Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

Ἡ Αὐτοεκτίμηση πού βλάπτει τήν ψυχή…

17937
  Προσέχετε τον εαυτό σας. Η πρόοδος στην πνευματική ζωή διακρίνεται με την ολοένα και περισσότερη συναίσθησι της μηδαμινότητός μας. Ενώ όσο αυξάνει η εκτίμησις του εαυτού μας σε κάτι, τόσο βαδίζουμε στην καταστροφή. Ο εχθρός θα το εκμεταλλευθή αυτό. Θα πλησιάση και θα επιχειρήση να πετάξη κανένα πετραδάκι στον δρόμο μας για να σκοντάψουμε. Μια ψυχή που δίνει στον εαυτό της αξία, μοιάζει με τον κόρακα του Αισώπου που ακούγοντας τις κολακείες της αλεπούς για την «ωραία» του φωνή, άνοιξε το στόμα και του έπεσε το τυρί…».
«Πόσο χρήσιμο θα ‘ταν να βρισκόταν κάποιος να σας κατηγορή. Να χαίρεσθε , αν ποτέ συμβή αυτό. Είναι πολύ επικίνδυνο να σας επαινούν όλοι και κανείς να μην σας λέει την αλήθεια. Είναι νομίζετε δύσκολο να πλανηθή ή να σκοντάψη κανείς; Απέχετε πολύ από το να θεωρήτε τον εαυτό σας άγιο και άξιο να συμβουλεύη τους άλλους;».

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Λόγοι περί τῶν κακῶν λογισμῶν. Πατερικαί Διδαχαί

Λόγοι περί των κακών λογισμών
 
Ὁ ἅγιος Νικόδημος μιλώντας γιὰ τὴν φύλαξη τοῦ νοῦ γράφει: «Ἡ ψυχὴ ἢ ἔξωθεν ἀπὸ τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων βλάπτεται καὶ καταβυθίζεται, ἢ ἔσωθεν ἀπὸ τῶν κακῶν λογισμῶν καὶ τῶν παθῶν τῶν ἐν τῇ καρδίᾳ εὑρισκομένων. Διά τοῦτο εἶναι χρεία νὰ προσέχη ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ φυλάττη τόσον τὰς αἰσθήσεις του ἀπὸ τῶν ἡδονικῶν καὶ βλαπτόντων ἀντικειμένων, ὅσον καὶ τὴν καρδίαν του ἀπὸ τῶν πονηρῶν λογισμῶν καὶ τῶν παθῶν».1

Ὁ ὅσιος Θεόδωρος Φωτικῆς στὰ 100 ψυχωφελῆ κεφάλαια σημειώνει: «Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει φίδι μέσα στὸ κόρφο του κι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει λογισμὸ πονηρὸ μέσα στὴ καρδία του, θὰ πεθάνουν. Ὁ πρῶτος ἀπὸ τὸ φαρμακερὸ δάγκωμα τοῦ φιδιοῦ κι ὁ δεύτερος ἀπὸ θανατηφόρο φαρμάκι ποὺ ἔβαλε στὴν ψυχή του. Γι᾽ αὐτὸ νὰ σκοτώνουμε γρήγορα τὰ γεννήματα τῶν ἐχιδνῶν καὶ νὰ μὴ κυοφοροῦμε πονηροὺς λογισμοὺς μέσα στὴν καρδιά μας, γιὰ νὰ μὴ πονέσουμε πικρά.

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

Ενα …”ευχάριστο” πάθος η γαστριμαργία (Αρχιμ. Αθηναγόρας Καραμαντζάνης)


Ο λόγος για το πάθος της γαστριμαργίας δεν θα παύσει να είναι επίκαιρος, για όσο χρόνο ο άνθρωπος θα εξακολουθεί να… τρώγει. Διότι η γαστριμαργία, επειδή ακριβώς είναι ένα ευχάριστο πάθος, είναι αμφίβολο εάν προ του θανάτου εγκαταλείπει τον άνθρωπο. «Θαυμάζω, ει μη τις, τάφον οικήσας, εγένετο ταύτης ελεύθερος» μας βεβαιώνει ο Αγ. Ιωάννης της Κλίμακας (Κλίμαξ έκδ. Παρακλήτου σελ. 185). Αλλά και η εποχή μας, ως εποχή αφθονίας και καλοζωίας, έχει δημιουργήσει το πλέον κατάλληλο κλίμα, για να καλλιεργείται και να γιγαντώνεται το πάθος αυτό στη ζωή του συγχρόνου ανθρώπου.
Ωστόσο η γαστριμαργία δεν παύει, για την ορθόδοξη ψυχοπαθολογία, να είναι ένα θανάσιμο πάθος, που απειλεί ολόκληρο τον ψυχοσωματικό οργανισμό του ανθρώπου. ως παρά φύσιν πάθος είναι σύμπτωμα της πτώσεως του ανθρώπου και μάλιστα αιτία της πτώσεως, αν ακούσουμε τον Μ. Βασίλειο, που λέγει: «Επειδή ουκ ενηστεύσαμεν, εξεπέσαμεν του Παραδείσου». (Λόγος περί Νηστείας ΕΠΕ σελ. 28). Δηλαδή η πτώση, στην εξωτερική της μορφή είναι αποτέλεσμα της…γαστριμάργου «βρώσεως» εκείνου του μοιραίου καρπού! «Ωραίος ην και καλός εις βρώσιν ο εμέ θανατώσας καρπός» ψάλλει η Εκκλησία. (Παρακλητική, ήχος βαρύς, Μακαρισμοί).

Στην πνευματική και ηθική εκτίμηση των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, το πάθος αυτό δεν θεωρείται παρωνυχίδα αλλά ασθένεια σοβαρή, με πολλές και ποικίλες προεκτάσεις στο σώμα και την ψυχή του ανθρώπου. Μερικοί μάλιστα το τοποθετούν μπροστά από όλα τα άλλα πάθη, των οποίων γίνεται μητέρα και προστάτης. «Προ πάντων των παθών εστίν η γαστριμαργία» (Μ. Αντώνιος) και ο Αγ. Πέτρος ο Δαμασκηνός: «Γαστριμαργία εστί πρώτη των οκτώ προστατών της κακίας».

Οι λέξεις γαστριμαργία ή λαιμαργία είναι σύνθετες, που παράγονται από το ρήμα μαργώ (μαίνομαι) και τις λέξεις γαστήρ και λαιμός. Γαστριμαργώ ή λαιμαργώ λοιπόν σημαίνει η γαστήρ(κοιλιά) και ο λαιμός μου μαίνονται!(τρελαίνονται). Και από την ετυμολογία των λέξεων κατανοούμε ότι πρόκειται περί μανιώδους και… λυσσαλέου πάθους. Κατανοούμε δηλαδή πόση διαστροφή έφερε η πτώση του ανθρώπου στην φυσική ανάγκη για αυτοσυντήρηση, ώστε το φαγητό από απλή τροφοδοσία της υλικής υποστάσεως του, να καταντήσει αδηφαγία και κοιλιοδουλεία, κραιπάλη και ακρασία. Από μέσον γίνεται σκοπός της ζωής, ώστε ο άνθρωπος να μη τρώγει για να ζει, αλλά να ζει για να τρώγει, θεοποιώντας την κοιλιά… (Φιλιπ. 3,19).

Η πρόνοια, δηλ. η φροντίδα του σώματος εξέρχεται των φυσιολογικών ορίων και γίνεται παθολογική ικανοποίηση της παρά φύσιν επιθυμίας. Γι’ αυτό ο Απ. Παύλος παραγγέλλει: «Και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας». Και ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς σχολιάζει: «Οπηνίκα της σαρκός πρόνοιαν ποιούμεθα προς τας επιθυμίας, τότε δη κακόν το πάθος και σαρκικών παθών αρχή και ψυχής νόσος» (προς Ξένην μοναχήν),

Αριστοτεχνικότατο από πνευματικής και ψυχολογικής απόψεως ορισμό της γαστριμαργίας, βρίσκουμε στην Κλίμακα του Αγ. Ιωάννου του Σιναΐτου: «Γαστριμαργία είναι η υποκριτική συμπεριφορά της κοιλίας, η οποία ενώ είναι χορτασμένη, φωνάζει πως είναι ενδεής(φτωχή) και ενώ είναι παραφορτωμένη μέχρι διαρρήξεως ανακράζει ότι πεινά. Γαστριμαργία είναι η δημιουργός των καρυκευμάτων, η πηγή των τέρψεων του λάρυγγος. Γαστριμαργία είναι μια απάτη των οφθαλμών. Καθ’ ην στιγμήν κάποιος τρώγει το μέτριο σε ποσότητα φαγητό του, η γαστριμαργία τον κάνει να σκέπτεται πως να ήτο δυνατόν να καταβροχθίσει δια μιας τα σύμπαντα». (Κλίμαξ, εκδ. Παρακλήτου 1985). Όπως βλέπουμε εδώ το φαγητό δεν λειτουργεί ως μέσον χορτασμού της κοιλίας, αλλά κυρίως ως μέσον ικανοποιήσεως των γευστικών αισθητηρίων. Έτσι γίνεται φανερό ότι η ηδονή παίζει πρωταρχικό και κυριαρχικό ρόλο στην γένεση και εξέλιξη του πάθους της γαστριμαργίας. Πρόκειται για ένα αισθησιασμό και μια καθαρά σαρκική απόλαυση. Έτσι εξηγείται γιατί στα περίφημα λουκούλλεια γεύματα, αφού έτρωγαν κατά κόρον, προκαλούσαν τεχνητό εμετό, για να μπορέσουν να ξαναφάγουν.

Η γαστριμαργία, όπως και όλα τα άλλα πάθη, είναι ένα άλογο(ανόητο) πάθος. Υποβιβάζει τον άνθρωπο στην κατάσταση της αλογίας και τον εξομοιώνει με τα ζώα, ή μάλλον τον πάει πιο πέρα, διότι τα ζώα, όταν κορεσθούν, σταματούν την τροφή, ενώ το απύθμενο αυτό ανθρώπινο πάθος, συνήθως δεν γνωρίζει κορεσμό.

Η γαστριμαργία όταν μονιμοποιηθεί, σαρκικοποιεί και υλοποιεί τον άνθρωπο. Του κατεβάζει το νου προς τα γήινα και χαμαίζηλα και κάνει την ψυχή του «βοσκηματώδη», σαν την συγκύπτουσα, «μη δυναμένην ανακύψαι εις το παντελές». Ο νους, εξ αίτιας του πάθους, «παχύνεται», παραλύει και γίνεται ανίκανος για καθαρούς λογισμούς και μεγάλες πτήσεις. Ας θυμηθούμε και το αρχαίο: «παχεία γαστήρ λεπτόν ου τίκτει νόον». Δραματικότερος όμως είναι ο Όσιος Θαλάσσιος, που χαρακτηρίζει τον νου του γαστριμάργου «κατοικητήριον κοράκων» (Φιλοκαλία τόμ. Β’ σελ. 220).

