Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΑΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΑΠΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Αυγούστου 2010

Περί ἀγάπης, ἐλπίδος καί πίστεως . Τοῦ Ὁσίου καί θεοφόρου Πατρός ἡμῶν Ιωάννου τού Σιναΐτου Τοῦ Ὁσίου καί θεοφόρου Πατρός ἡμῶνΙΩΑΝΝΟΥ τού Σιναΐτου ΛΟΓΟΣ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΣ Περί ἀγάπης, ἐλπίδος καί πίστεως

(Διά τόν σύνδεσμον τῆς ἐναρέτου τριάδος τῶν ἀρετῶν, τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλπίδος καί τῆς πίστεως)

Ὕστερα λοιπόν ἀπό ὅλα τά προηγούμενα —μένουν αὐτά τά τρία— τά ὁποῖα σφίγγουν καί διατηροῦν τόν σύνδεσμο ὅλων ‒πίστις, ἐλπίς ἀγάπη, «μείζων δέ πάντων ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´ 13), διότι καί ὁ Θεός ἀγάπη ὀνομάζεται (πρβλ. Α´ Ἰωάν. δ´ 16). Ἐγώ ὅμως τήν μία τήν βλέπω σάν ἀκτῖνα, τήν ἄλλη σάν φῶς καί τήν τρίτη σάν ἡλιακό δίσκο, καί ὅλες μαζί σάν ἕνα φωτεινό ἀπαύγασμα  καί μία καί τήν αὐτήν λαμπρότητα. Ἡ μία, ἡ πίστις, δύναται νά ἐπιτελέσει τά πάντα. Ἡ ἄλλη, ἡ ἐλπίς, περικυκλώνει μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί δέν καταισχύνει τόν ἐλπίζοντα. Καί ἡ τρίτη, ἡ ἀγάπη, δέν πέφτει ποτέ ἀπό τό ὕψος της οὔτε σταματᾶ ἀπό τό τρέξιμό της οὔτε ἐπιτρέπει σ' αὐτόν πού ἐπλήγωσε μέ τά βέλη της, νά ἠρεμήση ἀπό τήν «μακαρίαν μανίαν» πού τοῦ ἐπροξένησε.

2. Αὐτός πού θέλει νά ὁμιλῆ γιά τήν ἀγάπη εἶναι σάν νά ἐπιχειρῆ νά ὁμιλῆ γιά τόν ἴδιο τόν Θεόν. Ἡ ἀνάπτυξις ὅμως ὁμιλίας περί Θεοῦ εἶναι πρᾶγμα ἐπισφαλές καί ἐπικίνδυνο σέ ὅσους δέν προσέχουν. Γιά τήν ἀγάπη γνωρίζουν νά ὁμιλοῦν οἱ Ἄγγελοι, ἀλλά καί αὐτοί ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς θείας ἐλλάμψεώς τους. Ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, καί ὅποιος προσπαθεῖ νά δώσει ὁρισμό τοῦ Θεοῦ ὁμοιάζει μέ τυφλό πού μετρᾶ στήν ἄβυσσο τούς κόκκους τῆς ἄμμου.

3. Ἡ ἀγάπη, ὡς πρός τήν ποιότητά της εἶναι ὁμοίωσις μέ τόν Θεόν, ὅσο βέβαια εἶναι δυνατόν στούς
ἀνθρώπους. Ὡς πρός τήν ἐνέργειά της, μέθη τῆς ψυχῆς. Ὡς πρός δέ τίς ἰδιότητές της, πηγή πίστεως, ἄβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.

4. Ἡ ἀγάπη κυρίως εἶναι ἡ ἀπόρριψις κάθε ἐχθρικῆς καί ἀντιθέτου σκέψεως, ἐφ' ὅσον «ἡ ἀγάπη οὐ
λογίζεται τό κακόν» (Α´ Κορ. ιγ´ 5). Ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀπάθεια καί ἡ υἱοθεσία μόνο στήν ὀνομασία διαφέρουν. Ὅπως ταυτίζεται ἡ ἐνέργεια στό φῶς, στήν φωτιά καί στήν φλόγα, ἔτσι νά σκέπτεσαι ὅτι συμβαίνει καί σ' αὐτές. Ὅσο ποσόν ἀγάπης λείπει, τόσο ποσόν φόβου ὑπάρχει. Διότι ὅποιος δέν ἔχει φόβο, ἤ εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀγάπη ἤ εἶναι νεκρωμένος ψυχικά.

5. Δέν εἶναι ἀπρεπές ἐάν ἀπό τά ἀνθρώπινα πράγματα χρησιμοποιήσωμε παραδείγματα γιά τόν πόθο καί τόν φόβο καί τήν ἐπιμέλεια καί τόν ζῆλο καί τήν δουλεία καί τόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ.

Μακάριος ἐκεῖνος πού ἀπέκτησε τέτοιο πόθο πρός τόν Θεόν, ὡσάν αὐτόν πού ἔχει ὁ μανιώδης ἐραστής πρός τήν ἐρωμένη του.

Μακάριος ἐκεῖνος πού ἐφοβήθηκε τόν Κύριον, ὅσο οἱ ὑπόδικοι τόν δικαστή.

Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ἐπιμέλεια καί φροντίδα στά πνευματικά, ὅσο οἱ εὐγνώμονες δοῦλοι στόν κύριό τους.

Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ζηλοτυπία γιά τίς ἀρετές, ὅση οἱ σύζυγοι πού προσέχουν ζηλότυπα τίς γυναῖκες τους.

Μακάριος ἐκεῖνος πού τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἵσταται ἐμπρός στόν Κύριον, ὅπως οἱ ὑπηρέτες ἐμπρός  στόν βασιλέα.

Μακάριος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ συνεχῶς νά περιποιεῖται καί νά ἀναπαύη τόν Κύριον, ὅπως ἔτυχε νά περιποιηθῆ καί νά ἀναπαύση (σεβαστούς) ἀνθρώπους.

Δέν προσκολλᾶται τόσο πολύ ἡ μητέρα στό βρέφος πού θηλάζει, ὅσο ὁ υἱός τῆς ἀγάπης στόν Κύριον.

6. Ὁ πραγματικός ἐραστής φέρνει πάντοτε στόν νοῦ του τό πρόσωπο τοῦ ἀγαπημένου του καί τό ἐναγκαλίζεται μυστικά μέ ἡδονή. Αὐτός ποτέ, οὔτε καί στόν ὕπνο του δέν μπορεῖ νά ἡσυχάση, ἀλλά καί ἐκεῖ βλέπει τό ποθητό πρόσωπο καί συνομιλεῖ μαζί του. Ἔτσι συμβαίνει στόν σωματικό ἔρωτα. Ἔτσι συμβαίνει καί σ' αὐτούς πού ἄν καί ἔχουν σῶμα εἶναι ἀσώματοι (καί ἀσκοῦν τόν πνευματικό ἔρωτα).

7. Κάποιος πού ἐκτυπήθηκε ἀπό αὐτό τό βέλος ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του ‒πρᾶγμα πού μέ κάνει νά θαυμάζω‒  : «Ἐγώ καθεύδω» ἀπό τήν ἀνάγκη τῆς φύσεως, «ἡ δέ καρδία μου ἀγρυπνεῖ» ἀπό τό πλῆθος τοῦ ἔρωτος (πρβλ. Ἆσμα ε´ 2).

8. Πρέπει νά σημειώσης καί τοῦτο, ὦ ἀφωσιωμένε φίλε, ὅτι ἀφοῦ ἡ ψυχή σάν ἄλλη ἔλαφος ἐξοντώση τά δηλητηριώδη ἑρπετά τῶν παθῶν, τότε «ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει πρός Κύριον» (πρβλ. Ψαλμ. πγ' 3), διότι πληγώνεται σάν μέ δηλητήριο ἀπό τό πῦρ τῆς ἀγάπης1.

9. Ἐκεῖνο πού προξενεῖ ἡ πεῖνα εἶναι κάτι πού δέν φαίνεται καί δέν ἐκδηλώνεται. Ἐκεῖνο ὅμως πού προξενεῖ ἡ δίψα εἶναι κάτι τό ἔντονο καί φανερό πού κάνει ἔκδηλο σέ ὅλους τόν ἐσωτερικό φλογισμό. Γι' αὐτό καί ἐκεῖνος πού ἐπόθει τόν Θεόν ἔλεγε: «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρός τόν Θεόν, τόν ἰσχυρόν, τόν ζῶντα» (Ψαλμ. μα´ 3).

10. Ἐάν τό πρόσωπο πού ἀγαποῦμε γνήσια, μᾶς μεταβάλλη ἐξ ὁλοκλήρου μέ τήν παρουσία του καί μᾶς κάνη φαιδρούς καί χαρωπούς καί χωρίς λύπη, τί δέν θά προξενῆ ἆραγε τό πρόσωπο τοῦ Δεσπότου, ὅταν ἐπισκέπτεται μυστικά τήν καθαρή ψυχή; 

11. Ὁ φόβος, ὅταν εἰσχωρήση πραγματικά σέ μία ψυχή, λυώνει καί κατατρώγει τά ρυπαρά πάθη τῆς σαρκός. «Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τάς σάρκας μου», λέγει σχετικά ὁ Ψαλμωδός (Ψαλμ. ριη´ 120). Ἐνῶ ἡ ὁσία ἀγάπη, ἄλλους συνηθίζη νά τούς κατατρώγη, ὅπως εἶπε ὁ σοφός: «Ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἐκαρδίωσας», δηλαδή «μᾶς ἐπλήγωσες στήν καρδιά» (Ἆσμα δ´ 9). Ἄλλους τούς κάνει ὡρισμένες φορές νά ἀγάλλωνται καί νά λάμπουν ἀπό χαρά, ὅπως πάλι ἀναφέρεται στήν Γραφή: «Ἐπ᾽ αὐτῷ ἤλπισεν ἡ καρδία μου καί ἐβοηθήθην καί ἀνέθαλεν ἡ σάρξ μου» (Ψαλμ. κζ´ 7). Καί, «καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει» (Παρμ. ιε´ 13).

Ὅταν λοιπόν ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος συγχωνευθῆ κάπως μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε καί ἐξωτερικά στό σῶμα του σάν σέ καθρέπτη δείχνει τήν ἐσωτερική λαμπρότητα τῆς ψυχῆς. Κατ' αὐτόν τόν τρόπο ἐδοξάσθη καί ἐκεῖνος ὁ θεόπτης, ὁ Μωϋσῆς. Ὅσοι κατέκτησαν τήν ἰσάγγελη αὐτή βαθμίδα, ξεχνοῦν πολλές φορές τήν σωματική τροφή. Καί νομίζω ὅτι δέν τήν ἐπιθυμοῦν καί τόσο συχνά, πρᾶγμα ὄχι ἀπίστευτο, ἀφοῦ συμβαίνει καί ὁ μή κατά Θεόν πόθος νά κόβη πολλές φορές τήν ἐπιθυμία τοῦ φαγητοῦ.

Αὐτῶν πού ἔφθασαν πλέον σέ τέτοια ἀφθαρσία νομίζω ὅτι καί τό σῶμα τους δέν θά ἀσθενῆ τόσο εὔκολα. Διότι κατά κάποιον τρόπο ἐξαγνίσθηκε πλέον καί ἀφθαρτοποιήθηκε. Ἡ φλόγα δηλαδή τῆς ἁγνότητος ἔσβησε τήν φλόγα τῶν σαρκικῶν παθῶν καί ἀσθενειῶν. Νομίζω ἀκόμη ὅτι καί τό φαγητό πού τρώγουν δέν τούς προξενεῖ καμμία εὐχαρίστησι. Διότι ὅπως οἱ ὑπόγειες φλέβες τοῦ νεροῦ ποτίζουν μυστικά τίς ρίζες τῶν φυτῶν, ἔτσι καί τίς ψυχές αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τίς τρέφει μυστικά τό οὐράνιο πῦρ.

12. Ἡ αὔξησις τοῦ φόβου εἶναι ἀρχή τῆς ἀγάπης. Καί τό τέλος τῆς ἁγνείας εἶναι προϋπόθεσις τῆς θεολογίας. Ἐκεῖνος πού ἕνωσε τελείως τίς αἰσθήσεις του μέ τόν Θεόν, μυσταγωγεῖται στήν θεολογία ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἐάν ὅμως οἱ αἰσθήσεις δέν ἔχουν ἑνωθῆ μέ τόν Θεόν, εἶναι δύσκολο καί ἐπικίνδυνο νά θεολογῆ κανείς2.

13. Ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός σέ ἐκεῖνον πού θά κατοικήση, θά χαρίση τελεία ἁγνότητα καί καθαρότητα, νεκρώνοντας τόν θάνατο, (δηλαδή τά πάθη πού νεκρώνουν τήν ψυχή). Μετά ἀπό τήν νέκρωσι αὐτή, ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ φωτίζεται καί γίνεται γνώστης τῆς θεολογίας. (Ὁ ἁγνός γνωρίζει τόν Ἁγνόν), ἐφ' ὅσον «ὁ Λόγος Κυρίου, δηλαδή ὁ Υἱός τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, ἁγνός (ἐστι) διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος» (πρβλ. Ψαλμ. ια´ 7, ιη´ 10). Καί ὅποιος δέν ἐγνώρισε κατ᾽ αὐτόν τόν τρόπον τόν Θεόν, ὁμιλεῖ περί Θεοῦ «στοχαστικῶς».

14. Ἡ ἁγνεία ἀνέδειξε θεολόγο τόν μαθητή3, ὁ ὁποῖος μέ τήν ἁγνεία του αὐτή ἀξιώθηκε νά κηρύξη καί νά στερεώση τά δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

15. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Κύριον, ἔχει προηγουμένως ἀγαπήσει τόν ἀδελφό του. Τό δεύτερο ὁπωσδήποτε εἶναι ἀπόδειξις τοῦ πρώτου. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν πλησίον του, ποτέ δέν θά ἀνεχθῆ ἀνθρώπους πού καταλαλοῦν. Θά φύγη δέ μακρυά ἀπό αὐτούς σάν ἀπό φωτιά. Ἐκεῖνος πού λέγει  ὅτι ἀγαπᾶ τόν Κύριον καί συγχρόνως ὀργίζεται κατά τοῦ ἀδελφοῦ του, ὁμοιάζει μέ ἐκεῖνον πού τρέχει στόν ὕπνο του!

16. Ἡ δύναμις τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἐλπίς, διότι μέ αὐτήν περιμένομε τόν μισθό τῆς ἀγάπης. Ἡ ἐλπίς εἶναι «ἀδήλου πλούτου πλοῦτος», (δηλαδή πλοῦτος ἑνός πλούτου πού δέν φαίνεται). Ἡ ἐλπίς εἶναι ἀσφαλής ἀπόκτησις θησαυροῦ πρίν ἀπό τήν ἀπόκτησί του. Αὐτή εἶναι ἀνάπαυσις καί ἀνακούφισις ἀπό τούς κόπους. Αὐτή εἶναι ἡ θύρα τῆς ἀγάπης. Αὐτή φονεύει τήν ἀπόγνωσι. Αὐτή εἰκονίζει ἐμπρός μας τά πράγματα πού εὑρίσκονται μακρυά. Ἔλλειψις τῆς ἐλπίδος σημαίνει ἀφανισμός τῆς ἀγάπης. Σ' αὐτήν εἶναι δεμένοι οἱ πόνοι, σ' αὐτήν εἶναι κρεμασμένοι οἱ κόποι, αὐτήν περικυκλώνει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

17. Ὁ εὔελπις μοναχός εἶναι σφάκτης τῆς ἀκηδίας, τήν ὁποία κατανικᾶ μέ τήν μάχαιρα τῆς ἐλπίδος. Ἡ ἐλπίς γεννᾶται ἀπό τήν γεῦσι καί τήν ἐμπειρία τῶν δώρων τοῦ Κυρίου. Διότι αὐτός πού δέν τά ἐγεύθηκε, ἔχει δισταγμούς. Τήν ἐλπίδα τήν ἐξαφανίζει ὁ θυμός, διότι ὅπως λέγει ἡ Γραφή, «ἡ ἐλπίς οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. ε´ 5), ἐνῶ «ἀνήρ θυμώδης οὐκ εὐσχήμων» (Παρμ. ια´ 25).

18. Ἡ ἀγάπη χορηγεῖ τήν χάρι τῆς προφητείας, ἡ ἀγάπη παρέχει τήν δύναμι τῆς θαυματουργίας, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἄβυσσος τῆς θείας ἐλλάμψεως, ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ πηγή τοῦ θεϊκοῦ πυρός —ὅσο περισσότερο πῦρ ἀναβλύζει, τόσο περισσότερο καταφλέγει ἐκεῖνον πού διψᾶ. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ στάσις καί ἡ ἑδραίωσις τῶν Ἀγγέλων, ἡ πρόοδος εἰς τούς αἰῶνας ὅλων τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ.

