Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι . Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Συχνά ο θάνατος του άνθρωπου ταιριάζει, στη ζωή που έζησε. Σαν κανόνας ισχύει ότι όποιος σκοτώσει θα σκοτωθεί και όποιος σηκώσει μάχαιρα θα λάβει μάχαιρα.

Πρόσφατα πέθανε ένας γέροντας ιερέας. Δεν πονούσε. Την τελευταία μέρα της εβδομάδας, το βράδυ διάβαζε προσευχές σε κάποιους ασθενείς, την Κυριακή το πρωί συγχωρέθηκε. Ήταν ήσυχος και ήρεμος σε όλη του τη ζωή και τέτοιο ήταν και το τέλος του. Ήταν ένθερμος στην προσευχή, μεγάλωσε μέσα στην προσευχή.

Μα και εσύ περιγράφεις την περίπτωση του κουμπάρου σου. Ο κουμπάρος σου, ήταν μεγάλος υβριστής των ιερών και των αγίων. Δεν τον ένοιαζε ο Θεός, όσο για τη ψυχή του δεν έδινε δεκάρα. Λες, πως κανέναν δεν φοβόταν, εκτός από ένα πηγάδι, παλιό και εγκαταλελειμμένο, έξω από την πόλη. Συχνά μιλούσε γι’ αυτό το πηγάδι, αλλά όταν περνούσε από κοντά του ανατρίχιαζε και έτρεμε. Κάποια φορά αστειευόμενος είπε: «Αυτό το πηγάδι θα γίνει ο τάφος μου!». Όποτε έβγαινε από την πόλη, λες και το πηγάδι τον τραβούσε να το πλησιάσει και να σκύψει να δει το σκοτεινό του βάθος. Τελικά τι συνέβη ; Ο κουμπάρος σου ξαφνικά, χάθηκε από το σπίτι του. Κανείς δεν ήξερε που πήγε. Κάποιου το μυαλό πήγε σ’ εκείνο το πηγάδι. Και πράγματι τον βρήκαν νεκρό μέσα στο πηγάδι. «Εν απωλεία άσεβης περιφέρεται» γράφει στη Γραφή (Παρ. Σολ. 10.24).Άκουσα μία ιστορία για κάποιον άνθρωπο που φοβόταν πάρα πολύ μια φιλύρα στην αυλή του. Ως
διαχειριστής χρημάτων σε κάποια εργασία, υπεξαίρεσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και το έθαψε κάτω από τη φιλύρα. Για να απελευθερωθεί μία και καλή από τον φόβο του, λέει στη γυναίκα του ότι αποφάσισε να κόψει αύτη τη φιλύρα. Ένα βράδυ λοιπόν, αρπάζει το τσεκούρι και ξεκινά να κόβει το δέντρο. Πηδούν στην αυλή του ληστές και του ζητούν χρήματα. Μη θέλοντας να τους δώσει τα χρήματα ή να τους πει που τα έχει, οι ληστές τον κρέμασαν από τη φιλύρα. Πάλι και πάλι αποδεικνύεται ο λόγος του Θεού: Από τι φοβάται ο ασεβής; Από αυτό που θα τον βρει.

Όσο για σένα χαίρε εν Κυρίω

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δεν φτάνει μόνο η πίστη, Εκδ. Εν πλω, σ. 233-234)
http://anavaseis.blogspot.com/2010/08/blog-post_12.html#more
vatopaidi.wordpress.com

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Περί εξόδου ψυχής και των εναερίων τελωνίων(2 ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ)

1)ΠΕΡΙ ΕΞOΔΟΥ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΝΑΕΡΙΩΝ ΤΕΛΩΝΙΩΝ
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΟΒΕΡΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ
Το παρόν κείμενο εκδιδόμενο υπό του Πατρός Λαζάρου Ιερομόναχου της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου σκοπόν έχει να φωτίση πάντα χριστιανόν ορθόδοξον να γνωρίση τι είναι αρεστόν ενώπιον του Αγίου Θεού. Και πράττοντας αυτά, θα αξιωθή της βασιλείας των Ουρανών.

ΦΟΒΕΡΑ ΟΠΤΑΣΙΑ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΙΔΕΝ ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΗΤΑΝ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΠΙ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 9ον ΑΙΩΝΑ
Ο Άγιος Βασίλειος ο νέος ήταν πνευματικός Πατέρας του οσίου Γρηγορίου, ο οποίος είχε επίσης πολλά άλλα πνευματικά τέκνα μεταξύ των οποίων ήταν και μια ευλαβέστατη γυναίκα ονομαζόμενη Θεοδώρα η οποία υπηρετούσε τον Άγιο Βασίλειο σε όλη της τη ζωή. Έφθασε δε ο καιρός του θανάτου της και απέθανεν εντός ολίγων ημερών.

Εγώ δε (Ο Γρηγόριος) ευρισκόμενος σε απορία ζητούσα να μάθω και ενοχλούσα τον Άγιο για να μου ειπή εάν εσώθη η Θεοδώρα και που ευρίσκεται. Ο Άγιος Βασίλειος μετά τις πολλές μου ενοχλήσεις, μου είπεν: " Τέκνον μου Γρηγόριε αύτη τη νύχτα πορεύομαι πρός την Θεοδώρα και έλθε και συ μαζί μού για να την ιδής."

Εγώ ασπάσθηκα την δεξιά του χείρα και πορεύθηκα να κοιμηθώ. Και γενόμενος σε έκσταση ευρέθηκα σε ένα ανηφορικό και στενό μέρος, και εκεί βλέπω ωραιότατα παλάτια εξαστράπτοντα και κτυπόντας την πόρτα παρουσιάσθηκαν δύο γυναίκες και μου λέγουν. Αυτά τα παλάτια είναι του πατρός Βασιλείου ο οποίος πριν από λίγο πέρασε από εδώ και πήγε να ιδή την Θεοδώρα η οποία βρίσκεται εδώ.

Ακούωντας δε η Θεοδώρα το όνομα της, έτρεξε στην πόρτα, μ' ενηγκαλίσθη και μου λέγει:
" Ώ! τέκνον μου Γρηγόριε! Πως ήλθες εδώ; Μήπως απέθανες και ήρθες εδώ;

Εγώ της αποκρίθηκα:
" Δεν απέθανα αλλά ευρίσκομαι ακόμη στο σώμα μου στον μάταιο εκείνο κόσμο. Οι ευχές όμως του πνευματικού μας Πατρός Βασιλείου με έφεραν εδώ να σε δω όπου πολύ επιθυμούσα και τον ενοχλούσα κάθε ημέρα για να μάθω πού ευρίσκεσαι, και εάν εσώθης. Και σε παρακαλώ να μου πεις περί του χωρισμού της ψυχής από το σώμα, πόσους πόνους έχει και πως επέρασες από τα φοβερά τελώνια του αέρος, και τις εξετάσεις των πονηρών δαιμόνων. Διότι κι εγώ μέλλω εντός ολίγου και κάθε άνθρωπος στο τέλος της ζωής του να διέλθωμεν. "

Και απεκρίθη η Θεοδώρα και του λέγει:
" Ώ! τέκνον μου Γρηγόριε πως θα σου διηγηθώ τον φόβο και τον τρόμον εκείνης της ώρας του χωρισμού της ψυχής από του σώματος; Πως θα σου εξηγήσω τους πόνους και τις οδύνες του χωρισμού της ψυχής; Σου παριστάνω τέκνο μου να τεθή άνθρωπος γυμνός επάνω σε κάρβουνα και να διαλύεται έως ότου εξέλθη η ψυχή του. Τόσον δριμείς και ανυπόφοροι είναι οι πόνοι του χωρισμού της ψυχής του αμαρτωλού όπως εγώ· του δε δίκαιου τέκνον μου Γρηγόριε δεν γνωρίζω.
Όταν βρισκόμουν στο κρεβάτι μου και ψυχομαχούσα έβλεπα γύρω μου τα πονηρά πνεύματα των δαιμόνων· άλλους μεν σαν μαύρους σκύλους, και εγαύγιζαν, άλλους δε σαν ταύρους μουγκρίζοντας και λυσσόντας στρέφοντας τα άγρια και άσχημα πρόσωπα τους κατ' απάνω μου και με φοβέριζαν. Εγώ δε έστρεφα τα μάτια μου σε άλλο μέρος για να μην βλέπω την άσχημη μορφή τους και τον θόρυβο που έκαναν· αλλά ήταν αδύνατο, τέκνο μου Γρηγόριε να αποφύγω.

Και ενώ ήμουν σε τόσην στεναχώρια βλέπω ξαφνικά δύο νέους αστραπόμορφους με χρυσά μαλλιά, και στάθηκαν στα δεξιά του κρεβατιού μου, και ο ένας απ' αυτούς άρχισε να φοβερίζη τους φοβερούς εκείνους δαίμονες λέγοντας:
" Φύγετε παμμίαροι και αγριοπρόσωποι διότι δεν έχετε να κερδίσετε τίποτε α' αυτή την ψυχή."

Αυτοί δε έφεραν τις αμαρτίες μου όσας εποίησα από τα νιάτα μου, είτε σε λόγια, είτε σε πράξεις και εφώναζαν όλα τ' αμαρτήματα μου ακόμη και όσα δεν έπραξα· εγώ δε με φόβω και τρόμω επρόσμενα το θάνατο και εξαιφνής ήλθεν ο θάνατος σαν ένας νέος χονδρός και οργισμένος, σαν λιοντάρι, φορτωμένος διάφορα εργαλεία και είπαν σ' αυτόν οι Άγγελοι· λύσαι τις αρθρώσεις του σώματος και μην της δώσης πολλούς πόνους διότι τ' αμαρτήματα της είναι λίγα· τότε άρχισεν από τα πόδια και έλυε τις αρθρώσεις του σώματος μου, και τότε αισθανόμουν οτι νεκρωνόταν το σώμα μου, και τελικά ο τύρρανος εκείνος γέμισε ενα ποτήρι με πικρό περιεχόμενο, μου το πότισε και ευθής εξήλθεν η ψυχή μου από το σώμα μου, τότε την παράλαβαν οι δύο Άγγελοι και εγώ θαύμαζα για τα γινόμενα, διότι δεν ήξερα οτι συμβαίνουν αυτά στον καιρό του θανάτου στον ταλαίπωρο άνθρωπον.

Και οι Άγγελοι εξέταζαν τα καλά έργα που έκαμα στη ζωή μου, αν νήστευσα, αν πήγαινα εκκλησία και αν στεκόμουν με φόβο Θεού, αν τάϊσα τους πεινώντες, αν επισκέφθηκα ασθενείς, αν δεχόμουν ξένους στο σπίτι μου, αν έδωκα το καλό παράδειγμα στους άλλους, αν υπέμεινα βρισιές, αν απέφευγα όρκους, αν δεν βλασφημούσα, αν δεν καλλοπιζόμουν, και πολλά άλλα, τα εζύγισαν αυτά με τις αμαρτίες μου οι δε δαίμονες έτριζαν τα δόντια τους σε μένα και ορμούσαν να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων, και να με ρίξουν στον άχαρον Άδην.

Ξαφνικά ήλθεν ο πνευματικός μου Πατέρας Βασίλειος και είπε πρός τους Αγγέλους:
" Κύριοι μου επειδή αυτή η ψυχή με υπηρέτησεν στη ζωή μου, παρακάλεσα τον Κύριον να την συγχωρέση και να τη σώση από τα χέρια των δαιμόνων, και οι Άγγελοι πετώντας αμέσως ανεβαίναμεν στον ουρανό ανατολικά, και ανεβαίνοντας συναντήσαμεν:

1ον. Το τελώνιο της καταλαλιάς.

Εδώ υπήρχε μιά σύναξις μαύρων, και μας σταμάτησαν, και λυσσόντας σαν σκύλλοι ζητούσαν να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων. Και μάρτυς μου ο Κύριος τέκνον μου Γρηγόριε, μου εφανέρωσαν όσους κατέκρινα στη ζωή μου και όχι μόνο τ' αληθινά αλλά με συκοφαντούσαν και έλεγαν πολλά ψέματα εναντίων μου. Οι δε Άγγελοι καταφρονήσαντες αυτούς, και πετώντας τις πτέρυγες τους ανεβαίναμεν στον ουρανό.

2ον. Τελώνιο της ύβρεως.

Και ανεβαίνοντας λίγο συνατήσαμε το τελώνιο της ύβρεως, και εδώ πολυαγωνιζόμενοι οι Άγγελοι, με τις ευχές του Πατρός μας Βασιλείου, αναχωρίσαμεν και συνομιλούντες οι Άγγελοι έλεγαν· αληθινά μεγάλην ωφέλειαν βρήκε αυτή η ψυχή από τον Άγιον Βασίλειον.

3ον. Τελώνιον του φθόνου.

Και ανεβαίνοντας εφθάσαμεν στο τελώνιο του φθόνου, και μη έχοντας τίποτα οι δαίμονες εναντίων μου επεράσαμεν ανενόχλητοι· αν και έτριζαν τα δόντια τους, οι αγριοπρόσωποι εκείνοι μαύροι να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων· και έτσι περάσαμε το τελώνιο τούτο.

4ον. Τελώνιον του ψεύδους.

Και ανεβαίνοντας, σε πολύ ύψος φθάσαμεν στο τελώνιο του ψεύδους όπου εκεί πολύ πλήθος δαιμόνων με άσχημα πρόσωπα έτρεχαν κατ' απάνω μου, κραυγάζοντας και λυσσόντας έφεραν πολλές αποδείξεις, και είχαν γραμμένα πολλές ανόητες λέξεις που έλεγα στην παιδική μου ηλικία μέχρι και τα πρόσωπα που τα έλεγα και ζητούσαν απολογία από τους Αγγέλους. Και οι Άγγελοι πληρώσαντες από τα του Αγίου Βασιλείου αναχωρήσαμεν.

5. Το τελώνιο του θυμού και της οργής.

Και ανεβαίνοντας εφθάσαμεν στο τελώνιο του θυμού και της οργής, όπου εκεί πλήθος μαύρων λυσσόντας σαν σκύλλοι δάγκωναν ο ένας τον άλλον και κατατρώγονταν αναμεταξύ τους και σαν αγριόχοιροι ορμόντας εναντίων μου, έκαμναν τα σχήματα και τα καμώματα που έκανα όταν θυμονόμουν και όταν εκρατούσα έχθρα και μνησικάκουν με κανένα· και εδώ πληρώνοντας από τα του Αγίου Βασιλείου αναχωρήσαμεν.

6. Τελώνιον υπερηφάνειας.

Και ανεβαίνοντας λίγον οι Άγγελοι εφθάσαμεν στο τελώνιο της υπερηφάνειας και ψάχνοντας πολλά οι δαίμονες δεν βρήκαν τίποτα να με κατηγορήσουν διότι ήμουν φτωχή και περνώντας ανενόχλητοι φθάσαμεν στο τελώνιο της βλασφημίας.