Η γαστριμαργία αφαιρεί από τον μυστικό θάλαμο της καρδιάς την κατάνυξη και το χαροποιό πένθος και εισάγει τον σκορπισμό, του νου την ευτραπελία και την πολυλογία. Αφαιρεί τον ζήλο για αγώνα και προσευχή και εισάγει την ακηδία, την οκνηρία και τέλος την λιθώδη αναισθησία, που νεκροποιεί τη ψυχή. Η ψυχή ερημώνεται από τη χάρη του Θεού, γιατί όπως ο καπνός διώχνει τις μέλισσες, έτσι και η γαστριμαργία διώχνει τη χάρη του Αγ. Πνεύματος (Μ. Βασίλειος ΕΠΕ 6 σελ. 49). Έτσι η καρδιά δυστοκεί και δεν μπορεί να γεννήσει τις άγιες αρετές, γιατί, όπως το πρόβατο δεν συνέρχεται με το λύκο, για να γεννήσουν τέκνα, έτσι και ο καρδιακός πόνος της κατανύξεως και μετανοίας δεν μπορεί να συνευρεθεί με τον χορτασμό. (Αββάς Ησαΐας Εύεργετ. Β’ σελ. 140). Αντιθέτως ένα ολόκληρο πλήθος κακιών, σαν άλλοι δορυφόροι, συνοδεύουν την «πάντων των βροτών τυραννίδα», γαστριμαργία, ήτοι: «σκληροτραχηλία, ανηκοΐα, αιχμαλωσία, μεγαλαυχία, θρασύτης, φιλοκοσμία, ην διαδέχονται προσευχή ρυπαρά και ρεμβασμοί λογισμών, πολλάκις δε και συμφοραί ανέλπιστοι, απροσδόκητοι, αις προσωμίλησεν ανελπιστία, η πάντων χαλεπωτέρα» (Κλίμαξ σελ. 193).

Η «πάμφημος Δέσποινα», όπως αποκαλείται η κοιλία, γεννά πολλούς υιούς και θυγατέρας, αλλά πρωτότοκος υιός της είναι η πορνεία και η ακολασία. Κατά τον Μ. Βασίλειο «συγχρόνως με την τρυφήν και την μέθην και τα διάφορα και ποικίλα καρυκεύματα, εισορμά και κάθε είδος κτηνώδους ακολασίας. Απ’ εδώ οι άνθρωποι γίνονται «ίπποι θηλυμανείς», εξ’ αίτιας του οίστρου της τρυφής, που γεννάται στη ψυχή» (ΕΠΕ 6 σελ. 49).

Πράγματι με την πολυφαγία και πολυποσία ρίχνουμε λάδι στη φωτιά των «υπογαστρίων» παθών και εξάπτουμε τις σαρκικές επιθυμίες, «αίτινες στρατεύονται κατά της ψυχής» (Α’ Πέτρ. 2,11).

Οι Άγιοι Πατέρες συχνά τονίζουν ότι την ηδονή διαδέχεται η οδύνη. Την ευχαρίστηση λοιπόν του λάρυγγος διαδέχεται ο πόνος και το βάρος του στομάχου, η παχυσαρκία και τα άλλα εξ’ αυτής αναρίθμητα δεινά. «Κοπιά γαστρίμαργος -γράφει ο Άγ. Εφραίμ- και συντρίβεται εμπλήσαι γαστέρα αυτού εδεσμάτων και φαγών οδυνάται περί την πέψιν…» (Ενεργ. Β’ σελ. 145).

«Πολλά πιάτα, πολλές αρρώστιες» έλεγε και ο φιλόσοφος Σενέκας. Ο δε Άγγλος ποιητής Φλέτσερ πολύ σοφά: «Οι περισσότεροι άνθρωποι σκάβουν τον τάφο τους με τα πιρούνια και τα μαχαίρια που χρησιμοποιούν προς ικανοποίηση της ακόρεστης αδηφαγίας τους». Άλλα και ο ιατρός Γκενιό έχει δίκαιο ισχυριζόμενος ότι η λαιμαργία σκοτώνει περισσότερους ανθρώπους, παρά η πείνα! Από το λίγο φαί πεθαίνουν λίγοι και από το πολύ πεθαίνουν πολλοί!… Την 13η Απριλίου 1988 οι εφημερίδες έγραψαν ότι εις μεν την Θεσ/νίκη κατά τις ήμερες του Πάσχα μετεφέρθησαν στα Νοσοκομεία περί τα 100 άτομα, εις δε την Αθήνα περί τα 532 από… γαστριμαργικό φόρτο!!

Ύστερα από όλα αυτά κατανοούμε πλέον ότι το πρόβλημα δεν είναι, εάν πρέπει ο άνθρωπος να τρώγει ή να μην τρώγει. Η Αγ. Γραφή διδάσκει ότι «παν κτίσμα του Θεού εστί καλόν και ουδέν απόβλητον μετά ευχαριστίας λαμβανόμενον» (Α’ Τιμ.4,4). Το πρόβλημα εντοπίζεται στο πόσο τρώγει, τί τρώγει και κυρίως πώς τρώγει. Αν δηλ. η λήψη της τροφής γίνεται εμπαθώς ή απαθώς, με σκοπό την πλήρωση της ανάγκης ή την ικανοποίηση της επιθυμίας. Γι αυτό και τα λόγια του Αββά Κασσιανού μπορούν εν προκειμένω να χρησιμεύσουν ως χρυσός κανόνας: «να δίνουμε στο σώμα όσα η ανάγκη θέλει και όχι όσα η ηδονή απαιτεί».

Αυτό το σκοπό υπηρετεί και η καθιέρωση της νηστείας εκ μέρους της Αγίας μας Εκκλησίας. Με το σύνθημα «θλίβε την κοιλία» δια της νηστείας, παροτρύνει τον πιστό όχι βέβαια στην παντελή ασιτία, αλλά στο περιορισμό της ποιότητας και ποσότητας των φαγητών, με σκοπό την περιστολή της εμπαθούς ηδονής της γεύσεως. Σκοπός της είναι να μας κάνει παθοκτόνους και όχι σωματοκτόνους.

«Η νηστεία είναι βία φύσεως και περιτομή των ηδονών του λάρυγγος, εκτομή της σαρκικής πυρώσεως, εκκοπή των πονηρών λογισμών, απελευθέρωσις από λογισμούς ονείρων, καθαρότης προσευχής, φωτισμός της ψυχής, διαφύλαξις του νου, διάλυσις της πωρώσεως, θύρα της κατανύξεως… ελαφρότης του ύπνου, υγεία του σώματος, πρόξενος της απαθείας, άφεσις των αμαρτημάτων, θύρα και απόλαυσις του Παραδείσου» (Κλίμαξ σελ. 191).

Η πνευματική πατερική παράδοση της Εκκλησίας διδάσκει εμπειρικά ότι, με την ισάγγελη πολιτεία της νηστείας και γενικότερα της εγκράτειας το άλογο (ανόητο δηλ.) πάθος της γαστριμαργίας και κοιλιοδουλείας καταστέλλεται, όπως και τα άλλα πάθη του σώματος και της ψυχής. Ο νους ελευθερώνεται και η καρδία συντρίβεται. «Τριμερής εγκράτεια, ύπνου, τροφής και σωματικής ανέσεως, συντρίβει καρδίαν» διδάσκει ο άγιος Μάρκος ο ασκητής.

Όμως παράλληλα με την νηστεία οι Πατέρες, ως αντίδοτο του πάθους, υποδεικνύουν και την μνήμη του θανάτου, καθώς και της μελλούσης κρίσεως· «Όταν λάβης θέση σε πλούσιο τραπέζι – συμβουλεύει ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος- φέρε εμπρός σου τη μνήμη του θανάτου και της κρίσεως· ίσως έτσι να συγκράτησης λίγο το πάθος. Αλλά και αν ακόμη δεν εγκρατευθείς, τουλάχιστον θα ταπεινωθείς και θα αναστενάξεις, συγκρίνοντας την πολυφαγία σου με το πάθος του Χριστού»(Κλίμαξ σελ. 191).

Η συναίσθηση του πάθους οδηγεί στην μετάνοια και στην εκζήτηση του θείου ελέους, δια της προσευχής, προς απαλλαγή από το πάθος, με την επίγνωση ότι ο άνθρωπος «ουκ άλλως έσται εγκρατής, εάν μη ο Θεός δώ» (Σοφ. Σολομ. 8,2).

Ο Άγ. Ιωάννης της Κλίμακος υποδεικνύει επίσης και πρακτικούς τρόπους σταδιακής απαλλαγής από την δουλεία του πάθους, μια και τα πάθη δεν κόβονται δια μιας. «Ας κόψουμε πρώτα τα λιπαρά, έπειτα τα ερεθιστικά, και έπειτα τα εύγευστα» (ένθ. άνωτ. σελ. 187).

Όπως και αν έχουν τα πράγματα, πρέπει να ομολογήσουμε ότι ο αγώνας κατά του φοβερού πάθους της γαστριμαργίας δεν είναι εύκολος. Είναι σκληρός και κουραστικός. Συνεχής και ισόβιος. Έχουμε να παλαίουμε με ένα εχθρό, που βρίσκουμε συνεχώς μέσα στο στόμα μας, επί κεφαλής όλων των επικίνδυνων έχθρων μας. Πολεμούμε αυτόν που είναι: «η θύρα των παθών, η πτώση του Αδάμ, η απώλεια του Ησαύ, ο όλεθρος των Ισραηλιτών, η ασχημοσύνη του Νώε, η προδοσία των Γομόρων, η κατηγορία του Λώτ, η εξολόθρευση των υιών του Ιερέως Ηλεί κ.ο.κ.» (ενθ. άνωτ. 192). Αλλά είναι και ωραίος. Χαρίζει χαρά, άνεση και ειρήνη. Είναι σαν τον ζαχαροκάλαμο όπως είπε κάποιος! Αυτό τονίζει και ο Μ. Αντώνιος: «Εγκράτεια, ευδαιμονία εστί και ελπίς αγαθή ταις ψυχαίς τών ανθρώπων».

Η νίκη στον αγώνα αυτόν είναι νίκη ανδρεία και η πιό μεγάλη. Γιατί ακόμη και ο Μ. Αλέξανδρος έλεγε: «Μάταιες θα είναι όλες μου οι νίκες, αν δεν δυνηθώ να νικήσω τον εαυτόν μου»!

(Αρχ. Α. Καραμαντζάνη, "Οι Πατέρες και τα προβλήματα της ζωής μας", εκδ. Ι. Μ. Αγ. Αθανασίου Κολινδρού, 1988, σ.167-175)
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1557
Πηγή εἰκόνας:
http://1.1.1.5/bmi/1.bp.blogspot.com/_k7v2kqbGdtc/S5bo_1bt4VI/AAAAAAAACAY/Kdm6E1t_mnw/S868-R/lader.jpg

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ. «Ἄν δέν σοῦ διαβάσει τήν εὐχή αὐτός (πού τόν ἔλεγε «χαραμοφάη») ἐγώ δέν θά σέ συγχωρήσω».

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ- ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΘΕΛΟΥΝ ΘΑΥΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ.- ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ Ἤ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ.

