπως είναι γνωστό και λέχθηκε κιόλας εδώ, οι βιβλικές αναφορές στην Πανα­γία είναι λίγες. Θα περιορισθούμε σε μερικές μόνο πτυ­χές του θέματος, για να κλείσουμε με σύντομα συμπερά­σματα.
Καταρχήν, μπροστά στο μυστήριο του Προσώπου της Μητέρας του Θεού, οι πατέρες ομολογούν την αδυ­ναμία τους να εκφράζουν αυτά που αισθάνονται και βιώνουν και δεν βρίσκουν άλλη κατάλληλη γλώσσα παρά την υμνολογική, την δοξολογική.

Γράφει ενδεικτικά ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο οποίος και ανακεφαλαιώνει, συνοψίζει και αυξάνει την μέχρι αυτόν αντίστοιχη νηπτική παράδοση:

Εις την υπόθεσιν της ανωτέρας πάντων των αγίων Μητρός του Θεού... όχι μόνο ένας ρήτωρ, ο πλέον δια­λεκτός από όλους, δεν ήθελε φθάσει να εγκωμιάση κατ' αξίαν, αλλά αν ήταν δυνατόν να ευρεθούν και να γενούν ένα στόμα όλοι όσοι εσώθησαν με τον άφθορον τόκον της, πάλι δεν ήθελε φθάσουν ουδέ εις το ελάχιστον. Διό­τι, ανίσως και όλη η κτίσις δεν είναι ικανή να προσφέρη εις Αυτήν καν σήμερον δοξολογίαν, ωσάν έγινε μήτηρ του Κτίστου των απάντων, πώς ήθελε είναι ικανή η δύναμις μόνων των ανθρώπων, καν και ολονών είπης, να δοξολογήση τα μεγαλεία της; Και δεν ήθελε φανή ωσάν μικροτάτη ρανίδα έμπροσθεν εις μίαν άβυσσον δόξης; Ποίος νους ήθελε δυνηθή, δεν λέγω να χωρήση μέσα εις το βάθος αλλ' ουδέ όλως να παρακύψη, καν εις τα προαύλια της θείας ταύτης σκηνής, δηλαδή της Παρθένου, εις την οποίαν εκατοίκησεν ο υπεράνω πάντων των ό­ντων Θεός. ο των ουρανών Βασιλεύς3...

Αλλού, ο ίδιος Πατήρ λέγει, θαυμάζοντας το έργο που τελείται από τον Ίδιο τον Θεό μέσα από το πρόσω­πο της Παναγίας:

Αλλ' ω Θεομήτωρ Παρθένε, και ποίος λόγος δύνα­ται να επαινέση το θείον σου κάλλος; Επειδή τα ειδικά σου χαρίσματα δεν περιορίζονται από λόγους και νοή­ματα, διότι υπερβαίνουν κάθε λόγον και διάνοιαν... Έτσι εσκήνωσε σ' αυτήν απορρήτως και από αυτήν προήλθε σαρκοφόρος ο Λόγος του Θεού, θεουργώντας την φύση μας και χαρίζοντάς μας κατά τον θείον απόστολο αγαθά «στα οποία επιθυμούν να παρακυττάζουν άγγελοι». Κι αυτό είναι το υπερφυές εγκώμιο και η υπέρδοξη δόξα αυτής της αειπαρθένου, ενώπιον της ο­ποίας ηττάται κάθε νους και λόγος, ακόμη και αγγελικός αν είναι. Τα δε μετά την απόρρητη γέννηση ποίος λόγος θα μπορέσει να εκφράσει4;

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, βλέποντας ότι κάθε «ύμνος ηττάται συνεκτείνεσθαι σπεύδων» απέναντι στα μεγαλεία της Θεοτόκου, καταλήγει:

Έστι μεν ανθρώπων ουδείς, ος κατ' αξίαν την θεομήτορα ευφημήσαι δυνήσεται, ουδ' ει μύριαι γλώσσαι συνέλθοιεν, των καθηκόντων επαίνων εφίκοιντο. Πάντα γαρ αυτή θεσμόν εγκωμίων υπέρκειται...5

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος και έ­γραψε χιλιάδες σελίδες για την Μητέρα του Θεού, γρά­φει και τα παρακάτω, τα οποία απηχούν την θεολογία των μεγάλων φιλοκαλικών πατέρων Μαξίμου του Ομολογητού, Ανδρέου Κρήτης και Γρηγορίου Παλαμά, και εξηγεί ότι αυτός ο θαυμασμός μπροστά στα μεγαλεία της Παναγίας οφείλεται στο μοναδικό Της ρόλο στην ένσαρκον οικονομία του Θεού:
Αν τα εννέα τάγματα των αγγέλων ήθελον κρημνισθή από τους ουρανούς, και να γενούν δαίμονες. Αν όλοι οι άνθρωποι εγένοντο κακοί. Αν όλα τα κτίσματα, ουρανός, φωστήρες, ιερείς, ζώα, ήθελον αποστατήσει κατά του Θεού. Όλαι αυταί αι κακίαι των κτισμάτων συγκρινόμεναι με το πλήρωμα της Αγιότητος της Θεο­τόκου δεν εδύναντο να λυπήσουν τον Θεόν. Διότι μόνη η Κυρία Θεοτόκος ήτο ικανή να τον ευχαρίστηση κατά πάντα. Αυτή μοναχή, σταθείσα ανάμεσον Θεού και αν­θρώπων, τον μεν Θεόν υιόν ανθρώπου εποίησε, τους δε ανθρώπους υιούς Θεού. Χωρίς την μεσιτείαν αυτής κανέ­νας, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, δύναται να πλησίαση εις τον Θεόν, επειδή και αυτή ευρίσκεται μόνον μεθόριον αναμεταξύ της ακτίστου και κτιστής φύσεως. Αυτή μόνη είναι θεός αμέσως μετά τον Θεόν και έχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος, ως ούσα Μήτηρ αληθώς του Θεού. και Αυτή μοναχή είναι, όχι μόνον ο θησαυροφύλαξ όλου του πλούτου της θεότητος, αλλά και ο διαμοιραστής εις όλους, και αγγέλους και ανθρώπους, όλων των από Θεού διδομένων εις την κτίσιν υπέρ φυσικών ελλάμψεων και θείων και πνευματικών χαρισμάτων. Και δεν είναι τινάς που να την επεκαλέσθη με πίστιν και να μην του υπήκουσε με ευσπλαχνίαν. Αυτός ο Υιός του Θεού και αγαπητός Υιός της Παρθένου έδωκε τη μητέρα Του δια μητέρα μας και συνήγορον να μας βοηθή προς σωτηρίαν μας6.

Μια, πράγματι, τολμηρή γλώσσα, η οποία προκαλεί την αντίδραση των θεολόγων της εποχής και αναγκάζει τον Άγιον Νικόδημο να απαντήσει με μια απολογία. Στην απολογία αυτή θεμελιώνει τις απόψεις του πάνω σε κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, ανάμεσα στους ο­ποίους σημαντική θέση κατέχει ο Άγιος Γρηγόριος Πα­λαμάς. Από τον εκτεταμένο δεύτερο Λόγο του εις τα Εισόδια της Θεοτόκου αναφέρει και το έξης κείμενο του μεγάλου ησυχαστή θεολόγου.
Αύτη πρώτη δεχόμενη το πλήρωμα του τα σύμπαντα πληρούντος καθίστησε τοις πάσι χωρητόν κατά το μέτρον της εκάστου καθαρότητος, ώστε προς αυτήν οράν τας ανωτάτω Χερουβικάς Ιεραρχίας, απλώς πάσι τε και πάσαις κατά το μέτρον του προς αυτήν απαθούς και θείου πόθου και του αΰλου και αλήκτου έρωτος έψεται και η του θείου φωτισμού τανότης... Ουκούν αυτή μόνη μεθόριον έστι κτιστής και ακτίστου φύσεως και ουδείς αν έλθοι προς Θεόν ειμή δι' αυτής. Και ουδέν των εκ Θε­ού δωρημάτων, ειμή δι' αυτής7.