7ον. Τελώνιον της βλασφημίας.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της βλασφημίας, και αμέσως όταν μας είδαν οι δαίμονες έτρεξαν κατ' απάνω μας τρίζοντας τα δόντια και βλασφημούντες, εγώ έτρεμα από τον φόβο μου και μου έλεγαν οτι βλασφήμησα τρείς φορές στη νεότητα μου· οι δε Άγγελοι έφεραν απόδειξη οτι εξομολογήθηκα και αναχωρήσαμεν αφήνοντας τους δαίμονες άπρακτους.


8ον. Τελώνιον της φλυαρίας και αστειολογίας.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιον της αστειολογίας και φλυαρίας και ζητούσαν οι δαίμονες να δώσω απολογίαν για τα αισχρόλογα, τις αστειολογίες και άσεμνα τραγούδια που έλεγα στη νεότητα μου και απορούσα πως τα θυμούνταν, ενώ εγώ από την πολυκαιρία τα ξέχασα· και πληρώνοντας οι Άγγελοι ανεχωρήσαμεν.

9ον. Τελώνιον του τόκου και δόλου.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο του τόκου και του δόλου που εξετάζει τους τοκογλύφους και δόλιους, και χωρίς να βρουν τίποτα οι δαίμονες να αποδείξουν αναχωρήσαμεν.

10ον. Τελώνιον της οκνηρίας και του ύπνου.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμε στο τελώνιο της οκνηρίας όπου οι δαίμονες με εξέτασαν αν κοιμώμουν πολύ και βαριόμουν να σηκωθώ να προσευχηθώ ή να πάω στην εκκλησία ή αν μπορούσα να κάμω κανένα καλό και αμελούσα· και χωρίς να βρούν τίποτα αναχωρήσαμεν ανενόχλητοι.

11ον. Τελώνιον της φιλαργυρίας.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της φυλαργυρίας στο οποίο υπήρχε πολύ σκοτάδι και ομίχλη· και εξετάζοντας οι δαίμονες και αφού δεν βρήκαν τίποτα επειδή ήμουν φτωχή, φύγαμεν ανενόχλητοι.

12ον. Τελώνιον της μέθης.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μέθης, και ορμόντας οι δαίμονες σαν λύκοι αρπακτικοί κατ' απάνω μας, εξέταζαν το κρασί που ήπια σ' όλη μου τη ζωή· και με κατηγορούσαν οτι στο τάδε σπίτι ήπιες τόσα ποτήρια, στον τάδε γάμον εμέθυσες και όσα μου έλεγαν ήσαν αληθινά· και πληρώνοντας οι Άγγελοι αναχωρήσαμεν

και ανεβαίνοντας οι Άγγελοι έλεγαν αναμεταξύ τους:
"Μεγάλον κίνδυνον έχει η ψυχή εώς ότου περάσει τα ακάθαρτα τελώνια του αέρος"

και εγώ τους λέγω:
" Ναι κύριοι μου, και νομίζω πως κανείς από τους ζωντανούς ανθρώπους δεν θα γνωρίζη το τι συμβαίνει μετά τον χωρισμό της ψυχής από τους δαίμονες του αέρος, και αλλοίμονο στους αμελείς το τι τους περιμένει·"

και οι Άγγελοι αποκρίθηκαν και είπαν:
"Οι αγίες Γραφές αναλαμβάνουν όλα αυτά, αλλά οι ταλαίπωροι ανθρώποι σκοτεισμένοι από την πολυτέλεια, τροφές και ηδονές του κόσμου, τυφλώνονται και δεν πιστεύουν ότι θα πεθάνουν και δεν φροντίζουν να κάμνουν καλά έργα για την ψυχή τους· και αλλοίμονο στους αμελείς διότι τους αρπάζουν οι δαίμονες και τους ρίπτουν στον σκοτεινόν Άδην μέχρι της κρίσεως οπότε θα δικασθούν και θα απολάβη ο κάθε ένας οτι έπραξε."


13ον. Τελώνιον της μνησικακίας.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μνησικακίας που εξετάζει αυτούς που έχουν έχθρα, και δεν συγχωρούν τους αδελφούς τους. Και ορμόντας οι δαίμονες κατ' απάνω μου, εξέταζαν τα κατάστιχα τους , να βρούν κανένα πταίσιμο να με αρπάξουν· και χωρίς να βρούν φώναξαν σαν λυσσασμένα σκυλιά οτι ξεχάσαμεν να τα γράψουμεν, και αναχωρήσαμεν ανεβαίνοντας,

και ρώτησα τους Αγγέλους πως γνωρίζουν οι δαίμονες τις αμαρτίες των ανθρώπων, και μου αποκρίθηκαν οι Άγγελοι:
" Δεν γνωρίζεις, ότι μετά το βάπτισμα κάθε χριστιανός λαμβάνει έναν Άγγελο σαν φύλακα να τον φυλάει, και να τον οδηγή στο καλό, και να γράφη τα καλά του έργα· ομοίως δε τον ακολουθή και ένας διάβολος και γράφη τις κακές του πράξεις, και τις αναγγέλλει στο κάθε τελώνιο που ανήκει η αμαρτία και γι' αυτό γνωρίζουν οι δαίμονες, και όταν η ψυχή χωρίση από το σώμα και ανέρχεται στους ουρανούς την εξετάζουν δαίμονες σε κάθε τελώνιο και τούτο γίνεται στους ορθόδοξους χριστιανούς μόνο, στους δε απίστους και ασεβείς δεν υπάρχει καμιά εξέτασις."

14ον. Τελώνιον της μαγείας και γοητείας.

Ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μαγείας και γοητείας. Εδώ οι δαίμονες ήσαν σαν άγρια ζώα· άλλοι είχαν μορφή σκύλλου, άλλοι σαν βόδια, άλλοι σαν φίδια, με άσχημη μορφή, αλλά με θείαν χάρην όταν με εξέτασαν δεν βρήκαν τίποτα,

και ανεβαίνοντας ρώτησα τους Άγγελους με τι τρόπον μπορούν να σβήσουν από τα κατάστιχα των δαιμόνων τα αμαρτήματα των ανθρώπων,

και οι Άγγελοι μου αποκρίθησαν:
"Συγχωρούνται τα αμαρτήματα όταν ο άνθρωπος μετανοήση και εξομολογηθή στον πνευματικόν και κάμη τον κανόνα που του έβαλεν τότε εξαλείφονται τα αμαρτήματα από τα κατάστιχα των δαιμόνων· και λυσσώντας οι δαίμονες τους πολεμούν για να τους ρίψουν σε νέα αμαρτήματα. Γι' αυτό η εξομολόγηση και η μετάνοια γίνονται αιτίες να συγχωρηθούν οι ανθρώποι και να περάσουν ελεύθερα τα εναέρια τελώνια. Αλλά πολλοί ανθρώποι λέγουν ότι τα εξομολογούνται στον Θεό· και άλλοι πάλι ζητούν να εύρουν πνευματικόν συγκαταβατικόν για να αποφύγουν τον κανόνα· Αλλά αυτή δεν είναι μετάνοια αλλά πονηρία και ο Θεός ου μυκτηρίζεται. Και όπως στην ασθένεια του σώματος εκλέγουμεν τον καλύτερον ιατρόν, έτσι πολύ περισσότερον στην ασθένεια της αθάνατης ψυχής να εκλέγουμε τον θεοφοβούμενον και αυστηρόν πνευματικό, και να τον έχει κανείς μέχρι τέλους της ζωής· αλλιώς πλανούνται οι ανθρώποι και δεν μπορούν να περάσουν τα τελώνια του αέρος."

15ον. Τελώνιον της γαστριμαργίας και πολυφαγίας.

Αυτά καθώς μου έλεγαν φθάσαμε στο τελώνιο της γαστριμαργίας και πολυφαγίας, όπου οι δαίμονες ήσαν πολύ χονδροί σαν τους χοίρους, δυνατοί και άγριοι, και έτρεξαν κατ' απάνω μου, γαυγίζοντας, και μου φανέρωσαν τις πολυφαγίες που έκαμνα απο μικρήν ηλικία μέχρι που γέρασα, και οτι δεν νήστευα Τετάρτη και Παρασκευή μέχρι και τις 40στάς χωρίς εγκράτεια· και οι Άγγελοι φέρνοντας τα καλά μου έργα για πληρωμή αναχωρήσαμεν.

16ον. Τελώνιο της ειδωλολατρίας.

Και φθάσαμεν στο τελώνιο της ειδωλολατρίας και διαφόρων αιρέσεων, και χωρίς να βρούν τίποτα οι δαίμονες αναχωρίσαμεν.

17ον. Τελώνιον της αρσενοκοιτίας.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της αρσενοκοιτίας· και ο πρώτος αυτών καθόταν σαν φοβερός δράκωντας αλλάσωντας μορφές πότε σαν αγριόχοιρος, πότε σαν ποντικός, πότε σαν θηριόψαρο και τριγύρω αυτού βρώμα και ανυπόφορη δυσσωδία και επλάγιαζε ασχημονώντας. Και επειδή δεν βρήκε τίποτα εναντίων μου, αναχωρήσαμεν,

και μου έλεγαν οι Άγγελοι ότι πολλοί φθάνουν μέχρι εδώ ανεμπόδιστα, και για την αισχρήν αυτήν πράξιν, καταγκρεμίζονται στον σκοτεινόν και άχαρον Άδην.

18ον. Τελώνιον των χρωματοπροσώπων.

Και μιλώντας φθάσαμεν στο τελώνιο το οποίον εξετάζει άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι καλλωπίζουν τα πρόσωπα τους με διάφορα χρώματα, και μυρωδικά και δεν ευχαριστούνται με το κάλλος που τους έδωσεν ο Θεός. Εγώ είχα χρωματισθή δύο φορές στη ζωή μου και οι δαίμονες εξέταζαν να με κρατήσουν οι Άγγελοι όμως επάλευαν με πολύν κόπον φέρνοντας τις καλές μου πράξεις, και κερδίζοντας αναχωρίσαμεν.

19ον. Τελώνιον της μοιχείας.

Ανεβαίνοντας φθάσαμεν στο τελώνιο της μοιχείας το οποίον εξετάζει τους μοίχους και μοιχαλίδας· δηλαδή τους παντρεμένους οι οποίοι πηγαίνουν σε ξένες γυναίκες και μολύνουν το στεφάνι τους. Επίσης εδώ στο τελώνιον αυτό εξετάζονται και οι παρά φύσιν πράξαντες με τις γυναίκες τους. Αλλά επειδή εγώ δεν είχα ευθύνη από αυτά αναχωρίσαμεν χωρίς πρόβλημα.

20ον. Τελώνιον του φόνου και της εκτρώσεως.

Και ανεβαίνοντας φθάσαμεν στους τελωνάρχες του φόνου οι οποίοι εξετάζουν τους φονιάδες, μέχρι και τις γυναίκες που αποβάλλουν από την κοιλία τους βρέφη και μέχρι και αυτούς που αποφεύγουν την τεκνογονία· και από εδώ με την χάρην του Θεού αναχωρήσαμεν χωρίς πρόβλημα.

21ον. Τελώνιον της κλοπής.

Και ανεβαίνοντας λίγο φθάσαμεν στο τελώνιο της κλοπής που εξετάζει τους κλέφτες και εξετάζοντας με καλά οι δαίμονες δεν βρήκαν τίποτα και αναχωρίσαμεν ανεμπόδιστα.

22ον. Τελώνιον της πορνείας.

Και ανεβαίνοντας πολύ ψηλά φθάσαμεν στην θύρα του Ουρανού, όπου βρίσκεται το τελώνιο το οποίον εξετάζει τους πόρνους. Ο αρχηγός τους καθώταν σε υψηλό θρόνο και φορούσεν φόρεμα ραντισμένο με αφρούς και αίματα κάθε ακαθαρσίας πλυμμηρισμένον, το οποίον έγινε αυτό από τις ακαθαρσίες της πορνείας. Και ορμώντας οι δαίμονες κατ' απάνω μου με εκατηγορούσαν και έλεγαν πολλά ψέματα, και ετόλμησαν να με αρπάξουν από τα χέρια των Αγγέλων και να με ρίψουν στον άχαρον Άδην. Οι δε Άγγελοι αντίλεγαν σ' αυτούς, ότι είχα εξομολογηθή και παραίτησα από πολύν καιρόν αυτά. Και λέγοντας ψέματα οι δαίμονες έλεγαν ότι δεν τα εξομολογήθηκα ούτε κανόνα έλαβα από πνευματικόν, και οι Άγγελοι αναχώρησαν, τρίζοντας οι ακάθαρτοι δαίμονες τα δόντια τους.

Και προχωρώντας μου λένε οι Άγγελοι ότι πολύ λίγοι περνούν από αυτό το τελώνιο. Οι περισσότεροι άνθρωποι που έρχονται μέχρι εδώ πέφτουν στον σκοτεινόν και άχαρον Άδην.

23ον. Τελώνιον της ασπλαχνίας.

Και ανεβαίνοντας λίγο φθάσαμεν στο τελώνιο της ασπλαχνίας, το οποίο εξετάζη τους σκληρόκαρδους και ανελεήμονες και εξετάζοντας με οι δαίμονες και χωρίς να με βρουν άσπλαχνη διότι ελεούσα τους φτωχούς, και καταντροπιασθέντες οι δαίμονες, αναχωρήσαμεν απ' αυτούς.

Η πύλη του Ουρανού.

Και ανεβαίνοντας χαρούμενοι φθάσαμεν στην πύλη του Ουρανού, η οποία ακτινοβολούσε και έλαμπε σαν καθαρό χρυσάφι και είχεν υπερθαύμαστην ωραιότητα, που δεν μπορεί γλώσσα ανθρώπου να την διηγηθή. Ο θυρωρός, ήταν ενας αστραπόμορφος νέος με χρυσά μαλιά και μας δέχθηκε χαρούμενος δοξάζωντας τον Θεόν διότι περάσαμε τα εναέρια τελώνια των δαιμόνων.

Και περνώντας την πύλη του ουρανού είδαμεν πλήθος αστραπόμορφων νέων οι οποίοι ακτινοβολούσαν σαν τον ήλιο και χαίρονταν όλοι και ευφραίνονταν, για την σωτηρία μου· εμείς πορευθήκαμεν με αγαλλίαση και χαράν ανεκλάλητον για προσκύνησιν του αστραπόμορφου θρόνου του Θεού, και Σωρήρα Ημών Ιησού Χριστού. Και είδαμεν σύννεφα όχι σαν τα συνηθισμένα τα οποία παραμέριζαν για να περάσουμεν. Και είδαμεν άλλο σύννεφο λευκό και χρυσόμορφο από το οποίο εξέρχονταν αστραπές και παραμέρισε κι αυτό όπως τα άλλα και περνόντας αισθανθήκαμεν γλυκύτατην ευωδία από τον θρόνο του αοράτου Θεού. Και είδαμεν στο άμεσον ύψος αστραποβόλο τον θρόνο του Παντάνακτος Θεού. Εκεί είναι η χαρά των δικαίων και η Αιώνια αγαλλίαση. Κ' είδαμεν εκεί πλήθος άπειρον αστραπόμορφων νέων, που φορούσαν πολύτιμα φορέματα με χρυσές ζώνες.