«Ἀνάγγειλέ μας, ὦ σύ ἡ ὡραία ἀνάμεσα στίς ἀρετές, ποῦ βόσκεις τά πρόβατά σου; Ποῦ κατασκηνώνεις τό μεσημέρι;» (πρβλ. Ἆσμα α´ 7). «Φώτισον ἡμᾶς, πότισον ἡμᾶς, ὁδήγησον ἡμᾶς, χειραγώγησον ἡμᾶς». Ἐπιθυμοῦμε πιά νά ἀνεβοῦμε κοντά σου. Διότι ἐσύ κυριαρχεῖς σέ ὅλα. Τώρα μοῦ ἐπλήγωσες τήν καρδιά καί δέν μπορῶ νά ἀνθέξω στήν φλόγα σου. Γι' αὐτό θά σέ ὑμνήσω καί θά προχωρήσω: Ἐσύ κυριαρχεῖς ἐπάνω στήν δύναμι τῆς θαλάσσης, ἐσύ καταπραΰνεις καί νεκρώνεις τήν ταραχή τῶν κυμάτων της. Ἐσύ ταπεινώνεις καί καταρρίπτεις ὡς τραυματία τόν ὑπερήφανο λογισμό. Μέ τόν ἰσχυρό σου βραχίονα διασκορπίζεις τούς ἐχθρούς σου (πρβλ. Ψαλμ. πη´ 10-11) καί ἀναδεικνύεις ἀνικήτους τούς ἰδικούς σου ἐραστάς.

«Kαί βιάζομαι νά μάθω πῶς σέ εἶδε ὁ Ἰακώβ ἐπάνω στήν κορυφή τῆς κλίμακος. Ἐρωτῶ νά μάθω γι᾽ αὐτήν τήν ἀνάβασι. Πές μου, πῶς ἦταν ὁ τρόπος καί ἡ σύνθεσις στήν διάταξι τῶν βαθμίδων; Τῶν βαθμίδων τῆς ἀναβάσεως ἐκείνης, τήν ὁποία ἔβαλε στόν νοῦ καί στήν καρδιά του νά ἐπιχειρήση ὁ ἐραστής σου; (πρβλ. Ψαλμ. πγ´ 6). Διψῶ ἀκόμη νά μάθω, ποιός ἦταν ὁ ἀριθμός τῶν βαθμίδων, καί πόσος χρόνος ἐχρειαζόταν γιά τήν ἀνάβασι. Διότι τούς μέν χειραγωγούς τῆς ἀναβάσεως, (τούς Ἀγγέλους δηλαδή), τούς ἀνήγγειλε αὐτός πού σέ εἶδε καί ἐπάλαιψε μαζί σου4, ἀλλά γιά τίποτε ἄλλο δέν θέλησε ἤ μᾶλλον δέν κατώρθωσε νά μᾶς διαφωτίση».

Ἐκείνη δέ —ἄν καί θεωρῶ καλύτερο νά εἰπῶ Ἐκεῖνος5— ἡ βασίλισσα, σάν νά ἔσκυψε ἀπό τόν οὐρανό ἔλεγε στά αὐτιά τῆς ψυχῆς μου:

«Ἐάν, ὦ ἐραστά, δέν λυθῆς ἀπό τήν παχύτητα τοῦ σώματος, δέν θά μπορέσης νά γνωρίσης τό κάλλος τοῦ προσώπου μου. Ἡ κλῖμαξ ἄς σέ διδάσκη τήν πνευματική σύνθεσι τῶν ἐπί μέρους ἀρετῶν. Στήν κορυφή δέ αὐτῆς τῆς κλίμακος εἶμαι στηριγμένη ἐγώ, καθώς τό εἶπε ὁ μεγάλος μύστης μου, (ὁ Ἀπόστολος Παῦλος): "Νυνί δέ μένει τά τρία ταῦτα, πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, μείζων δέ πάντων ἡ ἀγάπη" (Α´ Κορ. ιγ´ 13)».

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΠΡΟΤΡΟΠΗ

ἀντίστοιχος πρός ὅσα προηγουμένως ἀνεπτύχθησαν λεπτομερῶς

ΑΝΕΒΑΙΝΕΤΕ, ἀνεβαίνετε, ἀδελφοί, ἐπιθυμῶντας ὁλόψυχα τίς ἀναβάσεις6, ἀκούοντας αὐτόν πού λέγει: «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τό ὄρος Κυρίου καί εἰς τόν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἡμῶν» (Ἡσ. β´ 3), ὁ ὁποῖος «δίνει στά πόδια μας τήν εὐκινησία τῆς ἐλάφου καί μᾶς ἀνεβάζει σέ ὑψηλούς τόπους» (Ψαλμ. ιζ´ 34), «ὥστε νά νικήσωμε δοξολογῶντας Αὐτόν» (Ἀββακ. Γ´ 19).

Νά τρέξετε, παρακαλῶ, μαζί μέ ἐκεῖνον πού λέγει: «Σπουδάσωμεν, ἕως οὗ καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ´ 13). Τοῦ Χριστοῦ, πού στήν ἡλικία τῶν τριάκοντα ἐτῶν ὡς ἄνθρωπος ἐβαπτίσθηκε καί κατεῖχε τήν τριακοστή βαθμίδα τῆς πνευματικῆς κλίμακος. (Ἄς προχωρήσωμε μέχρι τήν τελευταία βαθμίδα τῆς ἀγάπης, γιά νά συναντήσωμε τόν Θεόν), ἐφ᾿ ὅσον βέβαια ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, στόν ὁποῖον πρέπει ὁ ὕμνος, στόν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δύναμις καί τό σθένος, στόν ὁποῖον ὑπάρχει ἡ αἰτία κάθε καλοῦ καί ὑπῆρχε καί θά ὑπάρχη εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Γιά τήν κατανόησι τῆς φράσεως αὐτῆς πρέπει νά σημειωθῆ, ὅτι σύμφωνα μέ μία λανθασμένη ἀντίληψι τῶν ἀρχαίων ἡ ἔλαφος κατατρώγει τούς ὄφεις, τό δέ δηλητήριό τους μέσα στόν ὀργανισμό της δημιουργεῖ φλόγωσι καί ἀφόρητη δίψα, ὥστε νά ἐπιποθῆ «ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων». Ἐδῶ χαρακτηρίζεται ὡς ἔλαφος ἡ ψυχή πού ἀνέβηκε στίς βαθμίδες τῆς ταπεινοφροσύνης καί τῆς ἀπαθείας καί προχωρεῖ τώρα γεμάτη δίψα καί θεῖο πόθο πρός τήν κορυφή τῆς ἀγάπης.

2. Ἐάν δηλαδή ὁ ἄνθρωπος δέν καταστῆ ἡγιασμένο δοχεῖο τῆς Χάριτος, δέν μπορεῖ νά γίνη θεολόγος. «Πᾶσα προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου —παρατηρεῖ σύγχρονος θεολόγος— ὅπως γίνη μέτοχος τῆς θεολογίας αὐτοδυνάμως, ἐν τῇ αὐταρκείᾳ τῆς ἐκπεσούσης αὐτοῦ φύσεως καί τῶν διεσπασμένων καί φύσει ἄλλωστε περιωρισμένων αὐτοῦ δυνατοτήτων εἶναι ἀνέφικτος... (Καί ἀντί θεολογίας ἔχομεν τότε) τόν περί Θεοῦ θνητόν ἀνθρώπινον λόγον, ἐντός τοῦ ὁποίου κυοφορεῖται ἐν πολλοῖς τό σκάνδαλον μιᾶς ἁμαρτανούσης θεολογίας, ἡ ὁποία ἀντί τῆς ζωῆς εἶναι φορεύς τοῦ θανάτου» Κ. Μουρατίδης, Ἡ θεολογία τῆς Κλίμακος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου «Κοινωνία», ΙΖ´ 2, σελ. 59).

3. Ἐννοεῖ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν εὐαγγελιστή.

4. Πρόκειται γιά τόν πατριάρχη Ἰακώβ. Τό περιστατικό τῆς πάλης του μέ τόν Θεόν περιγράφεται στήν Γένεσι, λβ´ 24-31.

5. «Ἐκεῖνος», δηλαδή ὁ Θεός, ἐφ' ὅσον «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α´ Ἰωάν. δ´ 16).

6. Παρόμοιες προτροπές καί ἐκφράσεις συναντῶνται καί στόν Θεολόγο Γρηγόριο: «Τίς ἔμπαλιν ἀπό τοῦ τριάκοντα εἰς τόν ἑξήκοντα προελθών εἰς τόν ἑκατόν ἐτελεύτησεν, ἵνα προβαίνων, ὡς ὁ Ἰσαάκ, μέγας γένηται, πορευόμενος ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν καί τάς ὠδάς τῶν Ἀναβαθμῶν ἄδων, καί ἀναβάσεις ἐν τῇ καρδίᾳ τιθέμενος» (Λόγος 26ος).

ΚΛΙΜΑΞ
Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου
Εἰσαγωγή-κείμενον-μετάφρασις-
σχόλια-πίνακες
ὑπό Ἀρχιμ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ
Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Παρακλήτου
Ὠρωπός Ἀττικῆς 1978

 imkby.gr
http://anavaseis.blogspot.com/2010/08/blog-post_5361.html#more

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Η ανεξικακία, αρετή των πιστών . Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ευαγγελικό "σχόλιο" του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Κυριακή ΙΑ' Ματθαίου

Δυο πράγματα ζητεί από μας ο Χριστός αναφέροντας τη σημερινή παραβολή. Πρώτα να παραδεχώμαστε τα σφάλματά μας και στη συνέχεια να συγχωρούμε τους άλλους. Το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο για να γίνεται σωστότερα (όποιος παραδέχεται βαθειά μέσα του τα αμαρτήματά του, γίνεται πιο σπλαχνικός στον συναμαρτωλό του). Και ας μη συγχωρούμε μόνο στα λόγια, αλλά από καρδιάς. Μη σφάζουμε τον εαυτό μας με το να κρατούμε μέσα μας κακία. Γιατί ποιος νομίζεις πως μπορεί να σε λυπήση τόσο θανάσιμα, όσο καταφέρνεις συ ο ίδιος, με το να έχης μέσα σου μνήμη της οργής και έτσι να φέρνης καταπάνω σου την καταδίκη του Θεού στην μέλλουσα κρίσι;... Μη δικαιολογήσαι ότι σε έβρισε κάποιος, ή σε συκοφάντησε, ή σου έκαμε πολλά κακά. Όσα περισσότερα κακά αναφέρης ότι σου προξένησε, τόσο περισσότερο ευεργέτης τελικά σου γίνεται. Γιατί σου έδωσε αφορμή να ξεπλύνης τα δικά σου αμαρτήματα με την υπομονή και την ανεξικακία.
(Άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος)
"ΠΑΤΕΡΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ
ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ"
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
http://anavaseis.blogspot.com/2010/08/blog-post_399.html
impantokratoros.gr

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

ΠΟΛΥΤΙΜΟΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΝ ΣΥΡΟ

“Όσον ο άνθρωπος καταφρονεί τούτον τον κόσμον και καταγίνεται εις τον φόβον του Θεού μετά σπουδής, τοσούτον και η Θεία πρόνοια πλησιάζει εις αυτόν”
“Δεν θα μας ζητήσει λόγο ο Θεός γιατί δεν κάναμε προσευχή,αλλά γιατί δεν είχαμε επαφή με τον Χριστό και μας ταλαιπώρησε ο Διάβολος”.
“Η μετάνοια είναι το πλοίο,ο Θείος Φόβος οι κωπηλάτες και η αγάπη είναι το Θεϊκό λιμάνι” “Η ταπείνωσις και χωρίς έργα, συγχωρεί πολλές αμαρτίες. Τα έργα όμως, χωρίς την ταπείνωση, όχι μόνο είναι ανωφελή, αλλά προξενούν και πολλά κακά”.

“Να μη λυπάσαι όταν συναντάς στενοχώριες και οι δυσκολίες στην ζωή σου, γιατί ολ’ αυτά γίνονται κατά παραχώρηση Θεού για την ψυχική σου ωφέλεια”
“Μια νεφέλη μικρά, δύναται προς στιγμήν να σκεπάσει τον κύκλο του ηλίου. Αφού όμως διαλυθεί, ο Ήλιος και λαμπρότερος και θερμότερος καθίσταται”
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος
Πηγή εἰκόνας:
http://t2.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTP_y2fkFnTjm-S7hYYoUh4mzyS_llUqOAQ9nRCUwDo9XCvjKQ&t=1&usg=__TQt4HtFriQAjtdCljlMCl6j-lnE=

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Στάρετς Σάββας Ο Παρηγορητής. «Ἀγώνας γιά τή σωτηρία τοῦ πλησίον» Μέρος Δ΄ (Τελευταίο)

Στάρετς Σάββας  Ο Παρηγορητής»  - Διδαχές τοῦ στάρες Σάββα
Μετάφραση ἀπό τήν ρωσική γλῶσσα  π.Ιωάννου Φωτοπούλου  
Ἀποσπάσματα ἀπό τό ἡμερολόγιό του (σελ. 94 -102 )
 
Ἀγώνας γιά τήν σωτηρία τοῦ πλησίον


Γιά ὅλη τήν προσφορά του στό λαό ἔγινε στόχος τόσο τῶν «ἡμετέρων» ὅσο καί τῶν «ἔξω». Ἀλλά οἱ ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου δέν τόν ἔβλαπταν. Ἀκόμη πιό πολύ ἐνδυνάμωναν τόν νοῦ του στήν ἄσκηση τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς.
Ἀκολουθώντας τή διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, «μαστίγωνε τούς πολεμίους μέ τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, γιατί δέν ὑπάρχει ἰσχυρότερο ὅπλο ἀπό αὐτό στόν οὐρανό καί στή γῆ». Κατά τήν προσευχή του ζητοῦσε ἀπό τό Θεό:
   -Δώρησέ μου, Κύριε, νά εἶμαι ἄγνωστος καί ὑβριζόμενος σέ τοῦτον τόν αἰῶνα.
Ἦταν πάντοτε ἕτοιμος νά ὑπομείνει μέ χαρά κάθε συκοφαντία, κακολογία καί θλίψη. Ἔλεγε ὁ π. Σάββας:
   -Ὅσο κι ἄν εἶναι μαύρη ἡ ζωή τοῦ μοναχοῦ (ἐνν. ἀπό τούς πειρασμούς), πιό μαύρη ἀπό τά ράσα δέν μπορεῖ νά εἶναι!
Ἡ εὑαγγελική ἀγάπη βοηθοῦσε νά τηρεῖται τό φῶς τῆς διακρίσεως καί γι’ αὐτό χαιρόταν σέ ὁποιοδήποτε θλιβερή περίσταση.
Κάποτε τυχαῖα τόν ἔκλειοσαν μιά ὁλόκληρη νύχτα στό σπήλαιο ἀλλά χάρηκε μένοντας ἐκεῖ προσευχόμενος.  Τοῦ ἄρεσε νά ἐπαναλαμβάνει:
  -Ὅσο περισσότερες θλίψεις, τόσο περισσότερη σωτηρία.  Μᾶς κάνουν κάποιοι κακό, ἀλλά ἐμεῖς θά ψάξουμε νά βροῦμε σ’ αὐτούς τό καλό καί νά τούς εὐεργετήσουμε.  Κι ἔτσι μέ τό καλό γρήγορα θά νικήσουμε τό κακό.

Παντοῦ ὁ στάρετς ἔφερνε τήν εἰρήνη καί τήν ἠρεμία.  Σάν ἀληθινός εἰρηνοποιός μέ ὅλες τίς δυνάμεις του προσπαθοῦσε νά φέρει τήν εἰρήνη ἀνάμεσα σ’ ὅσους εἶχαν ἔχθρα μεταξύ τους καί χαιρόταν
εἰλικρινά, ὅταν πετύχαινε νά παύσει τήν ἔχθρα.
  - Δόξα τῷ Θεῷ! Εἰρήνευσαν, ἔλεγε.
Τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα ὁ στάρετς ἦταν ἰδιαίτερα ζωντανός καί εὔθυμος.
«Μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ», ἔγραψε μιά πνευματική του θυγατερά, «εἴχαμε τήν εὐτυχία νά βρισκόμαστε κατά τό χρόνο τῆς ἄδειάς μας στό Πσκώφ-Πετσέρσκ τή Μ. Ἑβδομάδα καί τήν Ἑβδομάδα τῆς Διακοαινησίμου. Ὁ π. Σάββας κατά τή Δικαινήσιμο λειτουργοῦσε κάθε μέρα μέ πνευματικη δύναμη μέ τέτοιο φλογερό ἐνθουσιασμό, ὤστε φαινόταν νά ἔχει μιά ἀπεριόριστη χαρά πού γινόταν αἰσθητή ἀπό τόν τόνο τῆς φωνῆς του καί σέ κάθε του κίνηση. Ὡς ἀπάντηση στήν ἁγία χαρά τοῦ στάρετς ὑψωνόταν ἀπό τό βάθος  τῆς καρδιᾶς τῶν πιστῶν ὁ ἐνθουσιασμός τῆς πασχαλινῆς τους χαρᾶς. «Ὅπως στόν Παράδεισο!», ψιθύριζαν οἱ χριστιανοί καί ἔτρεχαν σέ πολλούς δάκρυα κατανύξεως.  Κι ὅταν ὁ μπάτουσκα μέ τό θυμιατό γρήγορα, «ἀγαλλομένῳ ποδί», διέσχιζε τό ναό μέ τόν πασχαλινό χαιρετισμό «Χριστός Ἀνέστη!», τό αἴσθημα εὐλάβειας τῶν πιστῶν ἔφθανε στόν ὕψιστο βαθμό. «Ἀληθῶς Ἀνέστη!», ἀπαντοῦσαν χαρούμενοι οἱ πιστοί.
Νοιώθαμε τέτοια ἀγάπη στίς καρδιές μας, ὥστε ὅλες οἱ κακίες εἶχαν ξεχαστεῖ, ὅλοι ἤθελαν μόνο νά ἀγαποῦν, νά συμπονοῦν καί ἐπιθυμοῦσαν ὅλοι νά εἶναι μέ την Ἀναστάντα Χριστό».