Η θεολογική και υμνολογική αυτή τόλμη των νη­πτικών πατέρων βασίζεται όχι μονάχα στην διδασκαλία και στις ιστορικές πληροφορίες περί της Θεοτόκου, αλ­λά κυρίως στην προσωπική εμπειρία της σχέσεώς τους με την ίδια την Μητέρα του Θεού. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αισθάνεται δειλίαν μπροστά στην δόξα, το κάλλος και τα μεγαλεία της Θεοτόκου, αλλά παίρνει θάρρος ενθυμούμενος τις εμφανίσεις της Παναγίας προς αυτόν και τις πλούσιες δωρεές της, τις οποίες ομολογεί με ευγνωμοσύνη, αφού όταν έγραφε, ήταν νωπές στην μνήμη του.

Και οι χάριτες -γράφει ο άγιος- όπου έλαβον από Αυτήν έως τώρα, και προς τούτας η ακένωτος της Παρ­θένου φιλανθρωπία υπόσχονται να μοι συγχωρήσουν δια τούτο. Επειδή και Αυτή ωσάν μια ψυχή, συγκρατεί ό­λους της τους υπηκόους, και ευρισκομένη πάντοτε κο­ντά εις όλους όπου την επικαλούνται, τελεί πάντα προς το συμφέρον με την ακατάπαυστον προς τον Υιόν της πρεσβείαν, καθώς ημείς εμπράκτως εγνωρίσαμεν, και έχομεν την πίστιν βεβαιοτέραν από τα αγαθά όπου αυτή μας εχάρισεν8.

Αναφέρουμε ως προς αυτό και μια συγκινητική ενός συγχρόνου νηπτικού πατρός μαρτυρία. Πρόκειται για τον Όσιο Σιλουανό, ο οποίος γράφει σχετικά:
Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν τω πνεύματι γνωρίζω την άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην της δι' ημάς. Άνευ της ευσπλαχνίας της, η ψυχή μου θα απώλετο προ πολλού. Εκείνη όμως ηυδόκησε να με επισκεφθή και να με νουθετήση, ίνα μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ «Δεν εί­ναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου». Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι, και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ' η ψυχή μου δεν δύναται να λησμονήση εκείνην την γλυκείαν φωνήν και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού. Και. Τί να α­νταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν με απεστράφη βεβυθισμένον εις την αμαρτίαν, αλλά επεσκέφθη εμέ ελεημόνως και με εσυνέτισε9.

Το βασικό κίνητρο της προσωπικής αυτής σχέσεως και της θεολογίας ή μάλλον υμνολογίας των νηπτικών πατέρων είναι ο απαθής πόθος τους, που τους ελκύει προς την Παναγία. Χαίροις, Μαρία, γλυκύτατον της Άννης θυγάτριον -γράφει ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός- προς σε γαρ αύθις ο πόθος ανθέλκει με... Ο Άγιος Γρη­γόριος Παλαμάς μιλάει και αυτός περί του απαθούς και θείου πόθου και περί του αΰλου και αλήκτου έρωτος. Ο Άγιος Νικόδημος γράφει πάλι. Ω, γλυκυτάτη και πράγ­μα και όνομα Μαριάμ, τί πάθος είναι τούτο, όπου αισθά­νομαι εις τον εαυτόν μου; εγώ δεν ημπορώ να χορτάσω τους επαίνους των μεγαλείων σου. Όσον γαρ περισσότερον τα επαινώ, τόσο περισσότερον τα ορέγομαι, και ο πόθος μου επ' άπειρον προβαίνει, και η επιθυμία μου ακόρεστος γίνεται. διό και πάλιν επιθυμώ να τα επαινέσω10.

Πρόκειται για μια αγαπητική σχέση παρόμοια μ' ε­κείνη που ποθούν οι πατέρες οι φιλοκαλικοί να έχουν με τον Ίδιο τον Θεόν και στην οποία η Παναγία ανταπο­κρίνεται χωρίς καθυστέρηση. Η ψυχή μου ούτως έλκε­ται προς Αυτήν δια της αγάπης ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματός της γλυκαίνη την καρδίαν μου.
       Άλλος σύγχρονος αγιορείτης μοναχός, ο Αθανά­σιος Ιβηρίτης, εκφράζει με τους ίδιους όρους την χάριν που λαμβάνει η ψυχή του μπροστά στην θεωρία του μυ­στηρίου της ενσάρκου οικονομίας:

Τρυφή ουράνια και απόλαυσις υπερκόσμιος η στιγ­μή, καθ' ην ο άνθρωπος σκέπτεται το μυστήριον της εν­σάρκου οικονομίας με όργανον την Παναγίαν Παρθέ­νον. Η Μαρία με τον Ιησούν, ο Ιησούς με την Μαρίαν, τα δύο αυτά πάνσεπτα και γλυκύτατα ονόματα, ιδού ο Παράδεισος11.

Από αυτή τη βιωματική εμπειρία των νηπτικών πα­τέρων πηγάζει η αναφερόμενη πλουσιότατη θεοτοκολο­γία ή μαριολογία, η οποία εκφράζεται σε γλώσσα αποφατική, υμνολογική, ποιητική. Η αγάπη τους προς την Παναγία είναι εκείνη που ανοίγει τους πνευματικούς ο­φθαλμούς να γνωρίζουν το μυστήριο. Αδυνατούμε να συλλάβουμε τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών... λέγει πάλι ο Άγιος Σιλουανός. Η αγάπη είναι το μοναδικό κίνητρο που ωθεί τους πατέρες να γνωρίζουν το μυ­στήριο και να θεολογούν, επειδή η γνώση και η θεολο­γία γι' αυτούς είναι μέθεξη, είναι συμμετοχή, κοινωνία, αγαπητική σχέση. Απ' εδώ και ο πόθος να γνωρίζουν.

Παρατηρώντας, με κάποιο παράπονο, ότι η Γραφή μας προσφέρει πολύ πενιχρές πληροφορίες για την Πα­ναγία, ο ίδιος όσιος πατήρ γράφει:

Αι ψυχαί ημών έλκονται να γνωρίσουν περί της ζω­ής Σου μετά του Κυρίου επί γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ' εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριόν Σου. Και συνεχίζει χαρα­κτηριστικά. Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις Της, ούτε την αγάπην της προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Της κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν αυτά12.

Η ταπεινοφροσύνη τους από την μια πλευρά, και ο απαθής πόθος τους, από την άλλη πλευρά, οδηγούν τους νηπτικούς πατέρες στην τόλμη να προσεγγίσουν το μυ­στήριο και να το γνωρίσουν, χάρη στην αποκάλυψη την οποία προϋποθέτει η μέθεξη στην θεία πραγματικότητα. Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρ­δία μου, αλλ' η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι να γράφω έστω και ολίγους λόγους δι' Αυτήν, γράφει ο Άγιος Σιλουανός, εκφράζοντας όλην την νηπτική παράδοση.
Πολύ σημαντικό είναι και το τι ποθούν οι νηπτικοί πατέρες να μάθουν και να γνωρίζουν για την Παναγία. Τίποτα άλλο παρά την αγάπη Της προς αυτούς και προς τους συνανθρώπους τους. Οι νηπτικοί πατέρες δεν ανα­ζητούν θεωρητικές γνώσεις, πληροφορίες, ούτε απαντή­σεις σε επιστημονικές ερωτήσεις. Ως πρόσωπα που αγα­πούν θέλουν να γνωρίσουν και να ζουν την αγάπη του α­γαπημένου προσώπου. Και λαμβάνουν την απάντηση στον πόθο τους αυτό κατά το μέρος της αντίστοιχης πνευματικής τους προετοιμασίας μέσα από μια συνεχή προσωπική θεία αποκάλυψη.