Φθάσαμεν απέναντι του θρόνου του Θεού, και οι Άγγελοι που με κρατούσαν άρχισαν να ψάλλουν και κλίνοντας τα γόνατα προσκυνήσαμεν τρείς φορές την Παναγίαν Τριάδα, και μαζύ με ημάς όλο το πλήθος των Αγίων Αγγέλων που ήταν γύρω του θρόνου του Θεού. Κ' ευθέως ακούστηκε φωνή γλυκύτατη και έλεγεν στους Αγγέλους οδηγήστε την ψυχήν αυτήν πρώτα στον Παράδεισον και έπειτα στα καταχθόνια του άδου καθώς κάνεται σε όλες τις ψυχές. Κ' έπειτα αναπαύσετε την στην κατοικία του δούλου μου Βασίλειου που με παρακάλεσεν.

Και συνοδεύοντας με οι Άγγελοι με έφεραν στον Παράδεισον όπου είδα τις κατοικίες των δικαίων όπου έλαμπαν σαν ακτίνες του ήλιου των οποίων η κατοικία εκάστου διέφερεν κάθε ενός ανάλογα των έργων του. Εκεί είδαμεν τον κόλπον του Αβραάμ όπου αναπαύονται τα τέκνα των ορθόδοξων χριστιανών όσα έζησαν στον κόσμο αναμάρτητα. Εκεί αναπαύονται οι ψυχές των 12 Πατριαρχών και όλων των Αγίων και φαίνονταν σαν να ήταν με σώματα, αλλά χέριν ανθρώπου δεν μπορεί να τους πιάση.

Όταν επισκεφθήκαμεν όλες τις κατοικίες των Αγίων οι Άγγελοι με έφεραν στις φοβερές κολάσεις του Άδη όπου κατοικούν οι αμαρτωλοί· και είδα τις σκοτεινές φυλακές όπου είναι κλεισμένες οι ψυχές των αμαρτωλών ως η άμμος της θάλασσας και σκεπάζονταν από την μαύρην ομίχλη του θανάτου· και εκεί ακούεται τέκνον μου Γρηγόριε το ουαί και αλλοίμονο και τους κατατρώγει ασταμάτητα ο μολυσμός και η βρώμα.

Αφού γυρίσαμεν όλες τις κολάσεις των αμαρτωλών, ο ένας Άγγελος μου λέγει.
"Θεοδώρα ξέρεις ότι σήμερα ο πνευματικός σου πατέρας Βασίλειος κάμνει το τεσσαρακοστόν σου μνημόσυνο στην γη;"

Και λέγοντας αυτό ο άγγελος με άφησαν να εμφανισθώ στην πανευφρόσυνη κατοικία του Παραδείσου, όπου εδώ βρίσκονται και άλλες ψυχές των πνευματικών τέκνων του πατρός μας Βασιλείου. Εκεί βρισκόταν ωραιότατο τραπέζι ακτινοβολόντας δια των πολύτιμων λίθων που ήταν στολισμένη, και γεμάτη με διάφορα ωραιότατα οπωρικά που έτρωγαν άνθρωποι άϋλοι χωρίς παχιές σάρκες και έλαμπαν σαν ακτίνες του ήλιου τα πρόσωπα τους. Εκεί δεν διακρίνονταν οι άνδρες από τις γυναίκες. Ωραιότατοι νέοι τους κερνούσαν με ροδοκόκκινο ποτό και όσοι έπιναν χόρταναν από την γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος.

Τότε ο Άγιος Βασίλειος διέταξε την Θεοδώρα να με οδηγήση να ιδώ το ωραιότατο περιβόλι της κατοικίας του. Και οδηγώντας με η Θεοδώρα φθάσαμεν στο περιβόλι του οποίου η πόρτα και τα ψηλά τείχη ήσαν χρυσαφένια, το οποίον ήταν γεμάτο από ποικιλόμορφα δέντρα φορτωμένα από ευγευστάτους και ωραιοτάτους καρπούς άφθαρτους και αθάνατους· και βλέποντας αυτά εγώ έμεινα εκστατικός, η δε Θεοδώρα είπε:
"Αυτά όλα που βλέπεις τα εχάρισεν ο Πανάγαθος Θεός του πατέρα μας Βασιλείου, για τους κόπους του και την αρετή του, για να ευφραίνεται και να αναπαύεται με όλα τα σωσμένα πνευματικά του τέκνα. Φρόντισε και συ τέκνον μου Γρηγόριε, έως ότου βρίσκεσαι στον προσωρινόν κόσμο, να κάμης τις εντολές του Θεού, για να έλθης και συ εδώ μέχρι την Δευτέρα Παρουσία, οπότε ο Θεός έχει μεγαλύτερα από αυτά ετοιμασμένα γι' αυτούς που Τον Αγαπούν."

Εγώ ψηλαφίζοντας τον εαυτό μου εάν ήμουν με το σώμα, μου φάνηκε σαν να έπιανα ακτίνες του ήλιου, και τότε ήλθα στον εαυτό μου ελευθερωθείς από τα φοβερά και εξαίσια εκείνα πράγματα. Και συλλογιζόμενος όλα αυτά έλεγα· άραγε από τον διάβολο τα είδα όλα αυτά; Και σηκώθηκα επορεύθηκα να συναντήσω τον άγιον Γέροντα μου, και βρίσκωντας τον έβαλα μετάνοια και πήρα την ευλογία του, και μου λέει· άραγε ξέρεις τέκνον μου Γρηγόριε, ότι αυτήν τη νύκτα είμασταν μαζί στα ουράνια και αιώνια σκηνώματα εκεί που βρίσκεται η Θεοδώρα και την είδες και μιλήσατε μαζί κατά την επιθυμία σου, και πήγατε μαζί στο ωραιότατο περιβόλι και είδες τα πανεύοσμα εκείνα άνθη και τους αθάνατους εκείνους καρπούς και είδες τα ολόχρυσα εκείνα παλάτια αυτήν τη νύκτα, μην νομίσεις τέκνον μου ότι όλα αυτά είναι όνειρο.

Εγώ ακούγοντας αυτά από το στόμα του άγιου Γέροντα και επιγείου αγγέλου λιποθύμησα και έμεινα άφωνος γνωρίζοντας όλα αυτά ότι έγιναν στ΄ αλήθεια.

Έπειτα όταν συνήλθα μου λέγει ο Άγιος:
"Και συ τέκνον μου Γρηγόριε φρόντισε να διέλθης τη ζωή σου με αγαθοεργίες κατά τις εντολές του Χριστού και μετά τον θάνατο σου θα σε δεχθώ στις αιωνίους κατοικίες, τις οποίες μου εδώρησεν ο Κύριος δια την πολλήν του αγαθότητα. Διότι εγώ θα φύγω σε λίγο από τον μάταιο αυτόν κόσμο, και συ υστερότερα και θα σε περιμένω εκεί στα αιώνα, διότι καθώς ο Κύριος μου αποκάλυψε θα διέλθης την ζωή σου θεάρεστα. Πρόσεξε τέκνον μου μη φανερώσης σε κανέναν όσα είδες και άκουσες εν όσω ζω. Μετά από τον θάνατο μου γράψε τα αυτά για ωφέλεια των Χριστιανών που θα τα διαβάσουν."

Έως εδώ αδελφοί χριστιανοί είναι η διήγηση του θανάτου της Θεοδώρας την οποίαν έγραψεν ο σοφός Γρηγόριος. Επίσης έγραψεν πως μέλλεται να γίνη η φοβερά κρίσις την ημέρα εκείνης της Δευτέρας! Παρουσίας του Αδεκάστου Κριτού περί της οποίας αποκαλύφθηκεν στον άγιον γέροντα Βασίλειον, και το οποίον βρίσκεται πιο κάτω σε αυτό το κείμενο γραμμένο. 
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://www.psathades.gr/bibliothiki/Paterikon/PeriExodouPsyxis.htm
http://www.egolpion.com/peri_exodoupsuxhs.el.aspx
2)ΦΟΒΕΡΑ ΟΠΤΑΣΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ,ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΟΒΕΡΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
(Απο Σιναΐτικο Χειρόγραφο του 15-16ου αιώνα)
Επί της Βασιλείας του Λέοντος του Σοφού στα χρόνια 886-911 υπήρχεν ο όσιος Βασίλειος ο Νέος, ο οποίος είχεν μαθητήν του κάποιον Γρηγόριον, ο οποίος κυριευμένος απο λογισμούς πίστευε οτι οι εβραίοι που τηρούν τον Μωσαϊκό Νόμο, μετά την Ανάσταση των νεκρών, θα είναι δεκτοί στον Θεόν την ημέρα της Κρίσεως όπως οι Προπάτορες, Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ.
Ο δε Άγιος Βασίλειος αντιφρονούσε σ' αυτό λέγοντας προς τον νεαρόν:
" Ο Κύριος λέγει τέκνον μου στο Ιερόν Ευαγγέλιο, εγώ είμαι η θύρα, δι εμού εάν τις εισέλθη σωθήσεται ( Ιωαν. 10,8) και πως είναι δυνατόν τέκνον μου να σωθούν οι εβραίοι που είναι εχθροί του Θεού και τον βλασφημούν κάθε ημέραν;"
Και προσευχόμενος ο Άγιος στον Θεό να αφαιρέση από τον νεαρό αυτούς τους λογισμούς, απέστειλεν ο Πανάγαθος Θεός θείον Άγγελον και εξήγησεν στον Γρηγόριον περί τούτου,
και λέγει μιά νύκτα ενώ κοιμώμουν, ξύπνησα για προσευχή, κατά συνήθεια και είδα σε όραμα οτι βρέθηκα σε μια πεδιάδα γεμάτη ποικίλων δέντρων και λουλουδιών, και ξαφνικά φάνηκε ένας νέος ψηλός και ωραίος με πύρινη στολή εξαστράπτων και μου λέγει:
" Γρηγόριε, οι ευχές του Οσίου Πατρός Βασιλείου σε έφεραν εδώ για να μάθης, να πεισθής και να γνωρίσης την αλήθεια που επιθυμούσες."
Και αρπάζοντας με ο Νέος απο το χέρι βαδίζαμεν και νεφέλη φωτεινή μας ανέβασεν σε άπειρο ύψος, και υπερθαύμαστον κόσμον, και βλέπωντας έτρεμα από τον φόβο μου, και ευθύς βρεθήκαμεν στην πεδιάδα της οποίας το έδαφος ήταν υάλλειο, και μέσα στην πεδιάδα υπήρχεν άπειρον πλήθος πυρινόμορφων νέων και ακούονταν υμνωδίαις και άσματα μελίρρητα και υπερθαύμαστα.
Προχωρόντας είδαμεν άλλον τόπον πύρινον, ο οποίος φαινόταν οτι φλεγόταν και δεν καιγόταν, όπου ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να διηγηθή. Και ο τόπος αυτός μου είπεν ο συνοδός μου Άγγελος οτι είναι η Αγία Πόλις η Άνω Ιερουσαλήμ της οποίας Δημιουργός είναι ο Θεός, και είναι η πόλις των Αγίων και πάντων των Δικαίων, των ευαρεστησάντων τον Θεόν.
Και καθώς μου τα έλεγεν αυτά ο Άγγελος, βλέπω υπεράνω της Αγίας Πόλης αιωρούμενον τον Τίμιον Σταυρόν, υπεραστράπτοντα περισσότερο από τις ηλιακές ακτίνες,
και μετά από αυτό βλέπω πλήθος Αγγέλων, κρατώντας θρόνον φρικώδη, και τεράστιον και φωνή βροντώδης και φοβερή εξακούετο λέγουσα:
" Ιδού ο Μέγας και φοβερός Κριτής έρχεται να κρίνει τους ζωντανούς και τους νεκρούς, και να αποδώση στον κάθε ένα άνθρωπο κατά τα έργα αυτού. Και αυτά όλα γίνονται στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ της επιγείου Ιερουσαλήμ, καθώς γράφτηκε στις Γραφές."
Και μετά από αυτά βλέπω άλλους Αγγέλους κατέχοντας πύρινες σάλπιγγες, και με την προσταγή του Κριτή σάλπισαν, και εσαλεύθησαν τα θεμέλια της γης, και να ανοίχτηκαν οι τάφοι των από όλων των αιώνων νεκρών, από τον Αδάμ μέχρι της εσχάτης ημέρας.
Και ευθύς ώ! φρικτόν θέαμα ανέβαιναν από τους τάφους, τα οστά γυμνωμένα των νεκρών των αιώνων, και ενδύνονταν σάρκες, νεύρα και δέρμα, και ήταν άπειρο το πλήθος ως η άμμος της θάλασσας, γυμνοί και τρομαγμένοι, όλοι σε μια ηλικία, σαν να ήταν 33 χρονών και φαίνονταν κάθε ένας διαφορετική μορφή.
Και στον κάθε ένα ήταν γεγραμμένο στο μέτωπω του, αυτός είναι προφήτης, σε άλλους δε αυτός είναι Ιεράρχης, σε άλλους Οσίοι, και σ' άλλους ελεήμονες, και απλά κάθε ενός η αρετή και η ζωή του στη γη ήταν γεγραμμένη στο πρόσωπω του.
Ομοίως δε και τους αμαρτωλούς και απίστους γραφόταν στο μέτωπω τους οι πράξεις κάθ' ενός· αυτός είναι φονιάς, σε άλλον αυτός είναι πόρνος, σε άλλους αυτός είναι κτηνοβάτης, σε άλλους αυτός είναι αιμομίκτης, σε άλλους αυτός είναι βλάσφημος, και σε άλλους αυτός είναι φιλοκατήγορος, και σε άλλους αυτός είναι κοιλιόδουλος κ.λ.π.,
και όλοι έκλαιγαν με θρήνο απαρηγόρητοι και έλεγαν:
" Αυτά όλα τα ακούαμεν στις Γραφές και δεν πιστεύσαμεν"
και όλα τα έθνη Αγαρηνοί, εβραίοι, εθνικοί και όλοι οι άπιστοι έκλαιαν και ωδύρονταν την απώλεια του εαυτού τους,
και ιδίως οι Ιουδαίοι έλεγαν:
" Εάν αυτός είναι ο Χριστός, ο φοβερός Κριτής τον οποίον εσταυρόσαμεν, χαθήκαμεν όλοι".
Τότε ο συνοδός μου Άγγελος μου λέγει:
"Βλέπεις τους Ιουδαίους πως τρέμουν βλέπωντας αυτά που γίνονται."
Και ευθύς ο Άγγελος μου λέγει:
" Ιδού  ο φοβερός και μέγας Θεός παραγίνεται, φόβος και τρόμος λαμβάνουν τα πάντα."
Και ιδού πλήθος αναρίθμητον ουρανίων Αγγέλων κατέρχετο από τους ουρανούς, και παρασταθέντες ενώπιον του φοβερού θρόνου, προσκύνησαν, και παραύτα ακούονταν κρότοι και βροντές φοβερές μαζί με κτύπους, και όλο το γένος των ανθρώπων έτρεμε, και όλα τα τάγματα των ουρανών, παραστάθησαν σε κύκλον γύρο από τον θρόνο του φοβερού Κριτού με πολλή τάξη και φόβο.
Τότε όλοι οι δίκαιοι φώναξαν:
" Εσύ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του Ζώντος ο οποίος μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα σε Προσκυνούμεν."
Και ακόυγοντας αυτό οι Ιουδαίοι, αιρετικοί και άπιστοι, έτρεμαν και έμειναν άφωνοι.
Τότε ο φοβερός Κριτής έστρεψε το βλέμμα στον Ουρανό, και τρομάζοντας ο Ουρανός χάθηκε. Ομοίως βλέποντας τη γη ευθύς και αυτή εξαφανίστηκε, και ο ήλιος και η σελήνη και τα αστέρια χάθηκαν σαν κερί, το ίδιο και η θάλασσα ξηράθηκε όλη και μεταποιήθηκε σε φωτιά, και έγινεν πύρινος ποταμός, και βρίσκόταν μπροστά στον Θεϊκό Θρόνο.
Και ευθύς με κάλεσμα του Κριτή, διεχωρίσθησαν τα άπειρα εκείνα πλήθη των ανθρώπων σε δύο· και στάθηκε το ένα στα δεξιά του Κριτή και το άλλο στα αριστερά. 