Μᾶς χαροποιοῦσε ὁ μπάτουσκα καί μέ τά πασχαλινά του μηνύματα τά ὁποῖα κάθε χρόνο μοίραζε σ’ ὅσους βρίσκονταν μαζί του στό κοινόβιο τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ἀλλά καί σέ ἄλλα πνευματικά του τέκνα πού τά ἔστειλνε μέ μορφή ἐπιστολῆς.  Φρόντιζε ὥστε ὅλοι νά παρηγορηθοῦν καί γι’ αὐτό ρωτοῦσε τά πνευματικά του τέκνα που ἔκαμαν χρέη γραμματέως.
  -Δέ μοῦ λέτε, μήπως ξεχάσατε νά στείλετε εὐχές στό Καζάν; Στό Ὀβρούτς, στό Σοχούμ μή τυχόν ξεχάσατε νά στείλετε;
  -Ὄχι, πάτερ, σέ ὅλους στείλαμε.
Καί ὁ στάρετς χαιρόταν, ἀλλά πικραινόταν, ἄν ξεχνοῦσαν κάποιον.  Τότε τούς ἔλεγε:
  -Στεῖλτε σήμερα.  Κάλλιο ἀργά παρά ποτέ!
Ὅταν ὁ μπάτουσκα μοίραζε πασχαλινά αὐγά στό δρόμο, καθώς ἔβγαινε ἀπό τό ναό, ὁ λαός τόν ἔσπρωχνε ἀπ’ ὅλες τίς μεριές καί μέ κόπο ἄνοιγε δρόμο ἀνάμεσα στό πλῆθος τῶν πιστῶν πρός τό κελλί του, παρηγορώντας καί εὐλογώντας ὅλους.

Κατά τή διδασκαλία του ἔλεγε:
 -Κάμετε περισσότερα ἀγαθά ἔργα.  Τά ἀγαθά ἔργα εἶναι πολυτιμότερα ἀπό χίλιες μετάνοιες! 


Ψηφιοποίηση κειμένου Κατερίνα
 http://anavaseis.blogspot.com/2010/08/blog-post_01.html

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΣΩΖΕΤΑΙ (ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ)


     Ὁ μακαριστός Γέρων Πορφύριος εἶχε μία ὀρθοδοξότατη θεώρηση γιά τόν ἄνθρωπο (ἀνθρωπολογία).  Ἐκτός ἀπό μιά ἀλάνθαστη Χριστολογία–Θεολογία εἶχε καί μιά βαθειά, ἀληθινά ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία–σωτηριολογία. Τόσο οἱ ἀπόψεις του α)γιά το ποιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος (ὁ προπτωτικός, ὁ μεταπτωτικός, ὁ ἀναγεννημένος ἐν Χριστῷ), β)ποιές εἶναι οἱ προδιαγραφές τῆς σωστῆς του λειτουργίας, ὅσο καί γ)γιά τό ποιός εἶναι ὁ προορισμός του, ὅλα εἶναι σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Οἱ λεπτότατες παρατηρήσεις του ἔχουν τεράστια σημασία γιά τόν σύγχρονο, ψυχικά ἄρρωστο, «χριστιανό».
Ἡ ἀντίληψη του γιά τήν ἁμαρτία ἐκφράζεται μέ τή χαρακτηριστική του φράση: «Ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά».
 Ὁ Θεός  κρούει στήν πόρτα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν͵ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ΄ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ΄ ἐμοῦ. Ὁ νικῶν δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ΄ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου»[1], λέγει ὁ Κύριος στήν Ἀποκάλυψη. Ὁ Χριστός κινεῖται πρῶτος πρός τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος ἄν ἄνοίξει τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς του καί ἀποδεχθεῖ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ θεραπεύεται. Ἔλεγε ὁ σοφός Γέροντας: «Ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά. Τό μπέρδεμα δέν φεύγει μέ τίποτε. Μόνο μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ γίνεται τό ξεμπέρδεμα. Τήν πρώτη κίνηση κάνει ὁ Χριστός. “Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες…”. Μετά ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀποδεχόμαστε αὐτό τό φῶς μέ τήν ἀγαθή μας προαίρεση, πού τήν ἐκφράζουμε μέ τήν ἀγάπη μας ἀπέναντί Του, μέ τήν προσευχή, μέ τά μυστήρια»[2].
Ἐνδεικτική τῆς σοφίας τοῦ Γέροντα, τῆς «ἄνωθεν κατερχομένης», εἶναι μιά καίρια, ὅσο καί λεπτότατη, ἀνθρωπολογική παρατήρηση του, πού σχετίζεται μέ τήν ἀνθρώπινη βούληση-αὐτεξούσιο. Ἔλεγε ὅτι, γιά νά κάνουμε τό καλό πρέπει πρῶτα νά τό ἐπιθυμήσουμε καί νά τό ἀγαπήσουμε. Τό κάθε καλό «ἄνωθεν ἐστι καταβαῖνον, ἐκ τοῦ Πατρός τῶν φώτων»[3]. Ὅμως γιά νά τό οἰκειωθοῦμε προσωπικά, πρέπει νά τό θελήσουμε ἐλεύθερα καί νά τό ἀγαπήσουμε· τότε καί ὁ Θεός ἐνεργεῖ. Γι’ αὐτό καί ὁ γέροντας δίδασκε: «Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο νά ζητάει μόνος του νά γίνει καλός, νά τό ἐπιθυμεῖ μόνος του καί νά γίνεται, τρόπον τινα, σάν δικό του τό κατόρθωμα, ἐνῶ στήν πραγματικότητα, προέρχεται ἀπ’ τή χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἔρχεται πρῶτα στό σημεῖο νά τό θέλει, νά τό ἀγαπάει, νά τό ἐπιθυμεῖ καί κατόπιν ἔρχεται ἡ θεία χάρις καί τό κατορθώνει»[4].
Δέ χρειάζεται νά κυνηγᾶμε τό κακό. Δέν κυνηγᾶμε τό σκοτάδι, ἀλλά στρεφόμαστε πρός τό Φῶς, δηλαδή τόν Χριστό. Ἔλεγε, χαρακτηριστικά, στά πνευματικά του παιδιά, γιά νά τά βοηθήσει στή πνευματική τους παλαίστρα: «Γιατί νά κυνηγᾶμε τά σκοτάδια; Νά, θά ἀνάψουμε τό φῶς καί τά σκοτάδια θά φύγουν μόνα τους. Θά ἀφήσουμε νά κατοικήσει σ' ὅλη τήν ψυχή μας ὁ Χριστός καί τά δαιμόνια θά φύγουν μόνα τους... Στήν ψυχή, πού ὅλος ὁ χῶρος της εἶναι κατειλημμένος ἀπό τό Χριστό, δέ μπορεῖ νά μπεῖ καί νά κατοικήσει ὁ διάβολος, ὅσο κι ἂν προσπαθήσει, διότι δέν χωράει, δέν ὑπάρχει κενή θέση γι' αὐτόν»[5].
Ἡ σωτηριολογία, ὁ τρόπος τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα γιά τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση, πού διδάσκει ὁ Γέροντας, εἶναι θεμελιωμένος ἁγιοπατερικά καί ἐπιβεβαιωμένος ἐμπειρικά στή ζωή τῶν ἁγίων μας. Δίδασκε ὅτι τό διάβολο καί τά πάθη πρέπει νά τά περιφρονοῦμε. Ἡ ψυχή εἶναι σάν ἕνα δωμάτιο.
-Ἄν τό δωμάτιο τό γεμίσουμε μέ τό καλό, ποῦ νά χωρέσει τό κακό;... Ὅταν ἀνοίγουμε τό φῶς, αὐτόματα φεύγει τό σκότος. Διά τοῦτο ἔλεγε ὁ σοφός καί διακριτικός Γέρων ὅτι τό ἔργο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά μπεῖ μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ καί νά μήν ἀσχολεῖται καθόλου μέ τό σκοτάδι, δηλ. μέ τά πάθη, τόν διάβολο καί τόν κόσμο. Ὁ Χριστός, πού εἶναι τό πᾶν, κάνει τά πάντα γιά τήν σωτηρία μας. Δικό μας ἔργο εἶναι ἡ κατάφαση στή Θεία  Ἐνέργεια, τό «ἄνοιγμα» πρός τόν Θεόν , τό «Ναί» πού πρέπει νά εἶναι σταθερό, διαρκές, γνήσιο καί πλῆρες. Ἕνας εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος γιά τόν Γέροντα, ὥστε νά μποροῦμε νά λέμε συνεχῶς καί σωστά αὐτό τό «Ναί»: τό νά ἀγαπήσουμε, νά ἐρωτευθοῦμε τόν Χριστό. «Ἔργο μας εἶναι» ἔλεγε ὁ Γέροντας «νά προσπαθοῦμε νά βροῦμε ἕναν τρόπο νά μποῦμε μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι νά κάνει κανείς τά τυπικά. Ἡ οὐσία εἶναι νά εἴμαστε μαζί μέ τόν Χριστό. Νά ξυπνήσει ἡ ψυχή καί ν΄ ἀγαπήσει τόν Χριστό, νά γίνει ἁγία. Νά ἐπιδοθεῖ στόν θεῖο ἔρωτα. Ἔτσι θά μᾶς ἀγαπήσει κι  Ἐκεῖνος. Θά εἶναι τότε ἡ χαρά ἀναφαίρετη. Αὐτό θέλει πιό πολύ ὁ Χριστός, νά μᾶς γεμίζει ἀπό χαρά, διότι εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς. Αὐτή ἡ χαρά εἶναι δῶρο τοῦ Χριστοῦ»[6].
Γιά νά γνωρίσουμε ὅμως τόν Χριστό καί νά φωτισθοῦμε πρέπει, πρῶτα Ἐκεῖνος νά μᾶς γνωρίσει, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου[7]. Μᾶς γνωρίζει δέ ὅταν ταπεινωθοῦμε καί ἀγαπήσουμε ἀνιδιοτελῶς. Ἔλεγε ὁ σοφός, βιβλικότατος Γέρων: «Τόν Χριστό δέν θά μπορέσουμε νά Τόν γνωρίσουμε, ἄν Ἐκεῖνος δέν μᾶς γνωρίσει. Δέν μπορῶ νά τά ἐξηγήσω ἀκριβῶς αὐτά, εἶναι μυστήρια... Οὔτε μποροῦμε νά Τόν ἀγαπήσουμε, ἄν ὁ ἴδιος δέν μᾶς ἀγαπήσει. Ὁ Χριστός δέν θά μᾶς ἀγαπήσει, ἅμα ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἄξιοι νά μᾶς ἀγαπήσει. Γιά νά μᾶς ἀγαπήσει, πρέπει νά βρεῖ μέσα μας κάτι τό ἰδιαίτερο... Ποιό εἶναι αὐτό; Εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἄν δέν ὑπάρχει ταπείνωση, δέ μποροῦμε ν΄ ἀγαπήσουμε τόν Χριστό. Ταπείνωση καί ἀνιδιοτέλεια στή λατρεία του Θεοῦ. "Μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου". Κανείς νά μή σᾶς βλέπει, κανείς νά μήν καταλαβαίνει τίς κινήσεις τῆς λατρείας σας πρός τό Θεῖον. Ὅλ΄ αὐτά κρυφά, μυστικά, σάν τούς ἀσκητές»[8]. Τότε ἡ ψυχή θεραπεύεται. Τότε ὅλα ἀλλάζουν.
Γιά νά ἔρθει ὁ Χριστός μέσα στόν ἄνθρωπο πρέπει ἡ καρδιά νά εἶναι καθαρή καί νά ὑπάρχει ἀγάπη καί ταπείνωση. Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Πολλοί λένε ὅτι ἡ χριστιανική ζωή εἶναι δυσάρεστη καί δύσκολη, ἐγώ λέω ὅτι εἶναι εὐχάριστη καί εὔκολη, ἀλλά ἀπαιτεῖ δυό προϋποθέσεις: ταπείνωση καί ἀγάπη... Ἄν ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅλοι καί ὅλα ἀλλάζουν, ἔλα ὅμως πού γιά νά ἔρθει, χρειάζεται πρῶτα νά ταπεινωθοῦμε!»[9]. Ἔλεγε πάλι: «…Μόνος Του θά ἔλθει ὁ Χριστός καί θά ἐγκύψει στήν ψυχή μας, ἀρκεῖ νά βρεῖ ὁρισμένα πραγματάκια πού νά Τόν εὐχαριστοῦν, ἀγαθή προαίρεση, ταπείνωση καί ἀγάπη...»[10].
Ἡ χριστιανική ζωή φαίνεται δύσκολη διότι θέλουμε νά τήν συμβιβάσουμε μέ τήν κοσμική. Δέν θέλουμε νά προχωρήσουμε περισσότερο ἀπό τό ἐπίπεδο τοῦ «μέχρι ἐκεῖ πού δέν κολάζει», ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Παΐσιος. Ὅμως ἄν θέλουμε νά μήν δυσκολευτοῦμε πολύ, θά πρέπει νά ξεπεράσουμε τή μέση ὁδό τοῦ Χριστιανοῦ, θά πρέπει νά μήν ἁμαρτάνουμε. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ ἀγωνιστής π. Πορφύριος: «Πρέπει παιδί μου, νά μήν ἀκολουθοῦμε τή μέση ὁδό τοῦ Χριστιανοῦ, γιατί αὐτή εἶναι πολύ δύσκολη. Πρέπει νά ξεπεράσουμε τό στάδιο αὐτό καί ν’ ἀνέβουμε ψηλά. Τότε εἶναι ὅλα εὔκολα. Ὅταν δέν πέφτουμε σέ ἁμαρτίες τότε εἴμεθα ἐκτός τῆς μέσης ὁδοῦ καί εἴμεθα οἱ πραγματικοί Χριστιανοί».
Κάποιος τόν ἐρώτησε: - Πῶς μποροῦμε Παππούλη μου, νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό; -« Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, παιδί μου, πραγματοποιεῖται ὡς ἑξῆς: Σηκώνουμε τόν ἐσωτερικό μας ἑαυτό πρός τόν Θεό καί Τόν ἐπικαλούμεθα. Βλέποντας ὅμως τή φύση, τά δένδρα, τά λουλούδια, τά πουλιά, τίς μέλισσες, τά ἄνθη, τή θάλασσα, τά ψάρια, τά ἄστρα, τό φεγγάρι, τόν ἥλιο, καί τά τόσα ἄλλα ὑπέροχα δημιουργήματά Του, στρέφουμε τό νοῦ πρός τόν Θεόν καί δοξάζοντάς Τον μέσα ἀπ’ αὐτά, προσπαθοῦμε νά τά καταλάβουμε πόσο ὡραῖα καί θαυμάσια εἶναι καί ἀγωνιζόμαστε νά τά ἀγαπήσουμε. Ὅταν τά ἀγαπήσουμε ὅλα αὐτά, τότε ἡ ἀγάπη μας ἀνεβαίνει πρός τόν Δημιουργό μας καί ἔτσι πραγματικά καί ἀληθινά Τόν ἀγαπᾶμε. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση εἶναι ἡ ἀγάπη τῶν δημιουργημάτων, ἀλλά ἀκόμη περισσότερη πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη μας πρός τόν συνάνθρωπό μας. Γι’ αὐτό πρέπει νά πραγματοποιοῦμε ἐπισκέψεις στά Νοσοκομεῖα, στίς Φυλακές, στά Ὀρφανοτροφεία, στά Γηροκομεῖα κ.λ.π. καί γι’ αὐτό τό σκοπό καί μόνο θά πρέπει νά γίνονται αὐτές. Τότε ἡ ἀγάπη μας εἶναι εἰλικρινής»[11].
Τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη, τήν μετάνοια καί τήν ὑπακοή, ὅλα αὐτά πού δίδασκε, τά εἶχε πρῶτα, βιώσει ὁ ἴδιος καί συνέχισε μέχρι τέλους νά τά ζεῖ. Ὁ Γέροντας μιλοῦσε σάν τούς ἀρχαίους Πατέρες, διότι τόν φώτιζε τό ἴδιο Ἁγιο Πνεῦμα, πού φώτιζε καί ἐκείνους.
Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἄλλά καί ὅλη ἡ Δημιουργία, ζητάει τόν Θεό, ζητάει τόν οὐρανό. «Πάντα δι' Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν ἔκτισται»[12]. Ὅλα τά ὄντα στρέφονται πρός τόν Θεό. Αὐτό διακήρυσσε ὁ σεβαστός Γέροντας ὅταν ἔλεγε: «Ὁ ἄνθρωπος ζητάει στόν οὐρανό τή χαρά καί τήν εὐτυχία. Ζητάει τό αἰώνιο μακριά ἀπ' ὅλους κι ἀπ' ὅλα, ζητάει νά βρεῖ τή χαρά στόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι μυστήριο. Εἶναι σιωπή, εἶναι ἄπειρος, εἶναι τό πᾶν. Τήν τάση τῆς ψυχῆς γιά τόν οὐρανό τήν ἔχει ὅλος ὁ κόσμος· ὅλοι ζητᾶνε κάτι τό οὐράνιο. Σ' Αὐτόν στρέφονται ὅλα τά ὄντα, ἔστω καί ἀσυνειδήτως»[13].
Ὅμως καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μυστήριο. Φέρει μέσα του ὅλο τό καλό καί ὅλο τό κακό ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι σήμερα ὅπως ἔλεγε[14] ὁ ἅγιος καί χαρισματοῦχος Γέρων. «Γι' αὐτό» τόνιζε «πρέπει ν΄ ἀποθάνομε κατά τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἐνδυθοῦμε τόν νέο»[15].