Το μόνο που γράφει και ομολογεί με κάθε βεβαιότη­τα για την Παναγία ο Άγιος Σιλουανός είναι η αγάπη Της για όλο τον κόσμο:

Και παρ' όλον ότι ή ζωή της Θεοτόκου, ως εάν εκαλύπτετο υπό αγίας σιγής, όμως ο Κύριος εφανέρωσεν εις την Εκκλησίαν ημών, ότι Αυτή περιβάλλει όλον τον κόσμον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει όλους τους λαούς της γης, και ως και ο Υιός Της, τους πάντας σπλαχνίζεται και ελεεί. Και κλείνει. Ω, εάν θα γνωρίζομεν ποτέ, οπόσον αγαπά η Παναγία πάντας, όσοι φυλάττουν τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δι' εκείνους, οι οποίοι δεν μετανοούν. Τούτο εδοκίμασα εκ πείρας μου13.
Η αγαπητική σχέση με την Παναγία την οποία τό­σον ποθούν οι νηπτικοί πατέρες μεταφράζεται σε θεία μέθεξη και κοινωνία. Για όλους, ανεξαιρέτως, η Πανα­γία είναι η πηγή θείας Χάριτος. Ιδού τι γράφει ο Θεο­φάνης ο Ομολογητής:

Την Θείαν Χάριν προμηθεύει και μοιράζει στον κό­σμο ο Παράκλητος. Και έχει ως πρώτον δοχείον την αν­θρώπινή μας φύση που ο Σωτήρας παρέλαβε εκ της Παρ­θένου. Ενώ η ουράνια σκηνή της Μητέρας του Θεού εί­ναι το δεύτερο, αμέσως μετά απ' Εκείνο. Επειδή ο Θείος Λόγος, ο δωρητής δια της φύσεως του Πνεύματός Του γεμίζει μ' Αυτό πρώτο το δικό Του το σπίτι και ναό και έπειτα, από εκεί, το Πνεύμα το Άγιο, πηγάζοντας σαν από πηγή, περνά και στο δεύτερό Του σπίτι και ναό, που είναι η Μήτηρ Του.
Ένας σύγχρονος μακαριστός ρουμάνος μοναχός, ο π. Δοσίθεος Μοράριου, σε σημαντικότατο βιβλίο του περί της θείας Χάριτος, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, γράφει αναφορικά με τον ουσιαστικό ρόλο της Πανα­γίας στην συνεχή σωτήρια θεία οικονομία:

Είναι αδύνατον, και για μας τους ανθρώπους και για τους αγγέλους να γινόμαστε μέτοχοι των δωρεών του Θεού, με άλλο τρόπο, έκτος από την μεσιτεία της Πανα­γίας Θεοτόκου, επειδή η ανθρώπινη σάρκα του Υιού του Θεού είναι ενωμένη με την σάρκα Της. Γι' αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας λέγουν ότι καθώς ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι' Υιού, το ίδιο και προς τον Υιόν, την πηγή της Χάριτος, ουδείς έρχεται ει μη δια της Μητρός Αυτού14.

Και πάλι, ο ίδιος πατήρ γράφει συμπερασματικά: Η Μήτηρ του Θεού, δια τον μοναδικό θεϊκό Της ρό­λο στην ένσαρκον σωτηριώδη οικονομία, με το γεγονός ότι έδωσε σάρκα εκ της σαρκός Της στον Υιό του Θεού, φτάνει στην πιο υψηλή μορφή ενότητος του ανθρώπου με τον Θεό επί της γης, είναι το πρώτο ανθρώπινο πρό­σωπο πλήρως ενωμένο με τον Θεό. Με το να είναι πλή­ρως θεοποιημένη και βρισκόμενη στην κορυφή της ιεραρχίας πάντων των αγίων, Αυτή κατέστη θησαυρός της θείας χάριτος, από τον οποίο κατά την θεία δικαιοσύνη και βουλή λαμβάνουν όλα τα κτίσματα15.

Όπως προέκυψε και από τις μέχρι τώρα παραπομπές σε νηπτικά κείμενα, το ενδιαφέρον των νηπτικών πατέ­ρων απέναντι στο πρόσωπο της Παναγίας αφορά όχι μό­νο την συμμετοχή Της στην ενσάρκωση του Λόγου και Υιού του Θεού, αλλά και το παρόν έργο Της στην ζωή τους και γενικά στην ζωή των χριστιανών. Η Παναγία είναι η πρώτη που οι πατέρες επικαλούνται σαν μεσίτρια στις προσευχές τους και, όπως μαρτυρούν οι ίδιοι, Αυτή ανταποκρίνεται με μεγάλη προθυμία. Σε συνομιλία του με τον Όσιο Μάξιμο τον Καψοκαλύβη, ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον ρωτάει εάν κρατεί την νοεράν προσευχήν και λαμβάνει την εξής απάντηση:
Δεν θέλω σου κρύψη, τίμιε Πάτερ, το θαύμα της Θε­οτόκου, όπου έγινεν εις εμέ. εγώ εκ νεότητός μου είχον πολλήν πίστιν εις την κυρίαν μου Θεοτόκον και την επαρακαλούσα μετά δακρύων να μου δώση αυτήν την χά­ριν της νοεράς προσευχής. και μίαν των ημερών πηγαί­νοντας εις τον ναόν της, καθώς είχα συνήθειαν, την επαρακαλούσα πάλιν με άμετρον θερμότητα της καρδίας μου. και εκεί όπου ασπαζόμουν με πόθον την αγίαν  εικόνα της, παρευθύς αγροίκησα εις το στήθος μου και εις την καρδίαν μου μίαν θερμότητα και φλόγα, όπου ήλθεν από την αγίαν εικόνα, όπου δεν έκαιεν, αλλά με εδρόσιζε και εγλύκαινε και έφερνε εις την ψυχήν μου μεγάλην κατάνυξιν. από τότε πλέον, Πάτερ, άρχισεν η καρδία μου να λέγη από μέσα την προσευχήν και ο νους μου να γλυκαίνεται εις την ενθύμησιν του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να είναι πάντοτε μαζί με την ενθύμη­σιν αυτών. και πλέον από εκείνον τον καιρόν δεν έλειψεν η προσευχή από την καρδίαν μου. συγχώρησόν μοι16

Κάθε βράδυ όπου επήγαινε δια να κοιμηθή επροσεύχετο, και άρχισε να θερμαίνεται η καρδιά του και να του έρχεται κατάνυξις και να τρέχουν από τα μάτια του, δάκρυα περισσά και να κάνη συχναίς φοραίς γονυκλισίαις πολλαίς και να λέγη και άλλας ευχάς εις την Θεοτόκον με αναστεναγμούς και με πόνον καρδίας. και του εφαίνετο πως παραστέκεται έμπροσθεν εις τον Κύριον σωματικώς...
Θα κλείσω με μερικά σύντομα συμπεράσματα.
1.  Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στην νηπτική θεολογία -η οποία είναι αντιπροσωπευτική για την ορθόδοξη θεολογία- βρίσκουμε μια πολύ αναπτυγμένη θεοτοκολογία.

2.  Η όλη φιλοκαλική διδασκαλία περί της Θεοτό­κου και του ρόλου Της στο μυστήριο της ενσάρκου οι­κονομίας βασίζεται μεν στις σχετικές βιβλικές διηγή­σεις, αλλά κατανοείται και επιβεβαιώνεται, εμβαθύνεται και αυξάνεται, μέσα από την αγιοπνευματική εμπειρία της προσωπικής σχέσεως των νηπτικών πατέρων με την Μητέρα του Θεού.