Και βλέπωντας ο Κριτής τους βρισκομένους στα δεξιά του, τους είπε με γλυκήτατη φωνή:
" Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου να κληρονομήσεται την ετοιμασμένην για εσάς βασιλεία." (Ματθ. 25,34)
Έπειτα βλέπωντας και αυτούς στα αριστερά του, τους λέγει με οργή:
" Απομακρυνθήτε από εμένα οι καταραμένοι στη φωτιά την αιώνια, η οποία ετοιμάστηκε για τον διάβολο και τους αγγέλους του"
Και όταν αυτά ακούστηκαν από τον Κριτή, και αφού οι αμαρτωλοί οδύρθησαν ανώφελα , ξαφνικά βλέπω την υπερθαύμαστην εκείνη πόλη απέναντι του Κριτή να στέκεται, και να η κατά την δύση πόλη ανοίχθηκε βλέπω μια γυναίκα από τα δεξιά του Κριτού στεκόμενη αστράπτοντας περισσότερο από τον ήλιον, προς την οποία λέγει ο Κριτής· είσελθε Μητέρα μου στην βασιλεία μου, και αφού την υποδέκτηκαν στρατοί Αγγέλων εισήλθαν στην Αγίαν Πόλιν.
Οι Άγιοι 12 Απόστολοι
Και μετά απο αυτό βλέπω 12 άνδρες οι οποίοι ήσαν οι 12 Απόστολοι φορόντας στολές πυρίμορφες προσκύνησαν τα πόδια του Κριτού και εισήλθαν και αυτοί στην Αγίαν Πόλιν.
Οι 70 Απόστολοι
Έπειτα χωρίσθησαν άλλοι 70 άνδρες από το άπειρο πλήθος που βρισκόταν δεξιά του Κριτή και αυτοί ήσαν οι 70 Απόστολοι οι οποίοι προσκυνόντας και αυτοί, εισήλθαν στην Αγία Πόλη.
Οι Άγιοι Μάρτυρες
Έπειτα διεχωρίσθησαν απ' αυτής της δεξιάς μερίδας πλήθος ανδρών των οποίων τα πρόσωπα σπινθηροβολούσαν, και άστραπταν οι στολές τους περισσότερον από τον ήλιον, και προσκυνόντας τον Κριτήν εισήλθαν στην Αγίαν Πόλιν.
Οι Ιεράρχες
Μετά διεχωρίσθηκε άλλη συναγωγή πλήθος άπειρον των Αγίων Ιεραρχών, των οποίων τα πρόσωπα άστραπταν περισσότερο από τον ήλιο, και οι στολές τους  περισσότερο από το χιόνι, και προσκυνόντας τον Κριτήν εισήλθαν στην Αγία Πόλη.
Οι Διδάσκαλοι
Μετά από λίγο διεχωρίσθηκε άλλη συναγωγή των θείων Διδασκάλων των οποίων σπινθηροβολούσαν τα πρόσωπα τους και αφού προσκύνησαν τον Κριτήν εισήλθαν στην Αγία Πόλη.
Οι ασκητές Όσιοι Πατέρες
Και μετά απο αυτά διεχωρίσθηκε άλλη συναγωγή πλύθος αναρίθμητο, οι ασκητές της ερήμου και των βουνών Μοναχοί, και ευαρεστησάμενοι τον Κριτήν, και αφού επαινέθηκαν από Αυτόν, προσκυνήσαν και αυτοί και εισήλθαν στον Πόλη.
Οι παρθένοι και ελεήμονες
Και μετά απο λίγο διεχωρίσθηκε άλλη μικρή συναγωγή, αστράπτοντας σαν την αστραπή προσκυνόντας και αυτοί τον Κριτή εισήλθαν στην Αγία Πόλη.
Οι ειλικρινώς μετανοημένοι
Έπειτα διεχωρίσθηκε άλλη συναγωγή πλήθος άπειρον, οι ειλικρινώς στον κόσμο μετανοημένοικαι προσκυνόντας τον Κριτή εισήλθαν και αυτοί στην Αγία Πόλη.
Οι Άγιο Προπάτορες
Μετά από λίγο διεχωρίσθησαν άλλοι 15 άνδρες ωραιότατοι και αστράπτοντες σαν το φώς, οι Άγιοι προπάτορες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ, και οι υιοί αυτών, προσκυνόντας και αυτοί τον Κριτή εισήλθαν στην Αγία Πόλη.
Οι από Αδάμ εώς του Χριστού Προφήτες
Έπειτα διεχωρίσθηκε άλλη μικρή συναγωγή οι από Αδάμ μέχρι τον Χριστό Δίκαιοι και Προφήτες περί των οποίων είπεν ο Κύριος·
" Οι πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι, και οι τελευταίοι πρώτοι·"
και αυτοί προσκυνόντας τον Κριτήν εισήλθαν στην Αγία Πόλη.
Οι δια τον Χριστό Σαλοί
Και μετά από λίγο διεχωρίσθηκε άλλη μικρή συναγωγή, οι δια τον Χριστό Σαλοί, και αυτοί προσκυνόντας τον Κριτή εισήλθαν στην Αγία Πόλη.
Οι του γάμου άμωμοι
Και αμέσως απεχωρίσθηκε άλλη μικρή συναγωγή οι του γάμου άμωμοι και αμώλυντοι ντυμένοι στολή Βασιλική και τα πρόσωπα αυτών δεδοξασμένα, προσκυνόντας και αυτοί τον Κριτή εισήλθαν στην Αγία Πόλη,
και έλειψαν οι στα δεξιά του Κριτή Δίκαιοι, και έμειναν μόνο οι στα αριστερά του Κριτή αμαρτωλοί με καταντροπιασμένα τα πρόσωπα, οδυρόμενοι, βλέποντας αυτά που συνέβαιναν· ήσαν δε πλήθος άπειρον, τρέμοντας και με φόβο στέκοντας ανάμεναν την φοβερή ώρα της καταδίκης τους.
Και γυρνώντας το βλέμμα προς αυτούς ο Κριτής, διεχωρίσθηκε μεγάλη συναγωγή σαν την άμμο της θάλασσας,

και καλώντας τους Αγγέλους ο Κριτής, τους έρριψαν στον πύρινον ποταμόν οδυρώμενους και κλαίοντας.
Όλοι οι αβάπτιστοι και Αιρετικοί
Και καλόντας ο Κριτής τους Αγγέλους άρπαξαν άλλη συναγωγή αναρίθμητη τους έρριψαν στον πύρινον ποταμόν, να καίγωνται αιωνίως.
Οι αυτόκτονες
Έπειτα με νεύμα στους Αγγέλους ο Κριτής, άρπαξαν άλλη συναγωγή αναρίθμητη, και τους έρριψαν στην κοχλάζουσαν θάλασσαν του πυρός.
Οι φονιάδες οι φαρμακοί-μάγοι
Και μετά από λίγο με νεύμα ο Κριτής στους Αγγέλους άρπαξαν άλλη συναγωγή τους φονιάδες-φαρμακούς και τους μάγους και τους έβαλαν στην σπινθηροβολούσαν εκείνη θάλασσα.
Οι μοίχοι και αιμομίκτες
Και καλώντας τους Αγγέλους του ο Κριτής άρπαξαν άλλη συναγωγή, τους μοίχους και τους αιμομίκτες, και τους έρριψαν στην πυρανάπτουσαν θάλασσα.
Οι αρσενοκοίται
Και πάλιν νεύοντας τους Αγγέλους ο Κριτής άρπαξαν άλλη μεγάλη συναγωγή τους αρρενομανούντας και βίαια τους έσπροξαν και τους έρριψαν στη λίμνη εκείνη της φωτιάς.
Οι κτηνοβάτες
Και πάλιν ο Κύριος καλώντας τους Αγγέλους διεχώρησαν άλλη συναγωγή, των κτηνοβατών των οποίων τα πρόσωπα υπήρχαν σαν τα κτήνοι και με οργή τους έρριψαν στον ποταμό της φωτιάς.
Όσοι με βότανα και φάρμακα σκότωσαν βρέφη
Και μετά από λίγο καλώντας ο Κριτής τους Αγγέλους διαχώρισαν άλλη συναγωγή, αυτούς που σκότωσαν βρέφη, και με βίαια ορμή τους έρριψαν στον ποταμό της φωτιάς.
Οι κλέφτες και οι άρπαγες
Και πάλι καλώντας τους Αγγέλους ο Κριτής διεχώρισαν άλλη συναγωγή τους κλέφτες και τους άρπαγες και τραβόντας τους με βία τους έρριψαν στην πύρινη θάλασσα.
Οι βλάσφημοι και επίορκοι
Και διεχώρησαν οι Άγγελοι άλλη συναγωγή, πλήθος άπειρον και την έρριψαν στην παφλάζουσαν και σπινθηροβολούσαν θάλασσα του πυρός.
Οι ψεύτες και ψευδομάρτυρες
Και διεχώρισαν άλλη συναγωγή που έβγαζε βρώμα από το στόμα, τους έρριψαν βίαια στη λίμνη της φωτιάς.
Οι κατήγοροι-κατάλαλοι
Και πάλι καλώντας τους Αγγέλους ο Κριτής άρπαξαν άλλη συναγωγή άπειρο πλήθος και έβγαινεν απο το στόμα αυτών αίμα και φίδια τεράστια, κρέμμονταν στις γλώσσες τους, και τους έρριψαν στην κατώδυνη λίμνη της φωτιάς.
Οι φθονεροί και μνησίκακοι
Και χωρίζοντας άλλη συναγωγή οι Άγγελοι τους μνησίκακους και φθονερούς σπροχνωντας, και φέρνοντας τους τους έρριψαν βίαια στην λίμνη της φωτιάς.
Όσοι οργήζονται και θυμώνουν
Και πάλι καλώντας ο Κριτής άρπαξαν άλλη συναγωγή αυτούς που θυμώνουν και οργήζωνται, και τους έρριξαν αυτούς στον ποταμό εκείνο της φωτιάς.
Οι αμαρτωλοί Ιερείς και Μοναχοί
Και με το κάλεσμα του Κριτή οι Άγγελοι χώρησαν άλλη συναγωγή, τους Ιερείς και Μοναχούς οι οποίοι αμάρτησαν (και δεν μετανόησαν), πολύ πλήθος, και έρριψαν άλλους στον Τάρταρο του Άδη, άλλους στο σκοτάδι το εξώτερο και άλλους στο τρίξιμο των δοντιών, να κολάζονται αιώνια.
Αυτοί που έχουν έχθρα προς άλλους και κοινωνούν
Έπειτα ξεχώρισαν άλλη, συναγωγή, των μνησικάκων και σπροχνωντας αυτούς σκληρά τους έρριψαν στη λίμνη της φωτιάς την καιόμενη.
Οι μέχρι θανάτου αμετανόητοι Χριστιανοί
Έπειτα άρπαξαν άλλη συναγωγή πλήθος άπειρον· οι Άγγελοι σπρόχνωντας και τραβώντας βιαίος τους έρριξαν σε διάφορες κολάσεις ανάλογα των αμαρτιών τους.
Οι ελεήμονες Χριστιανοί οι οποίοι δεν μετανόησαν
Και πάλι με προσταγή του Κριτή διεχωρίσθηκε άλλη συναγωγή άπειρο πλήθος κλαίγοντας πικρά και στανάζοντας οδηγούμενοι από τους πύρινους Άγγελους, για να ριφθούν στην παφλάζουσαν εκείνη θάλασσα της φωτιάς.
Βλέποντας αυτούς η Παναγία Μητέρα του Κριτού βγαίνοντας από την Αγία Πόλη, τρέχει σπουδαία και φθάνοντας τους φοβερούς εκείνους Αγγέλους είπε:
" Στο όνομα της Τρισηλίου Θεότητος, Πατρός και Υιού και Πνεύματος Αγίου, να μη κολασθεί αυτή η συναγωγή, και προσελθούσα στον Κριτή, προσκύνησε τα άχραντα Του πόδια και είπε·
Υιέ μου και Θεέ, λυπήσου αυτή τη συναγωγή, για τους λόγους που ξεφώνησες από το ίδιο σου το στόμο λέγωντας.
Μακάριοι οι ελεήμονες οτι αυτοί ελεηθήσωνται. (Ματθ. 6,7) 
Και αποκρινόμενος ο Κριτής λέγει:
Ω Μητέρα μου για την μεν ελεημοσύνη που εποίησαν κατακρατώ και λυτρώνω αυτούς από την κόλαση, για δε του οτι αμαρτήσαν και δεν μετενόησαν, δεν θα εισέλθουν στην πόλιν των Αγίων μου, ούτε θα δουν την Βασιλεία μου.
Και προστάζοντας ο Κριτής τους Αγγέλους, να πάρουν αυτούς μακριά της πόλεως των Αγίων, σε ένα τόπο αμέτοχον κάθε θλίψεως και κολάσεως.
Η Παναγία Μητέρα του Θεού επέστρεψε μαζί με τους Αγγέλους στην Αγία Πόλη από την οποία είχε βγεί.
Τα αβάπτιστα παιδιά των Χριστιανών
Και απεχώρισαν άλλη συναγωγή οι Άγγελοι μπροστά στον Κριτή, τα πρόσωπα των οποίων ήσαν σκοτεινά και τυφλά, και λέγουν στον Κριτή. Κύριε εμείς είμαστε τέκνα Χριστιανών, και η τομή του θανάτου δεν μας άφησε να ζήσουμε να βαπτισθούμεν και να σε ευαρεστήσουμεν· ο Κριτής διέταξε τους Αγγέλους να τους πάρουν μακριά της πόλεως των Αγίων, να απολαμβάνουν μικρή απόλαυση· δεν ήσαν ούτε νήπια ούτε γέροντες ούτε γυναίκες αλλά όλοι άνδρες νεαροί μιάς ηλικίας.
Ο Άρειος Μακεδόνιος και ολοι οι αιρετικοί
Και καλώντας ο Κριτής τους Αγγέλους, έφεραν άλλη μικρή συναγωγή των Αιρετικών και κρέμουνταν στις γλώσσες τους έχιδνες (φίδια),
και γυρνώντας ο Κύριος είπε:
" Πώς ετολμήσατε, να σχίσετε τον χιτώνα της ορθόδοξης εκκλησίας μου και να απωλέσετε άπειρο πλήθος ψυχών ανθρώπων;
Τότε αρπάζοντας τους οι Άγγελοι τους έρριψαν στην πύρινη εκείνη θάλασσα.
Ο Διοκλητιανός Νέρων και όλοι οι τύρρανοι Βασιλιάδες
Και με προσταγή του Κριτή έβγαλαν άλλη συναγωγή, από τα στόματα των οποίων έτρεχεν αίμα βρώμερό και αυτοί ήσαν όλοι οι τύρρανοι Βασιλιάδες, που βασάνιζαν τους χριστιανούς, και σπρόχνωντας τους οι Άγγελοι τους έρριψαν στον τάρταρον του Άδη.
Οι Ιουδαίοι
Και πάλιν καλώντας ο Κριτής έβγαλαν οι Άγγελοι άλλη συναγωγή, άπειρον πλήθος των εβραίων και έστησαν μπροστά του Κριτού,
και οδυρώμενοι έκλαιγαν και φώναξαν:
" Αλοίμονο σ' εμάς οτι πέσαμεν στα χέρια του Ναζωραίου που είναι ο Θεός του Αβραάμ του Ισαάκ του Ιακώβ που ελατρεύαμεν.
Πού είναι ο Μωυσής που μας είπεν να μην λατρεύουμεν άλλο Θεόν;
Να έλθη να μας λυτρώσει;"
Και ευθύς στάθηκε μπροστά τους ο Μωυσής λέγωντας:
" Δεν είμαι εγώ που σας έγραψα στο νόμο· οτι θα αναστήση ο Κύριος ο Θεός μας προφήτην απο τους αδελφούς μας σαν εμένα, και όποιος δεν ακούση αυτού του προφήτη θα εξωλοθρευθή. Τώρα αλοίμονο σ' εσάς διότι δεν πιστεύσατε σε Αυτόν."
Και λέγοντας αυτά ο Μωυσής τους άφησε και εισήλθε στην Αγία Πόλη· οι Ιουδαίοι οδυρόμενοι με στεναγμούς σπάραζαν κλαίγοντας, και ευθύς αστραπή φαβερή άστραψε και οι Άγγελοι τους έβαζαν πολλούς μαζί στον ποταμό εκείνον της φωτιάς, και έλειψαν όλοι οι από αριστερά αμαρτωλοί, βαλμένοι σε όλες τις κολάσεις, ο τόπος της κολάσεως ήταν μια μέγιστη κοιλάδα μεταξύ δύο οροσειρών, από την οποία εξέρχετο κλάμα και αναστεναγμοί, και ανέβαιναν μέχρι το ύψος της Πόλεως των Αγίων· για να μην ακούουν οι δίκαιοι και έτσι να λυπούνται και να στενάζουν, με προσταγή του φοβερού Κριτή, όταν άπλωσε το χέρι Του το Δεξί, έπεσαν και τα δύο όρη και κατακάλυψαν την κοιλάδα εκείνη του κλάματος, και δεν ακουώταν πλέον ο θρήνος των αμαρτωλών.
Και αφού έγιναν όλα αυτά συνάχθησαν όλα τα ουράνια τάγματα αναπέμποντας δοξαλογίες μεγάλυναν την Τρισυπόστατον Θεότητα, Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα τον ένα αληθινό Θεό.
Και εισρχόμενος ο Δίκαιος Κριτής καθησμένος στον θρόνο της δόξας στον αέρα συνοδευόμενος από όλα τα ουράνια τάγματα εισήλθεν στην Πόλιν των Αγίων, και παρέστησε μπροστά Του την Πανυπέραγνον Αυτού Μητέρα, από την οποία σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος, και όλους τους Δίκαιους και Άγιους όλων των αιώνων οι οποίοι Τον είχαν ευαρεστήση, τους στεφάνωσε με στεφάνια αμάραντα δόξης, και εφώναξεν σ' αυτούς, την μακαρία εκείνη φωνή:
" Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, να κληρονομήσεται τα αιώνια αγαθά του παραδείσου τα οποία ετοίμασα πρίν να χτιστή ο κόσμος."
Και ευθύς εισήλθαν όλοι οι δίκαιοι στον Παράδεισον, ο οποίος ήταν στη μέση της Αγίας εκείνης Πόλης, όπου δεν υπάρχει νύκτα, ούτε λύπη, ούτε στεναγμός πόνου, αλλά υπάρχει η αιώνια χαρά και ευφροσύνη.
Εκείνοι οι οποίοι έζησαν ευσεβώς, χριστιανοί, και από την ενέργεια του διαβόλου περιέπεσαν σε αμαρτήματα και δεν μετενόησαν όπως και τα αβάπτιστα παιδιά των χριστιανών, βρίσκονται στη γή των πράων, και στερούνται την δόξα του Θεού, και του αιώνιου φωτός και της συναυλίας των Αγγέλων και όλων των Αγίων και Δικαίων.
Οι δε αμαρτωλοί αυτοί που κληρωνόμησαν τις αιώνιες κολάσεις, καθώς μου είπεν ο συνοδός μου Άγγελος, στερούμενοι κάθε αγαθού, κληρωνόμησαν την αιώνια φωτιά, σκοτάδι ασταμάτητο, σκουλίκι ακοίμητο, στέρηση απαρίθμητη, θλίψεις και πόνους ασταμάτητους, στους απέραντους και ατελείωτους αιώνες.
Μετά που είδα όλα αυτά γύρισε σ' εμένα ο Κύριος με ίλαρο και γαλήνιο πνεύμα, και αφού ήλθα μαζί με τον συνοδό μου Άγγελο, προσκυνήσαμεν με φόβο και τρόμο τα άχραντα πόδια Του και αφού σηκωθήκαμε μου λέγει με ίλαρο πρόσωπο:
" Να, με ταις ευχαίς του θεραπευτή μου Αγίου Βασιλείου είδεν τον τρόπον με τον οποίον στο μέλλον θα γίνει η φοβερή μου Κρίση, και πληροφορήθηκες περί των αχάριστων Ιουδαίων όπως ζητούσες να μάθης περί της σωτηρίας τους.
Τότε με προσταγή του Κριτού με παρέλαβεν ο θείος εκείνος Άγγελος και με έφερε στον τόπο από όπου με είχεν παραλάβει. Και με σηκωμένη τη σκέψη γι' αυτά που είδα, με φόβο και τρόμο, διηγούμουν σε όλους αυτά και δόξασα τον Κύριον, στον οποίον πρέπει όλη η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση Τον Θεό της Τριάδος σε όλους τους αιώνας. Αμήν.
ΠΗΓΗ: http://1myblog.pblogs.gr/tags/telonia-gr.html