[1] Ἀποκ. 3, 20-21.
[2] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Ἱερά Μονή Χρυσοπηγῆς, ζ΄ἔκδοση, Χανιά 2006, σελ. 368. Στό ἑξῆς: Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι ( Ὅταν δέ γίνεται ἀναφορά σέ ἔκδοση ἐννοεῖται ἡ Ζ').
[3] Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου,Θεία Λειτουργία.
[4] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 407-408.
[5]http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/porphyrios_sayings.htm, Κ. Γιαννι­τσιώ­τη: Κοντά στό γέροντα Πορφύριο.
[6] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 221-224.
[7] Γαλ. 4, 9: "νῦν δέ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δέ γνωσθέντες ὑπό Θεοῦ".
[8] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 238-239.
[9] http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/porphyrios_sayings.htm, ἀπό τό βιβλίο τοῦ Κ. Γιαννιτσιώτη: Κοντά στό γέροντα Πορφύριο.
[10] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 248-250
[11] Ἀν. Σ. Τζαβάρα, Ἀναμνήσεις ἀπό τόν γέροντα Πορφύριο, τόν διορατικό καί προορατικό πνευματικό μας πατέρα.
[12] Κολ.  1, 16.
[13] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 245.
[14] Ὅ. π. σελ. 285.
[15] Ὅ. π. 
π. Σάββας
http://hristospanagia.blogspot.com
Πηγή εἰκόνας:
http://t3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcRhUdSSspu6_SwceTIWMDHbSyP3xLcAiT_-EYMycCGT4cHimdo&t=1&h=170&w=164&usg=__GvPZgEeph211NCUOppMrIRoW2bo=

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Mια συγκλονιστική μαρτυρία για τις εκτρώσεις – Gianna Jessen.


Ελεύθερη απόδοση στα ελληνικά αποσπασμάτων ομιλίας που έκανε η Gianna Jessen στις 8.9.2008 στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Την απόδοση έκανε ο συνεργάτης μας κ. Βασίλειος Πετρουλέας, τον οποίο και ευχαριστούμε.
Η Gianna γεννήθηκε μόλις 900 γραμμάρια. Μέχρι που την πήρε σπίτι της η Πένυ, βρισκόταν μεταξύ ζωής και θανάτου. Αργότερα την υιοθέτησε η κόρη της Πένυ. Από 14 χρονών η Gianna αγωνίζεται να ευαισθητοποιήσει ηγέτες, κυβερνήσεις, οργανώσεις κλπ. Είναι δε σε έντονη αντιπαράθεση για το θέμα των εκτρώσεων με τον πρόεδρο Obama.
Ονομάζομαι Gianna Jessen. Είμαι υιοθετημένη και η βιολογική μου μητέρα ήταν δεκαεφτά χρονών, όταν αποφάσισε να κάνει έκτρωση. Ήταν τότε εφτάμισι μηνών έγκυος και ο γιατρός την συμβούλευσε να κάνει αυτό, που ονομάζεται saline abortion (αντικατάσταση του αμνιακού υγρού με αλατούχο διάλυμα, που καίει το παιδί μέσα και έξω). Έτσι η μητέρα μου ανέμενε να γεννήσει ένα νεκρό παιδί μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες. Προς μεγάλη έκπληξη και αμηχανία όλων δεν βγήκα νεκρή σ’ αυτό τον κόσμο, αλλά ζωντανή, στις 6 Απριλίου του 1977, σε κλινική εκτρώσεων του Λος Άντζελες! Αυτό δε που αποτελεί τέλειο συγχρονισμό του ερχομού μου είναι, ότι ο μαιευτήρας που ενεργούσε την έκτρωση, ήταν εκτός υπηρεσίας εκείνη τη στιγμή κι έτσι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να ολοκληρώσει το σχέδιό του με τη ζωή μου…
Ξέρω ότι βρίσκομαι σε κυβερνητικό κτίριο και ότι στην εποχή μας δεν είναι πολιτικά σωστό να πεις το όνομα του Χριστού σε μέρη σαν κι αυτό. Το να Τον αναφέρεις σε τέτοιες συναντήσεις, μπορεί να κάνει τους άλλους να νοιώσουν τρομακτικά άβολα. Αλλά δεν επιβίωσα για να κάνω τον καθένα να νοιώθει άνετα. Επιβίωσα για να ανακατεύω τα πράγματα λίγο και αυτό το απολαμβάνω.

…Και έτσι βγήκα ζωντανή, όπως ήδη είπα, μετά από δεκαοκτώ ώρες. Έπρεπε να ήμουν τυφλή, έπρεπε να ήμουν καμένη, έπρεπε να ήμουν νεκρή. Και δεν είμαι! Το εκπληκτικό είναι, ότι ο μαιευτήρας που έκανε την έκτρωση, ήταν υποχρεωμένος να υπογράψει το πιστοποιητικό γεννήσεώς μου: «γεννημένη κατά την διάρκεια έκτρωσης στο τελευταίο στάδιο της εγκυμοσύνης».
Ο άνθρωπος αυτός έχει τη μεγαλύτερη αλυσίδα κλινικών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σ’ ένα βιβλίο του καυχιέται πως έχει κάνει πάνω από 1.000.000 εκτρώσεις! Κυρίες και κύριοι, δεν ξέρω αν το συνειδητοποιήσατε. Βρισκόμαστε σε μάχη. Είναι μία μάχη μεταξύ της ζωής και του θανάτου… Με ποια πλευρά είστε;
…Έτσι η νοσοκόμα κάλεσε ασθενοφόρο και με μετέφεραν σε νοσοκομείο. Αυτό είναι θαύμα, διότι συνήθιζαν τότε (μέχρι το 2002, οπότε ο πρόεδρος Bush άλλαξε τον νόμο), να τερματίζουν τη ζωή ενός επιβιώσαντος βρέφους, με στραγγαλισμό, ασφυξία, να το αφήνουν να πεθάνει ή να το πετούν. Έτσι μετά από αυτό τοποθετήθηκα σε ίδρυμα, όπου… δεν τους άρεσα και πολύ…
Βλέπετε, μισήθηκα από τη στιγμή της συλλήψεώς μου από πολλούς και πολύ περισσότεροι με μισούν τώρα, γιατί κηρύσσω ζωή (και τον Χριστό τον μισούσαν!). Όμως αγαπήθηκα από πιο πολλούς και προπάντων από τον Θεό. Είμαι κόρη Του. Δεν παίζετε με το κορίτσι του Θεού. Έχω ένα σημάδι στο μέτωπο, που προειδοποιεί• προσέξτε να είστε καλοί μαζί μου, γιατί ο Πατέρας μου διοικεί τον κόσμο!
…Με πήραν λοιπόν από το «κακό σπίτι» και με πήγαν σε όμορφο σπίτι. Στο σπίτι της Πένυ. Είπε, ότι τότε ήμουν δέκα επτά μηνών και είχα διαγνωστεί με αυτό που εγώ θεωρώ δώρο, εγκεφαλική παράλυση, η οποία δημιουργήθηκε από την έλλειψη οξυγόνου στον εγκέφαλό μου, καθώς προσπαθούσα να επιβιώσω.
Τώρα είμαι αναγκασμένη να πω αυτό: Εάν η έκτρωση είναι αποκλειστικά θέμα των δικαιωμάτων των γυναικών, τότε ποια ήταν τα δικά μου δικαιώματα; Πώς δεν βρέθηκε ούτε μία ριζοσπαστική φεμινίστρια, να σηκωθεί και να φωνάξει για την καταπάτηση των δικαιωμάτων μου την ημέρα εκείνη! Η ζωή πνιγόταν στο όνομα των δικαιωμάτων της γυναίκας! Όταν δε ακούω, ότι επιβάλλεται έκτρωση, όταν το παιδί πρόκειται να γεννηθεί ανάπηρο, τότε η καρδιά μου γεμίζει από τρόμο. Υπάρχουν πράγματα, κυρίες και κύριοι, τα οποία θα μπορέσετε να μάθετε μόνο από τους αδύναμους ανάμεσά μας. Και όταν τους πνίγετε, εσείς είσθε αυτοί που χάνετε… Και τι αλαζονεία! Οι δυνατοί να εξουσιάζουν τους αδύνατους και να αποφασίζουν ποιος ζει και ποιος πεθαίνει! Δεν καταλαβαίνετε, ότι δεν είστε εσείς, που κάνετε την καρδιά σας να κτυπά; Δεν καταλαβαίνετε, ότι δεν κατέχετε τίποτε από όλη την εξουσία που νομίζετε ότι κατέχετε; Είναι το έλεος του Θεού που σας στηρίζει, ακόμα και όταν τον μισείτε!
…Έτσι κοίταξαν την αγαπημένη μου Πένυ και της είπαν τα εξής… ενθαρρυντικά λόγια: Η Gianna είναι ένα τίποτα. Αλλά αυτή τους αγνόησε και άρχισε να δουλεύει μαζί μου και άρχισα να σηκώνω το κεφάλι μου… και μετά έλεγαν η Gianna ποτέ δεν θα κάνει αυτό, ποτέ δεν θα κάνει το άλλο. Και όμως στην ηλικία των τρεισήμισι χρόνων, άρχισα να περπατώ με περπατούρα και ορθοπεδικά στηρίγματα. Και, για να μην μακρηγορώ, στέκομαι εδώ σήμερα με ένα μικρό ορθοπεδικό πρόβλημα, χωρίς στηρίγματα. Πέφτω με χάρη μερικές φορές και μερικές άλλες άχαρα, αλλά δεν σταματώ να εργάζομαι για τη δόξα του Θεού.
Βλέπετε, κυρίες και κύριοι, είμαι πιο αδύναμη από τους περισσότερους από σας, αλλά αυτό είναι το κήρυγμά μου. Πληρώνω αυτό το μικρό τίποτα για να μπορώ να κηρύττω στον κόσμο και να προσφέρω ελπίδα. Παρεξηγούμε το πόσο όμορφο μπορεί να είναι το μαρτύριο! Δεν το προκαλώ, αλλά όταν έρχεται, ο Θεός έχει τη δυνατότητα να κάνει και τα πιο άθλια πράγματα όμορφα.
Έχω συναντήσει τη βιολογική μου μητέρα και την έχω συγχωρήσει. Είναι πολύ διαταραγμένη προσωπικότητα. Ήρθε και με βρήκε μετά από μία εκδήλωση και είπε: «Γεια σου, είμαι η μητέρα σου». Ήταν μία πολύ δύσκολη μέρα, αλλά καθώς αυτή μου μιλούσε με ταραχή και οργή, εγώ σκεφτόμουν: Δεν σου ανήκω. Ανήκω στον Χριστό. Είμαι το κορίτσι Του, και είμαι πριγκίπισσα!…
Θα ήθελα προτού τελειώσω να απευθυνθώ στους άντρες που είναι σ’ αυτή την αίθουσα: Άντρες, είστε φτιαγμένοι για να υψώνετε το ανάστημά σας και να υπερασπίζετε τις γυναίκες και μετά να μας αφήνετε μόνες. Είστε φτιαγμένοι για να είστε ευγενικοί και γενναιόδωροι και δυνατοί, διότι, άντρες, προσέξτε με: Είμαι πολύ κουρασμένη για να κάνω το δικό σας καθήκον!
Στους πολιτικούς, που ακούν, θα πω το εξής: Είστε φτιαγμένοι για μεγαλοσύνη. Αφήστε τη διπλωματία στην άκρη. Προορισμός σας είναι να υπερασπίζεστε ό, τι είναι σωστό και καλό. Τι είδους άνθρωποι θέλετε να είστε; Άνθρωποι με εμμονή στη δική τους δόξα ή άνθρωποι με εμμονή στην δόξα του Θεού; Έφτασε η στιγμή να πάρετε θέση. Ο Θεός θα σας βοηθήσει, ο Θεός θα είναι μαζί σας.
Θα τελειώσω με αυτό: Μερικοί ίσως είναι ενοχλημένοι, διότι μιλώ συνέχεια για τον Θεό και τον Κύριο Ιησού. Μα πώς είναι δυνατόν να περπατώ στην γη, έστω κουτσαίνοντας, και να μην δίνω όλη μου την καρδιά και το μυαλό και την ψυχή και όλο μου το είναι στον Χριστό, που μου έδωσε την ζωή; Όλος ο σκοπός της ζωής μου είναι να κάνω τον Θεό να χαμογελά.
Ελπίζω, μερικά απ’ αυτά που είπα, να έχουν νόημα. Βγήκαν μέσα από την καρδιά μου. Ο Θεός να σας ευλογεί.
Η/Υ ΠΗΓΗ:
Χριστιανική φοιτιτηκή δράσις.

 http://dosambr.wordpress.com/2010/07/18

ΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΩΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ


Ὁ μέγας Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος στά πνευματικά του παιδιά τά παρακαλεῖ (Θεσσ. Β΄ 3, 1): Τὸ λοιπὸν προσ εύχεσθε͵ ἀδελφοὶ͵ περὶ ἡμῶν͵ ἵνα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου τρέχῃ καὶ δοξάζηται͵ καθὼς καὶ πρὸς ὑμᾶς.
Προηγουμένως ὁ Ἅγιος Παῦλος προσευχήθηκε γιά νά στηριχθοῦν ἀπό τόν Θεό οἱ Θεσσαλονικεῖς. Τώρα ζητάει ἀπό αὐτούς νά προσευχηθοῦν καί αὐτοί γιά χάρη του. Ὄχι γιά νά μήν κινδυνεύει (ἀφοῦ ἤξερε ὅτι σ’ αὐτό εἶναι ταγμένος, δηλ. στό νά περνάει συνεχῶς κινδύνους καί θλίψεις- ὅπως ἄλλωστε καί κάθε γνήσιος ἀκόλουθος τοῦ Χριστοῦ) ἀλλά γιά νά τρέχει, νά διαδίδεται καί νά γίνεται ἀποδεκτός ἀπό τούς ἀνθρώπους ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Νά γίνεται πιστευτός ἀπό ὅσους τώρα ἀκοῦνε τό κήρυγμα, ὅπως ἀκριβῶς ἔγινε ἀκουστός ἀπό τούς ἀγαπητούς του Θεσσαλονικεῖς. Νά δοξάζεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, δηλ. σέ πολλές ἀνθρώπινες καρδιές νά ριζώνει καί νά καρποφορεῖ ὁπότε θά δοξάζεται ὁ Θεός ἀπό αὐτούς. Αὐτό τούς ζητάει νά προσευχηθοῦν καί νά παρακαλέσουν τόν Θεό γιά νά συμβεῖ ὅ,τι συνέβη καί στή Θεσσαλονίκη. Τούς ζητάει ἀλλά συγχρόνως τούς ἐγκωμιάζει γιά νά τούς φιλοτιμήσει.
Δίδαγμα: Ὅλα πρέπει νά τά ἐξαρτῶμε ἀπό τήν Θεία Χάρη. Ἡ Θεία Χάρη ἔρχεται μέ τήν ταπείνωση. Δρόμοι πού ὁδηγοῦν στήν ταπείνωση εἶναι: α)ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή β) τό νά βάζουμε τόν ἑαυτό μας κάτω ἀπό ὅλους καί γ)τό νά ἀγαπήσουμε τό σωματικό κόπο. Ὁ Ἀπόστολος, ὁ ὑπέρ πάντας τούς ἄλλους Ἀποστόλους κοπιάσας, ἐδῶ μᾶς διδάσκει καί τά τρία αὐτά. Ζητάει τίς προσευχές τῶν μαθητῶν του, τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν, τῶν πνευματικῶν νηπίων. Ζητάει πνευματική βοήθεια, αὐτός ὁ Πρωτοκορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων, ταπεινούμενος, τοποθετώντας τόν ἑαυτό του κάτω ἀπό τόν τελευταῖο μαθητή τοῦ Χριστοῦ. Ἐμπεδώνει ἔτσι στίς ψυχές μας τήν σημασία πού πρέπει νά δίνουμε στήν πρόσευχή γιά τούς ἄλλους καί γιά τήν κάθε ἱεραποστολική προσπάθεια. Τό ἔργο εἶναι τοῦ Θεοῦ. Χωρίς τήν Θεία Χάρη πού ἔρχεται διά τῆς ταπεινῆς προσευχῆς  πού βγαίνει ἀπό ἕνα κακοπαθημένο σῶμα καί μία κακοπαθοῦσα ψυχή δέν μπορεῖ νά εὐοδοθεῖ. Ὅλα τά ζητήματα τακτοποιοῦνται μέ τήν προσευχή. Ἄς ζητᾶμε καί μεῖς, ὄχι τυπικά ἀλλά μέ ἀληθινή πίστη σ’ αὐτό πού λέμε, τίς προσευχές τῶν πνευματικῶν μας ἀδελφῶν γιά νά γίνεται τό ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὄχι γιά νά μᾶς πάρει ὁ Θεός τούς ὅποιους πειρασμούς, πού ἔχουμε, ἀλλά γιά νά τρέχει καί νά δοξάζεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