3.  Αυτή η προσωπική σχέση εν Αγίω Πνεύματι εί­ναι σχέση αγαπητική, η οποία έχει ως κίνητρο και τέ­λος τον απαθή πόθο.

4.   Ερμηνεύοντας την βιβλική ιστορία κάτω από το φως της προσωπικής θείας εμπειρίας, οι φιλοκαλικοί πα­τέρες αποδίδουν στην Μητέρα του Θεού σημαντικότατο ρόλο στο μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας, και μιλούν για την ουσιαστική συμβολή Της, πρώτα με τον ε­νάρετο βίο Της, δια του οποίου έλκυσε την αγάπη του Θεού, δεύτερον, δια την χωρίς δισταγμόν ελεύθερη συγκατάθεσή Της στην θεία βούληση, και τρίτο, δια της συνεχούς μεσιτείας Της, ως πρεσβεύουσα υπέρ ημών, αλλά και ως πηγάζουσα θείας χάριτας προς την ανθρω­πότητα. Οι πατέρες δεν έχουν καμιά απολύτως επιφύλα­ξη να χαρακτηρίζουν και να ονομάζουν την Παναγία, χάρι στο ρόλο Της στην ένσαρκο θεία οικονομία, ως με­τά Θεόν θεό.

5.
  Για τους φιλοκαλικούς πατέρες, η Παναγία δεν εί­ναι μόνο παρελθόν, αλλά και παρόν. Δεν είναι μια ιστο­ρική προσωπικότητα η οποία κάποτε έπαιξε ένα σπου­δαίο ρόλο στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά είναι μια ζωντανή παρουσία, ένα ζωντανό πρόσωπο, πάντοτε παρόν, με το οποίο ποθούν να βρίσκονται σε συνεχή αγαπητική σχέση.

6. 
 Η θεοτοκολογία των νηπτικών πατέρων συμφωνεί πλήρως μ' εκείνη που προβάλλουν και εκφράζουν η λει­τουργική ζωή της Εκκλησίας, η υμνολογία και η αγιογραφία της Εκκλησίας, η πνευματική ζωή των πιστών μας, αλλά δεν βρίσκει την ίδια απήχηση στην ακαδη­μαϊκή επιστημονική θεολογία, η οποία διστάζει ακόμη, με σπάνιες εξαιρέσεις, να υιοθετήσει τη νηπτική-φιλοκαλική παράδοση και τις αρχές της ως ερμηνευτικό και επιστημονικό κριτήριο.

Σημειώσεις
  •  1.    Αναφορικά με τη θέση που κατέχουν στη λατρευτική εκ­κλησιαστική και θεολογική φιλολογία, το πρόσωπο της Παναγίας και ο ρόλος της στην ένσαρκον θεία οικονομία γράφει ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης. «Διάστικτα από τους ύμνους και τις ικε­σίες προς την Θεομήτορα, σε μορφή τροπαρίων, είναι τα λειτουρ­γικά μας βιβλία. Παρακλητική, Τριώδιον, Μηναία, Ωρολόγιον, με τους Παρακλητικούς Κανόνες, τον αριστουργηματικόν Ακάθιστον και σε χιλιάδες ανέρχονται οι ποιητικοί στίχοι, που αναφέρονται στην Θεοτόκον, εκτός των αναρίθμητων θεολογικώτατων Λόγων των θείων Πατέρων, που εγκωμιάζουν την Μητέρα του Θε­ού, αφού και τα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας, με το όνομα της Παναγίας αχράντου, Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας αρχί­ζουν και τελειώνουν». Από το βιβλίο Μαρία η Μητέρα του Θεού (Μέσα από την θεολογία και την Υμνολογία των αγίων Πατέ­ρων), Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 30.
  • 2.    Είναι γεγονός ότι η ορθόδοξη θεολογία αποφεύγει την χρήση του τεχνικού όρου μαριολογία με την σωστή δικαιολογία ότι αυτός μπορεί να παραπέμπει σε μια κάπως αυτόνομη περί Παρθένου διδασκαλία. Είναι και ο λόγος για τον οποίον προτεί­νουμε τον όρο θεοτοκολογία, ο οποίος αποκλείει κάθε αυτόνομη ερμηνεία και προοπτική, παρ' όλο που η συστηματική μας θεολο­γία χρησιμοποιεί, κυρίως στα δογματικά εγχειρίδια, τεχνικούς ό­ρους οι οποίοι παρουσιάζουν παρόμοιους κινδύνους. βλ. ανθρωπολογία, κοσμολογία, κλπ. Η ορθόδοξη θεολογία είναι κατ' εξοχήν χριστοκεντρική και δεν εννοείται αυτόνομη ανάπτυ­ξη της περί Παναγίας διδασκαλίας. Επιμένουμε συνειδητά να χρησιμοποιήσουμε ένα αντίστοιχο τεχνικό όρο επειδή πιστεύου­με ότι αυτός απαιτείται από την ίδια την πραγματικότητα.
  • 3.    Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, Γρηγορίου Παλαμά, Έργα Τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις (Γρηγόριος ο Παλαμάς), Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 117.
  • 4.     Ομιλία ΛΖ' στην Πάνσεπτη Κοίμηση της Πανυπέραγνης Δέσποινας μας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, Γρηγορίου Παλαμά, Έργα Τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις (Γρηγόριος ο Πα­λαμάς), Θεσσαλονίκη, 1985, σ. 445.
  • 5.     Πολύτιμον βοηθόν στη σύνταξη αυτής της εισηγήσεως εί­χα το περιεκτικότατο και μοναδικό στο είδος του βιβλίο του γνω­στού σύγχρονου αγιορείτη μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, με τίτλο Μαρία η Μητέρα του Θεού (μέσα από την θεολογία και την Υμνολογία των αγίων Πατέρων), Θεσσαλονίκη 1988, από το οποίο και παραπέμπω αρκετά από τα πατερικά κείμενα στην μετά­φραση του συγγραφέα. Έτσι εξηγείται και η ανομοιομορφία της ελληνικής γλώσσας του κειμένου μου, και ζητώ την κατανόησή του.
  • 6.    Στο βιβλίο του Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα του Θεού, σ. 21.
  • 7.     Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, σ. 118.
  • 8.     Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, σ. 116.
  • 9.    Στο βιβλίο του Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα του Θεού, σ. 44.
  • 10.   Αύτοθι, σ. 2.
  • 11.   Αύτοθι, σ. 16.
  • 12. Αύτοθι, σ. 42.
  • 13. Αύτοθι, σ. 43.
  • 14.  Arhimandrit Dosoftei Morariu, Despre Dumnezeiescul Har, Tesalonic, 1990, σ. 196.
  • 15.  Αύτοθι, σ. 200.
  • 16.   Από τον βίον του Οσίου Πατρός ημών Μαξίμου του ονομαζομένου Καψοκαλύβη, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Πέμπτος, σ. 104.
  • 17.   Φιλοκαλία, Τόμος Πέμπτος, σ. 75.

ΠΗΓΗ:   ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ         
           

Τετάρτη 14 Ιουλίου 2010

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΥΒΕΡΝΑΜΕ ΤΙΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΜΑΣ (ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ)


ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΣΗΜΕΡΑ, ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕ ΕΝΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΠΑΝΤΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ : ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ.
ΠΩΣ ΚΥΒΕΡΝΑΜΕ ΤΙΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΜΑΣ.