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ. «Ἄν δέν σοῦ διαβάσει τήν εὐχή αὐτός (πού τόν ἔλεγε «χαραμοφάη») ἐγώ δέν θά σέ συγχωρήσω».

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ- ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΘΕΛΟΥΝ ΘΑΥΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ.- ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ Ἤ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ.

Ήμουν άθεη
(παρμένο από τη Ρωσία)
Επιστροφή από την άλλη ζωή
       Ήμουν άθεη και έβριζα πολύ και φοβερά το Θεό. Ζούσα μέσα στη ντροπή και την πορνεία και ήμουν νεκρή στη γη. Όμως ο ελεήμων Θεός δεν άφησε να χαθώ, αλλά με οδήγησε στη μετάνοια.
       Στα 1961 αρρώστησα από καρκίνο και ήμουν άρρωστη τρία χρόνια. Δεν έμενα ξαπλωμένη, παρά εργαζόμουνα και έκανα θεραπεία σε γιατρούς, ελπίζοντας να βρω θεραπεία. Τους τελευταίους έξη μήνες είχα τελείως αδυνατίσει, τόσο που ούτε νερό δεν μπορούσα να πιω. Μόλις το έπινα, αμέσως το έκανα εμετό. Τότε με πήγαν στο νοσοκομείο και επειδή ήμουν πολύ ενεργητική κάλεσαν ένα καθηγητή από τη Μόσχα και αποφάσισαν να με χειρουργήσουν.
       Μόλις μου άνοιξαν την κοιλιά, αμέσως πέθανα. Η ψυχή μου βγήκε από το σώμα και στέκονταν ανάμεσα σε δύο γιατρούς και εγώ με μεγάλο φόβο και τρόμο κοίταζα την αρρώστια μου. Ολόκληρο το στομάχι μου και τα έντερα μου ήταν προσβεβλημένα από καρκίνο. Στεκόμουνα και σκεπτόμουνα γιατί είμαστε δύο; Δεν είχα ιδέα ότι υπάρχει ψυχή. Οι κομμουνιστές μας φούσκωναν και μας δίδασκαν ότι η ψυχή και ο Θεός δεν υπάρχουν, ότι αυτό είναι μόνο επινόηση των παπάδων για να ξεγελάσουν το λαό και να τον κρατούν σε φόβο για κάτι που δεν υπάρχει.

Βλέπω τον εαυτό μου που στέκεται και τον βλέπω πάλι πάνω στο χειρουργείο. Μου έβγαλαν έξω όλα τα εντόσθια και αναζητούσαν τον δωδεκαδάκτυλο. Αλλά εκεί υπήρχε μόνον πύον, τα πάντα ήταν κατεστραμμένα και χαλασμένα, τίποτε δεν ήταν υγιές. Οι γιατροί τότε είπαν: «αυτή δεν έχει με τι να ζήσει». Όλα τα έβλεπα με μεγάλο φόβο και τρόμο και πάλι σκεπτόμουνα: «Πώς και από πού είμαστε δύο;. Στέκομαι και ταυτόχρονα είμαι ξαπλωμένη; "Οι γιατροί τότε επέστρεψαν τα εντόσθιά μου όπως-όπως και είπαν ότι το σώμα μου πρέπει να δοθεί στους νέους ειδικευόμενους γιατρούς για διδασκαλία και το μετέφεραν στο νεκροστάσιο και εγώ πήγαινα κοντά τους και όλο και παραξενευόμουνα και σκεφτόμουνα πως και από πού είμαστε δύο. Εκεί με άφησαν ξαπλωμένη γυμνή, καλυμμένη ως το ύψος του στήθους με ένα σεντόνι. Μετά απ αυτό βλέπω ότι ήλθε ο αδελφός μου και έφερε το μικρό μου γιο. Ήταν έξι χρονών και ονομάζονταν Αντρούσκα (Αντρέι). Ο γιός μου πλησίασε το σώμα μου και με φίλησε στο κεφάλι . Άρχισε να κλαίει και να λέει: «Μαμά, μαμά, γιατί πέθανες; Είμαι ακόμη μικρός, πως θα ζήσω χωρίς εσένα; Πατέρα δεν έχω και συ πέθανες! Εγώ τότε τον αγκάλιασα και τον φίλησα, αλλά αυτό δεν το αισθάνθηκε ούτε το είδε ούτε με πρόσεξε, αλλά κοίταγε το νεκρό μου σώμα. Έβλεπα επίσης πως έκλεγε ο αδελφός μου. Μετά απ αυτό, εγώ με μιας βρέθηκα στο σπίτι μου. Ήλθε η πεθερά μου από τον πρώτο μου γάμο, η μητέρα μου και η αδελφή μου. Τον πρώτο μου σύζυγο τον εγκατέλειψα γιατί πίστευε στο Θεό. Τότε άρχισε η διανομή των πραγμάτων μου. Εγώ ζούσα πλούσια και με πολυτέλεια και όλα αυτά τα απόκτησα με αδικία και με πορνεία. Η αδελφή μου άρχισε να αφαιρεί τα πιο ωραία από τα πράγματά μου, ενώ η πεθερά ζητούσε να αφήσει και κάτι στο γιό μου. Η αδελφή μου δεν άφηνε τίποτε, αλλά επιπλέον άρχισε να εμπαίζει την πεθερά λέγοντας: «αυτό το παιδί δεν είναι από τον γιό σου και συ δεν του είσαι τίποτε». Μετά απ αυτό αυτές βγήκαν και έκλεισαν το σπίτι. Η αδελφή μου πήρε μαζί της και ένα μεγάλο μπόγο με πράγματα. Ενώ αυτές μάλωναν για τα πράγματά μου είδα γύρω μας να χορεύουν και να χαίρονται διάβολοι. 
                                                           
 