Ήμουν άθεη
(παρμένο από τη Ρωσία)
Επιστροφή από την άλλη ζωή
       Ήμουν άθεη και έβριζα πολύ και φοβερά το Θεό. Ζούσα μέσα στη ντροπή και την πορνεία και ήμουν νεκρή στη γη. Όμως ο ελεήμων Θεός δεν άφησε να χαθώ, αλλά με οδήγησε στη μετάνοια.
       Στα 1961 αρρώστησα από καρκίνο και ήμουν άρρωστη τρία χρόνια. Δεν έμενα ξαπλωμένη, παρά εργαζόμουνα και έκανα θεραπεία σε γιατρούς, ελπίζοντας να βρω θεραπεία. Τους τελευταίους έξη μήνες είχα τελείως αδυνατίσει, τόσο που ούτε νερό δεν μπορούσα να πιω. Μόλις το έπινα, αμέσως το έκανα εμετό. Τότε με πήγαν στο νοσοκομείο και επειδή ήμουν πολύ ενεργητική κάλεσαν ένα καθηγητή από τη Μόσχα και αποφάσισαν να με χειρουργήσουν.
       Μόλις μου άνοιξαν την κοιλιά, αμέσως πέθανα. Η ψυχή μου βγήκε από το σώμα και στέκονταν ανάμεσα σε δύο γιατρούς και εγώ με μεγάλο φόβο και τρόμο κοίταζα την αρρώστια μου. Ολόκληρο το στομάχι μου και τα έντερα μου ήταν προσβεβλημένα από καρκίνο. Στεκόμουνα και σκεπτόμουνα γιατί είμαστε δύο; Δεν είχα ιδέα ότι υπάρχει ψυχή. Οι κομμουνιστές μας φούσκωναν και μας δίδασκαν ότι η ψυχή και ο Θεός δεν υπάρχουν, ότι αυτό είναι μόνο επινόηση των παπάδων για να ξεγελάσουν το λαό και να τον κρατούν σε φόβο για κάτι που δεν υπάρχει.

Βλέπω τον εαυτό μου που στέκεται και τον βλέπω πάλι πάνω στο χειρουργείο. Μου έβγαλαν έξω όλα τα εντόσθια και αναζητούσαν τον δωδεκαδάκτυλο. Αλλά εκεί υπήρχε μόνον πύον, τα πάντα ήταν κατεστραμμένα και χαλασμένα, τίποτε δεν ήταν υγιές. Οι γιατροί τότε είπαν: «αυτή δεν έχει με τι να ζήσει». Όλα τα έβλεπα με μεγάλο φόβο και τρόμο και πάλι σκεπτόμουνα: «Πώς και από πού είμαστε δύο;. Στέκομαι και ταυτόχρονα είμαι ξαπλωμένη; "Οι γιατροί τότε επέστρεψαν τα εντόσθιά μου όπως-όπως και είπαν ότι το σώμα μου πρέπει να δοθεί στους νέους ειδικευόμενους γιατρούς για διδασκαλία και το μετέφεραν στο νεκροστάσιο και εγώ πήγαινα κοντά τους και όλο και παραξενευόμουνα και σκεφτόμουνα πως και από πού είμαστε δύο. Εκεί με άφησαν ξαπλωμένη γυμνή, καλυμμένη ως το ύψος του στήθους με ένα σεντόνι. Μετά απ αυτό βλέπω ότι ήλθε ο αδελφός μου και έφερε το μικρό μου γιο. Ήταν έξι χρονών και ονομάζονταν Αντρούσκα (Αντρέι). Ο γιός μου πλησίασε το σώμα μου και με φίλησε στο κεφάλι . Άρχισε να κλαίει και να λέει: «Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Είμαι ακόμη μικρός, πως θα ζήσω χωρίς εσένα; Πατέρα δεν έχω και συ πέθανες! Εγώ τότε τον αγκάλιασα και τον φίλησα, αλλά αυτό δεν το αισθάνθηκε ούτε το είδε ούτε με πρόσεξε, αλλά κοίταγε το νεκρό μου σώμα. Έβλεπα επίσης πως έκλεγε ο αδελφός μου. Μετά απ αυτό, εγώ με μιας βρέθηκα στο σπίτι μου. Ήλθε η πεθερά μου από τον πρώτο μου γάμο, η μητέρα μου και η αδελφή μου. Τον πρώτο μου σύζυγο τον εγκατέλειψα γιατί πίστευε στο Θεό. Τότε άρχισε η διανομή των πραγμάτων μου. Εγώ ζούσα πλούσια και με πολυτέλεια και όλα αυτά τα απόκτησα με αδικία και με πορνεία. Η αδελφή μου άρχισε να αφαιρεί τα πιο ωραία από τα πράγματά μου, ενώ η πεθερά ζητούσε να αφήσει και κάτι στο γιό μου. Η αδελφή μου δεν άφηνε τίποτε, αλλά επιπλέον άρχισε να εμπαίζει την πεθερά λέγοντας: «αυτό το παιδί δεν είναι από τον γιό σου και συ δεν του είσαι τίποτε». Μετά απ αυτό αυτές βγήκαν και έκλεισαν το σπίτι. Η αδελφή μου πήρε μαζί της και ένα μεγάλο μπόγο με πράγματα. Ενώ αυτές μάλωναν για τα πράγματά μου είδα γύρω μας να χορεύουν και να χαίρονται διάβολοι. 
                                                           
 

       Ξαφνικά βρέθηκα στον αέρα και βλέπω σαν να πετώ με αεροπλάνο. 
Αισθάνομαι ότι κάποιος με συγκρατεί και ότι υψώνομαι όλο και πιο πολύ. Βρέθηκα πάνω από την πόλη ΜΠΑΡΝΑΟΥΛ. Μετά βλέπω ότι η πόλη χάθηκε . Έγινε σκοτάδι. Μετά απ αυτό άρχισε πάλι να έρχεται φως και στο τέλος φώτισε τελείως και το φως ήταν πάρα πολύ ισχυρό που δεν μπορούσα να το κοιτάξω. Με τοποθέτησαν σε μαύρη πλάκα ενάμιση μέτρου. Έβλεπα δένδρα με πολύ χοντρούς κορμούς και πανέμορφο ποικιλόχρωμο φύλλωμα. Ανάμεσα στα δένδρα υπήρχαν σπίτια και μάλιστα όλα καινούργια, αλλά δεν είδα ποιοι ζούσαν σ αυτά. Στην κοιλάδα αυτή είδα πλούσιο πράσινο χορτάρι και σκέφτηκα: που βρίσκομαι εγώ τώρα; Αν βρίσκομαι στη γη τότε γιατί δεν υπάρχουν εδώ επιχειρήσεις, εργοστάσια ούτε άλλα κτίρια, γιατί δεν υπάρχουν δρόμοι ούτε συγκοινωνία; Τι μέρος είναι ετούτο εδώ χωρίς ανθρώπους και ποιος τέλος πάντων ζει εδώ; Λίγο πιο πέρα είδα να περπατάει μια ωραία υψηλή γυναίκα με βασιλικά φορέματα κάτω από τα οποία φαίνονταν τα δάκτυλα των ποδιών. Περπατούσε τόσο ανάλαφρα που από τα πόδια δεν λύγιζε ούτε το χορτάρι. Κοντά της πήγαινε ένας νεαρός που είχε ύψος ως τους ώμους της. Είχε κρυμμένο το πρόσωπο του με τα χέρια του και για κάτι έκλεγε πολύ και πικρά και παρακαλούσε, αλλά για ποιο λόγο δεν μπορούσα να ακούσω. Σκέφτηκα ότι είναι ο γιος της και μέσα μου διαμαρτυρήθηκα γιατί δεν τον λυπάται και δεν του εκπληρώνει το αίτημα. Αυτός έκλεγε και θρηνούσε και εκείνη δεν του εκπλήρωνε την αίτηση. (Σημείωση: Από όλα φαίνεται ότι αυτός ο νεαρός ήταν άγγελος φύλακας αυτής της νεκρής γυναίκας. Φαίνεται επίσης πόσο ενδιαφέρονται οι άγιοι άγγελοι για μας και τις ψυχές μας, αλλά εμείς δεν το βλέπουμε. Παραπέρα φαίνεται και αυτών το αίτημα είναι ανεκπλήρωτο, αν ο θάνατος μας βρει αμαρτωλούς και αμετανόητους). Όταν αυτοί με πλησίασαν, ο νεαρός έπεσε μπροστά στα πόδια της και άρχισε να την παρακαλεί εντονότερα και να οδύρεται και να της ζητεί κάτι. Εκείνη κάτι του απάντησε, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω τι. (Σημείωση: Είχα την ευκαιρία και από άλλες πηγές να γνωρίσω πως και πόσο πικρά κλαίει ο άγ. Άγγελος φύλακας όταν αυτός που του δόθηκε για φύλαξη δεν υπακούει στην αγία Εκκλησία και στην αγία πίστη, χάνοντας την ψυχή του για πάντα). Όταν αυτοί με πλησίασαν ήθελα να τη ρωτήσω: «που βρίσκομαι;» Τη στιγμή εκείνη η γυναίκα αυτή σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, ύψωσε τα μάτια προς τον ουρανό και είπε : «Κύριε, που θα πάει αυτή έτσι;». Εγώ τότε έτρεμα και μόλις τώρα κατάλαβα ότι είχα πεθάνει, ότι η ψυχή μου βρίσκονταν στον ουρανό και το σώμα έμεινε στη γη. Τότε άρχισα να κλαίω και να οδύρομαι και ακούω φωνή που λέει: «επιστρέψτε την στη γη για τις αγαθοεργίες του πατέρα της». Άλλη φωνή απάντησε: «βαρέθηκα την αμαρτωλή και διεφθαρμένη ζωή της. Εγώ ήθελα να την εξαφανίσω από προσώπου γης χωρίς μετάνοια, αλλά με παρακάλεσε γι αυτήν ο πατέρας της. Δείξε της το μέρος για το οποίο άξιζε».
       Αμέσως βρέθηκα στον Άδη. Τότε άρχισαν να έρπουν μέχρις εμένα φοβερά πυρακτωμένα φίδια με μακριές γλώσσες που ξερνούσαν φωτιά και άλλες αποκρουστικές βρωμιές. Η βρώμα ήταν αβάσταχτη. Αυτά τα φίδια τυλίχθηκαν γύρω μου και ταυτόχρονα από κάπου παρουσιάστηκαν σκουλήκια χοντρά ίσαμε το δάκτυλο με ουρές που κατέληγαν σε βελόνες και άγκιστρα. Αυτά έμπαιναν σε όλα τα ανοικτά μου μέρη, στα αυτιά, στα μάτια, στη μύτη, κ.λ.π. και έτσι με βασάνιζαν και εγώ κραύγαζα όχι με την φωνή μου. Αλλά εκεί δεν υπήρχε από πουθενά ούτε βοήθεια ούτε έλεος από κανένα. Εκεί είδα πως παρουσιάστηκε η γυναίκα που πέθανε από άμβλωση και άρχισε να παρακαλεί τον Κύριο για έλεος. ΑΥΤΟΣ της απάντησε: «εσύ στην γη δεν με αναγνώριζες, σκότωνες τα παιδιά στην κοιλιά σου και επί πλέον έλεγες στους ανθρώπους: δεν πρέπει να γεννάτε παιδιά, τα παιδιά είναι περιττά». Σε μένα δεν υπάρχουν, δεν υπάρχουν περιττά. Σε μένα υπάρχουν τα πάντα και για όλους αρκετά.
       Σε μένα ο Κύριος είπε: «Εγώ σου έδωσα την αρρώστια για να μετανοήσεις, αλλά εσύ με έβριζες ως το τέλος της ζωής και δεν Με αναγνώριζες και για τον λόγο αυτό και εγώ δεν σε αναγνωρίζω! Πως στη γη έζησες χωρίς τον Κύριο Θεό, έτσι και εδώ θα ζήσεις!».
Ξαφνικά όλα μεταστράφηκαν και εγώ κάπου πέταξα. Η βρώμα χάθηκε, χάθηκε και ο δυνατός οδυρμός και εγώ ξαφνικά είδα την εκκλησία μου που ενέπαιζα. Άνοιξε η πύλη και από αυτή βγήκε ιερέας ντυμένος στα άσπρα. Αυτός στέκονταν με σκυμμένο το κεφάλι και κάποια φωνή με ρωτάει: «ποιος είναι αυτός;». Εγώ απάντησα: «ο ιερέας μας». «Εσύ έλεγες ότι είναι χαραμοφάης, αυτός δεν είναι χαραμοφάης, αλλά πραγματικός ποιμένας, δεν είναι μισθοφόρος. Γνώριζε πως αν και είναι κατά το βαθμό μικρός, συνηθισμένος ιερέας, υπηρετεί Εμένα, μάθε ακόμη και τούτο: αν δεν σου διαβάσει αυτός την ευχή της εξομολόγησης, εγώ δεν θα σε συγχωρήσω»! Τότε άρχισα να παρακαλώ: «Κύριε, γύρισέ με στη γη, έχω ένα μικρό γιο». Ο Κύριος είπε: «ξέρω ότι έχεις μικρό γιο, είναι κρίμα γι αυτόν». «Κρίμα», απάντησα εγώ. Τότε Εκείνος αποκρίθηκε: «Εγώ σας λυπούμαι όλους και τρεις φορές σας λυπούμαι. Όλους σας περιμένω πότε θα ξυπνήσετε από το αμαρτωλό όνειρο, να μετανοήσετε και να έλθετε στον εαυτό σας;». 