(Συνέχεια ἀπό τό 24ο Κεφάλαιο τοῦ α΄ μέρους τοῦ Ἀοράτου Πολέμου)
Ὅσοι ὅμως δὲν ἔχουν αὐτὴ τὴν γνώση καὶ τὴν δύναμη (ὥστε βλέποντας ἤ ἀκούοντας κάτι νά «ἀνεβαίνουν» στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ), αὐτοὶ μὲ ἄλλον τρόπο μποροῦν νὰ διορθώνουν τὶς αἰσθήσεις τους· δηλαδή, μὲ ὅλη τους τὴν δύναμι νὰ ἀπέχουν ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ αἰσθητά, ποὺ μποροῦν νὰ βλάπτουν τὴν ψυχή τους.

ΟΙ ΚΑΚΟΙ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ(ΜΑΤΙΑ)
Καὶ λοιπόν, ἐσὺ ἀδελφέ μου, α´ μέν, πρέπει νὰ φυλάττῃς μὲ μεγάλη προσοχὴ τοὺς κακοὺς καὶ γρήγορους κλέφτες ποὺ ἔχεις, δηλαδή, τὰ μάτια σου, καὶ νὰ μὴν τὰ ἀφήνῃς νὰ τεντώνονται καὶ νὰ βλέπουν μὲ περιέργεια τὰ πρόσωπα τῶν γυναικῶν, τόσο τὰ ὄμορφα, ὅσο καὶ τὰ ἄσχημα ἢ τὰ πρόσωπα τῶν ἀνδρῶν καὶ μάλιστα τῶν νέων καὶ ἀγένειων ἢ νὰ βλέπουν τὴν ξεγύμνωσι ὄχι μόνο τῶν ξένων σωμάτων, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου σου σώματος. Γιατὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν περιέργεια καὶ τὸ ἐμπαθές κοίταγμα, ἡ καρδιὰ συλλαμβάνει τὴν ἡδονὴ καὶ τὴν ἐπιθυμία τῆς πορνείας καὶ τῆς παιδεραστίας. Καθὼς εἶπε ὁ Κύριος. «Ὅποιος βλέπει γυναῖκα μὲ ἐπιθυμία πονηρή, ἔχει κιόλας μέσα του διαπράξει τὴν μοιχεία μὲ αὐτήν» (Ματθ. 5,38).
Καὶ κάποιος σοφὸς εἶπε «ἐκ τοῦ ὁρᾶν, τίκτεται τὸ ἐρᾶν» (5). Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Σολομώντας παραγγέλνει, νὰ μὴ πιαστοῦμε ἀπὸ τὰ μάτια μας, μήτε νὰ νικηθοῦμε ἀπὸ ἐπιθυμία ὡραιότητας· «υἱέ, μὴ σὲ νικήσῃ κάλλους ἐπιθυμία, μητὲ ἀγρευθῇς σοῖς ὀφθαλμοῖς» (Παρ. 6,25).
Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, φυλάξου νὰ μὴ βλέπῃς περίεργα τὰ ὄμορφα φαγητὰ καὶ ποτά, ἐνθυμούμενος τὴν πρώτη μητέρα τοῦ γένους μας Εὔα ἡ ὁποία, γιὰ νὰ δῇ τὸν ἀπαγορευμένο καρπὸ τοῦ ἐμποδισμένου ξύλου στὸν Παράδεισο, τὸν ἐπιθύμησε, τὸν πῆρε, τὸν ἔφαγε καὶ ἔτσι πέθανε· οὔτε νὰ βλέπῃς μὲ εὐχαρίστησι τὰ ὄμορφα ροῦχα ἢ τὸν χρυσὸ καὶ τὸ ἀργύριο ἢ τὶς λαμπρὲς δόξες τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ μὴ περάση ἀπὸ τὰ μάτια σου μέσα στὴ ψυχήν σου τὸ πάθος τῆς φιλοδοξίας καὶ φιλαργυρίας. «Ἀπόστρεψον γάρ, φησι, τοὺς ὀφθαλμούς μου, τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα» (Ψαλμ. 118.)· καὶ γιὰ νὰ μιλήσω γενικά, φυλάξου νὰ μὴ βλέπῃς χορούς, παιχνίδια, τραπέζια, ξεφαντώματα, μαλώματα, παλαίσματα, τρεχάματα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἄτακτα καὶ ἄσεμνα πράγματα, ποὺ ἀγαπᾷ ὁ ἠλίθιος κόσμος καὶ ἔχει ἀπαγορευμένα ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ· ἀλλὰ ἀπόφευγε καὶ κλεῖσε τὰ μάτια σου ἀπὸ αὐτά, γιὰ νὰ μὴ γεμίσῃς τὴν καρδιὰ καὶ τὴν φαντασία σου ἀπὸ ἄσχημες εἰκόνες καὶ πάθη, καὶ ξεσηκώσῃς ταραχὴ καὶ νέο πόλεμο ἐναντίον σου, ἀφήνοντας τὸν ἀγῶνα, ποὺ ἔχεις νὰ ἀγωνίζεσαι ἐναντίον τῶν παλαιῶν σου παθῶν. Ἀγάπα ὅμως νὰ βλέπῃς τὶς Ἐκκλησίες, τὶς ἅγιες εἰκόνες, τὰ ἱερὰ βιβλία, τὰ κοιμητήρια, τοὺς τάφους καὶ ὅσα ἄλλα εἶναι σεμνὰ καὶ ἅγια, τῶν ὁποίων ἡ θεωρία σὲ ὠφελεῖ.

ΤΑ ΑΥΤΙΑ
Α´. Πρέπει νὰ προφυλάττης τὰ αὐτιά σου. Πρῶτα γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦς τὰ αἰσχρὰ καὶ ἐρωτικὰ λόγια, τὰ τραγούδια καὶ τὰ μουσικὰ ὄργανα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα γλυκαίνεται ἡ ψυχή σου καὶ ἡ καρδιά σου ἀνάβει ἀπὸ τὴν σαρκικὴ ἐπιθυμία. Γιατὶ εἶναι γραμμένο· «ἀπομάκρυνε ἀπὸ μένα τὰ ἐπονείδιστα λόγια» (Παρ. κζ´ 11).
Κατὰ δεύτερο λόγο, γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦς τὰ ἀστεῖα καὶ τὰ γελωτοποιὰ λόγια, τὰ ὁποῖα μάλιστα εἶναι φαντασιώσεις καὶ τὰ κάθε εἴδους καὶ διάφορα τοῦ κόσμου ψέμματα, νοστιμευόμενος καὶ γλυκαινόμενος ἀπὸ αὐτά. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι σωστὸ στὸ χριστιανὸ νὰ ἀκούῃ μὲ εὐχαρίστησι αὐτά, ἀλλὰ ἐκείνων τῶν διεφθαρμένων ἀνθρώπων, σχετικὰ μὲ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Παῦλος, ὅτι, «θὰ κλείσουν τὰ αὐτιά τους στὴν ἀλήθεια καὶ θὰ στραφοῦν στὰ παραμύθια» (Β´. Τιμοθ. δ΄ 4).
Τρίτο, γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦς μὲ εὐχαρίστησι τὶς κατακρίσεις καὶ πολυλογίες ποὺ οἱ ἄλλοι κάνουν ἐναντίον τοῦ πλησίον ἀλλὰ ἢ νὰ τὶς ἐμποδίζεις, ἂν μπορεῖς ἢ νὰ μὴν κάθεσαι νὰ τὶς ἀκοῦς. Ἐπειδὴ ὁ μέγας Βασίλειος θεωρεῖ ἄξιους ἀφορισμοῦ, τόσο ἐκείνους ποὺ πολυλογοῦν, ὅσο καὶ ἐκείνους ποὺ στέκονται καὶ ἀκοῦν τὶς συκοφαντίες· «Ἂν βρεθῆ κάποιος νὰ καταλαλῇ ἄλλον ἢ ἂν ἀκούῃ νὰ καταλαλοῦν καὶ δὲν τοὺς ἐπιτιμᾷ… μαζὶ μὲ αὐτὸν νὰ ἀφορίζεται» (6).
Τέταρτο, φυλάξου νὰ μὴ γλυκαίνεσαι καὶ ἀκοῦς τὰ περιττὰ καὶ μάταια λόγια καὶ τὶς φλυαρίες, στὶς ὁποῖες καταπιάνεται ὁ περισσότερος κόσμος· γιατί, εἶναι γραμμένο· «δὲν θὰ ἀκούσῃς λόγο μάταιο» (Ἔξοδ. 23,1). Καὶ ὁ Σολομώντας εἶπε· «μάταιο λόγο κάντον μακρυά μου» (Παρ. 30,8). Καὶ ὁ Κύριος εἶπε· «Γιὰ κάθε μάταιο λόγο ποὺ θὰ ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θὰ λογοδοτήσουν τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως» (Ματθ. 12,36).
Καὶ γιὰ νὰ ποῦμε σύντομα, φυλάξου νὰ μὴν ἀκοῦς ὅλα ἐκεῖνα τὰ λόγια καὶ ἀκούσματα, ποὺ μποροῦν νὰ βλάψουν τὴν ψυχή σου· αὐτὰ κυρίως εἶναι οἱ κολακεῖες τῶν κολάκων καὶ οἱ ἔπαινοι, σχετικὰ γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὁ Ἡσαΐας «λαός μου, αὐτοὶ ποὺ σᾶς καλοτυχίζουν, σᾶς κοροϊδεύουν» (3,11). Ἀγάπησε δὲ νὰ ἀκοῦς τὰ θεῖα λόγια, τὶς ἱερὲς μελῳδίες καὶ ψαλμῳδίες, καὶ ὅλα ὅσα εἶναι σεμνά, ἅγια, σοφὰ καὶ ψυχωφελῆ· καὶ μάλιστα ἀγάπα νὰ ἀκοῦς τὶς ἀτιμίες καὶ τὶς βρισιὲς ποὺ σοῦ κάνουν οἱ ἄλλοι.