       Ξαφνικά βρέθηκα στον αέρα και βλέπω σαν να πετώ με αεροπλάνο. 
Αισθάνομαι ότι κάποιος με συγκρατεί και ότι υψώνομαι όλο και πιο πολύ. Βρέθηκα πάνω από την πόλη ΜΠΑΡΝΑΟΥΛ. Μετά βλέπω ότι η πόλη χάθηκε . Έγινε σκοτάδι. Μετά απ αυτό άρχισε πάλι να έρχεται φως και στο τέλος φώτισε τελείως και το φως ήταν πάρα πολύ ισχυρό που δεν μπορούσα να το κοιτάξω. Με τοποθέτησαν σε μαύρη πλάκα ενάμιση μέτρου. Έβλεπα δένδρα με πολύ χοντρούς κορμούς και πανέμορφο ποικιλόχρωμο φύλλωμα. Ανάμεσα στα δένδρα υπήρχαν σπίτια και μάλιστα όλα καινούργια, αλλά δεν είδα ποιοι ζούσαν σ αυτά. Στην κοιλάδα αυτή είδα πλούσιο πράσινο χορτάρι και σκέφτηκα: που βρίσκομαι εγώ τώρα; Αν βρίσκομαι στη γη τότε γιατί δεν υπάρχουν εδώ επιχειρήσεις, εργοστάσια ούτε άλλα κτίρια, γιατί δεν υπάρχουν δρόμοι ούτε συγκοινωνία; Τι μέρος είναι ετούτο εδώ χωρίς ανθρώπους και ποιος τέλος πάντων ζει εδώ; Λίγο πιο πέρα είδα να περπατάει μια ωραία υψηλή γυναίκα με βασιλικά φορέματα κάτω από τα οποία φαίνονταν τα δάκτυλα των ποδιών. Περπατούσε τόσο ανάλαφρα που από τα πόδια δεν λύγιζε ούτε το χορτάρι. Κοντά της πήγαινε ένας νεαρός που είχε ύψος ως τους ώμους της. Είχε κρυμμένο το πρόσωπο του με τα χέρια του και για κάτι έκλεγε πολύ και πικρά και παρακαλούσε, αλλά για ποιο λόγο δεν μπορούσα να ακούσω. Σκέφτηκα ότι είναι ο γιος της και μέσα μου διαμαρτυρήθηκα γιατί δεν τον λυπάται και δεν του εκπληρώνει το αίτημα. Αυτός έκλεγε και θρηνούσε και εκείνη δεν του εκπλήρωνε την αίτηση. (Σημείωση: Από όλα φαίνεται ότι αυτός ο νεαρός ήταν άγγελος φύλακας αυτής της νεκρής γυναίκας. Φαίνεται επίσης πόσο ενδιαφέρονται οι άγιοι άγγελοι για μας και τις ψυχές μας, αλλά εμείς δεν το βλέπουμε. Παραπέρα φαίνεται και αυτών το αίτημα είναι ανεκπλήρωτο, αν ο θάνατος μας βρει αμαρτωλούς και αμετανόητους). Όταν αυτοί με πλησίασαν, ο νεαρός έπεσε μπροστά στα πόδια της και άρχισε να την παρακαλεί εντονότερα και να οδύρεται και να της ζητεί κάτι. Εκείνη κάτι του απάντησε, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω τι. (Σημείωση: Είχα την ευκαιρία και από άλλες πηγές να γνωρίσω πως και πόσο πικρά κλαίει ο άγ. Άγγελος φύλακας όταν αυτός που του δόθηκε για φύλαξη δεν υπακούει στην αγία Εκκλησία και στην αγία πίστη, χάνοντας την ψυχή του για πάντα). Όταν αυτοί με πλησίασαν ήθελα να τη ρωτήσω: «που βρίσκομαι;» Τη στιγμή εκείνη η γυναίκα αυτή σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, ύψωσε τα μάτια προς τον ουρανό και είπε : «Κύριε, που θα πάει αυτή έτσι;». Εγώ τότε έτρεμα και μόλις τώρα κατάλαβα ότι είχα πεθάνει, ότι η ψυχή μου βρίσκονταν στον ουρανό και το σώμα έμεινε στη γη. Τότε άρχισα να κλαίω και να οδύρομαι και ακούω φωνή που λέει: «επιστρέψτε την στη γη για τις αγαθοεργίες του πατέρα της». Άλλη φωνή απάντησε: «βαρέθηκα την αμαρτωλή και διεφθαρμένη ζωή της. Εγώ ήθελα να την εξαφανίσω από προσώπου γης χωρίς μετάνοια, αλλά με παρακάλεσε γι αυτήν ο πατέρας της. Δείξε της το μέρος για το οποίο άξιζε».
       Αμέσως βρέθηκα στον Άδη. Τότε άρχισαν να έρπουν μέχρις εμένα φοβερά πυρακτωμένα φίδια με μακριές γλώσσες που ξερνούσαν φωτιά και άλλες αποκρουστικές βρωμιές. Η βρώμα ήταν αβάσταχτη. Αυτά τα φίδια τυλίχθηκαν γύρω μου και ταυτόχρονα από κάπου παρουσιάστηκαν σκουλήκια χοντρά ίσαμε το δάκτυλο με ουρές που κατέληγαν σε βελόνες και άγκιστρα. Αυτά έμπαιναν σε όλα τα ανοικτά μου μέρη, στα αυτιά, στα μάτια, στη μύτη, κ.λ.π. και έτσι με βασάνιζαν και εγώ κραύγαζα όχι με την φωνή μου. Αλλά εκεί δεν υπήρχε από πουθενά ούτε βοήθεια ούτε έλεος από κανένα. Εκεί είδα πως παρουσιάστηκε η γυναίκα που πέθανε από άμβλωση και άρχισε να παρακαλεί τον Κύριο για έλεος. ΑΥΤΟΣ της απάντησε: «εσύ στην γη δεν με αναγνώριζες, σκότωνες τα παιδιά στην κοιλιά σου και επί πλέον έλεγες στους ανθρώπους: δεν πρέπει να γεννάτε παιδιά, τα παιδιά είναι περιττά». Σε μένα δεν υπάρχουν, δεν υπάρχουν περιττά. Σε μένα υπάρχουν τα πάντα και για όλους αρκετά.
       Σε μένα ο Κύριος είπε: «Εγώ σου έδωσα την αρρώστια για να μετανοήσεις, αλλά εσύ με έβριζες ως το τέλος της ζωής και δεν Με αναγνώριζες και για τον λόγο αυτό και εγώ δεν σε αναγνωρίζω! Πως στη γη έζησες χωρίς τον Κύριο Θεό, έτσι και εδώ θα ζήσεις!».
Ξαφνικά όλα μεταστράφηκαν και εγώ κάπου πέταξα. Η βρώμα χάθηκε, χάθηκε και ο δυνατός οδυρμός και εγώ ξαφνικά είδα την εκκλησία μου που ενέπαιζα. Άνοιξε η πύλη και από αυτή βγήκε ιερέας ντυμένος στα άσπρα. Αυτός στέκονταν με σκυμμένο το κεφάλι και κάποια φωνή με ρωτάει: «ποιος είναι αυτός;». Εγώ απάντησα: «ο ιερέας μας». «Εσύ έλεγες ότι είναι χαραμοφάης, αυτός δεν είναι χαραμοφάης, αλλά πραγματικός ποιμένας, δεν είναι μισθοφόρος. Γνώριζε πως αν και είναι κατά το βαθμό μικρός, συνηθισμένος ιερέας, υπηρετεί Εμένα, μάθε ακόμη και τούτο: αν δεν σου διαβάσει αυτός την ευχή της εξομολόγησης, εγώ δεν θα σε συγχωρήσω»! Τότε άρχισα να παρακαλώ: «Κύριε, γύρισέ με στη γη, έχω ένα μικρό γιο». Ο Κύριος είπε: «ξέρω ότι έχεις μικρό γιο, είναι κρίμα γι αυτόν». «Κρίμα», απάντησα εγώ. Τότε Εκείνος αποκρίθηκε: «Εγώ σας λυπούμαι όλους και τρεις φορές σας λυπούμαι. Όλους σας περιμένω πότε θα ξυπνήσετε από το αμαρτωλό όνειρο, να μετανοήσετε και να έλθετε στον εαυτό σας;». 

                                                         
 

       Εδώ τώρα εμφανίστηκε εκ νέου η Μητέρα του Θεού, που νωρίτερα την αποκαλούσα γυναίκα και πήρα το θάρρος να τη ρωτήσω: «Υπάρχει εδώ σε σας παράδεισος;». Αντί για απάντηση μετά απ αυτές τις λέξεις, ξαναβρέθηκα στην κόλαση στον Άδη. Τώρα ήταν χειρότερα από ότι την προηγούμενη φορά. Έτρεξαν ολόγυρά μου οι δαίμονες με καταλόγους και μου έδειχναν τα αμαρτήματά μου και φώναζαν: «εσύ μας υπηρέτησες όταν ήσουν στη γη»! Άρχισα να διαβάζω τα αμαρτήματά μου, όλα μου τα έργα μου που ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα και ένοιωσα φοβερό φόβο. Από τα στόματά τους έβγαινε φωτιά. Οι δαίμονες με κτυπούσαν στο κεφάλι. Πάνω μου έπεφταν και κολλούσαν πυρακτωμένες σπίθες από φωτιά και με έκαιγαν. Γύρω μου ακούονταν φοβερός θρήνος και κοπετός πολλών ανθρώπων.
       Όταν το πυρ δυνάμωνε έβλεπα τα πάντα γύρω μου. Οι ψυχές είχαν φοβερή όψη, ήταν σακατεμένες με τεντωμένους λαιμούς και πρησμένα μάτια. Μου έλεγαν ότι είσαι συντρόφισσα (φαίνεται ότι ήταν κομουνίστριες) και είσαι υποχρεωμένη να ζήσεις μαζί μας. Όπως εσύ έτσι και εμείς όταν είμαστε στη γη δεν αναγνωρίζαμε το Θεό, τον βρίζαμε και κάναμε κάθε κακό, την πορνεία, την υπερηφάνεια και άλλα και ποτέ δεν μετανοήσαμε. Όσοι αμάρτησαν, αλλά μετάνιωσαν, πήγαιναν στη εκκλησία, προσεύχονταν στο Θεό, ελεούσαν τους φτωχούς και βοηθούσαν όσους βρίσκονταν σε ανάγκη και κακοτυχία, αυτοί είναι εκεί πάνω. (Σημείωση: δηλαδή στο παράδεισο, τον οποίο αυτοί εδώ δεν ήθελαν ούτε να μνημονεύσουν).
       Εγώ φοβήθηκα φοβερά από αυτά τα λόγια, μου φαίνονταν ότι ήδη βρισκόμουνα εδώ στον Άδη ολόκληρη ζωή και αυτοί μου λένε ότι θα ζήσω μαζί τους αιώνια.
       Μετά από αυτό εμφανίστηκε εκ νέου η Μητέρα του Θεού και έγινε φως, οι δαίμονες τράπηκαν σε φυγή και οι ψυχές που βασανίζονται στην κόλαση άρχισαν να φωνάζουν και να την ικετεύουν για έλεος: «Ουράνια βασίλισσα, μη μας αφήνεις εδώ» φώναζαν. «Καιγόμαστε Μητέρα του Θεού και δεν υπάρχει ούτε σταγόνα νερό»! Εκείνη έκλαιγε και μέσα από το κλάμα έλεγε: «Όσο ζούσατε στη γη δε με αναγνωρίζατε και δε μετανοούσατε για τις αμαρτίες σας στον Γιο Μου και Θεό σας και Εγώ τώρα δεν μπορώ να σας βοηθήσω, δεν μπορώ να παραβώ την επιθυμία του Γιου μου και Εκείνος δεν μπορεί την επιθυμία του Πατέρα του! Βοηθώ μόνο αυτούς για τους οποίους παρακαλούν οι συγγενείς και για τους οποίους προσεύχεται η αγία εκκλησία». Μετά απ αυτό εμείς αρχίσαμε να υψωνόμαστε και από κάτω αναδίδονταν δυνατή κραυγή φωνών: «Μητέρα του Θεού μη μας αφήνεις».
       Ξανά υπήρχε σκοτάδι και εγώ βρέθηκα στην ίδια πλάκα. Σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος η Μητέρα του Θεού ύψωσε τα μάτια στον ουρανό και άρχισε να προσεύχεται λέγοντας: «τι να κάνω μ αυτήν, που να την βάλω; Μια φωνή απάντησε : «αφήστε την από τα μαλλιά στη γη». «Μα αυτή είναι κουρεμένη;». Η φωνή είπε πάλι: «Πιάστε την από τα μαλλιά». Τότε η Μητέρα του Θεού έφυγε ήσυχα, η πόρτα της μισάνοιξε έτσι που πίσω απ' αυτήν δεν έβλεπα τίποτε. Κατόπιν επέστρεψε κρατώντας τα μαλλιά μου στα χέρια της και από κάπου εμφανίστηκαν 12 άμαξες χωρίς τροχούς, κινούνταν σιγά και εγώ τις ακολουθούσα. Η Μητέρα του Θεού μου έδωσε τα μαλλιά, αλλά εγώ δεν αντιλήφθηκα ότι με άγγιξε. Άκουσα μόνο όταν είπε ότι η δωδέκατη άμαξα δεν έχει πάτο. Φοβόμουν να καθίσω σ' αυτήν, αλλά η Μητέρα του Θεού με έσπρωξε στη γη απ' αυτή.
       Μετά απ αυτό εγώ συνήλθα και ενσυνείδητα στεκόμουν και κοίταζα. Ήταν μιάμιση η ώρα το απόγευμα. Μετά από κείνο το φως που είδα εκεί όλα στη γη μου φαίνονταν άσχημα και δεν μου άρεσε που ήμουν στη γη, αλλά τι να κάνω. Τώρα είπα μόνη μου στην ψυχή μου: «πήγαινε στο σώμα»! Τότε βρέθηκα πάλι στο νοσοκομείο και πήγαμε στο ψυγείο που φύλαγαν τα πτώματα. Αυτό ήταν κλειστό, αλλά εγώ μπήκα μέσα χωρίς κώλυμα και είδα το νεκρό μου σώμα: Το κεφάλι μου ήταν γυρισμένο λίγο προς τα πλάγια, ενώ η μέση μου πιέζονταν από νεκρούς. Μόλις η ψυχή μου μπήκε στο σώμα, αμέσως αισθάνθηκα ισχυρό ψύχος. Κάπως απελευθέρωσα την πιεσμένη μέση μου, διπλώθηκα και έσφιξα τα γόνατα με τα χέρια. Τη στιγμή εκείνη έβαλαν μέσα το νεκρό σώμα κάποιου ανθρώπου και όταν άναψαν το φως με είδαν σκυμμένη, ενώ εκείνοι συνήθως βάζουν όλους τους νεκρούς με το πρόσωπο προς τα πάνω. Βλέποντάς με έτσι οι νοσοκόμοι φοβήθηκαν και από το φόβο διασκορπίστηκαν. Επέστρεψαν με δύο γιατρούς, που αμέσως διέταξαν να ζεσταθεί το μυαλό μου με λάμπες. Στο σώμα μου υπήρχαν οκτώ τομές (μάθαιναν πάνω σ αυτό): τρεις στο στήθος και οι υπόλοιπες στην κοιλιά. Δύο ώρες μετά το ζέσταμα του κεφαλιού άνοιξα τα μάτια και μόλις μετά από 12 μέρες μίλησα. 