                                                         
 

       Εδώ τώρα εμφανίστηκε εκ νέου η Μητέρα του Θεού, που νωρίτερα την αποκαλούσα γυναίκα και πήρα το θάρρος να τη ρωτήσω: «Υπάρχει εδώ σε σας παράδεισος;». Αντί για απάντηση μετά απ αυτές τις λέξεις, ξαναβρέθηκα στην κόλαση στον Άδη. Τώρα ήταν χειρότερα από ότι την προηγούμενη φορά. Έτρεξαν ολόγυρά μου οι δαίμονες με καταλόγους και μου έδειχναν τα αμαρτήματά μου και φώναζαν: «εσύ μας υπηρέτησες όταν ήσουν στη γη»! Άρχισα να διαβάζω τα αμαρτήματά μου, όλα μου τα έργα μου που ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα και ένοιωσα φοβερό φόβο. Από τα στόματά τους έβγαινε φωτιά. Οι δαίμονες με κτυπούσαν στο κεφάλι. Πάνω μου έπεφταν και κολλούσαν πυρακτωμένες σπίθες από φωτιά και με έκαιγαν. Γύρω μου ακούονταν φοβερός θρήνος και κοπετός πολλών ανθρώπων.
       Όταν το πυρ δυνάμωνε έβλεπα τα πάντα γύρω μου. Οι ψυχές είχαν φοβερή όψη, ήταν σακατεμένες με τεντωμένους λαιμούς και πρησμένα μάτια. Μου έλεγαν ότι είσαι συντρόφισσα (φαίνεται ότι ήταν κομουνίστριες) και είσαι υποχρεωμένη να ζήσεις μαζί μας. Όπως εσύ έτσι και εμείς όταν είμαστε στη γη δεν αναγνωρίζαμε το Θεό, τον βρίζαμε και κάναμε κάθε κακό, την πορνεία, την υπερηφάνεια και άλλα και ποτέ δεν μετανοήσαμε. Όσοι αμάρτησαν, αλλά μετάνιωσαν, πήγαιναν στη εκκλησία, προσεύχονταν στο Θεό, ελεούσαν τους φτωχούς και βοηθούσαν όσους βρίσκονταν σε ανάγκη και κακοτυχία, αυτοί είναι εκεί πάνω. (Σημείωση: δηλαδή στο παράδεισο, τον οποίο αυτοί εδώ δεν ήθελαν ούτε να μνημονεύσουν).
       Εγώ φοβήθηκα φοβερά από αυτά τα λόγια, μου φαίνονταν ότι ήδη βρισκόμουνα εδώ στον Άδη ολόκληρη ζωή και αυτοί μου λένε ότι θα ζήσω μαζί τους αιώνια.
       Μετά από αυτό εμφανίστηκε εκ νέου η Μητέρα του Θεού και έγινε φως, οι δαίμονες τράπηκαν σε φυγή και οι ψυχές που βασανίζονται στην κόλαση άρχισαν να φωνάζουν και να την ικετεύουν για έλεος: «Ουράνια βασίλισσα, μη μας αφήνεις εδώ» φώναζαν. «Καιγόμαστε Μητέρα του Θεού και δεν υπάρχει ούτε σταγόνα νερό»! Εκείνη έκλαιγε και μέσα από το κλάμα έλεγε: «Όσο ζούσατε στη γη δε με αναγνωρίζατε και δε μετανοούσατε για τις αμαρτίες σας στον Γιο Μου και Θεό σας και Εγώ τώρα δεν μπορώ να σας βοηθήσω, δεν μπορώ να παραβώ την επιθυμία του Γιου μου και Εκείνος δεν μπορεί την επιθυμία του Πατέρα του! Βοηθώ μόνο αυτούς για τους οποίους παρακαλούν οι συγγενείς και για τους οποίους προσεύχεται η αγία εκκλησία». Μετά απ αυτό εμείς αρχίσαμε να υψωνόμαστε και από κάτω αναδίδονταν δυνατή κραυγή φωνών: «Μητέρα του Θεού μη μας αφήνεις».
       Ξανά υπήρχε σκοτάδι και εγώ βρέθηκα στην ίδια πλάκα. Σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος η Μητέρα του Θεού ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και άρχισε να προσεύχεται λέγοντας: «τι να κάνω μ αυτήν, που να την βάλω; Μια φωνή απάντησε : «αφήστε την από τα μαλλιά στη γη». «Μα αυτή είναι κουρεμένη;». Η φωνή είπε πάλι: «Πιάστε την από τα μαλλιά». Τότε η Μητέρα του Θεού έφυγε ήσυχα, η πόρτα της μισάνοιξε έτσι που πίσω απ' αυτήν δεν έβλεπα τίποτε. Κατόπιν επέστρεψε κρατώντας τα μαλλιά μου στα χέρια της και από κάπου εμφανίστηκαν 12 άμαξες χωρίς τροχούς, κινούνταν σιγά και εγώ τις ακολουθούσα. Η Μητέρα του Θεού μου έδωσε τα μαλλιά, αλλά εγώ δεν αντιλήφθηκα ότι με άγγιξε. Άκουσα μόνο όταν είπε ότι η δωδέκατη άμαξα δεν έχει πάτο. Φοβόμουν να καθίσω σ' αυτήν, αλλά η Μητέρα του Θεού με έσπρωξε στη γη απ' αυτή.
       Μετά απ αυτό εγώ συνήλθα και ενσυνείδητα στεκόμουν και κοίταζα. Ήταν μιάμιση η ώρα το απόγευμα. Μετά από κείνο το φως που είδα εκεί όλα στη γη μου φαίνονταν άσχημα και δεν μου άρεσε που ήμουν στη γη, αλλά τι να κάνω. Τώρα είπα μόνη μου στην ψυχή μου: «πήγαινε στο σώμα»! Τότε βρέθηκα πάλι στο νοσοκομείο και πήγαμε στο ψυγείο που φύλαγαν τα πτώματα. Αυτό ήταν κλειστό, αλλά εγώ μπήκα μέσα χωρίς κώλυμα και είδα το νεκρό μου σώμα: Το κεφάλι μου ήταν γυρισμένο λίγο προς τα πλάγια, ενώ η μέση μου πιέζονταν από νεκρούς. Μόλις η ψυχή μου μπήκε στο σώμα, αμέσως αισθάνθηκα ισχυρό ψύχος. Κάπως απελευθέρωσα την πιεσμένη μέση μου, διπλώθηκα και έσφιξα τα γόνατα με τα χέρια. Τη στιγμή εκείνη έβαλαν μέσα το νεκρό σώμα κάποιου ανθρώπου και όταν άναψαν το φως με είδαν σκυμμένη, ενώ εκείνοι συνήθως βάζουν όλους τους νεκρούς με το πρόσωπο προς τα πάνω. Βλέποντάς με έτσι οι νοσοκόμοι φοβήθηκαν και από το φόβο διασκορπίστηκαν. Επέστρεψαν με δύο γιατρούς, που αμέσως διέταξαν να ζεσταθεί το μυαλό μου με λάμπες. Στο σώμα μου υπήρχαν οκτώ τομές (μάθαιναν πάνω σ αυτό): τρεις στο στήθος και οι υπόλοιπες στην κοιλιά. Δύο ώρες μετά το ζέσταμα του κεφαλιού άνοιξα τα μάτια και μόλις μετά από 12 μέρες μίλησα. 