3. 2. Καὶ ἵνα ῥυσθῶμεν ἀπὸ τῶν ἀτόπων καὶ πονηρῶν ἀνθρώπων· οὐ γὰρ πάντων ἡ πίστις.
Τούς παρακαλεῖ νά προσευχηθοῦν καί γιά νά τούς γλυτώνει ὁ Θεός ἀπό τούς ἄτοπους καί πονηρούς ἀνθρώπους. Ἐδῶ ὑπονοεῖ ὅτι περνάει κινδύνους καί δυσκολίες καί ἀντιμετωπίζει ἀντιδράσεις καί διωγμούς ἀπό ἀνθρώπους- ὄργανα τοῦ ἀντιχρίστου θηρίου τοῦ σκότους.
Οὐ γὰρ πάντων ἡ πίστις.
Ἐδῶ ὑπονοεῑται ὅτι κάποιοι πού δέν θέλουν νά πιστέψουν ἀντιδροῦν, ἀντιλέγουν στό κήρυγμα καί τοῦ προξενοῦν πειρασμούς. Εἶναι ἄνθρωποι πού ἀντιστέκονται στά ὀρθά δόγματα καί τά μάχονται. Αὐτούς ὑπονοεῖ μέ τό: οὐ γὰρ πάντων ἡ πίστις. Δέν ὑπονοεῖ ἐδῶ κινδύνους ἀλλά αὐτούς πού ἀντιλέγουν στό κήρυγμα, αὐτούς πού τόν ἐμποδίζουν μέ τά διάφορα αἱρετικά λεγόμενά τους. Τέτοιοι ἦταν ὁ Ὑμέναιος, ὁ Δημήτριος ὁ ἀργυροκόπος καί ὁ Ἀλέξανδρος ὁ χαλκέας. «Λίαν γὰρ»͵λέγει͵ «ἀνθέστηκε τοῖς ἡμετέροις λόγοις». Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος σάν νά μιλάει γιά πατρική κληρονομιά καί λέγει ὅτι δέν μποροῦν ὅλοι νά μπαίνουν στήν ὑπηρεσία τοῦ βασιλέως ἔτσι καί ἐδῶ. Δίδαγμα: Δέν εἶναι ὅλοι κατάλληλοι γιά νά στρατευθοῦν στό στρατό τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως διότι δέν θέλουν. Δέν εἶναι γιά ὅλους ἡ πίστις ἀλλά γιά τούς ἄξιους. Δέν εἶναι γιά τούς σαρκικούς καί φιλήδονους. Δέν εἶναι αὐτό τό δῶρο τοῦ Θεοῦ γιά τούς χοιρώδεις καί τούς ψυχικούς (δηλ. τούς φυσικούς καί μή ἐπιθυμοῦντας νά ἀναγεννηθοῦν πνευματικά ἀνθρώπους). Εἶναι γιά τούς Ἁγίους, αὐτούς δηλ. πού εἶναι πάνω ἀπό τούς σαρκικούς καί τούς ψυχικούς. Διότι ἡ λέξη Ἅγιος συντίθεται ἀπό τό στερητικόν α καί τή λέξη γῆ. Σημαίνει δέ τό Ἅγιος ἐκεῖνον πού εἶναι μακριά ἀπό τήν γῆ καί τά γήϊνα πράγματα. Διότι ἡ πίστη εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ὄχι δῶρο ὅπως ἡ Προφητεία, ἤ τό χάρισμα τῶν γλωσσῶν καί τῶν θαυμάτων ἀλλά ὡς ἀρετή. Ζητάει ὁ Θεός καί τήν δική μας συγκατάθεση γιά νά μᾶς τό δώσει. Δέν χρειάζεται κάτι ἄλλο παρά μόνο ὁ ἄνθρωπος νά θελήσει νά πιστεύσει καί ὁ Θεός πού μᾶς καλεῖ λέγοντας «εἴ τις διψᾷ ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω» (Ἰωαν. 7. 37) καί πάλι «εἴτις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὑτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι»(Λουκ. 9. 23) αὐτός μᾶς τήν δωρίζει.

Καὶ ἵνα ῥυσθῶμεν ἀπὸ τῶν ἀτόπων καὶ πονηρῶν ἀνθρώπων
Παρακαλεῖ νά γλυτώσει ἀπό ὅλους αὐτούς πού δέν τούς ἔχει δοθεῖ τό δῶρο νά πιστεύσουν διότι εἶναι πονηροί (δηλ. κακοί, κακοδιάθετοι, δέν θέλουν νά πιστεύσουν). Ζητώντας ἀπό τούς Θεσσαλονικεῖς νά προσεύχωνται γιαυτόν τούς ξεσηκώνει. Τούς ἐμψυχώνει διότι προσβλέπει πρός αὐτούς ὡς δυνατούς καί μεγάλους. Τούς ἐπιστρατεύει λέγοντάς τους ὅτι ἔχουν τόση παρρησία, ὥστε καί τόν δάσκαλό τους ἀκόμη νά μποροῦν νά ἀπαλλάσσουν ἀπό τούς κινδύνους καί νά ὁμαλοποιοῦν γιά χάρη του, τήν ὁδό τοῦ κηρύγματος. Τούς δίνει νά καταλάβουν τήν τεράστια δύναμη πού διαθέτουν. Διότι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος τό εἶπε: «οὗ γάρ εἰσιν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα͵ ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18. 20).  Καί πάλιν εἶπε: «ὅ τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου τοῦτο ποιήσω» (Ἰω. 14. 13).
Δίδαγμα: Ἡ συνάθροιση τῶν πιστῶν, ἡ κοινή προσευχή καί μάλιστα ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία προσευχή μέ τεράστια δύναμη. Εἶναι πολύ πιό δυνατή ἀπό τήν ἰδιωτική προσευχή πού κάνει ὁ καθένας μας σπίτι του. Ἄς μήν χάνουμε εὐκαιρία νά μετέχουμε στήν Θ. Λειτουργία δεόμενοι «ὑπέρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καί τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου». Οἱ πιστοί μέσα στή Θεία Λειτουργία δέν εἴμαστε πιά ἕνα ἄθροισμα φυσικῶν ἀτόμων, ἀλλά «κάτι ἄλλο», μιά νέα κοινότης, ἕνα σῶμα, μέ ἀπροσμέτρητες δυνατότητες, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος μᾶς ὑποσχέθηκε ὅτι: «Ἐάν δύο ἀπό σᾶς συμφωνήσουν στή γῆ γιά κάθε πρᾶγμα, πού θά ζητήσουν ἀπό κοινοῦ στήν προσευχή τους, θά γίνει αὐτό σ' αὐτούς ἀπό τόν Πατέρα μου, πού εἶναι στούς οὐρανούς.» (Ματθ. 18. 19).Ὑπακούοντας σ' αὐτήν τήν προτροπή τοῦ Κυρίου οἱ πιστοί συναθροί­ζονται καί ἀπαρτίζουν τήν Ἐκκλησία, ἕνα σῶμα, μέ ἀπροσμέτρητες δυνατότητες. Ἄς ἀκούσουμε τήν προτροπή τοῦ Ἀποστόλου καί ἄς προσευχόμαστε γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία καί μάλιστα γιά τούς ἱεραποστόλους.

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!
π. Σάββας
http://hristospanagia.blogspot.com/
Πηγή τῆς εἰκόνας τῶν Ἀποστόλων πού μεταφέρονται μέ νεφέλες : Ἱ. Ἡσ. Ἀνάστασις Χριστοῦ-Ἐμμαούς.

Άγιος Παντελεήμων

Ο  ΑΓΙΟΣ  ΚΑΙ  ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ
 
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

       Μέσα εις το νέφος των μαρτύρων και αγίων της πίστεώς μας, οι οποίοι έδωσαν την ζωήν των δια την αγάπην των προς τον Χριστόν, περιλαμβάνεται και η μορφή του αγίου Παντελεήμονος.
       Νέος, γεμάτος σφρίγος και παλμόν, δύναμιν και θάρρος, εμαρτύρησε δια την Ορθόδοξον Πίστιν του. Με αποφασιστικότητα διεκήρυξε και διελάλησε την αλήθειαν της πίστεώς του εις όλους, όσοι κατά την εποχήν εκείνην ευρίσκοντο εις το βασίλειον του σκότους και του ψεύδους, της ειδωλολατρίας.
       Ηρνήθη να θυσιάση εις τα άψυχα και αναίσθητα είδωλα και παρ' όλας τας κολακείας του βασιλέως Μαξιμιανού έμεινεν ακλόνητος και επροτίμησε να θυσιασθή και να καταστή έτσι κληρονόμος της ουρανίου Βασιλείας. Είλκυσεν εις τον Χριστόν και την πίστιν του όσους είχαν πραγματικόν πόθον και δίψαν να γνωρίσουν τον αληθινόν Θεόν.        Σου ευχόμεθα, αγαπητέ αναγνώστα να σε εμπνεύση προς μίμησιν η αγία ζωή του Αγίου Παντελεήμονος και η ανάγνωσις του βίου του να γίνη αφορμή δια προσέγγισιν εις την πηγή του φωτός και των ιαμάτων, τον Χριστόν.
ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΙΔΡΥΜΑ «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»
 
       Ο άγιος αυτός έζησε κατά τους χρόνους του βασιλέως Μαξιμιανού, ήτοι περί το 304. Κατήγετο από την πόλιν Νικομήδειαν. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήτο ειδωλολάτρης. Η μητέρα του ωνομάζετο Ευβούλη, και ήτο χριστιανή. Όσην περιποίησιν έκανε ο πατέρας προς τα είδωλα, τόσην προθυμίαν και αγάπην προς την ορθόδοξον πίστιν εδείκνυε η μητέρα του, που με στοργή και αγάπην ανέτρεψε τον υιόν των Παντολέοντα (έτσι τον εί­χαν ονομάσει). Του έδινε όχι μόνον υλικήν τροφήν, αλλά και πνευματικήν. Όμως απέθανε ενωρίς η ευτυχισμένη Ευβούλη.
      
Ο Παντολέων αφού έμαθε τα πρώτα γράμμα­τα, εμορφώθη και εις τα Ελληνικά. Αργότερον, αφού έμαθε αρκετά και επροχώρησεν, ο πατέρας του τον έστειλε να μαθητεύση εις τον ξακουστόν ιατρόν Ευφρόσυνον. Πράγματι ο νέος, ευφυής κα­θώς ήτο, εξεπέρασε τους υπολοίπους συμμαθητάς του εις την επίδοσιν, μέσα εις σύντομον χρονικόν διάστημα.
      
Ητο πολύ ωραίος εις την όψιν. Εις την ομιλίαν γλυκύς και εις το παράστημα μέτριος και ταπεινός. Ήτο στολισμένος με τας αρετάς, και είχε τόσον καλήν διαγωγήν που διεκρίνετο εις τας συναναστροφάς του από τους συνομηλίκους του. ‘Ολοι όσοι τον επλησίαζαν ευχαριστούντο και έ­χαιραν διότι απεκόμιζαν πολλάς ωφελείας.
      
Ένεκα των αρετών του ο Παντολέων έγινε ξα­κουστός και φημισμένος εις ολόκληρον την Νικο­μήδειαν.
      
Αλλά και αυτός ο βασιλεύς, όταν κάποια ημέρα επήγε με τον πατέρα του Ευστόργιον εις το παλάτι και τον είδε, ήρωτησε και έμαθε δια τας αρετάς του Παντολέοντος. Όταν είδε την ορθήν του σκέψιν και τον καλόν του χαρακτήρα, εκάλεσε τον Ευστόργιον και τον παροτρύνε να σπουδάση τον υιόν του όσον το δυνατόν περισσότερον, ούτως ώστε να τον κάνη τέλειον ιατρόν, και εν συ­νεχεία να τον τοποθέτηση μέσα εις το παλάτι του.

Βαπτίζεται Χριστιανός
.
       Ο άγιος Ερμόλαος ήτο ιερεύς της εκκλησίας της Νικομήδειας την εποχήν εκείνην. Όμως ήτο κρυμμένος εις μίαν οικίαν μαζί με άλλους Χριστι­ανούς, επειδή εφοβούντο τον βασιλέα.
      
Καθώς λοιπόν έβλεπε τον νέον, που επερνούσε από την οικίαν καθημερινώς δια να πάη εις τον διδάσκαλόν του, διεπίστωσε και αντελήφθη ότι ο νέος αυτός έχει σεμνότητα και ήθος και εξ αυτών έκρινε ότι και η ψυχική του κατάστασις θα ήτο α­γαθή, όπως η αγαθή και καρποφόρος εκείνη γη που αναφέρει το Ευαγγέλιον.
      
Ενώ εσκέπτετο ο Ερμόλαος αυτά, ηθέλησε να δοκιμάση και να σαγήνευση τον Παντολέοντα και αφού ήνοιξε την θύραν της οικίας, τον εφώναξε δια να του ειπή κάτι. Ο Παντολέων εισήλθεν εις την οικίαν και ο άγιος τότε τον ηρώτησε περί της κα­ταγωγής του και περί του αντικειμένου της λα­τρείας των (δηλ. σε τι πιστεύουν). Ο νέος απήντη­σεν εις την ερώτησιν με όλην την αλήθειαν, ότι δηλαδή η μητέρα του ήτο Χριστιανή και ο πατέρας του Ειδωλολάτρης. Ο Ερμόλαος και πάλιν τον ηρώτησε λέγων: «Εσύ, παιδί μου, ποίαν θρησκείαν αγαπάς περισσότερον;» Και ο νέος απήντησεν ως εξής: «Όταν εζούσεν η μητέρα μου, με συνεβούλευε καθημερινώς να γίνω  χριστιανός. Και εγώ  αυτό εποθούσα να γίνω. Η μητέρα μου απέθανε, και έμεινα μόνος με τον πατέρα μου, ο οποίος με αναγκάζει να τον ακολουθώ εις την θρησκείαν και σκοπεύει να μου προσφέρη εις ένδειξιν τιμής θέσιν εις το παλάτι» Τον ξαναρωτά ο Ερμόλαος: «Ποίαν επιστήμην ακολουθείς, παιδί μου;» Και ο Παντολέων απεκρίθη λέγων: «Την Ιατρικήν, σεβα­στέ γέροντα, ακολουθώ. Αυτήν που εδίδαξεν ο Α­σκληπιός, ο Ιπποκράτης, ο Γαληνός και άλλοι σο­φοί. Απ' όλα τα επαγγέλματα εις τον πατέρα μου, ήρεσε αυτό το επάγγελμα. 'Αλλά και ο διδάσκα­λός μου με επληροφόρησε ότι εάν γίνω τέλειος ιατρός, δεν θα υπάρχη ασθένεια που να μην μπορώ να την θεραπεύσω». Τότε ο Ερμόλαος ευρών την κατάλληλον ευκαιρίαν, είπε προς τον νέον: «Πίστευσέ με, παιδί μου, ότι η επιστήμη του Ασκλη­πιού, του Γαληνού και των υπολοίπων σοφών που μου ανέφερες, μικρήν βοήθειαν μπορεί να προσφέρη εις αυτούς που την σπουδάζουν. Αλλά και αυ­τοί οι θεοί που προσκυνεί ο Μαξιμιανός, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψευδείς μύθοι, που τους πιστεύουν οι ανόητοι. Ένας είναι ο αληθινός Θεός, ο Ιησούς Χριστός, εις τον οποίον εάν πιστεύσης εξ όλης της καρδίας σου, θα ιατρεύσης κάθε νόσον, χωρίς τα ιατρικά βότανα, με μόνην την Χάριν και δύναμιν Εκείνου. Ο Χριστός εφώτισε πολλούς τυφλούς, ανέστησε νεκρούς, εκαθάρισε λεπρούς, εθεράπευσε δαιμονιζομένους και αιμορροούντας, ιάτρευσε δυσθεραπεύτους ασθενείας και έκανε α­μέτρητα θαύματα. Αλλά και σήμερον ο Χριστός ευρίσκεται μεταξύ των πιστών δούλων Του, και τους βοηθεί να τελούν έργα που προκαλούν κατάπληξιν και δέος. Και τους πιστούς Του αυτούς τους καθιστά κληρονόμους της ουρανίου βασιλεί­ας Του».
       