                                                                                      
       Το πρωί μου έφεραν πρωινό τηγανίτες με βούτυρο και καφέ (ήταν μέρα νηστείας), αλλά δεν ήθελα να φάω και τους είπα ότι δε θα φάω. Οι νοσοκόμοι έφυγαν πάλι και όλοι στο νοσοκομείο άρχισαν να με προσέχουν. Ήλθαν οι γιατροί και με ρώτησαν γιατί δεν θέλω να φάω. Τους απάντησα: «καθίστε και θα σας διηγηθώ τι είδε η ψυχή μου. Όποιος δεν νηστεύει τις μέρες της νηστείας, αυτός θα φάει βρωμερά και σιχαμερά πράγματα. Γι αυτό σήμερα δε θα φάω όπως και σ όλες τις νηστείες δε θα αρτυθώ». Οι γιατροί από την έκπληξη, τη μια κοκκίνιζαν την άλλη κιτρίνιζαν και οι ασθενείς με άκουγαν προσεκτικά. Κατόπιν συγκεντρώθηκαν πολλοί γιατροί και εγώ τους είπα ότι τίποτε πλέον δεν με πονάει. Τότε άρχισε να έρχεται σε μένα κόσμος και μάλιστα πολύς και εγώ σε όλους διηγιόμουνα και έδειχνα τις πληγές. Η αστυνομία άρχισε να διώχνει τον κόσμο και μένα με μετέφεραν σε άλλο νοσοκομείο. Εκεί ανάρρωσα τελείως και παρακάλεσα τους γιατρούς να με γιατρέψουν όσο το δυνατό νωρίτερα τις τομές που μου έκαναν μαθαίνοντας πάνω μου. Τότε με έβαλαν πάλι στο χειρουργικό τραπέζι και όταν οι γιατροί άνοιξαν την κοιλιά μου είπαν : «Γιατί χειρουργήσανε τελείως υγιή άνθρωπο;». Εγώ τότε τους ρώτησα: «Ποια είναι η αρρώστια μου;» Αυτοί μου απάντησαν : «Τα εντόσθιά σας είναι υγιή και καθαρά όπως του παιδιού». Τους είπα ότι τα μάτια μου ήταν δεμένα κατά τη διάρκεια της εγχείρησης, αλλ ότι, παρ όλα αυτά, είδα το εσωτερικό μου στον καθρέπτη του ταβανιού. Ήλθαν και οι γιατροί που έκαναν την εγχείρηση και όταν πλησίασαν είπαν: «Που είναι η αρρώστια της; τα εντόσθιά της ήταν όλα διαλυμένα και προσβεβλημένα από τον καρκίνο και τώρα είναι τελείως υγιή». Τους απάντησα: ο ΚΥΡΙΟΣ ο ΘΕΟΣ φανέρωσε το έλεός του πάνω σε μένα την αμαρτωλή, για να ζήσω ακόμη και μαρτυρήσω στους άλλους ό,τι είδα και ό,τι μου συνέβη. ΕΚΕΙΝΟΣ, ο ΚΥΡΙΟΣ ο ΘΕΟΣ πήρε ότι κατεστραμμένο ήταν μέσα μου και μου έδωσε υγιή, σε όλους θα το διηγούμαι, ώσπου να πεθάνω. Κατόπιν είπα στο γιατρό: «Βλέπεις πως γελαστήκατε;» και εκείνος απάντησε ότι «τίποτε δεν ήταν υγιές μέσα σου». «Τι νομίζετε τώρα;» τον ρώτησα εγώ. Απάντησε: «σε αναγέννησε ο ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ!» Τότε του απάντησα: «Αν πιστεύετε σ' αυτόν κάντο τον σταυρό σας και παντρευτείτε στην εκκλησία». Ο γιατρός κοκκίνισε γιατί ήταν Εβραίος. Πρόσθεσα ακόμη: γίνου αρεστός στον Κύριο το ΘΕΟ.
       Κατόπιν άφησα το νοσοκομείο, κάλεσα τον ιερέα που νωρίτερα ενέπαιζα και του έκανα επιθέσεις, αποκαλώντας τον χαραμοφάη. Του διηγήθηκα όλα όσα μου συνέβησαν, εξομολογήθηκα και μετάλαβα των αγίων του Χριστού μυστηρίων. Τον κάλεσα και ευλόγησε το σπίτι μου, γιατί ως τώρα σ αυτό βασίλευε η αμαρτία, η μικρότητα, το μεθύσι, ο εμπαιγμός και η μάχη.
       Τώρα εγώ η αμαρτωλή ΚΛΑΥΔΙΑ που είμαι 40 χρονών με την βοήθεια του Θεού και της Ουράνιας Βασίλισσας, ζω χριστιανικά. Πηγαίνω τακτικά στη εκκλησία, στο ναό του Θεού και ο Κύριος με βοηθάει. Από όλες τις μεριές του κόσμου με επισκέπτονται άνθρωποι και εγώ διηγούμαι σε όλους όσα μου συνέβησαν, είδα και άκουσα. Με τη βοήθεια του Θεού τους δέχομαι όλους, διηγούμαι σε όλους τι ήμουν πριν, τι μου συνέβη τώρα και για ποιο λόγο είμαι τώρα πιστή.
       Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος ο Θεός! Όλους τους συμβουλεύω να προσέχουν πως ζουν, γιατί πράγματι υπάρχει άλλος κόσμος και άλλη ζωή και ότι ο καθένας θα δώσει λόγο για τα γήινα έργα του και ότι ανάλογα μ' αυτά θα έχει πλήρως δίκαια ανταμοιβή ή τιμωρία και μάλιστα αιώνια. Να ζήτε όλοι χριστιανικά και κατά ΘΕΟΝ. ΑΜΗΝ.

Ουστγιούζινα Κλαύδιγια Νικίτισνα. 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ " ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ  

http://www.impantokratoros.gr/25C2CBA9.el.aspx 

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Η ΛΥΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΕΙΩΝ ΜΑΣ.

Γράφεια ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος στούς Θεσσαλονικεῖς (Α΄ Θεσσ. 4, 13) : «Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα».


«Δέν θέλουμε ἀδελφοί μου νά ἀγνοεῖτε τά σχετικά, (ὄχι μέ τούς νεκρούς, ἀλλά) μέ τούς κεκοιμημένους (ἀφοῦ γιά τόν Χριστιανό ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος καί ὄχι ἀφανισμός), γιά νά μήν λυπᾶσθε ὅπως καί οἱ μή Χριστιανοί πού δέν ἔχουν ἐλπίδα αἰώνιας ζωῆς κοντά στόν Χριστό». Τούς παρηγορεῖ ἔτσι τήν λύπη, τήν ἀθυμία κάνοντας τους λόγο, εἰδικά μάλιστα τώρα, πού βρίσκονται σέ τόσο μεγάλη θλίψη, γιά τήν Ἀνάσταση. Τούς ὁμιλεῖ ἥμερα, ὄχι ἐπιτιμητικά. Ἀντίθετα, εἶχε ὁμιλήσει ἐπιτιμητικά γιά τό ἴδιο θέμα στούς Κορινθίους(Α΄ Κορ. κεφ.15). Τούς ὁμιλεῖ ἔτσι, σεβόμενος τήν ἐξαιρετική ἀρετή, πού φανέρωσαν μέχρι τώρα. «Δέν πρέπει τούς λέγει νά λυπᾶσθε ὅπως οἱ ὑπόλοιποι, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἐλπίδα.



-Οἱ εἰδωλολάτρες πῶς λυποῦνταν;


-Κατακόπτονταν γιά τούς πεθαμένους.Ἄρα», σημειώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «τό νά κατακόπτεται, τό νά ὀδύρεται κανείς γιαυτούς πού κοιμήθηκαν, εἶναι σημεῖο καί διακριτικό τῶν ἀνθρώπων, πού δέν ἔχουν ἐλπίδα· καί εἶναι βέβαια φυσικό αὐτό. Διότι μία ψυχή, πού δέν γνωρίζει τίποτε γιά τήν Ἀνάσταση, ἀλλά θεωρεῖ αὐτόν τόν θάνατο σάν πραγματικό θάνατο, δικαιολογημένα θρηνεῖ καί ὀδύρεται καί ἀφόρητα πενθεῖ γιαυτούς πού ἔχουν χαθεῖ. Ἐσύ ὅμως, πού προσδοκᾶς Ἀνάσταση νεκρῶν, γιατί ὀδύρεσαι; Ἄς ἀκούσουν αὐτά, (λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος), οἱ γυναῖκες αὐτές, πού ἀγαποῦν τούς θρήνους· αὐτές, πού συμπεριφέρονται σάν εἰδωλολάτρισσες καί φέρονται ἀβάστακτα, ἀκαρτέρητα, ἀνυπομόνητα ἀπέναντι στά πένθη».



Δίδαγμα: «Εἶναι ἀνεπίτρεπτο γιά Χριστιανό νά κόπτεται καί νά θρηνεῖ ὑπερβολικά καί ἀπαρηγόρητα γιά τόν θάνατο τῶν οἰκείων του. Φανερώνει ὅτι δέν πιστεύει στήν Ἀνάσταση, ὅτι τά πρόσωπα, πού θεωρεῖ ὅτι «ἔχασε», τά εἶχε κάνει εἴδωλα... Δείχνει ὅτι τά ἀγαποῦσε ἐμπαθῶς περισσότερο ἀπό τόν Θεό, στόν Ὁποῖο ὀφείλουμε τήν πρώτη μας καί τήν ὁλοκληρωτική ἀγάπη σύμφωνα μέ τήν α΄ ἐντολή. Πρότυπο εἶναι ὁ Κύριος ὁ Ὁποῖος, μόλις μέχρι «δακρύου στάξαντος», ἐλυπήθη γιά τόν φίλο του Λάζαρο.


«Τό νά ξύνεις τίς παρειές (ἐρωτᾶ πάλι ὁ ἱερός Πατήρ), καί νά κατακόπτεσαι ὅπως καί τό νά λυπᾶσαι ὑπερβολικά, δέν εἶναι γνώρισμα τῶν εἰδωλολατρῶν; Γιατί θρηνεῖς ἀφοῦ πιστεύεις ὅτι θά ἀναστηθεῖ, ὅτι δέν χάθηκε, ὅτι ὕπνος καί κοίμηση εἶναι τό πρᾶγμα αὐτό;»


-«Εἶναι», λέγει ἡ πενθοῦσα γυναίκα, «ζήτημα συνήθειας καί προστασίας καί φροντίδας τῶν πραγμάτων καί κάθε ἄλλης ἐξυπηρέτησης- περιποίησεως (πού ἀπολάμβανα, ἐνν., ἀπό τό πρόσωπο πού ἔχασα)». Ὅμως δέν λέγει ἀλήθεια...Τό ἀποδεικνύει στή συνέχεια ὁ ἱερός Πατήρ: δέν εἶναι θέμα ὅτι εἶχε συνηθίσει τό ἀγαπημένο καί τώρα κοιμηθέν πρόσωπο ἀλλά εἶνα ὅτι ὀλιγοπιστεῖ, γιαυτό καί κυριεύεται ἀπό τήν λύπη...


–«Ὅταν χάσεις τό παιδί σου σέ μικρή ἡλικία», ἐρωτᾶ ὁ ἱερός Πατήρ, «ὅταν δέν μποροῦσε ἀκόμη τίποτε νά κάνει, γιά ποιό λόγο θρηνεῖς; τί ἐπιζητεῖς;»


-«Ἔδειχνε, λέει ἀγαθές ἐλπίδες καί ἐπερίμενα ὅτι θά μοῦ συμπαρασταθεῖ. Γιαυτό ζητῶ τόν ἄνδρα μου, γιαυτό τόν υἱό μου· γιατί ἔμεινα χωρίς βοήθεια καί ἔχω χάσει τόν προστάτη μου, τόν σύντροφο, ἐκεῖνον πού συμμετεῖχε σέ ὅλα, πού μοῦ ἔδινε θάρρος· γιαυτά πενθῶ. Γνωρίζω ὅτι θά ἀναστηθεῖ, ἀλλά δέν ἀντέχω τόν ἐνδιάμεσο χωρισμό. Πάρα πολλές ὑποθέσεις συρρέουν· εἶμαι εὔκολο θύμα σ' αὐτούς, πού θέλουν νά μέ ἀδικήσουν. Οἱ ὑπηρέτες ἐνῶ προηγουμένως μέ φοβόντουσαν τώρα μέ καταφρονοῦν, ἐπεμβαίνουν στίς ὑποθέσεις μου. Ὅποιος εἶχε εὐεργετηθεῖ τώρα ἔχει ξεχάσει τήν εὐεργεσία του, ὅποιος εἶχε πάθει κακό ἀπό τόν κεκοιμημένο, αὐτός μνησικακώντας ἀφήνει τήν ὀργή του νά ξεσπάσει ἐπάνω μου. Ὅλα αὐτά δέν μοῦ ἐπιτρέπουν νά ὑπομείνω μέ ἡρεμία τήν χηρεία...Γιαυτά τά πράγματα κόπτομαι, γιαυτά θρηνῶ».


-«Πῶς λοιπόν αὐτές θά τίς παρηγορήσουμε;» ἐρωτᾶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.


-«Πρῶτα θά τίς ἐλέγξουμε, διότι (στήν πραγματικότητα) δέν θρηνοῦν ἐξ αἰτίας αὐτῶν, τῶν ἀνωτέρω λόγων, ἀλλ' ἐξ αἰτίας ἑνός ἄλογου πάθους. Διότι ἐάν πράγματι πενθεῖς γιαυτά, (λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀπευθυνόμενος στήν χήρα γυναίκα πού γογγύζει) θά ἔπρεπε πάντοτε νά πενθεῖς τόν ἀπελθόντα. Στήν πραγματικότητα ὅμως δέν προλαβαίνει νά περάσει ἕνας χρόνος καί τόν ξεχνᾶς σάν νά μήν συνέβη τίποτε. Ἑπομένως δέν θρηνεῖς τόν ἀπελθόντα, γιά τήν ἔλλειψη τῆς προστασίας του... Ἀλλά μήπως δέν ἀντέχεις τόν χωρισμό καί τήν διακοπή τῆς συνήθειας; Τότε, σ'αὐτήν τήν περίπτωση, τί θά μποροῦσαν νά ποῦν αὐτές πού ἔκαναν δεύτερο γάμο; ...Ἀλλά ἄς τίς ἀφήσουμε αὐτές καί ἄς ἀπευθύνουμε τό λόγο σ' αὐτές πού διατηροῦν τήν συμπάθειά τους στούς ἀπελθόντας. Γιατί πενθεῖς τό παιδί; γιατί τόν ἄνδρα;»


-«Τό παιδί τό πενθῶ διότι δέν τό χάρηκα», ἀπαντᾶ, «καί τόν ἄνδρα μου ἐπειδή ἐπερίμενα νά τόν χαρῶ ἀκόμη περισσότερο».


-«Αὐτό ὅμως πόση ἀπιστία δέν μαρτυρεῖ..., τό νά νομίζεις δηλ., ὅτι ὁ ἄνδρας ἤ τό παιδί σέ ἀσφαλίζει καί ὄχι ὁ Θεός; Πῶς δέν καταταλαβαίνεις ὅτι Τόν παροργίζεις; Γιαυτό πολλές φορές τούς παίρνει (ὁ Θεός), γιά νά μήν εἶσαι τόσο δεμένη μ' αὐτούς· γιά νά ἀπομακρύνει τήν ἐλπίδα σου ἀπ' αὐτούς. Διότι ὁ Θεός εἶναι ζηλότυπος καί θέλει νά ἀγαπᾶται ἀπό ὅλους μας· διότι πάρα πολύ μᾶς ἀγαπᾶ. Γνωρίζετε, βέβαια, ὅτι αὐτό εἶναι ἡ συνήθεια καί τό γνώρισμα ἐκείνων, πού ἀγαποῦν πάρα πολύ: εἶναι ὑπερβολικά ζηλότυποι καί θά προτιμοῦσαν νά χάσουν τή ζωή τους, παρά νά παραμερισθοῦν ἀπό κάποιον ἀντεραστή. Γιαυτό καί ὁ Θεός τόν πῆρε...γιαυτούς τούς λόγους». Συνεχίζει δέ ὁ ἱερός Πατήρ:


«-Πές μου, γιατί στά ἀρχαῖα χρόνια δέν συνέβαιναν χηρεῖες καί ὀρφανεύματα πρόωρα; Γιατί ἄφησε τόν Ἀβραάμ καί τόν Ἰσαάκ νά ζήσουν πολλά χρόνια;( Ὁ Ἀβραάμ ἔζησε 175 χρόνια (Γεν. 25, 7) καί ὁ Ἰσαάκ 180 (Γεν. 35, 28). Ἡ Σάρρα ἔζησε 127 χρόνια (Γεν. 23, 1))Διότι καί ὅταν ἐζοῦσε ,προτιμοῦσε τόν Θεό (ἀπό τήν γυναίκα του καί τό παιδί του). Εἶπε λοιπόν (ὁ Θεός): θυσίασε· καί θυσίασε τότε (παρ' ὀλίγον) τόν υἱό του.