                                                                                      
       Το πρωί μου έφεραν πρωινό τηγανίτες με βούτυρο και καφέ (ήταν μέρα νηστείας), αλλά δεν ήθελα να φάω και τους είπα ότι δε θα φάω. Οι νοσοκόμοι έφυγαν πάλι και όλοι στο νοσοκομείο άρχισαν να με προσέχουν. Ήλθαν οι γιατροί και με ρώτησαν γιατί δεν θέλω να φάω. Τους απάντησα: «καθίστε και θα σας διηγηθώ τι είδε η ψυχή μου. Όποιος δεν νηστεύει τις μέρες της νηστείας, αυτός θα φάει βρωμερά και σιχαμερά πράγματα. Γι αυτό σήμερα δε θα φάω όπως και σ όλες τις νηστείες δε θα αρτυθώ». Οι γιατροί από την έκπληξη, τη μια κοκκίνιζαν την άλλη κιτρίνιζαν και οι ασθενείς με άκουγαν προσεκτικά. Κατόπιν συγκεντρώθηκαν πολλοί γιατροί και εγώ τους είπα ότι τίποτε πλέον δεν με πονάει. Τότε άρχισε να έρχεται σε μένα κόσμος και μάλιστα πολύς και εγώ σε όλους διηγιόμουνα και έδειχνα τις πληγές. Η αστυνομία άρχισε να διώχνει τον κόσμο και μένα με μετέφεραν σε άλλο νοσοκομείο. Εκεί ανάρρωσα τελείως και παρακάλεσα τους γιατρούς να με γιατρέψουν όσο το δυνατό νωρίτερα τις τομές που μου έκαναν μαθαίνοντας πάνω μου. Τότε με έβαλαν πάλι στο χειρουργικό τραπέζι και όταν οι γιατροί άνοιξαν την κοιλιά μου είπαν : «Γιατί χειρουργήσανε τελείως υγιή άνθρωπο;». Εγώ τότε τους ρώτησα: «Ποια είναι η αρρώστια μου;» Αυτοί μου απάντησαν : «Τα εντόσθιά σας είναι υγιή και καθαρά όπως του παιδιού». Τους είπα ότι τα μάτια μου ήταν δεμένα κατά τη διάρκεια της εγχείρησης, αλλ ότι, παρ όλα αυτά, είδα το εσωτερικό μου στον καθρέπτη του ταβανιού. Ήλθαν και οι γιατροί που έκαναν την εγχείρηση και όταν πλησίασαν είπαν: «Που είναι η αρρώστια της; τα εντόσθιά της ήταν όλα διαλυμένα και προσβεβλημένα από τον καρκίνο και τώρα είναι τελείως υγιή». Τους απάντησα: ο ΚΥΡΙΟΣ ο ΘΕΟΣ φανέρωσε το έλεός του πάνω σε μένα την αμαρτωλή, για να ζήσω ακόμη και μαρτυρήσω στους άλλους ό,τι είδα και ό,τι μου συνέβη. ΕΚΕΙΝΟΣ, ο ΚΥΡΙΟΣ ο ΘΕΟΣ πήρε ότι κατεστραμμένο ήταν μέσα μου και μου έδωσε υγιή, σε όλους θα το διηγούμαι, ώσπου να πεθάνω. Κατόπιν είπα στο γιατρό: «Βλέπεις πως γελαστήκατε;» και εκείνος απάντησε ότι «τίποτε δεν ήταν υγιές μέσα σου». «Τι νομίζετε τώρα;» τον ρώτησα εγώ. Απάντησε: «σε αναγέννησε ο ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ!» Τότε του απάντησα: «Αν πιστεύετε σ' αυτόν κάντο τον σταυρό σας και παντρευτείτε στην εκκλησία». Ο γιατρός κοκκίνισε γιατί ήταν Εβραίος. Πρόσθεσα ακόμη: γίνου αρεστός στον Κύριο το ΘΕΟ.
       Κατόπιν άφησα το νοσοκομείο, κάλεσα τον ιερέα που νωρίτερα ενέπαιζα και του έκανα επιθέσεις, αποκαλώντας τον χαραμοφάη. Του διηγήθηκα όλα όσα μου συνέβησαν, εξομολογήθηκα και μετάλαβα των αγίων του Χριστού μυστηρίων. Τον κάλεσα και ευλόγησε το σπίτι μου, γιατί ως τώρα σ αυτό βασίλευε η αμαρτία, η μικρότητα, το μεθύσι, ο εμπαιγμός και η μάχη.
       Τώρα εγώ η αμαρτωλή ΚΛΑΥΔΙΑ που είμαι 40 χρονών με την βοήθεια του Θεού και της Ουράνιας Βασίλισσας, ζω χριστιανικά. Πηγαίνω τακτικά στη εκκλησία, στο ναό του Θεού και ο Κύριος με βοηθάει. Από όλες τις μεριές του κόσμου με επισκέπτονται άνθρωποι και εγώ διηγούμαι σε όλους όσα μου συνέβησαν, είδα και άκουσα. Με τη βοήθεια του Θεού τους δέχομαι όλους, διηγούμαι σε όλους τι ήμουν πριν, τι μου συνέβη τώρα και για ποιο λόγο είμαι τώρα πιστή.
       Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος ο Θεός! Όλους τους συμβουλεύω να προσέχουν πως ζουν, γιατί πράγματι υπάρχει άλλος κόσμος και άλλη ζωή και ότι ο καθένας θα δώσει λόγο για τα γήινα έργα του και ότι ανάλογα μ' αυτά θα έχει πλήρως δίκαια ανταμοιβή ή τιμωρία και μάλιστα αιώνια. Να ζήτε όλοι χριστιανικά και κατά ΘΕΟΝ. ΑΜΗΝ.

Ουστγιούζινα Κλαύδιγια Νικίτισνα. 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ " ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ  

http://www.impantokratoros.gr/25C2CBA9.el.aspx 

Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΠΩΣ ΣΩΖΕΤΑΙ (ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ)


     Ὁ μακαριστός Γέρων Πορφύριος εἶχε μία ὀρθοδοξότατη θεώρηση γιά τόν ἄνθρωπο (ἀνθρωπολογία).  Ἐκτός ἀπό μιά ἀλάνθαστη Χριστολογία–Θεολογία εἶχε καί μιά βαθειά, ἀληθινά ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία–σωτηριολογία. Τόσο οἱ ἀπόψεις του α)γιά το ποιος εἶναι ὁ ἄνθρωπος (ὁ προπτωτικός, ὁ μεταπτωτικός, ὁ ἀναγεννημένος ἐν Χριστῷ), β)ποιές εἶναι οἱ προδιαγραφές τῆς σωστῆς του λειτουργίας, ὅσο καί γ)γιά τό ποιός εἶναι ὁ προορισμός του, ὅλα εἶναι σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Οἱ λεπτότατες παρατηρήσεις του ἔχουν τεράστια σημασία γιά τόν σύγχρονο, ψυχικά ἄρρωστο, «χριστιανό».
Ἡ ἀντίληψη του γιά τήν ἁμαρτία ἐκφράζεται μέ τή χαρακτηριστική του φράση: «Ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά».
 Ὁ Θεός  κρούει στήν πόρτα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν͵ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ΄ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ΄ ἐμοῦ. Ὁ νικῶν δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ΄ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου»[1], λέγει ὁ Κύριος στήν Ἀποκάλυψη. Ὁ Χριστός κινεῖται πρῶτος πρός τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος ἄν ἄνοίξει τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς του καί ἀποδεχθεῖ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ θεραπεύεται. Ἔλεγε ὁ σοφός Γέροντας: «Ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά. Τό μπέρδεμα δέν φεύγει μέ τίποτε. Μόνο μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ γίνεται τό ξεμπέρδεμα. Τήν πρώτη κίνηση κάνει ὁ Χριστός. “Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες…”. Μετά ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀποδεχόμαστε αὐτό τό φῶς μέ τήν ἀγαθή μας προαίρεση, πού τήν ἐκφράζουμε μέ τήν ἀγάπη μας ἀπέναντί Του, μέ τήν προσευχή, μέ τά μυστήρια»[2].
Ἐνδεικτική τῆς σοφίας τοῦ Γέροντα, τῆς «ἄνωθεν κατερχομένης», εἶναι μιά καίρια, ὅσο καί λεπτότατη, ἀνθρωπολογική παρατήρηση του, πού σχετίζεται μέ τήν ἀνθρώπινη βούληση-αὐτεξούσιο. Ἔλεγε ὅτι, γιά νά κάνουμε τό καλό πρέπει πρῶτα νά τό ἐπιθυμήσουμε καί νά τό ἀγαπήσουμε. Τό κάθε καλό «ἄνωθεν ἐστι καταβαῖνον, ἐκ τοῦ Πατρός τῶν φώτων»[3]. Ὅμως γιά νά τό οἰκειωθοῦμε προσωπικά, πρέπει νά τό θελήσουμε ἐλεύθερα καί νά τό ἀγαπήσουμε· τότε καί ὁ Θεός ἐνεργεῖ. Γι’ αὐτό καί ὁ γέροντας δίδασκε: «Ὁ Θεός ἔκανε τόν ἄνθρωπο νά ζητάει μόνος του νά γίνει καλός, νά τό ἐπιθυμεῖ μόνος του καί νά γίνεται, τρόπον τινα, σάν δικό του τό κατόρθωμα, ἐνῶ στήν πραγματικότητα, προέρχεται ἀπ’ τή χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἔρχεται πρῶτα στό σημεῖο νά τό θέλει, νά τό ἀγαπάει, νά τό ἐπιθυμεῖ καί κατόπιν ἔρχεται ἡ θεία χάρις καί τό κατορθώνει»[4].
Δέ χρειάζεται νά κυνηγᾶμε τό κακό. Δέν κυνηγᾶμε τό σκοτάδι, ἀλλά στρεφόμαστε πρός τό Φῶς, δηλαδή τόν Χριστό. Ἔλεγε, χαρακτηριστικά, στά πνευματικά του παιδιά, γιά νά τά βοηθήσει στή πνευματική τους παλαίστρα: «Γιατί νά κυνηγᾶμε τά σκοτάδια; Νά, θά ἀνάψουμε τό φῶς καί τά σκοτάδια θά φύγουν μόνα τους. Θά ἀφήσουμε νά κατοικήσει σ' ὅλη τήν ψυχή μας ὁ Χριστός καί τά δαιμόνια θά φύγουν μόνα τους... Στήν ψυχή, πού ὅλος ὁ χῶρος της εἶναι κατειλημμένος ἀπό τό Χριστό, δέ μπορεῖ νά μπεῖ καί νά κατοικήσει ὁ διάβολος, ὅσο κι ἂν προσπαθήσει, διότι δέν χωράει, δέν ὑπάρχει κενή θέση γι' αὐτόν»[5].
Ἡ σωτηριολογία, ὁ τρόπος τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα γιά τήν κάθαρση, τόν φωτισμό καί τήν θέωση, πού διδάσκει ὁ Γέροντας, εἶναι θεμελιωμένος ἁγιοπατερικά καί ἐπιβεβαιωμένος ἐμπειρικά στή ζωή τῶν ἁγίων μας. Δίδασκε ὅτι τό διάβολο καί τά πάθη πρέπει νά τά περιφρονοῦμε. Ἡ ψυχή εἶναι σάν ἕνα δωμάτιο.
-Ἄν τό δωμάτιο τό γεμίσουμε μέ τό καλό, ποῦ νά χωρέσει τό κακό;... Ὅταν ἀνοίγουμε τό φῶς, αὐτόματα φεύγει τό σκότος. Διά τοῦτο ἔλεγε ὁ σοφός καί διακριτικός Γέρων ὅτι τό ἔργο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νά μπεῖ μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ καί νά μήν ἀσχολεῖται καθόλου μέ τό σκοτάδι, δηλ. μέ τά πάθη, τόν διάβολο καί τόν κόσμο. Ὁ Χριστός, πού εἶναι τό πᾶν, κάνει τά πάντα γιά τήν σωτηρία μας. Δικό μας ἔργο εἶναι ἡ κατάφαση στή Θεία  Ἐνέργεια, τό «ἄνοιγμα» πρός τόν Θεόν , τό «Ναί» πού πρέπει νά εἶναι σταθερό, διαρκές, γνήσιο καί πλῆρες. Ἕνας εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος γιά τόν Γέροντα, ὥστε νά μποροῦμε νά λέμε συνεχῶς καί σωστά αὐτό τό «Ναί»: τό νά ἀγαπήσουμε, νά ἐρωτευθοῦμε τόν Χριστό. «Ἔργο μας εἶναι» ἔλεγε ὁ Γέροντας «νά προσπαθοῦμε νά βροῦμε ἕναν τρόπο νά μποῦμε μέσα στό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι νά κάνει κανείς τά τυπικά. Ἡ οὐσία εἶναι νά εἴμαστε μαζί μέ τόν Χριστό. Νά ξυπνήσει ἡ ψυχή καί ν΄ ἀγαπήσει τόν Χριστό, νά γίνει ἁγία. Νά ἐπιδοθεῖ στόν θεῖο ἔρωτα. Ἔτσι θά μᾶς ἀγαπήσει κι  Ἐκεῖνος. Θά εἶναι τότε ἡ χαρά ἀναφαίρετη. Αὐτό θέλει πιό πολύ ὁ Χριστός, νά μᾶς γεμίζει ἀπό χαρά, διότι εἶναι ἡ πηγή τῆς χαρᾶς. Αὐτή ἡ χαρά εἶναι δῶρο τοῦ Χριστοῦ»[6].
Γιά νά γνωρίσουμε ὅμως τόν Χριστό καί νά φωτισθοῦμε πρέπει, πρῶτα Ἐκεῖνος νά μᾶς γνωρίσει, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου[7]. Μᾶς γνωρίζει δέ ὅταν ταπεινωθοῦμε καί ἀγαπήσουμε ἀνιδιοτελῶς. Ἔλεγε ὁ σοφός, βιβλικότατος Γέρων: «Τόν Χριστό δέν θά μπορέσουμε νά Τόν γνωρίσουμε, ἄν Ἐκεῖνος δέν μᾶς γνωρίσει. Δέν μπορῶ νά τά ἐξηγήσω ἀκριβῶς αὐτά, εἶναι μυστήρια... Οὔτε μποροῦμε νά Τόν ἀγαπήσουμε, ἄν ὁ ἴδιος δέν μᾶς ἀγαπήσει. Ὁ Χριστός δέν θά μᾶς ἀγαπήσει, ἅμα ἐμεῖς δέν εἴμαστε ἄξιοι νά μᾶς ἀγαπήσει. Γιά νά μᾶς ἀγαπήσει, πρέπει νά βρεῖ μέσα μας κάτι τό ἰδιαίτερο... Ποιό εἶναι αὐτό; Εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἄν δέν ὑπάρχει ταπείνωση, δέ μποροῦμε ν΄ ἀγαπήσουμε τόν Χριστό. Ταπείνωση καί ἀνιδιοτέλεια στή λατρεία του Θεοῦ. "Μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου". Κανείς νά μή σᾶς βλέπει, κανείς νά μήν καταλαβαίνει τίς κινήσεις τῆς λατρείας σας πρός τό Θεῖον. Ὅλ΄ αὐτά κρυφά, μυστικά, σάν τούς ἀσκητές»[8]. Τότε ἡ ψυχή θεραπεύεται. Τότε ὅλα ἀλλάζουν.
Γιά νά ἔρθει ὁ Χριστός μέσα στόν ἄνθρωπο πρέπει ἡ καρδιά νά εἶναι καθαρή καί νά ὑπάρχει ἀγάπη καί ταπείνωση. Ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Πολλοί λένε ὅτι ἡ χριστιανική ζωή εἶναι δυσάρεστη καί δύσκολη, ἐγώ λέω ὅτι εἶναι εὐχάριστη καί εὔκολη, ἀλλά ἀπαιτεῖ δυό προϋποθέσεις: ταπείνωση καί ἀγάπη... Ἄν ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅλοι καί ὅλα ἀλλάζουν, ἔλα ὅμως πού γιά νά ἔρθει, χρειάζεται πρῶτα νά ταπεινωθοῦμε!»[9]. Ἔλεγε πάλι: «…Μόνος Του θά ἔλθει ὁ Χριστός καί θά ἐγκύψει στήν ψυχή μας, ἀρκεῖ νά βρεῖ ὁρισμένα πραγματάκια πού νά Τόν εὐχαριστοῦν, ἀγαθή προαίρεση, ταπείνωση καί ἀγάπη...»[10].
Ἡ χριστιανική ζωή φαίνεται δύσκολη διότι θέλουμε νά τήν συμβιβάσουμε μέ τήν κοσμική. Δέν θέλουμε νά προχωρήσουμε περισσότερο ἀπό τό ἐπίπεδο τοῦ «μέχρι ἐκεῖ πού δέν κολάζει», ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Παΐσιος. Ὅμως ἄν θέλουμε νά μήν δυσκολευτοῦμε πολύ, θά πρέπει νά ξεπεράσουμε τή μέση ὁδό τοῦ Χριστιανοῦ, θά πρέπει νά μήν ἁμαρτάνουμε. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὁ ἀγωνιστής π. Πορφύριος: «Πρέπει παιδί μου, νά μήν ἀκολουθοῦμε τή μέση ὁδό τοῦ Χριστιανοῦ, γιατί αὐτή εἶναι πολύ δύσκολη. Πρέπει νά ξεπεράσουμε τό στάδιο αὐτό καί ν’ ἀνέβουμε ψηλά. Τότε εἶναι ὅλα εὔκολα. Ὅταν δέν πέφτουμε σέ ἁμαρτίες τότε εἴμεθα ἐκτός τῆς μέσης ὁδοῦ καί εἴμεθα οἱ πραγματικοί Χριστιανοί».
Κάποιος τόν ἐρώτησε: - Πῶς μποροῦμε Παππούλη μου, νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό; -« Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, παιδί μου, πραγματοποιεῖται ὡς ἑξῆς: Σηκώνουμε τόν ἐσωτερικό μας ἑαυτό πρός τόν Θεό καί Τόν ἐπικαλούμεθα. Βλέποντας ὅμως τή φύση, τά δένδρα, τά λουλούδια, τά πουλιά, τίς μέλισσες, τά ἄνθη, τή θάλασσα, τά ψάρια, τά ἄστρα, τό φεγγάρι, τόν ἥλιο, καί τά τόσα ἄλλα ὑπέροχα δημιουργήματά Του, στρέφουμε τό νοῦ πρός τόν Θεόν καί δοξάζοντάς Τον μέσα ἀπ’ αὐτά, προσπαθοῦμε νά τά καταλάβουμε πόσο ὡραῖα καί θαυμάσια εἶναι καί ἀγωνιζόμαστε νά τά ἀγαπήσουμε. Ὅταν τά ἀγαπήσουμε ὅλα αὐτά, τότε ἡ ἀγάπη μας ἀνεβαίνει πρός τόν Δημιουργό μας καί ἔτσι πραγματικά καί ἀληθινά Τόν ἀγαπᾶμε. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση εἶναι ἡ ἀγάπη τῶν δημιουργημάτων, ἀλλά ἀκόμη περισσότερη πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη μας πρός τόν συνάνθρωπό μας. Γι’ αὐτό πρέπει νά πραγματοποιοῦμε ἐπισκέψεις στά Νοσοκομεῖα, στίς Φυλακές, στά Ὀρφανοτροφεία, στά Γηροκομεῖα κ.λ.π. καί γι’ αὐτό τό σκοπό καί μόνο θά πρέπει νά γίνονται αὐτές. Τότε ἡ ἀγάπη μας εἶναι εἰλικρινής»[11].
Τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη, τήν μετάνοια καί τήν ὑπακοή, ὅλα αὐτά πού δίδασκε, τά εἶχε πρῶτα, βιώσει ὁ ἴδιος καί συνέχισε μέχρι τέλους νά τά ζεῖ. Ὁ Γέροντας μιλοῦσε σάν τούς ἀρχαίους Πατέρες, διότι τόν φώτιζε τό ἴδιο Ἁγιο Πνεῦμα, πού φώτιζε καί ἐκείνους.
Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἄλλά καί ὅλη ἡ Δημιουργία, ζητάει τόν Θεό, ζητάει τόν οὐρανό. «Πάντα δι' Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν ἔκτισται»[12]. Ὅλα τά ὄντα στρέφονται πρός τόν Θεό. Αὐτό διακήρυσσε ὁ σεβαστός Γέροντας ὅταν ἔλεγε: «Ὁ ἄνθρωπος ζητάει στόν οὐρανό τή χαρά καί τήν εὐτυχία. Ζητάει τό αἰώνιο μακριά ἀπ' ὅλους κι ἀπ' ὅλα, ζητάει νά βρεῖ τή χαρά στόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι μυστήριο. Εἶναι σιωπή, εἶναι ἄπειρος, εἶναι τό πᾶν. Τήν τάση τῆς ψυχῆς γιά τόν οὐρανό τήν ἔχει ὅλος ὁ κόσμος· ὅλοι ζητᾶνε κάτι τό οὐράνιο. Σ' Αὐτόν στρέφονται ὅλα τά ὄντα, ἔστω καί ἀσυνειδήτως»[13].
Ὅμως καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μυστήριο. Φέρει μέσα του ὅλο τό καλό καί ὅλο τό κακό ἀπό τόν Ἀδάμ μέχρι σήμερα ὅπως ἔλεγε[14] ὁ ἅγιος καί χαρισματοῦχος Γέρων. «Γι' αὐτό» τόνιζε «πρέπει ν΄ ἀποθάνομε κατά τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἐνδυθοῦμε τόν νέο»[15].