Μόλις ήκουσε αυτά ο Παντολέων, ένοιωσε μεγάλην χαράν. Η καρδιά του εγέμισε ευφροσύνην και διεπίστωσεν, ότι όλα όσα τον έλεγεν ο ιερεύς ήσαν αληθή και δίκαια. Και απήντησεν ως εξής: «Άγιε γέροντα, όσα μου είπες τα ήκουσα και από την μητέρα μου πολλές φορές. Την έβλεπα να προσ­εύχεται και να επικαλήται τον Θεόν, που και εσύ κηρύττεις. Τον παρακαλούσε θερμώς να μας φωτίζη και να μας βοηθή».
Αφού ηυχαρίστησε ο Παντολέων, δια την διαφώτισιν και συμβουλήν τον Ερμόλαον έφυγε συνεχίσας τον δρόμον του. Όμως εντυπωσιάσθη από τους λόγους του Ερμολάου και δι' αυτό πολλές φορές ήρχετο και ήκουε την διδασκαλίαν του. Τοι­ουτοτρόπως η πίστις του εις τόν Χριστόν ολίγον κατ' ολίγον ηύξανε.
      
Μίαν ήμέραν ένω επέστρεφε από τόν διδάσκαλόν του, εύρεν εις τον δρόμον ένα παιδί που το εδάγκωσε φαρμακερό φίδι. Το παιδί απέθανε και η έχιδνα που το εδάγκωσε έστεκε πλησίον του. Ο Παντολέων μόλις είδε το συμβάν, ενεθυμήθη τους λόγους του Ερμολάου. Εσκέφθη λοιπόν ως εξής: «εάν ο Χριστός εκπλήρωση την απαίτησί μου ν' αναστηθή το παιδί, και να θανατωθή το φίδι δεν χρειάζομαι άλλην διαπίστωσιν ούτε άλλην απόδειξιν των όσων με εδίδαξεν ο σεβάσμιος γέρων. Μάλιστα θα γίνω αμέσως Χριστιανός». Αφού έ­καμε προσευχήν, το παιδί την ίδια ώρα ανεστήθη σαν να είχε ξυπνήσει από βαθύν ύπνον. Η έχιδνα έγινε κομμάτια και εχάθη. Τότε ο Παντολέων εξ όλης της ψυχής και καρδίας του επίστευσεν εις τον Χριστόν. Και αφού έστρεψε τα μάτια του προς τον ουρανόν με πολλήν χαράν ευχαρίστησε και εδόξασε τον Κύριον, που τον ελύτρωσε από την πλάνην και από το σκοτάδι των ειδώλων, και τον ωδήγησεν εις την επίγνωσιν της αληθείας. Έπειτα τρέχων, επήγεν εις τον Ερμόλαον και του ανέφερε το γεγονός και με μεγάλην χαράν του εζήτησε να τον καταστήση τέλειον Χριστιανόν δια του Αγίου Βαπτίσματος. Ο Ερμόλαος με χαράν εδέχθη να τον βάπτιση, επειδή εγνώριζεν ότι το μύρον του Αγ. Πνεύματος θα το έβαζε εις εκλεκτόν σώμα. Αφού τον εβάπτισε τον εκοινώνησε του Δεσποτι­κού σώματος και αίματος και τον εδίδαξε περί των μυστηρίων της αληθούς μας πίστεως.
      
Πλησίον του αγίου γέροντος έμεινεν επτά η­μέρας πληρούμενος χαράς και τρεφόμενος με εκεί­να τα μελίρρυτα λόγια. Την ογδόην ημέραν έφυγε και επήγε εις την οικίαν του.
      
Από τότε «φρόντιζε με κάθε τρόπον να επιστρέψη τον πατέρα του εις την αληθινήν πίστιν. Δια τούτο μίαν ημέραν του είπε: «Διατί πατέρα, όσα είδωλα κατεσκευάσθησαν όρθια δεν εκάθησαν ποτέ, και όσα πάλιν κατεσκευάσθησαν καθήμενα ποτέ δεν εσηκώθησαν;». Ο Ευστόργιος δεν ημπό­ρεσε ν' απάντηση εις τον υιόν του και μάλιστα ήρχισε ολίγον κατ' ολίγον να ψυχραίνεται η ευλάβειά του προς αυτά, και δεν εθυσίαζε εις αυτά συχνά, όπως πριν.
      
Ο Παντολέων ευχαριστούσε τον Θεόν, διότι έ­βλεπε και διεπίστωνε την αλλαγήν του πατρός του και παρακαλούσε ασταμάτητα τον θεόν να τον φωτίση και να τον λύτρωση από την πλάνην και την αγνωσίαν το συντομώτερον. Εσκέπτετο να συντρίψη τα είδωλα που ευρίσκοντο εις την οικίαν του, αλλ' όμως δεν ήθελε να λυπήση τον πατέρα του και δεν το έκαμε. Εσκέφθη ότι θα ήτο καλύτερον ο πατέρας του με τα λόγια να πιστέψη εις τον Χριστόν και αφού τον έπειθε, ο ίδιος ο πατέ­ρας του θα συνέτριβε τα είδωλα. «Όπερ και έγι­νε. Ο Θεός ήκουσε την προσευχήν του δούλου Του και οικονόμησε τα πράγματα με κατάλληλον τρό­πον, ώστε να φέρη εις την ευσέβειαν με ένα θαύ­μα τον Ευστόργιον.

Θεραπεύει τον τυφλόν.
       Εις την οικίαν του Ευστοργίου έφεραν ένα τυφλόν. Αφού εκτύπησαν την θύραν οι συγγενείς του τυφλού ηρώτησαν εάν ήτο μέσα ο ιατρός Παντολέων. Μόλις ήκουσε αυτός ότι τον εκάλεσαν, εβγήκε με τον πατέρα του έξω και ηρώτησαν τον τυφλόν τι εζητούσε. Εκείνος τους είπε:«Άριστε ιατρέ, επιθυμώ σφοδρώς το φως μου, διότι δεν υ­πάρχει εις τους ανθρώπους γλυκύτερον πράγμα. Σε παρακαλώ να λυπηθής την ταλαιπωρίαν και την συμφοράν μου και να με ελεήσης τον άθλιον. Διότι πολλοί ιατροί υπεσχέθησαν να με θεραπεύ­σουν, αλλά δεν ημπόρεσαν. Έχω μάλιστα εξοδεύσει όλην την περιουσίαν μου εις φάρμακα χωρίς να ιδώ καμμίαν απολύτως ωφέλειαν. Μάλιστα διεπίστωσα ότι και το ολίγον φως που είχα, το έχα­σα, και έμεινα όχι μόνον τυφλός αλλά και φτω­χός ο άθλιος».
       
Ο Παντολέων του είπε τότε: «Επειδή εξώδευσες όλην την περιουσίαν σου εις τους άλλους ια­τρούς και δεν είδες ωφέλειαν, εάν εγώ σε θεραπεύσω τί θα μου δώσης;» Και ο τυφλός απεκρίθη: «Σου χαρίζω μετά χαράς και προθύμως ό,τι μου απέμεινε από την περιουσίαν». Τότε του είπε: «Τους μεν οφθαλμούς σου θα θεραπεύση ο αληθής Θεός, δια μέσου μου, την δε αμοιβήν που μου υπεσχέθης θέλω να την διαμοίρασης εις τους πτω­χούς». Ο Παντολέων βεβαίως εμίλησε έτσι επειδή ήλπιζε εις την Χάριν και την δύναμιν του Χριστού. Ο πατήρ του όμως, επειδή ενόμισε ότι θα τον θεραπεύση με τα βότανα της ιατρικής επιστήμης, τον ημπόδισε λέγων. «Αγαπημένε μου υιέ, μην επιχειρής κάτι ανώτερον από την δύναμίν σου, μή­πως και ντροπιασθής αν αποτύχης. Τί άλλο μπο­ρείς εσύ να προσφέρης ή επιτύχης περισσότερον από τους υπολοίπους ιατρούς πού  δεν κατώρθωσαν να τον θεραπεύσουν;» Και εκείνος απεκρίθη: «Ουδείς άλλος δύναται να τον θεραπεύση, πατέρα, όπως εγώ, επειδή από τον διδάσκαλόν μου μέχρις αυτούς τους ιατρούς υπάρχει μεγάλη διαφορά». Ο πατέρας του επειδή ενόμισε ότι ωμιλούσε περί του διδασκάλου του Ευφροσύνου του είπε πάλιν: «Μα εγώ, παιδί μου, ήκουσα πως αυτόν τον τυφλόν τον επήγαν και εις τον διδάσκαλόν σου και τί­ποτα δεν κατώρθωσε να επιτύχη». Ο Παντολέων είπε προς τον πατέρα του: «Πρόσεχε πατέρα να διαπίστωσης ολοφάνερα την άλήθειάν μου». Και μόλις ετελείωσε τα λόγια του αυτά, άπλωσε το δεξιό του χέρι και έκανε το σημείον του Σταυρού εις τα μάτια του τυφλού, επικαλούμενος συγχρό­νως και το γλυκύτατον όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και, ω του θαύματος!, αμέσως ήνοιξαν τα μάτια του τυφλού, και ανέβλεψαν και τα μάτια του σώματός του και της ψυχής του, διό­τι ήτο ειδωλολάτρης. Μόλις λοιπόν είδε το θαύμα που του έγινε με την επίκλησιν του ονόματος του Χριστού, αμέσως επίστευσεν. Και όχι μόνον ο πρώ­ην τυφλός επίστευσεν, αλλά και ο πατέρας του Παντολέοντος, και μεγαλοφώνως διεκήρυξαν τον Χριστόν Θεόν αληθέστατον. Ο Άγιος Παντολέων εχάρη δοξάζων τον Κύριον και τους επήγε εις τον άγιον Ερμόλαον, ο οποίος και τους εβάπτισε.
      
Ο Ευστόργιος μόλις επέστρεψεν εις την οικίαν του συνέτριψε όλα τα είδωλα. Ύστερα απ' ολίγον καιρόν, αφού έζησε εν μετανοία, απεδήμησε προς Κύριον.
      
Ο Παντολέων εμοίρασε όλην την περιουσίαν του, εις τους πτωχούς και τους φυλακισμένους. Ηλευθέρωσε τους δούλους του, εφρόντισε δια τους αδυνάτους και ασθενείς και όχι μόνον τους ιάτρευε από κάθε ασθένειαν, αλλά τους έδινε και αρκετά χρήματα δια να ζήσουν.
      
Εξ αιτίας των ευεργεσιών του αυτών, η φήμη του και το όνομά του διεδόθη παντού. Όσοι είχαν ασθενείς εζητούσαν, εκαλούσαν και επροτιμούσαν απ' όλους τους ιατρούς τον Παντολέοντα. Αυτός αφού τους εθεράπευε, δεν εζητούσε πληρωμήν παρά μόνον τους εκαλούσε να ομολογήσουν τον Χριστόν τον μόνον αληθή θεραπευτήν των σωματικών και των ψυχικών πόνων. Έτσι όσοι επίστευαν εις τον Χριστόν εθεραπεύοντο διπλά, λαμβάνοντες την σωτηρίαν της ψυχής και την υγείαν του σώματος.

Φθονούν και συκοφαντούν τόν άγιον εις τον βασιλέα.
        Οι ιατροί της πόλεως, όταν είδαν ότι ο Παντολέων τελεί τόσα αξιοθαύμαστα πράγματα, τον εφθόνησαν.
      
Μίαν ημέραν ενώ εκάθοντο εις την αγοράν, είδαν τον πρώην τυφλόν που επερνούσε από εκεί. Μόλις λοιπόν τον είδαν υγιή εσυγχύσθησαν και έλεγαν μεταξύ των: «Μα δεν είναι αυτός που δο­κιμάσαμε με πολλούς τρόπους να τον θεραπεύσωμεν και τίποτα δεν επετύχαμεν;» Και τον ηρώτη­σαν, και έμαθαν ότι τον εθεράπευσε ο Παντολέων. Και εθαύμασαν λέγοντες: «Όπως είναι ο διδά­σκαλος σπουδαίος, έτσι ανέδειξε και τον μαθητήν του αξιοθαύμαστον». Πλην όμως από τότε εφθόνη­σαν περισσότερον τον άγιον και εζητούσαν αιτίαν να τον συκοφαντήσουν εις τον βασιλέα.
      
Ευρήκαν λοιπόν ένα χριστιανόν ομολογητήν που ετιμώρησε ο ασεβής Μαξιμιανός, εξ αιτίας της πίστεώς του, και τον οποίον περιέθαλπε και εφρόντιζεν ο Παντολέων. Έτρεξαν λοιπόν χωρίς χρονοτριβήν και είπαν εις τον βασιλέα: «Μεγαλειότατε, γνώριζε ότι ο Παντολέων, τον οποίον αγαπάς τό­σον και έχει σπουδάσει, ώστε να γίνη τέλειος ια­τρός, δια να τον έχης δια βοήθειαν εις καιρόν ανάγκης, τώρα ούτε την μεγάλην δύναμιν και εξουσίαν της βασιλείας σου φοβείται, ούτε τον ενδια­φέρει η φιλία και η αγάπη της βασιλείας σου. Περιέρχεται και ευρίσκει και θεραπεύει αυτούς που τιμωρεί τόσον δικαιολογημένα η βασιλεία σου και που είναι εχθροί των θεών σου. Αλλά δεν αρ­κεί μόνον ότι ηρνήθη την πατρικήν του θρησκείαν, και πιστεύει εις τον Εσταυρωμένον, αλλά διδά­σκει και άλλους Έλληνας, όσους μπορεί, δια να τους κάνη χριστιανούς. Εμείς λοιπόν οι δούλοι σου, ως πιστοί που είμεθα της βασιλείας σου, σου προτείνομε να τον βγάλης από το μέσον το συντομώτερον. Διότι ύστερα θα λυπηθής όταν ιδής τους έλληνας (ειδωλολάτρας) ν' αρνούνται τους θεούς, και να γίνωνται χριστιανοί με τας ευεργε­σίας του, και μάλιστα τας θεραπείας του Ασκλη­πιού να διαδίδουν ότι τας τελεί ο Χριστός. Αν θέλης να μάθης την αλήθειαν των όσων είπαμε, πρόσταξε να έλθη εδώ ο τυφλός που ιάτρευσε ο Παντολέων να τ' ακούσης και από τον ίδιον».
      
Ο βασιλεύς μόλις ήκουσε αυτάς τας πληρο­φορίας ελυπήθη και διέταξε να του παρουσιάσουν τον πρώην τυφλόν. Πράγματι ωδηγήθη ενώπιόν του, και ο βασιλεύς τον ηρώτησε με ποίον τρόπον τον εθεράπευσε ο Παντολέων και εκείνος ωμολόγησε την αλήθειαν χωρίς φόβον ή δειλίαν λέγων: «Με το όνομα του Χριστού με ιάτρευσεν και το εκπληκτικώτερον είναι ότι προτού τελείωση τους λό­γους του, τα μάτια μου ήνοιξαν και έτσι κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθή ότι μ' εθεράπευσε με την ιατρικήν επιστήμην». Ο βασιλεύς τότε του είπε: «Εσύ λοιπόν τί παραδέχεσαι δι' αυτό το θέμα. Ο Χριστός σ' εθεράπευσε ή οι θεοί;» Και εκείνος απεκρίθη: «Ας εξετάσωμεν την υπόθεσιν καλώς και θ' αποδειχθή η αλήθεια. Βλέπεις τους ιατρούς αυτούς που προσεπάθησαν να με ιατρεύσουν; Όμως παρ' όλον ότι ευηργετήθησαν από εμέ, και εξώδευσα όλην μου την περιουσίαν εις τα φάρμακα, τίποτα δεν με ωφέλησαν, μάλλον μ' έβλαψαν, διό­τι μου αφήρεσαν και το ολίγον φως που είχα. Ποί­ον λοιπόν πρέπει να ονομάσω ιατρόν και βοηθόν μου; Τον Ασκληπιόν που επικαλούνται εις βοή­θειαν αυτοί εδώ οι ιατροί και τίποτα δεν μου προσ­έφεραν ή τον Χριστόν που με τ' όνομά του μόνον ο Παντολέων μου εχάρισε το φως που λαχταρούσα; Την απάντησιν, βασιλεύ, την ξέρει και ένας τυφλός και αγράμματος». Ο βασιλεύς μη γνωρί­ζων τι ν' αποκριθή εις τον πρώην τυφλόν είπεν: «Μήπως είσαι ανόητος άνθρωπε; Ούτε καν ν' αναφέρης ότι ο Χριστός σε ιάτρευσε. Οι θεοί σου έδω­σαν το φως και αυτό είναι ολοφάνερον». Τότε ο άλλοτε τυφλός, φωτισμένος εις την ψυχήν περισσό­τερον παρά εις το σώμα δεν εφοβήθη την βασιλι­κήν εξουσίαν ούτε τον θυμόν του βασιλέως. Εσκέφθη ότι θα ετιμωρείτο, αλλά με μεγάλο θάρρος είπε προς τον βασιλέα: «Συ βασιλεύ είσαι ανόη­τος που ισχυρίζεσαι ότι οι ψεύτικοι και αναίσθητοι θεοί σου μου έδωσαν το φως. Είσαι τόσον πολύ τυ­φλός όπως και αυτοί εδώ και δεν ημπορείς να διακρίνης την αλήθειαν που λάμπει περισσότερον από τον ήλιον».
      