Η ΟΣΦΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΓΕΥΣΗ
Ε´. Φύλαξε τὴν ὄσφρησί σου ἀπὸ τὰ μυρωδικά, τοὺς μόσχους καὶ ἄλλα εὐωδιαστὰ ἀρώματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει οὔτε πάνω σου νὰ τὰ βάζῃς ἢ νὰ τὰ ἀλείφῃς, οὔτε μὲ ὑπερβολὴ νὰ μυρίζεσαι. Ἐπειδὴ αὐτά, ὅλα εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν ἀσέμνων γυναικῶν, καὶ ὄχι τῶν φρονίμων (γυναικῶν καί) ἀνδρῶν, καὶ κοιμίζουν τὴν γενναιότητα τῆς ψυχῆς, καὶ τὴν σπρώχνουν σὲ πορνικὰ πάθη καὶ ἐπιθυμίες καὶ κάνουν νὰ ἔρχωνται σὲ αὐτοὺς ποὺ τὰ μεταχειρίζονται, οἱ προφητικὲς ἐκεῖνες κατάρες, ποὺ λένε «Καὶ ἀντὶ τῆς εὐχάριστης εὐωδίας, θὰ ὑπάρχη μοῦχλα» (Ἡσ. 3,23), «Καὶ ἀλοίμονο σὲ ὅσους ἀλείφονται μὲ τὰ καλύτερα ἀρώματα» (Ἀμ. 6,6).
ΣΤ´. Φύλαξε τὴν γεύση καὶ τὴν κοιλιά σου, γιὰ νὰ μὴν ὑποδουλώνεται σὲ παχυντικὰ καὶ εὐχάριστα καὶ πολυποίκιλα φαγητά, καὶ νόστιμα καὶ εὐώδη ποτά. Γιατὶ, τὰ τρυφερὰ αὐτὰ τραπέζια, πρὶν νὰ τὰ ἀποκτήσῃς, θὰ σὲ κάνουν νὰ πέσῃς σὲ κλεψιές, ψέματα, κολακεῖες, καὶ ἄλλα χίλια ὑπηρετικὰ πάθη καὶ κακά· ἀφοῦ ὅμως τὰ ἀποκτήσῃς, θὰ σὲ γκρεμίσουν στοὺς λάκκους τῶν σαρκικῶν ἡδονῶν καὶ κτηνόμορφων ἐπιθυμιῶν, ὅσες πραγματοποιοῦνται κάτω ἀπὸ τὴν κοιλιά· καὶ θὰ φέρουν ἐναντίον σου τὶς προφητικὲς ἐκεῖνες κατάρες τοῦ Ἀμώς· «Ἀλοίμονο ἐσεῖς ποὺ τρῶτε τρυφερὰ ἀρνάκια καὶ καλοθρεμένα μοσχαράκια ἀπὸ τὰ κοπάδια….» (6,4).

Η ΑΦΗ
Ζ´. Πρέπει νὰ φυλάγεσαι, νὰ μὴν πιάνῃς μὲ τὸ χέρι ὄχι μόνο ξένο σῶμα γυναίκας, ἄνδρα ἢ γέροντα, τὸ ἴδιο καὶ νεώτερου, ἀλλὰ οὔτε τὸ δικό σου σῶμα καὶ μάλιστα τὰ ἀπόκρυφα σημεῖα σου, χωρὶς νὰ ὑπάρχη ἀνάγκη. Γιατὶ, ὅσο ἄκομψη εἶναι αὐτὴ ἡ αἴσθησις τῆς ἁφῆς, τόσο αἰσθητικὴ καὶ ζωντανὴ εἶναι καὶ παρακινεῖ τὰ πάθη τῆς σάρκας, καὶ γκρεμίζει τὸν ἄνθρωπο ὡς αὐτὴ τὴν πρᾶξι τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅλες μὲν οἱ ἄλλες αἰσθήσεις, ὑπηρετοῦν τὴν ἁφή, καὶ κατὰ κάποιο τρόπο, ἀπὸ μακριὰ ἐργάζονται τὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ ὅταν κάποιος φθάση στὴν ἁφή, δηλαδὴ φτάνῃ καὶ πιάνῃ, δύσκολα πιὰ μπορεῖ νὰ κρατηθῆ καὶ νὰ μὴν διαπράξῃ τὴν ἁμαρτία.
Στὴν αἴσθησι τῆς ἁφῆς, ἀναφέρεται καὶ ὁ στολισμὸς τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ σώματος καὶ τῶν ποδιῶν. Ὁπότε, φυλάξου νὰ μὴ στολίζῃς τὸ σῶμα σου μὲ μαλακὰ καὶ διάφορα καὶ λαμπρὰ ροῦχα ἢ μὲ πολυέξοδα καλύμματα τῆς κεφαλῆς ἢ μὲ πολύτιμα παπούτσια, ..., ἀλλὰ μόνο νὰ φορᾷς σεμνὰ καὶ ταπεινὰ καὶ ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα καὶ χρειάζονται, στὸ κρύο τοῦ χειμῶνα καὶ στὸν καύσωνα τοῦ καλοκαιριοῦ γιὰ τὴν συντήρησι τοῦ σώματος, γιὰ νὰ μὴν ἀκούσῃς καὶ σὺ ἐκεῖνο, ποὺ ἄκουσε ὁ πλούσιος ποὺ ντύθηκε τὴν βασιλικὴ καὶ μεταξωτὴ ἐνδυμασία, δηλαδή, τό· «Ἀπέλαβες τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου» (Λουκ. 16,25) καὶ ἔλθη πάνω σου ἡ κατάρα ποὺ λέγει ὁ Ἰεζεκιήλ· «Θὰ βγάλουν τοὺς μανδύες τους καὶ θὰ πετάξουν ἀπὸ πάνω τους τὰ χρυσοκέντητα ροῦχα τους» (26,16).
Στὴν ἁφὴ ἀναφέρονται ἀκόμη καὶ οἱ ἄλλες ἀνέσεις τοῦ σώματος· ὅπως εἶναι, τὸ φτιάξιμο τῶν μαλλιῶν καὶ τὸ συχνὸ πλύσιμο..., τὰ λαμπρὰ καὶ πολύτιμα σπίτια, τὰ πολυέξοδα καὶ μαλακὰ στρώματα καὶ καθίσματα. Ἀπὸ αὐτὰ ὅλα νὰ φυλάγεσαι, ὡς βλαβερὰ τῆς συνέσεώς σου καὶ ὑπεύθυνα τῆς πορνείας καὶ τῶν σαρκικῶν παθῶν, γιὰ νὰ μὴν κληρονομήσῃς τὸ οὐαὶ τοῦ Ἀμώς, ποὺ λέγει· «Ἀλοίμονο σὲ σᾶς ποὺ ξαπλώνετε σὲ ἀνάκλιντρα στολισμένα μὲ ἐλεφαντόδοντο» (6,4).
Αὐτὰ ποὺ σοῦ εἶπα ὡς τώρα, εἶναι ἡ γῆ, τὴν ὁποία κατεδικάστηκε νὰ τρώῃ τὸ νοητὸ φίδι ὁ διάβολος. Αὐτὰ εἶναι, ἡ ὕλη καὶ ἡ τροφή, μὲ τὴν ὁποία τρέφονται ὅλα τὰ πάθη τῆς σάρκας. Καὶ λοιπόν, ἐὰν ἐσὺ δὲν τὰ καταφρονήσῃς, ὡς δῆθεν μικρά, ἀλλὰ πολεμήσῃς γενναῖα καὶ δὲν τὰ ἀφήσῃς νὰ μποῦν μέσα ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις στὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιά σου, σὲ πληροφορῶ, ὅτι ἀλήθεια, εὔκολα θὰ ἐξαφανίσῃς μὲ τὴν ἀτροφία τὸν διάβολο καὶ τὰ πάθη καὶ σὲ λίγο καιρὸ θὰ φανῆς νικητὴς ἄριστος σὲ αὐτὸν τὸν Ἀόρατο Πόλεμο.
Γιατὶ εἶναι γραμμένο στὸν Ἰώβ, ὅτι ὁ μυρμηκολέοντας (δηλαδὴ ὁ διάβολος) ἐξαφανίστηκε καὶ χάθηκε μὴ ἔχοντας νὰ φάῃ τροφή, «Μυρμηκολέων ὥλετο, παρὰ τὸ μὴ ἔχειν βορᾶν» (δ᾿ 11 (7)).