[1] Ἀποκ. 3, 20-21.
[2] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, Ἱερά Μονή Χρυσοπηγῆς, ζ΄ἔκδοση, Χανιά 2006, σελ. 368. Στό ἑξῆς: Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι ( Ὅταν δέ γίνεται ἀναφορά σέ ἔκδοση ἐννοεῖται ἡ Ζ').
[3] Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου,Θεία Λειτουργία.
[4] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 407-408.
[5]http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/porphyrios_sayings.htm, Κ. Γιαννι­τσιώ­τη: Κοντά στό γέροντα Πορφύριο.
[6] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 221-224.
[7] Γαλ. 4, 9: "νῦν δέ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δέ γνωσθέντες ὑπό Θεοῦ".
[8] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 238-239.
[9] http://www.phys.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/gerontikon/porphyrios_sayings.htm, ἀπό τό βιβλίο τοῦ Κ. Γιαννιτσιώτη: Κοντά στό γέροντα Πορφύριο.
[10] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 248-250
[11] Ἀν. Σ. Τζαβάρα, Ἀναμνήσεις ἀπό τόν γέροντα Πορφύριο, τόν διορατικό καί προορατικό πνευματικό μας πατέρα.
[12] Κολ.  1, 16.
[13] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος καί Λόγοι, σελ. 245.
[14] Ὅ. π. σελ. 285.
[15] Ὅ. π. 
π. Σάββας
http://hristospanagia.blogspot.com
Πηγή εἰκόνας:
http://t3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcRhUdSSspu6_SwceTIWMDHbSyP3xLcAiT_-EYMycCGT4cHimdo&t=1&h=170&w=164&usg=__GvPZgEeph211NCUOppMrIRoW2bo=

Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

«Ἡ εἰρήνη στήν οἰκογένεια» (Μέρος Β΄).

Ἡ εἰρήνη στήν οἰκογένεια
Μέρος Β΄
Ὁμιλίες μέ τον ἱερομόναχο Πατέρα Σάββα Ἁγιορείτη
(άπομαγνητοφωνημένη ομιλία που μπορείτε να ακούσετε εδώ ή εδώ)
undefined
-Ἡ ἄσκηση τί χρειάζεται, τί κάνει;

-Δίνει στόν ἄνθρωπο τίς ἀπελευθερωτικές δυνάμεις ἀπό τά  πάθη του. Κατ’ ἐξοχήν, μάλιστα, τόν ἀπελευθερώνει ἀπό τήν φιλαυτία του. Ὅταν κανείς ἔχει ἐγκράτεια, γιά παράδειγμα στό  φαγητό, ἀντιστρατεύεται σέ αὐτήν τήν ἐπιθυμία τῆς τροφῆς πού εἶναι βεβαίως φυσική καί ἀδιάβλητη. Ὅταν ὅμως τίς ἀνάγκες πού σχετίζονται μέ τήν σωματική μας συντήρηση τίς ὑπερκαλύπτουμε, τότε ἡ πράξη π.χ. τῆς λήψης τροφῆς γίνεται διαβλητή καί ἁμαρτωλή. Ὅταν τρῶμε παραπάνω ἀπό ὅσο χρειαζόμαστε, πέφτουμε στήν ἁμαρτία, στό πάθος τῆς γαστριμαργίας.
Ὅταν κανείς  ἀντιστέκεται λοιπόν  σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἐπιθυμία, τότε μαθαίνει νά ἀντιστέκεται γενικότερα στό θέλημα του.  Καί αὐτό ἀκριβῶς εἶναι πού τόν βοηθάει νά ὑπακούει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.  Νά κόβει τό δικό του θέλημα κάθε στιγμή.  Ὅταν αὐτό τό κάνει καί ὁ  ἄνδρας καί ἡ γυναῖκα, τότε πετυχαίνουν καί οἱ δυό νά ἔχουν τό ἴδιο θέλημα, τότε φθάνουν στήν ἑνότητα.
Ὅταν δέν ἔχουν ἄσκηση, ὅταν δέν ὑποτάσσονται στήν νηστεία  πού ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία, (τώρα  γιά παράδειγμα ἀπ΄τήν Δευτέρα θά ἔχουμε νηστεία γιά ἕνα μήνα, τήν νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων) τότε δέν μποροῦν γενικότερα νά ὑποτάξουν τά διάφορα σαρκικά καί φίλαυτα θελήματά τους καί νά τά ἐλέγξουν. Ὅταν οἱ γονεῖς, οἱ σύζυγοι δέν ὑποτάσσονται στήν Ἐκκλησία, στήν νηστεία, στούς κανόνες
Της, τότε γενικότερα συνηθίζουν νά μήν ὑποτάσσονται στόν Θεό.  Γενικότερα μαθαίνουν νά ἔχουν τό δικό τους θέλημα καί νά θέλουν νά τό ἐπιβάλλουν, ὁπότε μετά ὑπάρχει ἡ μεταξύ τους διάσταση.

Ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος, δίνει μία ὡραία εἰκόνα. Λέει: «Ὑποθέστε ὅτι ὁ Θεός εἶναι στό κέντρο καί ἐμεῖς εἴμαστε γύρω-γύρω σ’ ἕναν κύκλο. Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι βρισκόμαστε στήν περιφέρεια τοῦ κύκλου. Ὅσο οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουμε πρός τό κέντρο τόσο μικραίνει ὁ κύκλος, τόσο πλησιάζουμε καί μεταξύ μας. Ὅσο ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τό κέντρο, δηλαδή ἀπό τόν Θεό, τόσο ἀπομακρυνόμαστε καί μεταξύ μας. Δηλαδή μεγαλώνει ὁ κύκλος, μεγαλώνει καί ἡ μεταξύ μας ἀπόσταση, μεγαλώνει ἡ μοναξιά μας.  Αὐτό εἶναι πολύ βασικό ἄν τό καταλάβουμε.
    Ὅσο οἱ γονεῖς (καί μετά βεβαίως καί τά  παιδιά ἀκολουθοῦνε τους γονεῖς) πλησιάζουν πρός τό κέντρο, πρός τόν Θεό δηλαδή, τόσο πλησιάζουν καί μεταξύ τους, τόσο ἑνώνονται δηλαδή. Ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπό τό κέντρο ἀπ’ τό Θεό, τόσο ἀπομακρύνονται καί μεταξύ τους.
Ὅσο δέν τηροῦν τίς ἐντολές-θεραπευτικές ὁδηγίες τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι ἡ ἄσκηση, ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ προσευχή, ἡ τακτική ἐξομολόγηση (μία φορά τόν μήνα περίπου), ἡ Θεία Κοινωνία ἡ τακτική· ὅσο δέν τά  τηροῦν αὐτά οἱ σύζυγοι, τόσο ἀπομακρύνονται ἀπό τόν Θεό, ἀλλά καί μεταξύ τους χωρίζονται.  Βλέπετε πόσο βασικό πρᾶγμα εἶναι ὁ πνευματικός ἀγώνας, γιά νά πετύχει ἡ οἰκογένεια καί ἡ οἰκογενειακή ζωή.
    Ἄν δέν ὑπάρχει πνευματικός ἀγῶνας καί στούς δυό συζύγους, δέν μποροῦνε νά’ ρθοῦνε κοντά, γιατί μεγαλώνει ὁ κύκλος, μεγαλώνει καί ἡ ἀπόσταση μεταξύ τους. Ὅσο κι ἄν «ἀγαπιοῦνται» κοσμικά.
«Ἔχουν πολύ ἔρωτα», λέει, «μεταξύ τους αὐτοί καί εἶναι ἀχώριστοι». Κι ὅμως, μετά, αὐτός ὁ ἔρωτας μπορεῖ νά γίνει μίσος. Πολύ εὔκολα μεταστρέφεται σέ ἄσπονδο μίσος, αὐτός ὁ μεγάλος ἔρωτας, αὐτή ἡ μεγάλη ἀγάπη.
-Πότε;
- Ὅταν δέν ὑπάρχει ἡ προσέγγιση στό κέντρο, πού εἶναι ὁ Χριστός.
Ὁ ἱερός Πατήρ καλεῖ καί τούς δυό συζύγους νά φροντίζουν ὥστε νά ἀποκρύνονται τά  αἴτια τῆς δυσαρέσκειας. Ὁ,τιδήποτε δηλαδή τους πικραίνει, τούς πίκρανε, τούς δυσαρέστησε, αὐτό πρέπει νά ἀπομακρυνθεῖ νά μήν ὑπάρχει μέσα τους . Γιά νά ἐπιτευχθεῖ αὐτό θά πρέπει καί οἱ δύο νά ἔχουν τήν ἁπλότητα μαζί μέ τήν διάκριση καί νά ὁμολογήσουν αὐτό, πού τούς πικραίνει.
   -Εἴδατε τί λέει στό  Εὐαγγέλιο;
Ἄν ἔχεις κάτι κατά τοῦ ἀδελφοῦ σου –καί ὁ ἀδελφός σου, μέ τήν γενικότερη ἔννοια, μπορεῖ νά εἶναι καί ὁ συζυγός σου- νά πᾶς καί νά τόν  ἐλέγξεις, νά τοῦ μιλήσεις γιά ὅ,τι σέ στενοχωρεῖ ἰδιαιτέρως· μεταξύ σοῦ καί αὐτοῦ μόνο. Νά τοῦ πεῖς:
   -Γιατί τό ἔκανες αὐτό; Νά τοῦ μιλήσεις ἔτσι ἥρεμα, χωρίς πάθος καί θυμό, ἀλλά ἐπίσης ἰδιαιτέρως καί ὄχι δημόσια. Ὄχι μπροστά στούς ἄλλους, ἀκόμη οὔτε καί μπροστά στά  παιδιά.
Βλέπετε; Πόσο ὡραῖα τά ’χει τακτοποιήσει ὁ Θεός, γιά νά φεύγει ἡ αἰτία τῆς δυσαρέσκειας.
Οὔτε πάλι εἶναι σωστό νά τό κρατήσεις μέσα σου καί νά περιμένεις ὁ ἄλλος νά ἔχει  προορατικό χάρισμα ἤ διορατικό χάρισμα, καί νά καταλάβει γιατί ἐσύ ἔχεις κατεβασμένα μοῦτρα... Πῶς νά τό καταλάβει;
Πρέπει νά ἔχεις τήν ἁπλότητα νά τοῦ πεῖς:
  -Ξέρεις μ’ αὐτό πού ἔκανες μέ στεναχώρησες· γιατί τό ἔκανες; Χωρίς νά θυμώσεις καί νά τόν ταπεινώσεις καί νά τόν πικράνεις, ἀλλά νά μιλήσεις γιά νά φύγει ἡ αἰτία τοῦ σκανδαλισμοῦ.


συνεχίζεται ...

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

Πατερικά σχόλια στό θέμα περί ἐργασίας καί ἀργίας (Α΄ μέρος). «Ἀκούομεν γάρ τινας περιπατοῦντας ἐν ὑμῖν ἀτάκτως͵ μηδὲν ἐργαζομένους, ἀλλὰ περιεργαζομένους»


Ἡ ἀργία, ἡ τεμπελιά εἶναι ἀταξία.
Ὅλοι οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καταδικάζουν τούς τοιούτους. Γράφεται στίς Ἀποστολικές Διαταγές: «Δέν θά εἶσαι σάν πετούμενος (νά πετᾶς ἐδῶ κι ἐκεῖ), οὔτε θά περπατᾶς χωρίς λόγο στούς δρόμους παρατηρώντας, ἐνῶ δέν πρέπει, αὐτούς πού ζοῦν κακῶς· ἀντίθετα προσέχοντας στήν τέχνη καί τό ἔργο σου, νά ἀναζητᾶς αὐτά, πού θέλει ὁ Θεός. Ἀφοῦ ὑπενθυμίζεις στόν ἑαυτό σου τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, αὐτά συνεχῶς νά μελετᾶς. Διότι λέγει ἡ Γραφή: Τόν νόμο Του θά μελετήσεις ἡμέρα καί νύκτα· κι ὅταν περπατᾶς στόν ἀγρό, κι ὅταν κάθεσαι στό σπίτι, κι ὅταν κοιμᾶσαι , κι ὅταν σηκώνεσαι, γιά νά κατανοεῖς τά πάντα»[1].
 Ὁ Θεός θέλει ὁ ἄνθρωπος νά ἐργάζεται. Ἐξ ἀρχῆς ἐτοποθέτησε τόν ἄνθρωπο στόν Παράδεισο γιά νά ἐργάζεται αὐτόν καί νά τόν φυλάττῃ[2].
Ἑρμηνεύοντας αὐτό τό ρητό ὁ Μ. Βασίλειος λέγει: «Ἀφοῦ ἔφτιαξε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, δέν ἤθελε αὐτόν νά εἶναι ἀργός καί ἀκίνητος, ἀλλά νά εἶναι δραστήριος σ’ αὐτά, πού εἶναι καθήκοντα».
Τό παρακινεῖ ὁ Πλάστης τό πλάσμα Του σέ ζῆλο καί σπουδή. Μετά τήν πτώση, πάλι, ὁ Θεός παραγγέλλει τήν ἐργασία λέγοντας: «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τόν ἄρτον σου». Καί βέβαια αὐτά, πού εἶπε ὁ Θεός στόν Ἀδάμ, ἰσχύουν καί γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, τούς ἀπογόνους τοῦ πρώτου Ἀδάμ.