Ο τύραννος βασιλεύς όταν ήκουσε αυτά εβεβαιώθη ότι όσα του είπαν οι ιατροί ήσαν αληθή. Αμέσως διέταξε και απεκεφάλισαν τον ευτυχή, άλλοτε τυφλόν που ήτο φίλος του Χριστού, συνή­γορος της αληθείας, μάρτυς αψευδής, ο οποίος εθυσιάσθη δια τον Χριστόν που τον εθεράπευσε και εμαρτύρησε δια την αγάπην Του.
      
Ο άγιος ήγόρασε μυστικώς το τίμιον λείψανόν του και το ενεταφίασε εκεί όπου έθαψε τον πα­τέρα του.

Μαρτύριον και θαύματα του αγίου.
       Ο βασιλεύς ειδοποίησε τον Παντολέοντα να πάη να τον συνάντηση. Ο άγιος ενώ επήγαινε προς αυτόν προσηύχετο λέγων: «Ο Θεός την αίνεσίν μου μη παρασιώπησης» και την συνέχειαν του ψαλμού. Όταν έφθασεν εις το παλάτι και παρουσιάσθη ενώπιον του βασιλέως, του είπε ο βα­σιλεύς: «Ήκουσα μερικά λόγια για σένα, Παντολέον, επιβαρυντικά. Δηλαδή ότι υβρίζεις, και πε­ριφρονείς τον Ασκληπιόν και τους άλλους θεούς. Ήκουσα ότι πιστεύεις εις τον Χριστόν και ισχυρί­ζεσαι ότι μόνον αυτός είναι αληθινός Θεός και τρέ­φεις ελπίδα εις αυτόν που εύρε τόσον ατιμωτικόν θάνατον. Γνωρίζεις, Παντολέον, πόσον σε αγαπώ και έδωσα εντολάς εις τον διδάσκαλόν σου να σε διδάξη όσον το δυνατόν καλύτερον την επιστήμην σου δια να σ' εγκαταστήσω εις το παλάτι μου. Βέ­βαια γνωρίζαμεν ότι πολλοί εξ αιτίας του φθόνου των διαδίδουν και ψέματα. Δι' αυτό και σε προσεκάλεσα να κάμης θυσίαν εις τους θεούς, δια να μάθωμεν την αλήθειαν». Ο άγιος απεκρίθη: «Τα έργα είναι αξιότερα, ω βασιλεύ, παρά τά λόγια όπως όλοι γνωρίζομεν. Εάν ερευνώμεν και εξετάζωμεν τα μικρά και τόσον ασήμαντα πράγματα εάν είναι αληθινά και γνήσια, πολύ περισσότερον επιβάλλεται να εξετάζωμεν με μεγάλην προσοχήν όσα αφορούν τον Θεόν, δια να μη ζημιωθώμεν. Διότι η ευσέβεια προς τον Θεόν είναι το υψηλότερον όλων των πραγμάτων. Ο Θεός λοιπόν που εγώ προσκυνώ και σέβομαι, εδημιούργησε τον ουρανόν, την θάλασσαν, την γην και όλον τον κόσμον. Αυτός ανέστησε νεκρούς, εφώτισε τυφλούς, εκαθάρισε λεπρούς, εσήκωσε παραλύτους και όλα αυ­τά τα θαύματα τα έκαμε μόνον με τον λόγον και την διαταγήν.
      
Οι θεοί που προσκυνούν οι Έλληνες (ειδωλολάτραι) δεν γνωρίζω εάν έκαμαν ποτέ τέτοια έρ­γα ή εάν ημπορούν να κάμουν. Εάν ασφαλώς επιθυμής, βασιλεύ, ας δοκιμάσωμεν τώρα, δια να μάθης την αλήθειαν. Δώσε διαταγήν να φέρουν εδώ ένα ασθενή που να πάσχη από αθεράπευτον ασθένειαν και ας προσέλθουν οι ιερείς σας να παρακα­λέσουν τους θεούς των, όσον θέλουν, δια να τον θεραπεύσουν. Έπειτα να παρακαλέσω και εγώ τον Θεόν μου, με τ' όνομα του οποίου θα ιατρευθή ο ασθενής. Αυτόν λοιπόν τον Θεόν πρέπει ν' ονομάζωμεν αληθινόν και τους υπόλοιπους θα τους περι­φρονήσουμε». Οι λόγοι του Παντολέοντος άρεσαν εις τον βασιλέα, και αφού έδωσε εντολήν, έφεραν ένα παράλυτον καθισμένον εις το κρεββάτι του, ο οποίος δεν ημπορούσε να κινηθή καθόλου. Οι ιε­ρείς των ειδώλων έκαμαν την ανοσίαν δέησίν των, επικαλούμενοι επί πολλήν ώραν τους αναίσθητους θεούς των. Αυτοί ως κωφοί και άλαλοι δεν εισήκουσαν. Και ο άγιος τους εχλεύασε εξ αιτίας της μεγάλης αγνοίας των. Όταν τελικώς διεπίστωσαν ότι δέν ημπόρεσαν να κατορθώσουν τίποτα, είπαν προς τον άγιον να επικαλεσθή τον Θεόν του. Τότε ο Παντολέων εσήκωσε τα μάτια του και όλην την διάνοιάν του προς τον ουρανόν και είπε. «Κύ­ριε, εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς σε ελθέτω. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ' εμού. Εν η αν ημέρα επικαλέσωμαί σε, ταχύ επάκουσόν με. Δείξον Δέσποτα εις αυτούς που δεν σε γνωρίζουν, ότι συ είσαι ο μόνος Θεός ο αληθής και ο παντοδύναμος». Έτσι είπε και αφού έπιασε τα χέρια του παραλύτου είπε: «Εν ονόμα­τι του Χριστού, ο οποίος ανορθώνει τους καταπλη­γωμένους και κτυπημένους, σήκω και περιπάτει». Τότε αμέσως ο λόγος έγινεν έργον. Και ο ασθενής εσηκώθη και περιεπάτησε με μεγάλην προθυμίαν και αγαλλίασιν. Όταν είδαν οι ειδωλολάτραι το θαύμα αυτό εξεπλάγησαν, και πολλοί ηρνήθησαν τα είδωλα, και επίστευσαν εις τον αληθινόν Θεόν. Οι βδελυροί όμως ιερείς εξηκολούθησαν να παρα­μένουν άπιστοι. Και αφού προσήλθαν εις τον βασι­λέα του είπαν. «Σε ορκίζομεν εις τους αθανάτους θεούς μας να μην αφήσης πλέον τον Παντολέοντα να ζήση ούτε μίαν ώραν, διότι θα εξαφάνιση την θρησκείαν μας και οι χριστιανοί θα γίνουν ισχυ­ροί και θα στραφούν εναντίον μας. «Ο βασιλεύς όταν τους ήκουσε, εκάλεσε πάλιν τον άγιον και εδοκίμασε να τον παραπλάνηση με κολακευτικά λό­για, μήπως τον πείση και συμφωνήση μαζί του. Αφού τίποτα όμως δεν κατόρθωσε ούτε με τας κο­λακείας ούτε με τας απειλάς να τον πείση, ήρχισε να τον τιμωρή με διάφορα βασανιστικά μέσα. Κατ' αρχήν τον εκρέμασαν εις ένα ξύλον και τον εξέσχισαν με σιδερένια νύχια. Έπειτα κατέκαυσαν τας πλευράς του, και τα υπόλοιπα ευαίσθητα μέλη του.
      
Αλλ' ενώ το σώμα του αγίου και Μάρτυρος με αυτούς τους τρόπους ετιμωρείτο, ο νους του ήτο εστραμμένος προς εκείνον που ημπορούσε να του παράσχη βοήθειαν. Τα μάτια του ήσαν γυρι­σμένα προς τον ουρανόν και με θερμήν πίστιν προσηύχετο εις τον Κύριον νοερώς. Και ο Κύριος εισήκουσε την προσευχήν του, και έφθασε κατ' εκείνην την στιγμήν μπροστά του με την μορφήν του Ερμολάου και του είπε, καθώς είναι πατήρ γνή­σιος και φιλόστοργος: «Μη φοβήσαι, διότι εγώ εί­μαι μαζί σου, βοηθός σου, εις όσα θα υποφέρης δι' εμέ». Και αμέσως τα χέρια των στρατιωτών παρέ­λυσαν, αι λαμπάδες εσβήσθησαν, και αι πληγαί του αγίου εθεραπεύθησαν. Ο βασιλεύς εντροπιάσθη μόλις είδε τα όσα συνέβησαν και αφού διέταξε να τον κατεβάσουν από το ξύλον είπε προς τον άγιον: «Με ποίαν τέχνην και μαγείαν έκανες τα χέρια των στρατιωτών να παραλύσουν και τας λα­μπάδας να σβήσουν;»   Και   απεκρίθη:   «Η τέχνη και η μαγεία μου είναι ο Χριστός που αγαπώ και ο οποίος ευρίσκεται πλησίον μου και τελεί τα θαύ­ματα». Ο Μαξιμιανός τότε του είπε: «Αλλ' εάν σε βάλω σε χειρότερα και σκληρότερα βασανιστήρια τί θα γίνης;» Και ο Άγιος απήντησε: «Τότε θα λάβω και εγώ μεγαλυτέραν βοήθειαν από τον Χριστόν μου».
      
Διέταξε λοιπόν ο Μαξιμιανός και εγέμισαν με μολύβι ένα δοχείον μεγάλο και αφού το έβρα­σαν πολύ έβαλαν μέσα τον άγιον. Και πάλιν προσηύχετο και επεκαλείτο την βοήθειαν του Κυρίου λέγων. «Εισάκουσον ο Θεός της φωνής μου. Εν τω δέεσθαί με προς σε από φόβου εχθρού εξελού την ψυχήν μου» και εσυνέχιζε τον ψαλμόν.
      
Και πάλιν παρουσιάσθη ο Κύριος με την μορφήν του Ερμολάου και εισήλθε εις το μεγάλο δο­χείον και αμέσως η φωτιά που το έβραζε έσβησε και ο μόλυβδος εκρύωσε. Ο Άγιος συνέχισε να ψάλλη το «Εγώ προς Θεόν εκέκραξα και εισήκουσέ μου».
      
Όσοι ευρέθησαν εκεί εξεπλάγησαν και από­ρησαν δια το παράξενον γεγονός.
       
Ο βασιλεύς πωρωμένος και αναίσθητος καθώς ήτο, δεν αντελήφθη ότι τα θαύματα αυτά ετελούντο από τον ισχυρόν και αληθινόν Θεόν. Αλλά τα εθεωρούσε ως μαντικάς επιτυχίας. Εσυλλογίζετο λοιπόν με ποίον άλλο βασανιστήριον θα ημπορού­σε να καταβάλη τον αήττητον Μάρτυρα. Αφού μά­λιστα συνεβουλεύθη τους άρχοντάς του, διέταξε να δέσουν εις τον λαιμόν του αγίου ένα μεγάλο λίθον και να τον ρίψουν εις την θάλασσαν. Οι στρατιώται έτρεξαν να εκτελέσουν την διαταγήν. Και ο Θεός πάλιν εφρόντισε να διαφύλαξη και βοηθήση τον δούλον Του που εκινδύνευε χάριν Αυτού. Μόλις τον έρριψαν εις την θάλασσαν επενέβη ο Χριστός καθώς φαίνεται και έκαμε την βαρειάν εκείνην πέτρα που είχε εις τον λαιμόν του ελαφροτέραν και από το φύλλον του δένδρου και έπλεε εις την θάλασσαν. Ο Άγιος περιεπάτησε επάνω εις το νερό της θαλάσσης, όπως άλλοτε ο πρωτό­θρονος Πέτρος, και εβγήκε εις τον αιγιαλόν σώος και αβλαβής. Ο βασιλεύς όταν τον είδεν εις την ξηράν εθαύμασε και του είπε: «Τί είναι αυτό που βλέπω, Παντολέον; Εξουσιάζεις δια της μαγείας σου και την θάλασσαν;» Και ό άγιος απεκρίθη: «Η διαταγή Εκείνου που την εξουσιάζει έκανε αυ­τό που βλέπεις. Πρέπει να ξέρης ότι η γη, η θάλασ­σα και όλα τα δημιουργήματα υπακούουν και υ­ποτάσσονται εις τον Θεόν περισσότερον απ' ό,τι υ­πακούσουν εις σε οι υπηρέται σου».
      
Η σκληρή και πωρωμένη καρδιά του βασι­λέως δεν άλλαξε καθόλου. Παρ' όλον ότι είδε τό­σα και τόσα θαύματα ο ασυνείδητος, διέταξε να συγκεντρώσουν όλα τα άγρια θηρία της γης. Έ­πειτα θέλων να δείξη ότι λυπάται δήθεν τον άγιον, και δια να τον φοβίση του είπε: «Βλέπεις αυ­τά τα θηρία; Δια τον χαμόν σου τα έφεραν. Λυπή­σου λοιπόν τον εαυτόν σου. Εγώ λυπάμαι την νεό­τητα και ωραιότητά σου, μάρτυρές μου οι θεοί. Σε συμβουλεύω όπως ο πατέρας, να προτίμησης ως λογικός το συμφέρον σου, δια να μην αποθάνης πρόωρα με τέτοιον πικρόν θάνατον και να στερηθής την γλυκυτάτην και τόσον ποθητήν ζωήν».
      
Ο άγιος απεκρίθη τότε: «Εάν δεν σε υπήκουσα προηγουμένως, πώς ελπίζεις να σε ακούσω τώ­ρα που είδα τόσην βοήθειαν από τον Θεόν μου; Ούτε καν να το σκεφθής λοιπόν ότι θα κάμω ποτέ θυσίαν εις τους δαίμονας. Διατί με απειλείς με τα θηρία σου; Εκείνος που παρέλυσε τα χέρια των στρατιωτών σου, και επάγωσε τον βραστόν μόλυβδον και εξήρανεν την θάλασσαν, θα κάμη και τα φοβερά σου θηρία ημερώτερα από τα πρόβα­τα».
      
Ο άγιος δεν επείσθη από τον βασιλέα να προσκυνήση τα είδωλα και προτίμησε να ριφθή εις τα άγρια θηρία. Ο βασιλεύς όμως επέμενε και μάλι­στα του έδωσε προθεσμίαν τρεις ημέρας δια να σκεφθή και να θυσιάση εις τα είδωλα. Διαφορετικά θα εκτελείτο η διαταγή του και ο άγιος θα ερρίπτετο εις τα θηρία, δια να τον κατασπαράξουν. Το γεγονός αυτό διεδόθη εις ολόκληρον την πόλιν. Όλοι έτρεξαν δια να ιδούν τον ωραιότατον και ευγενή νέον που προετίμησε να ριφθή εις τα θηρία παρά να θυσιάση εις τα αναίσθητα είδωλα.
      
Συνεκεντρώθη λοιπόν μεγάλο πλήθος εις το θέατρον και ο βασιλεύς εκάθισε εις υψηλήν εξέδραν. Έδωσε την διαταγήν, και αμέσως οι υπηρέται έ­συραν τον άγιον δια να τον ρίξουν εις τα άγρια θηρία. Ο άγιος με τόλμην και θάρρος επροχώρησε, επειδή είχε προστάτην και βοηθόν τον Χριστόν.
      