Ὑποσημειώσεις
5. Εἶναι ὁλοφάνερο αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὰ παραδείγματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Γιατὶ οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τοῦ Σὴθ καὶ τοῦ Ἐνώς, μὲ τὸ νὰ δοῦν τὶς κόρες τῶν ἀνθρώπων, δηλαδὴ τῶν ἀπογόνων τοῦ Κάιν ὅτι ἦταν ὄμορφες, πῆραν αὐτὲς γυναῖκες καὶ διέφθειραν αὐτὲς καὶ ἀπὸ αὐτὸ ἀκολούθησε ὁ παγκόσμιος ἐκεῖνος κατακλυσμὸς (Γέν. κεφ. ς´). Ὁ Συχὲμ ὁ γιὸς τοῦ Ἐμμὼρ στὰ Σίκιμα, γιὰ νὰ δῇ τὴν Δείνα τὴν κόρη τοῦ Ἰακώβ, τὴν ἀγάπησε καὶ ἔτσι τὴν διέφθειρε καὶ ἀπὸ τὴ διαφθορὰ αὐτή, ἔγινε ὁ καταστροφικὸς ἐκεῖνος ἀφανισμὸς τῶν Σικίμων ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἕως τὰ ζῷα. (Γέν. λδ´). Ὁ Σαμψὼν γνώρισε γυναῖκες, τόσο στὰ Θαμναθᾶ, ὅσο καὶ στὴ Γάζα καὶ ἀγάπησε αὐτὲς καὶ κοιμήθηκε μαζί τους (Κρίτ. ιδ´ καὶ ις´.) Εἶδε ὁ βασιλιὰς Δαβὶδ τὴν Βηρσαβεὲ ὅταν λουζόταν καὶ τὴν ἀγάπησε καὶ ἔτσι ἐμοίχευσε μὲ αὐτὴ (Β´ Βασιλ. ια´). Εἶδαν οἱ δυὸ ἐκεῖνοι ἡλικιωμένοι καὶ κριτὲς τοῦ λαοῦ τὴν Σωσάννα καὶ τὴν ἐπιθύμησαν (Σωσαν. ἰστορ. 9). Καὶ ἄλλα τέτοια πολλά.
6. Στὰ ἐπιτίμια ποὺ δὲν ἔχουν γραφεῖ.
7. Ὁ μοναχὸς Ἰώβιος, στὴν Μυριόβιβλο τοῦ Φωτίου, λέγει, ὅτι ὀνομάζεται μυρμηκολέων ὁ διάβολος, διότι, πρῶτα ρίχνει τὸν ἄνθρωπο στὰ μικρὰ ἁμαρτήματα· καὶ ἔπειτα τὸν ρίχνει στὰ μεγάλα· καὶ στὴν ἀρχὴ φαίνεται ἀσθενὴς καὶ μικρός, ὡσὰν μήρμυγκας, ἀλλ᾿ ὕστερα φαίνεται κατὰ τοῦ ἁμαρτωλοῦ, σὰν ἀνδρειωμένο καὶ μεγάλο λεοντάρι.
 Ἡ μετάφραση εἶναι ἔργο τοῦ Ἱερομονάχου Βενεδίκτου Νεοσκητιώτου.

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Να περιφρουρούμε πάντοτε τους εαυτούς μας γιατί ο εχθρός μας επιτίθεται από όλα τα σημεία και με όλα τα μέσα

Από το βίο της αγίας Συγκλητικής


ΕΛΕΓΕ ή αγία Συγκλητική στις συναγμένες μοναχές: - Πρέπει να οπλιζόμαστε με όλα τα μέσα εναντίον των έχθρων γιατί και άπ' έξω μας χτυπούν και από μέσα μας πολεμούν. Και όπως ακριβώς το πλοίο άλλοτε καταποντίζεται από την εξωτερική τρικυμία και άλλοτε βουλιάζει επειδή κάνει νερά στο εσωτερικό του, έτσι και ή ψυχή, άλλοτε κινδυνεύει από τις εξωτερικές επιθέσεις των πονηρών πνευμάτων Και άλλοτε παραδίνεται στον εχθρό με τους εσωτερικούς λογισμούς. Πρέπει λοιπόν και τις εξωτερικές επιθέσεις των πνευμάτων να παρακολουθούμε Και τις εσωτερικές κακίες, πού εκδηλώνονται με τους λογισμούς, ν' ανιχνεύουμε. Πολύ περισσότερο μάλιστα να επαγρυπνούμε για τους λογισμούς, γιατί και ακατάπαυστα μας τριβελίζουν και ασυναίσθητα μας οδηγούν στην απώλεια. Γιατί όταν είναι εξωτερικές τρικυμίες και κραυγάζουν οι ναύτες, πολλές φορές σώζονται από τα κοντινά πλοία. "Αν όμως το σκάφος πάθει εσωτερικό ρήγμα και οι ναύτες κοιμούνται, τότε και χωρίς θαλασσοταραχή θα εισορμήσουν μέσα του τα νερά και θα το βυθίσουν.