Δίδαγμα: Εἶναι ἐντολή τοῦ Θεοῦ ἡ ἐργασία καί ἐκπλήρωση τοῦ προορισμοῦ του. Ὁ Χριστός μας συνεχῶς ἐργαζόταν χειρωνακτικά καί κοπιαστικά .Ὁ Θεός ἐπίσης ἐργάζεται συνεχῶς τή σωτηρία μας. «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται͵ κἀγὼ ἐργάζομαι»[3] μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Ἑπομένως ἡ ἐργασία εἶναι μίμησις Χριστοῦ καί πραγμάτωση τοῦ «καθ’ ὁμοίωσιν».
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος παρατηρεῖ:«Γιατί δέν ἐργάζεσαι; Ὁ Θεός σοῦ ἔδωκε τά χέρια, ὄχι γιά νά παίρνεις τά πράγματα τῶν ἄλλων, ἀλλά γιά νά δίνεις στούς ἄλλους»[4].
Ὁ Θεός ἔπλασε τά χέρια, τά πόδια καί τά ἄλλα μέλη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, ὄχι γιά νά τά ἔχει ἀργά, ἀλλά γιά νά ἐργάζεται μέ αὐτά. Ὥστε ἐκεῖνος πού δέν ἐργάζεται, εἶναι παραβάτης αὐτῆς τῆς τάξεως τήν ὁποίαν ἔχει ὁρίσει ὁ Θεός.
Ὁ Κορέσιος[5] λέγει ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐμεταχειρίζετο τήν τέχνην γιά νά δείξει τρόπο καί μέθοδο μέ τήν ὁποία οἱ Χριστιανοί θά γλυτώνουν τήν ἁμαρτία. Ἐπίσης ὁ Κλήμης[6] καί ὁ Εὐσέβιος[7], καί ὁ Ἡγήσιππος[8] καί ὁ Ἐπιφάνιος[9] συμφώνως λέγουν ὅτι ἡ ἐργασία τῶν χειρῶν καί ὁ κόπος ἐμποδίζουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία.
Ἐπίσης ὁ Κάτων μητέρα τῶν κακῶν ὀνόμασε τήν ἀργία. Ὁ Σενέκας ἐγνωμάτευσε ὅτι ἡ ἀργία εἶναι τάφος τοῦ ζωντανοῦ ἀνθρώπου. Ἐπειδή ὁ Θεός δέν μᾶς ἔδωσε μάταια τά χέρια καί τά πόδια.
Γιαυτό καί ὁ Σολομών ἐπαινώντας τήν ἀνδρεία καί δουλεύτρια γυναῖκα λέγει ὅτι: «Ἐγεύσατο ὅτι καλόν ἐστι τό ἐργάζεσθαι, καί οὐκ ἀποσβέννυται ὁ λύχνος αὐτῆς ὅλην τήν νύκτα»[10] μέ τά ὁποῖα λόγια φανερώνει ὅτι αὐτή ἐργαζόταν ἡμέρα καί νύκτα.
Ὁ Μ. Ἀντώνιος ἐπίσης ἄκουσε ἀπό τόν Θεό αὐτά τά λόγια: «Ἀντώνιε, θέλεις ν΄ ἀρέσεις στόν Θεό; Προσεύχου· ὅταν δέ δέν μπορεῖς νά προσευχηθεῖς, κοπίαζε μέ τά χέρια σου»[11].

Δίδαγμα:Ἀληθινά πηγή καί αἰτία τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ ἀπραξία καί ἡ ἀργία τῶν χειρῶν. Ἡ ἐργασία εἶναι φάρμακο κατά τῶν παθῶν καί μάλιστα κατά τῆς ἀκηδίας (σύγχρονη ἔκφραση γιά τό πάθος αὐτό εἶναι ἡ λέξη κατάθλιψη).
Οἱ καταθλιπτικοί θά πρέπει νά ξεκινήσουν τήν θεραπεία μέ τό νά ἀσχοληθοῦν μέ κάτι, πού τούς ἀρέσει. Σιγά-σιγά διά τῆς ἐργασιοθεραπείας αὐτῆς, πού εἶναι ἀγάπη «βγαίνουν ἀπό τήν κατάθλιψη». Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς θεραπείας τους πραγματώνεται ὅταν ἀγαπήσουν συνειδητά τόν Θεό.
Οἱ ἄνθρωποι σήμερα ἐργάζονται ὅλο καί λιγώτερο γιαυτό καί παθαίνουν ὅλο καί περισσότερο κατάθλιψη. Ἡ θεραπεία τῆς κατάθλιψης εἶναι ὁ Θεῖος Ἔρωτας. Ἡ πρώτη βαθμίδα τοῦ Θεῖου Ἔρωτα εἶναι ἡ ἐργασία (=προσφορά ἀγάπης στόν πλησίον) πού εἶναι καί τήρηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ· εἶναι δηλ.ἡ ἐργασία γιά χάριν τῶν ἄλλων καί δεῖγμα ἀγάπης στόν Θεό.
Ὅποιος ἐργάζεται ,τηρεῖ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, βγαίνει ἀπό τόν ἑαυτό του (ὅταν βεβαίως ἐργάζεται καί δέν «δουλεύει» στήν φιλαυτία καί τό ἐγώ του) καί ἀγαπάει. Γιαυτό καί θεραπεύεται ἀπό τήν κατάθλιψη, πού εἶναι ἕνας μεγάλος ἐγωισμός, δηλ. τό ἀντίθετο τῆς ἀγάπης (ἡ ὁποία ἀγάπη εἶναι ἔξοδος ἀπό τό ἐγώ).

Τῼ ΔΕ ΘΕῼ ΔΟΞΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ!



[1] Ἀποστολικαί Διαταγαί, Βιβλ. Α΄, Κεφ. δ΄ : «Οὐκ ἔσῃ ὡς πετόμενος,, καί ἐμπεριπατῶν ἀλόγως ἐν ταῖς ρύμαις, ἀκαιροεπόπτης τῶν κακῶς ζώντων· ἀλλά τῇ τέχνῃ σου, καί τῷ ἔργῳ σου προσέχων, τά τῷ Θεῷ φίλα ἀναζήτει, καί τά τοῦ Χριστοῦ λόγια ἀναμιμνησκόμενος, διηνεκῶς μελέτα· λέγει γάρ ἡ Γραφή, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσεις ἡμέρας καί νυκτός· περιπατῶν ἐν ἀγρῷ, καί ἐν οἴκῳ καθήμενος, καί κοιταζόμενος, καί διανιστάμενος, ἵνα συνιῇς ἐν πᾶσιν».
[2] Γεν. β΄, 15.: «Ἔλαβε Κύριος ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, ὅν ἔπλασε, καί ἔθετο αὐτόν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάττειν»
[3] Ἰω. 5, 17.
[4] Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος Ε΄ στήν Β΄ Πρός Θεσσαλονικεῖς.
[5] Γεώργιος Κορέσσιος 1570 ci.-1659/60: Λόγιος θεολόγος, φιλόσοφος καί ἰατρός ἀπό τούς σπουδαιότερους συγγραφεῖς τοῦ 17ου αἰ.
[6]Βιβλ. Α΄ τῶν καταστάσεων
[7]Βιβλ. Ε΄ τῆς Ἱστορίας, Κεφ. ιε΄.
[8] Κεφ. ιε΄.
[9] Αἱρεσ. Π΄.
[10] Παρ. λα΄, 18.
[11] «Ἀντώνιε θέλεις ἀρέσαι Θεῷ; Προσεύχου· ὅταν δέ μή δύνασαι προσεύχεσθαι, χερσί πόνει».
π. Σάββας
http://hristospanagia.blogspot.com/

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Γέροντας Παΐσιος: «Ο εξαγνισμός της καρδιάς»


- Γέροντα, ο Χριστός χωράει σέ όλες τις καρδιές;
-O Χριστός χωράει, οί άνθρωποι δέν Τον χωράνε,  γιατί δέν προσπαθούν νά διορθωθούν.
Γιά  νά  χωρέση  ό  Χριστός  μέσα  μας,  πρέπει  νά  καθαρίση  ή  καρδιά.  Καρδίαν  καθαράν κτίσον εν έμοί, ό Θεός….
- Γέροντα, γιατί τα άγρια ζώα δέν πειράζουν τους Αγίους;
- Αφού  ημερεύουν  οί  άνθρωποι,  ημερεύουν  και  τά  άγρια  ζώα  και  αναγνωρίζουν  ότι  ό άνθρωπος είναι αφεντικό τους. Στον Παράδεισο, πριν από την πτώση, τά άγρια θηρία έγλειφαν τους  Πρωτοπλάστους  μέ  ευλάβεια,  αλλά  μετά  την  πτώση  πήγαιναν  νά  τους  ξεσκίσουν.  Όταν  ένας άνθρωπος  επανέρχεται  στην  προπτωτικη  κατάσταση,  τά  ζώα  τον  αναγνωρίζουν  πάλι  γιά αφεντικό. Σήμερα όμως βλέπεις ανθρώπους πού είναι χειρότεροι από τά άγρια θηρία, χει ρότεροι άπό τά φίδια. Εκμεταλλεύονται απροστάτευτα παιδιά, τους παίρνουν τά χρήματα καί, όταν έρχωνται σέ δύσκολη θέση, τά ενοχοποιούν, καλούν τήν αστυνομία, τά πηγαίνουν και στό  ψυχιατρείο. 
Γι’ αυτό  τόν  147ο Ψαλμό πού διάβαζε ό Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, για νά ημερέψουν τα άγρια ζώα και νά μήν κάνουν κακό στους ανθρώπους, τον διαβάζω, για νά ημερέψουν οι άνθρωποι και νά μήν κάνουν κακό στους συνανθρώπους τους και στά ζώα.

- Πώς επανέρχεται, Γέροντα, ό άνθρωπος στην προ-πτωτική κατάσταση;
- Πρέπει νά έξαγνισθή ή καρδιά. Νά απόκτηση τήν ψυχική αγνότητα, δηλαδή ειλικρίνεια, τιμιότητα,  ανιδιοτέλεια,  ταπείνωση,  καλωσύνη,  ανεξικακία,  θυσία.  Έτσι  συγγενεύει  ο άνθρωπος με τον Θεό καί αναπαύεται μέσα του η Θεία Χάρις. Όταν κάποιος εχη τήν σωματική αγνότητα,  άλλα  δεν  εχη  τήν  ψυχική  αγνότητα,  δεν  αναπαύεται  ό  Θεός  σ’  αυτόν,  γιατί υπάρχει μέσα του  πονηρία, υπερηφάνεια, κακία  κ.λπ.  Τότε  ή  ζωή  του  είναι  μιά κοροϊδία.
Άπό  ‘δώ  νά  ξεκινήσετε  τον  αγώνα  σας:  Νά  προσπαθήσετε  νά  αποκτήσετε  τήν  ψυχικήαγνότητα.
- Γέροντα, μιά κακή συνήθεια μπορεί νά κοπή αμέσως;
- Κατ’  αρχάς  πρέπει  νά καταλάβη ό άνθρωπος ότι  αυτή  ή συνήθεια τον  βλάπτει  καί  νά θελήση νά άγωνισθη, γιά νά τήν κόψη. Χρειάζεται νά εχη κανείς πολλή θέληση, γιά νά μπόρεση νά τήν κόψη αμέσως. Όπως λ.χ. το σχοινί κάνει σιγά-σιγά μιά μικρή αυλακιά στο χείλος του πηγαδιού  καί  δεν  γλιστρά  πιά,  έτσι  καί  κάθε  συνήθεια  λίγο-λίγο  χαράζει  μιά  αυλακιά  στην καρδιά  καί  δύσκολα  βγαίνει  άπό  αυτήν.  Γι’  αυτό  πρέπει  πολύ  νά  προσέξη  κανείς,  νά  μήν απόκτηση κακές συνήθειες, γιατί μετά χρειάζεται πολλή ταπείνωση καί πολλή θέληση, γιά
νά μπόρεση νά τις άποβάλη. Έλεγε ό Παπα-Τύχων: Καλή συνήθεια, παιδί μου, αρετή κακήσυνήθεια, πάθη.
Πάντως διαπίστωσα ότι, όταν ό άνθρωπος, ενώ αγωνίζεται, συνεχίζη νά σφάλλη καί
δεν άλλάζη, αιτία είναι ό εγωισμός, ή φιλαυτία  καί ή ιδιοτέλεια. Λείπει ή ταπείνωση καί η αγάπη, καί έτσι εμποδίζεται ή Θεία επέμβαση. Δεν βοηθάει ο ίδιος ό άνθρωπος τον Θεό, γιά νά τον βοηθήση.  Αν  π.χ.  τον βοηθήση ό  Θεός  νά  ξεπεράση  ένα  πάθος  του,  θά  τό  πάρη  επάνω  του,  θά ύπερηφανευθή, γιατί θά νομίζη ότι μόνος του τό ξεπέρασε, χωρίς την βοήθεια του Θεού.
Πηγή: Γέρων Παΐσιος
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/07/20
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...