Οι υπηρέται έρριξαν τον άγιον εις τον τόπον που τους ώρισαν, και απελευθέρωσαν όλα τα θη­ρία. Όλοι επερίμεναν να ίδουν τον Παντολέοντα να κατασπαράσσεται και να καταβροχθίζεται από τα πεινασμένα και άγρια θηρία. Η κακία των ανθρώ­πων εκείνων είχε ξεπεράσει και την αγνωσίαν των αλόγων ζώων, διότι δεν επροσκυνούσαν τον αληθινόν Θεόν και ετιμωρούσαν, όσους επίστευαν εις Αυ­τόν, με αγριότητες και ωμότητες. Και ο Θεός που μετατρέπει τα πάντα όπως θέλει, οικονόμησε και εδώ ούτως ώστε να φάνουν τα θηρία ήρεμα, και να γίνουν όπως τα λογικά όντα, και μιμηθούν την ημερότητα των ανθρώπων και να γίνουν ακόμη φανεροί μάρτυρες της κακίας των ανθρώπων και της αγαθότητος του θεού.
      
Τα θηρία επλησίασαν τον άγιον ωσάν λογικά δημιουργήματα με πολλήν ευλάβειαν, εκινούσαν την ουράν των και έγλειφαν τα πόδια του, συναγω­νιζόμενα ποίον θα επήγαινε μπροστά του να τον κολακεύση και να τον προσκύνηση. Και το κάθε θηρίον δεν έφευγε από κοντά του εάν δεν άπλωνε το χέρι του δια να το ευλόγηση.
       Το πλήθος σαν είδε αυτό το θαύμα εξεπλάγη. Όλοι μ' ένα στόμα εφώναζαν «Μέγας και αψευδής ο Θεός των Χριστιανών, και ας αφεθή ο δίκαιος».
      
Όταν ο ασύνετος βασιλεύς είδε ότι τα θηρία ηρνήθησαν να εκτελέσουν την προσταγήν του ωργίσθη τόσον πολύ, ώστε διέταξε να τα σκοτώσουν. Επί πολλάς ημέρας εκοίτοντο σκοτωμένα, χωρίς να πλησίαση κανένα πτηνόν από τα σαρκοφάγα δια να τα φάνε. Και αυτό συνέβαινε από τον Θεόν εις ένδειξιν τιμής προς τον Άγιον, δια να επιστρέψουν και άλλοι εις την ευσέβειαν. Κατόπιν ο βασιλεύς έ­στειλε ανθρώπους και τα έθαψαν. Ύστερα διέταξε να κατασκευασθή ένας τροχός και αφού τον τοπο­θετήσουν εις χώρον υψηλόν να δέσουν τον άγιον και μετά να κυλήσουν τον τροχόν προς τον κατήφορον, δια να λειώση τον Μάρτυρα. Αυτό βέβαια το εισηγήθησαν εις τον βασιλέα μερικοί τεχνίται εφευρέται της κακίας και ειδικοί εις το να βλάπτουν τους άλ­λους.
      
Αλλ' ο φιλάνθρωπος Κύριος προστάτης των πι­στών δούλων Του, επενέβη πάλιν εις την κατάλληλον στιγμήν, κατά την οποίαν θα άφηναν τον φοβερόν εκείνον τροχόν να κυλήση μαζί με τον Μάρτυρα που ήτο δεμένος εις αυτόν. Το φρικτό θέαμα έτρε­ξαν να το ίδουν όλοι οι κάτοικοι της πόλεως.
       
Άφησαν λοιπόν τον τροχόν να κυλήση οι υ­πεύθυνοι. Τότε προς έκπληξιν όλων, τα δεσμά ελύθησαν και ο τροχός έφυγε μόνος του και επλήγωσε και εθανάτωσε πολλούς από τους απίστους. Ο Άγιος έστεκε σώος δοξάζων και ευλογών τον Θεόν. Ο βασιλεύς που εξεπλάγη βλέπων τα όσα συνέ­βησαν εκάλεσε τον Παντολέοντα και του είπε: «Έ­ως πότε θα κάνης τέτοια υπερφυσικά πράγματα και άλλους μεν ανθρώπους της βασιλείας μου να θανατώνης και άλλους να τους κάνης εχθρούς των θεών και της βασιλείας μου; Ειπέ μας από πού εδιδάχθης τον Χριστιανισμόν;» Και ο άγιος ωμολόγησε την αλήθειαν και έφανέρωσε τον άγιον Ερμόλαον, επειδή εκρινεν ότι ένας τέτοιος θησαυρός δεν έπρεπε να μείνη κρυμμένος, αλλά έπρεπε να φανερωθή, δια να ωφελήση πολλούς.
     
Έδωσε διαταγήν ο Μαξιμιανός να τους δείξη ο Παντολέων τον τόπον όπου διέμενε ο Ερμόλαος. Και ο άγιος υπήκουσε μετά χαράς, επειδή εγνώριζεν ότι ο Ερμόλαος θα έφερνε με το μέρος του και άλλους εις την ευσέβειαν. Ήξερε πολύ καλά ότι ο άγιος Ερμόλαος διέθετε ωραίον λόγον και σύνεσιν και ήτο ικανός να ελκύση και να διδάξη τους βαρβάρους, όπως πιστεύσουν εις τον αληθινόν Θεόν.
      
Συνοδευόμενος λοιπόν ο άγιος Παντολέων από τρεις στρατιώτας που τον εφρουρούσαν, έφθασε εις την οικίαν όπου εκρύπτετο ο Ερμόλαος. Εκτύπησε την θύραν, και εβγήκεν έξω ο άγιος Ερμόλαος, ο οποίος είπε εις τον Παντολέοντα. «Πώς ήλθες μέχρις εδώ τέκνον μου;» Και εκείνος απήντησε: «Σε καλεί ο βασιλεύς, Κύριέ μου, και θέλει να πας προς αυτόν». Και ο Ερμόλαος πάλιν είπε: «Εγώ το ξέ­ρω, ότι επλησίασεν η ώρα μου ν' αποθάνω, δια το όνομα του Χριστού μου, επειδή μου το εφανέρωσε και μου το απεκάλυψε με όραμα που είδα αυτήν την νύκτα».
      
Οι στρατιώται συνέλαβαν τον Ερμόλαον και άλλους δύο χριστιανούς που ευρίσκοντο μαζί του. Όταν ωδηγήθη ενώπιον του βασιλέως και ηρωτήθη πώς ωνομάζετο και εάν είχε μαζί του και άλλους χριστιανούς, ο άγιος Ερμόλαος απήντησε, με την αλήθειαν που τον διέκρινε, ως εξής: «Το όνομά μου είναι Ερμόλαος. Έχω μαζί μου και άλλους δυο χριστιανούς τον Ερμοκράτην και τον Έρμιππον». Τότε διέταξε να τους οδηγήσουν και αυτούς ενώ­πιόν  του.  Αφού  παρουσιάσθησαν τους ηρώτησε: «Εσείς είσθε που παρεπλανήσατε τον Παντολέοντα και ηρνήθη τους θεούς;» Και εκείνοι γεμάτοι τόλμην και θάρρος απήντησαν: Ο Χριστός καλεί κον­τά Του τους αξίους». Ο βασιλεύς τότε τους είπε: «Να αφήσετε τους ανόητους και ανωφελείς λόγους σας κατά μέρος, και να με ακούσετε. Συμβουλεύσα­τε τον Παντολέοντα να θυσιάση εις τους αθανά­τους θεούς, εάν θέλετε βέβαια να σας έχω φίλους, και υπόσχομαι να σας δώσω αμέτρητα δώρα και αξιώματα». Και εκείνοι απήντησαν. «Μη γένοιτο να συμβουλεύσωμεν κάποιον να χάση την ψυχήν του. Όλοι εμείς οι Χριστιανοί έχομεν μίαν ασάλευτον γνώμην. Και καλύτερον ν' αποθάνωμεν με χίλιους θανάτους και με διάφορα βασανιστήρια, παρά να προσκυνήσουμε τα κωφά και αναίσθητα είδωλα». Και όταν ετελείωσαν τα λόγια των αυτά έστρεψαν τα μάτια προς τον ουρανόν και προσηυχήθησαν εις τον Κύριον να τους προστατεύση από τας παγίδας του δαίμονος. Ο Κύριος εισήκουσε την προσευχήν των, και τους εφανερώθη και τους ενδυνάμωσε. Α­μέσως έγινε μεγάλος σεισμός εις εκείνον τον τόπον. Ο δε Μαξιμιανός έχων ταραγμένον νουν είπε: «Βλέπετε οι θεοί ωργίσθησαν εξ αιτίας σας και έ­καμαν σεισμόν». Και του απεκρίθη ο άγιος Ερμόλαος. «Αλλ' εάν συμβή να πέσουν κάτω οι θεοί σου τι θα είπης;» Προτού τελείωση τον λόγον του, έφθα-σεν ένας υπηρέτης του παλατιού και είπεν εις τον βασιλέα: «Μεγαλειότατε, ήλθα να σου αναφέρω ότι οι θεοί έπεσαν κάτω και συνετρίβησαν». Οι τρεις Χριστιανοί εγέλασαν και εχλεύασαν τους φοβερούς θεούς που έσεισαν την γην και μετά συνετρίβησαν! Ο ασεβής τύραννος έγινε περισσότερον σκοτεινός όπως εκείνοι που τους πονούν τα μάτια και δεν η­μπορούν να ίδουν τον ήλιον.
      
Ετιμώρησε τους τρεις μάρτυρες με διάφορα βασανιστήρια. Αφού διεπίστωσεν ότι δεν επρόκειτο να τους πείση και να υποχωρήσουν, έδωσε εντολήν και τους απεκεφάλισαν. Τα λείψανά των τα επήραν Χριστιανοί μυστικά, και τα έθαψαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν.
      
Τον Παντολέοντα τον ωδήγησαν και πάλιν, κα­τόπιν διαταγής, εις τον βασιλέα. Όταν παρουσιάσθη, ο βασιλεύς του είπε: «Μάθε ότι ο διδάσκαλός σου Ερμόλαος και η συνοδεία του αντελήφθησαν το συμφέρον των και εθυσίασαν εις τους θεούς. Και εγώ ως ανταμοιβήν των τους ετίμησα όπως έπρεπε και τους έκανα πρώτους εις το παλάτι.
      
Εάν τους μιμηθής και εσύ, θα διαπίστωσης πό­σον πάλιν τιμώ και επιβραβεύω εκείνους που υπα­κούουν. Ει δ' άλλως αν επιμένης να μην θυσιάσης εις τα είδωλα, θα εξακρίβωσης πόσο σκληρά τιμω­ρώ τους παρηκόους και τους υπερόπτας. Λοιπόν εάν παρακούσης δεν θα γλυτώσης από τα χέρια μου, και μάλιστα εντός της σήμερον θα θανατωθής με φοβερόν θάνατον. Ο Μάρτυς του Χριστού, μόλις ετελείωσε ο βασιλεύς τους λόγους του αυτούς, φω­τισθείς υπό του Αγίου Πνεύματος αντελήφθη την δολιότητα και πανουργίαν του βασιλέως και τον ηρώτησε πού ευρίσκοντο οι τρεις που εθυσίασαν εις τα είδωλα! Και ο μιαρός βασιλεύς είπε προς τον Παντολέοντα. «Δεν είναι εδώ τώρα. Τους έστειλα δια κάποιαν υπηρεσίαν εις την πόλιν». Και ο Άγι­ος τότε του είπεν. «Αν και είσαι φίλος του ψεύδους, τώρα είπες την αλήθειαν, διότι τώρα αυτοί ευρί­σκονται εις τους ουρανούς, εις την πόλιν της άνω Ιερουσαλήμ και χαίρονται».
      
Όταν λοιπόν είδε ο ανόητος βασιλεύς ότι δεν ημπορούσε να πείση τον Παντολέοντα ούτε με κολα­κείας ούτε με δωρεάς, ούτε με απειλάς ούτε με άλλας τιμωρίας, διέταξε, επειδή έγινε έξω φρενών, να δείρουν τον άγιον δια να ικανοποιηθή η μοχθηρία του και ο θυμός του. Εν συνεχεία εξέδωσε απόφασιν να τον αποκεφαλίσουν και το λείψανόν του να το ρίξουν εις την φωτιάν να το κάψουν.

Το τέλος του αγίου.
       Οι στρατιώται οδήγησαν τον άγιον εις τον τό­πον της εκτελέσεως. Καθ' οδόν επειδή εγνώριζε ότι επρόκειτο να ησυχάση από την ταλαιπωρίαν και την θλίψιν, έψαλλε χαίρων. «Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου. Και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι» και εσυνέχισε τον ψαλμόν αυτόν. Και πάλιν συνέβη ένα μεγάλο θαύμα. Ενώ έδεσαν τον άγιον εις μίαν ελαίαν και ο δήμιος κατέβασε το ξίφος να τον απο­κεφάλιση ω του θαύματος! η κόψις του ξίφους εγύρισε και ελύγισε όπως το κερί. Οι στρατιώται ετρόμαξαν πολύ από το γεγονός αυτό και έπεσαν εις την γην λέγοντες: «Πιστεύομεν ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός και σε παρακαλούμεν να μην μας εναντιωθής. Συγχώρησέ μας και κάνε δέησιν προς τον Θεόν δια να δεχθή την μετάνοιάν μας».
      
Ο Άγιος τότε τους ήκουσε και προσηυχήθη θερμώς εις τον Κύριον και δι' αυτούς. Αμέσως μετά την προσευχήν ηκούσθη φωνή από τον ουρανόν, η οποία έλεγε: «Εισηκούσθη ήδη η προσευχή σου και όλα όσα εζήτησες θα γίνουν. Από τώρα δεν θα ονομάζεσαι Παντολέων αλλά Παντελεήμων, διότι όσοι θα επικαλούνται τ' όνομά σου δια των πρεσβει­ών σου θα ευρίσκουν ευσπλαγχνίαν και έλεος». Μό­λις ήκουσε την φωνήν ο άγιος αντελήφθη ποίων χα­ρισμάτων ηξιώθη και ετιμήθη παρά του Κυρίου.
     
Τότε ενεθάρρυνε τους στρατιώτας να μην φοβη­θούν και να εκτελέσουν την διαταγήν. Εκείνοι πά­λιν δεν ετολμούσαν, επειδή εξηκρίβωσαν την δύναμιν του Χριστού. Ο άγιος Παντελεήμων τους εξηνάγκασε να εκτελέσουν την απόφασιν του τυράννου. Εκείνοι, επειδή δεν ήθελαν να παρακούσουν τον Άγιον, αφού τον κατεφίλησαν, και έδειξαν την αγάπην και την ευλάβειάν των, του έκοψαν την τιμίαν κεφαλήν την 27ην Ιουλίου του έτους 304.
      
Ο Θεός επειδή ήθελε να δοξάση τον άγιον Παντελεήμονα, έκανε και άλλα πολλά θαύματα. Το δένδρον της ελαίας εις το οποίον «εδέθη ο άγιος ήτο ξηρόν. Αμέσως όμως εβλάστησε και εκαρποφόρησε. Ο βασιλεύς μάλιστα σαν έμαθε αυτό το γε­γονός διέταξε να κόψουν την ελαίαν. Διέταξε ωσαύ­τως να κατακαύσουν το σώμα του Αγίου.
       Οι στρατιώται όμως εμιμήθησαν τους Μάγους που δεν επέστρεψαν εις τον Ηρώδην. Αυτοί λοιπόν διέφυγαν και διεκήρυτταν παντού τον Χριστόν και όλα τα θαύματα του Θεού.
       Το δε λείψανον του Αγίου μερικοί Χριστιανοί το επήραν και μ' ευλάβειαν το έθαψαν με μύρα και θυμιάματα εις ένα τόπον έξω της πόλεως που ωνομάζετο του Σχολαστικού Αδαμαντίνου.
      
Αυτό είναι το μαρτύριον του ιαματικού Παντε­λεήμονος. Η μνήμη του εορτάζεται την 27ην Ιου­λίου.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ  Ήχος γ'
       Αθλοφόρε άγιε, και ιαματικέ Παντελεήμον, πρέσβευε τω ελεήμονι Θεώ, ίνα πταισμάτων άφεσιν, παράσχη ταις ψυχαίς ημών.
Έτερον.  Ήχος γ'.  Θείας Πίστεως.
 
       Θείων τρόπων σου, τη επιστήμη, νέμεις άμισθον, την θεραπείαν, των ψυχών και των σωμάτων εν Πνεύματι. όθεν ημάς πάσης νόσου απάλλαξον, Παντελεήμον ελέους θησαύρισμα. Μάρτυς ένδοξε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ.   Ήχος πλ. α'.  Αυτόμελον.
 
       Μιμητής υπάρχων του ελεήμονος και ιαμάτων την χάριν παρ' αυτού κομισάμενος, αθλοφόρε και μάρτυς Χριστού του Θεού, ταις ευχαίς σου τας ψυχικάς ημών νόσους θεράπευσον, απελαύνων του αεί πολεμίου τα σκάνδαλα, εκ των βοώντων απαύστως. σώσον ημάς Κύριε.
ΕΚΔΟΣΙΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ   «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»
http://www.impantokratoros.gr/E2061789.el.aspx )


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...