Πρέπει λοιπόν να δείχνουμε πιο έντονη προσοχή στους λογισμούς. Γιατί ο εχθρός, πού θέλει να γκρεμίσει την ψυχή όπως (θα γκρέμιζε) ένα σπίτι, ή αρχίζει από τα θεμέλια το καταστροφικό του έργο, ή ξεκινάει από την οροφή και τη ρίχνει κάτω, ή ακόμα μπαίνει από τα παράθυρα και, αφού δέσει τον οικοδεσπότη, γίνεται κύριος όλων. Θεμέλια είναι τα καλά έργα, οροφή είναι ή πίστη και παράθυρα οι αισθήσεις. Με όλ' αυτά μας πολεμάει ο εχθρός.
Εκείνος λοιπόν πού θέλει να σωθεί, πρέπει να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα. Στην παρούσα ζωή δεν μπορούμε να είμαστε ξένοιαστοι, γιατί λέει ή Γραφή: "Ο δοκών έστάναι βλεπέτω μη πέση" (Α' Κορ
. 10:12).


Από το Γεροντικό

Ο άββάς Ποιμήν είπε: - Από τίποτα δεν έχουμε ανάγκη, εκτός από νήφουσα καρδιά.
Ένας γέροντας επισκέφθηκε κάποιον άλλο. και καθώς συνομιλούσαν, είπε:Εγώ πέθανα για τον κόσμο.
Τότε του λέει ο άλλος:
Μην έχεις θάρρος στον εαυτό σου, αδελφέ, ώσπου να βγεις από το σώμα. Γιατί αν εσύ λες ότι πέθανες, ο σατανάς όμως δεν πέθανε.

Ένας νέος μοναχός, πού κατοικούσε όχι πολύ μακριά από τον αββά Αντώνιο, είδε κάποτε μερικούς γέροντες να κατευθύνονται προς τον άββά. και επειδή κατάλαβε πώς ήταν κουρασμένοι από την οδοιπορία, πρόσταξε ονάγρους, (πού έβοσκαν εκεί κοντά, να έρθουν και να πάρουν στις ράχες τους τούς πατέρες). Οι όναγροι υπάκουσαν. Ήρθαν, πήραν τους γέροντες και τους μετέφεραν ως τον άββά Αντώνιο.
Οι γέροντες διηγήθηκαν στον άββά Αντώνιο το θαύμα (της εξημερώσεως των ονάγρων), πού έκανε για χάρη τους ο νέος εκείνος· και ο άββάς τους είπε:
Ό μοναχός αυτός μου φαίνεται σαν πλοίο φορτωμένο με πολλά αγαθά. Δεν ξέρω όμως αν θα φτάσει στο λιμάνι...
Πέρασε αρκετός καιρός. Και εκεί που καθόταν ο άββάς Αντώνιος, άρχισε ξαφνικά να κλαίει και να οδύρεται και να τραβάει τις τρίχες του. Βλέποντας τον σ' αύτη την κατάσταση οι μαθητές του, τον πλησίασαν και τον ρώτησαν:
Τι έγινε και θρηνείς τόσο απαρηγόρητα;
Μόλις έπεσε ένας μεγάλος στύλος της Εκκλησίας, τους είπε ο γέροντας, ενοώντας τον νέο εκείνο μοναχό. Πηγαίνετε όμως ως εκεί, και θα δείτε τι έγινε, πρόσθεσε.
Εκείνοι πήγαν, και τον βρήκαν πεσμένο στην ψάθα του, να κλαίει για την αμαρτία πού είχε κάνει.
Μόλις είδε τους μαθητές του γέροντα, τους λέει:
Πέστε στο γέροντα... "Ας παρακαλέσει το Θεό, να μου παραχωρήσει δέκα μόνο μέρες... και ελπίζω ν' απολογηθώ...
Οι αδελφοί έφυγαν. και σε πέντε μέρες πέθανε.

Ό αββάς Βησσαρίων είπε:

Όταν ταπεινώσουμε τον εαυτό μας, πρέπει και να προσέχουμε, μήπως εισχωρήσει μέσα μας μια ξένη χαρά, (όχι πνευματική), και πέσουμε σε καύχηση και αφήσουμε αφύλαχτη την καρδιά μας, οπότε θα παραδοθούμε σε πόλεμο. Γιατί συχνά ο Θεός, λόγω της αδυναμίας μας, συγκαταβαίνει σπλαχνικά και διώχνει μακριά μας το σατανά. "Αν όμως εμείς, από αμέλεια, πάψουμε να τον φοβόμαστε και να προσέχουμε, αμέσως παραδινόμαστε πάλι σε πειρασμούς.

Του αββα Ησαΐα

Αδελφέ, όσο βρίσκεσαι στο σώμα, μην αφήσεις αφύλαχτη την καρδιά σου. Γιατί, όπως ένας γεωργός δεν μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στους καρπούς πού ωριμάζουν στον αγρό του, επειδή δεν ξέρει τι μπορεί να πάθουν πριν τους ασφαλίσει μέσα στις αποθήκες του, έτσι και ο άνθρωπος δεν μπορεί ν' αφήσει αφύλαχτη την καρδιά του όσο αναπνέει. και όπως ο άνθρωπος, ως την τελευταία του πνοή, δεν ξέρει από ποιάν αρρώστια θα προσβληθεί το σώμα του, πού, όσο είναι ζωντανό, είναι και προσβλητό από ασθένειες, έτσι δεν μπορεί να δείξει αδιαφορία και για την ψυχή του, όσο βρίσκεται μέσα στην περιοχή των εχθρών, δηλαδή στην παρούσα ζωή, αλλά πάντοτε πρέπει να κραυγάζει στο Θεό για τη βοήθεια και το έλεος Του.
Αδελφοί, πρέπει και οι πνευματικοί, οι προχωρημένοι στην αρετή, να φυλάγονται ως την τελευταία τους πνοή ακόμα κι άπ' αυτά τα αδιόρατα, θα λέγαμε, και πολύ μικρά αμαρτήματα. Γιατί λέει ή Γραφή: "Ό εξουθενών τα ολίγα κατά μικρόν πεσείται" (Σοφ. Σειρ. 19:1). και μη ρωτήσεις, Πώς μπορεί να πέσει ο πνευματικός άνθρωπος;. Γιατί αν βέβαια παραμείνει πνευματικός, δεν θα πέσει. Αν όμως καλοδεχθεί έστω και κάτι μικρό από τα αντίθετα και δεν μετανοήσει γι' αυτό, τότε εκείνο το μικρό μεγαλώνει με το πέρασμα του χρόνου και δεν ανέχεται πια να βρίσκεται μόνο του, αλλά τραβάει βίαια τον άνθρωπο προς την οικογένεια (των παθών), στην οποία ανήκει και το ίδιο, χρησιμοποιώντας σαν σχοινί τον μακροχρόνιο σύνδεσμο τους. Και αν μεν ο άνθρωπος πολεμήσει με την προσευχή και αποκόψει το μικρό αυτό ελάττωμα, παραμένει στα πνευματικά του μέτρα, υστερώντας πάντως από την προηγούμενη απάθεια τόσο, όσο του κόστισε ή προσκόλληση στο συγκεκριμένο κακό. Αν όμως στο τέλος παρασυρθεί από την αύξηση της επιθετικότητας του εχθρού και περιορίσει τον αγώνα της προσευχής, οπωσδήποτε θα εξαπατηθεί και από άλλα πάθη. και έτσι, καθώς το ένα πάθος θα διαδέχεται το άλλο, ο άνθρωπος, λίγο-λίγο και ανάλογα με το πόσο απομακρύνεται κάθε φορά, θα χωρίζεται από τη θεία βοήθεια και θα οδηγείται πια με τη δύναμη της συνήθειας, θέλοντας και μη, σε μεγαλύτερα κακά, καθώς θα τον σπρώχνουν βίαια τα πάθη πού κυριάρχησαν επάνω του.
http://anavaseis.blogspot.com/2010/06/blog-post_2309.html
pigizois.net
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...