-Γιατί ἔφερε, πάλι, τή Σάρα σέ τόσο βαθειά γηρατειά;


-Διότι καί ὅταν (ἐκείνη) ἐζοῦσε, περισσότερο ἄκουε τόν Θεό, παρά τόν ἑαυτό της... Τότε κανείς δέν παρόργιζε τόν Θεό, ἐπειδή δέν Τόν προτιμοῦσε, περισσότερο ἀπό τόν σύζυγο, τή σύζυγο ἤ τό παιδί του. Τώρα, ὅμως, ἐπειδή γίναμε χαμερπεῖς καί ἔχουμε πάρα πολύ ξεπέσει, οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶμε τίς γυναῖκες περισσότερο ἀπό τόν Θεό· καί οἱ γυναῖκες ἐπίσης προτιμοῦν τούς ἄνδρες περισσότερο ἀπό τόν Θεό. Διά τοῦτο, καί χωρίς νά τό θέλουμε, μᾶς τραβᾶ κοντά Του γιά νά Τόν ποθήσουμε (χωρίζοντάς μας ἀπό τά πρόσωπα πού τά ἔχουμε βάλει στή θέση Του, δηλ. τά ἔχουμε κάνει εἴδωλα-Θεούς καί τά «λατρεύουμε»· ἔχουμε γίνει ἔτσι εἰδωλολάτρες, λατρεύοντες τά κτίσματα παρά τόν Κτίστη). Μήν ἀγαπᾶς τόν ἄνδρα περισσότερο ἀπό τόν Θεό καί δέν θά αἰσθανθεῖς ποτέ τή χηρεία. Ἀκόμη καί ἄν συμβεῖ, δέν θά τήν ἀντιληφθεῖς.Γιατί;


-Διότι ἔχεις προστάτη Ἐκεῖνον πού σέ ἀγαπᾶ πολύ περισσότερο καί ὁ Ὁποῖος εἶναι Ἀθάνατος. Ἐάν ἀληθινά ἀγαπᾶς περισσότερο τόν Ἀθάνατο, μήν πενθεῖς. Διότι Αὐτός ἐπειδή εἶναι Ἀθάνατος δέν ἐπιτρέπει νά λάβεις αἴσθηση τῆς ἔλλειψης ἐκείνου πού ἀγαπᾶς λιγότερο (π.χ. τοῦ ἀνδρός σου ἤ τοῦ παιδιοῦ σου). Μ' ἕνα παράδειγμα θά στό κάνω φανερό αὐτό πού λέγω (συμπληρώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος).


-Πές μου, ἐάν ἔχεις ἕναν ἄνδρα, πού ἐνεργεῖ σέ ὅλα σύμφωνα μέ τήν γνώμη σου, πού προοδεύει καί σέ κάνει σέ ὅλα λαμπρή καί σπουδαία· πού σέ ὅλους ἔχει καλή φήμη καί εἶναι συνετός, σοφός, πού σέ ἀγαπᾶ καί μακαρίζεσαι γιαυτό... Καί μετά ἀπό αὐτά γεννήσεις παιδί, τό ὁποῖο προτοῦ ἐνηλικιωθεῖ πεθάνει, ἄραγε θά τό αἰσθανθῆς αὐτό τό πένθος;


-Καθόλου, γιατί ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶς πιό πολύ(δηλ. ὁ ἄνδρας σου) τό ἀποκρύπτει (σέ κάνει νά τό ξεπεράσεις μέσα σου). Ἔτσι καί τώρα ἄν ἀγαπᾶς πιό πολύ τόν Θεό ἀπό τόν ἄνδρα, δέν θά πάρει αὐτόν πολύ γρήγορα. Ἀλλά καί ἄν τόν πάρει δέν θά ἀντιληφθεῖς καθόλου τό πένθος. Γιαυτό καί ὁ μακάριος Ἰώβ καθόλου δέν ὑπέφερε ὅταν ἔμαθε ὅτι τά παιδιά του πέθαναν διά μιᾶς, ἐπειδή ἀγαποῦσε τόν Θεό περισσότερο ἀπό αὐτά.. Ἀφοῦ λοιπόν ἦταν ζωντανός Ἐκεῖνος πού ἀγαποῦσε, καθόλου δέν ἐπρόκειτο νά τόν λυπήσουν ἐκεῖνα (μέ τήν ἀπουσία τους). Συνεχίζει δέ ὁ ἱερός Πατήρ ἀπαντώντας στόν ἰσχυρισμό ὅτι ἔμεινε ἡ χήρα χωρίς προστάτη:


-Τί λέγεις γυναίκα; ὁ ἄνδρας καί τό παιδί σέ προστάτευαν καί ὁ Θεός δέν σέ εὐσπλαχνίζεται; Ἐκεῖνον λοιπόν τόν ἴδιο ποιός σοῦ τόν ἔδωσε; ὄχι Αὐτός; Ἐσενα δέ, ποιός σέ ἔπλασε; ὄχι ὁ Ἴδιος; Αὐτός, πού σέ ἐφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη καί σοῦ ἔδωσε ψυχή καί σοῦ ἔβαλε νοῦ καί σέ θεώρησε ἄξια νά σοῦ χαρίσει τήν γνώση Του καί δέν λυπήθηκε γιά χάρη σου τόν Μονογενῆ Του Υἱό, δέν μεριμνᾶ γιά σένα, καί μεριμνᾶ ὁ συνάνθρωπός σου;... Πόση ὀργή δέν ἀξίζουν αὐτά τά λόγια;... Τί παρόμοιο ἔχεις ἀπό τόν ἄνδρα σου; Τίποτε δέν θά μπορέσεις νά πεῖς. Διότι καί ἄν σοῦ ἔκανε (ὁ ἄνδρας σου) κάποια εὐεργεσία (στήν ἔκανε), ἐπειδή καί σύ τόν εὐεργέτησες καί ἐπειδή προϋπῆρξες· στήν περίπτωση ὅμως τοῦ Θεοῦ κανείς δέν μπορεῖ νά πεῖ κάτι τέτοιο». (Δηλ. ὁ Θεός μᾶς εὐεργέτησε ἐνῶ δέν ὑπήρχαμε καί ἐνῶ δέν εἶχε ἀπολαύσει τίποτε ἀπό ἐμᾶς· ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνιδιοτελής, μυστική, τέλεια). «Γιατί, ὁ Θεός» συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος «συμβαίνει νά μᾶς εὐεργετεῖ, ὄχι ἐπειδή εὐεργετήθηκε ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά ἀπό ἀγαθότητα καί μόνο, εὐεργετεῖ τό ἀνθρώπινο γένος. Σοῦ ὑποσχέθηκε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τήν αἰώνια ζωή, τή δόξα, τήν ἀδελφοσύνη· σοῦ ἔδωσε τήν υἱοθεσία, σέ ἔκανε συγκληρονόμο τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Του. Ἐσύ ὅμως ἐνθυμεῖσαι ἀκόμη τόν ἄνδρα σου, ὕστερα ἀπό τόσα ἀγαθά...


-Τί παρόμοιο σοῦ ἐχάρισε ἐκεῖνος; (ὁ ἄνδρας σου)


- (Ἀντίθετα ὁ Θεός) Ἀνέτειλε τόν ἥλιόν Του, σοῦ ἐχάρισε τίς βροχές Του, σέ τρέφει μέ τίς ἐτήσιες τροφές Του... Ἀλλοίμονό μας γιά τήν τόσο μεγάλη μας ἀχαριστία... Γιαυτό παίρνει τόν ἄνδρα σου, γιά νά μήν τόν ἐπιζητεῖς. Ἐσύ ὅμως ἀφοῦ πεθάνει, ἐξακολουθεῖς νά εἶσαι προσηλωμένη σ' αὐτόν καί ἐγκαταλείπεις τόν Θεό· ἐνῶ ἔπρεπε νά Τόν εὐχαριστεῖς, ἐνῶ ἔπρεπε νά στηρίζεις τά πάντα σ' Αὐτόν...


-Τί λοιπόν εἶναι αὐτό πού ἔχεις ἀπό τόν ἄνδρα; Ὠδίνες καί πόνους καί ἐπιτιμήσεις καί λοιδορίες πολλές φορές, καί βρισιές καί ἀγανακτήσεις. Δέν εἶναι αὐτά πού ἔχετε ἀπό τούς ἄνδρες;».


-«Ὑπάρχουν ὅμως», λέγει ἡ χήρα γυναίκα, «καί ἄλλα καλά».


-«Ποιά εἶναι αὐτά; σέ στόλισε μέ πολυτελῆ ροῦχα; σοῦ φόρεσε χρυσᾶ κοσμήματα στό πρόσωπό σου; σέ ἔκανε σεβαστή σέ ὅλους; Ἀλλ΄ ἐάν θέλεις καί ὅταν πεθάνει(ὁ ἄνδρας σου), Αὐτός (ὁ Θεός δηλ.) θά σέ στολίσει μέ στολίδια πολύ καλύτερα. Διότι ἡ σεμνότητα κάνει ἐκείνην πού τήν ἔχει νά θαυμάζεται πολύ περισσότερο ἀπό ἐκείνην πού ἔχει τά χρυσᾶ κοσμήματα». Ἡ τίμια χηρεία κάνει τήν γυναίκα ἀξιοθαύμαστη μπροστά στούς ἀγγέλους καί φοβερή ἀπέναντι στούς δαίμονες.


-Μά ἐνδιαφέρεσαι καί ἀνησυχεῖς γιά τό ποιός θά θρέψει τά παιδιά σου;


-Ὁ Πατέρας τῶν ὀρφανῶν.


-Γιά πές μου (ἐρωτᾶ πάλι ὁ ἱερός Χρυσόστομος) ποιός σοῦ τά ἔδωκε τά παιδιά; Δέν ἀκοῦς τόν Χριστό πού λέγει στά εὐαγγέλια, «Δέν ἀξίζει ἡ ζωή πιό πολύ ἀπό τήν τροφή καί τό σῶμα ἀπό τό ἔνδυμα (Ματθ. 6, 25);


Βλέπεις (συνεχίζει ὁ ἱερός Πατήρ) ὅτι δέν γίνεται ἀπό συνήθεια ἀλλά ἀπό ἀπιστία ὁ θρῆνος μας; Ἄλλωστε δέν εἶναι καί τά παιδιά λαμπρά ὅταν πεθάνει ὁ πατέρας; Ἀφοῦ ἔχουν τόν Θεό Πατέρα, εἶναι δυνατόν νά μήν εἶναι λαμπρά; Πόσα νά σοῦ δείξω τά ὁποῖα ἔχουν ἀνατραφεῖ ἀπό γυναῖκες χῆρες καί ἔγιναν ἐξαίρετα; Καί πόσα, πού τά ἐπιβλέπουν οἱ πατέρες, καί ἔχουν καταστραφεῖ; Γιατί ἄν τά ἀνατρέφεις ἀπό τήν πρώτη ἡλικία ὅπως πρέπει, θά ἀπολαύσουν εὐεργεσία πολύ πιό μεγάλη ἀπό τήν πατρική προστασία. Αὐτό ἄλλωστε εἶναι τό ἔργο τῶν χηρῶν, δηλ. τό ἀνατρέφουν τά παιδιά. Ἄκουσε τόν ἀπ. Παῦλο πού λέγει: «Εἰ ἐτεκνοτρόφησε»· καί πάλι· «θά σωθεῖ διά τῆς τεκνογονίας» καί ὄχι διά τοῦ ἀνδρός. Μάλιστα «ἐάν ἐπιμείνωσι τῇ πίστει καί τῇ ἀγάπῃ καί τῷ ἁγιασμῷ μετά σωφροσύνης» (Α΄ Τιμ. 5, 10· 2, 15). Βάλτε τους μέσα τόν φόβο τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν πρώτη τους ἡλικία, καί αὐτός θά τά διατηρήσει καλύτερα ἀπό κάθε πατέρα. Αὐτός θά εἶναι στερεό τεῖχος. Διότι ὅταν κάθεται μέσα ὁ φύλακας, δέν μᾶς χρειάζεται κανένα ἀπό τά ἔξω τεχνάσματα· ὅταν ὅμως δέν ὑπάρχει ἐκεῖνος, τότε ὅλα τά ἔξω γίνονται στά χαμένα. Αὐτό (δηλ. ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ) θά εἶναι στά παιδιά καί πλοῦτος καί δόξα καί ἔπαινος· αὐτό θά τά κάνει λαμπρά, ὄχι μόνο στή γῆ, ἀλλά καί στούς οὐρανούς. Μή λοιπόν, βλέπεις πρός ἐκεῖνα (τά παιδιά), πού φοροῦν τίς χρυσές ζῶνες, οὔτε ἐκεῖνα (τά παιδιά) , πού μεταφέρονται ἐπάνω σέ ἵππους, οὔτε ἐκεῖνα, πού ἀκτινοβολοῦν μέσα στά παλάτια ἐξ αἰτίας τῶν πατέρων τους, οὔτε ἐκεῖνα πού ἔχουν ἀκολούθους καί παιδαγωγούς. Αὐτά βέβαια ἴσως κάνουν τίς χῆρες νά κόπτωνται γιά τά ὀρφανά τους, μέ τό νά σκέπτωνται ὅτι καί ὁ ἰδικός μου υἱός, ἐάν βέβαια τόν ἐπροστάτευε ὁ πατέρας του, θά ἀπελάμβανε τόση εὐτυχία· τώρα ὅμως εἶναι κατηφής καί χωρίς τιμές καί δέν ἀξίζει τίποτε. Μήν σκέπτεσαι αὐτά...Ἄν κάποιοι εὐδοκιμοῦν στήν γῆ, αὐτό δέν ἀξίζει τίποτε.


Εἶναι δυνατόν, ἄν θέλεις νά στρατεύσεις τόν γιό σου στό οὐράνιο στράτευμα. Ἐκεῖνοι πού κατατάσσονται ἐκεῖ, δέν φέρονται πάνω σέ ἵππους, ἀλλά σέ σύννεφα· δέν βαδίζουν ἐπάνω σέ χῶμα, ἀλλά ἁρπάζονται στόν οὐρανό· δέν ἔχουν δούλους νά προηγοῦνται, ἀλλά αὐτούς τούς ἀγγέλους· δέν παραστέκουν σέ θνητό βασιλέα, ἀλλά στόν ἀθάνατο, στό βασιλέα τῶν βασιλέων καί στόν Κύριο τῶν κυρίων· δέν φοροῦν στή μέση τους ζώνη ἀπό δέρμα, ἀλλά ἐκείνη τήν ἀνέκφραστη δόξα, καί γίνονται πιό λαμπροί ἀπό τούς βασιλεῖς. Κοίταξε τόν οὐρανό καί πρόσεξε πόσο λαμπρότερος εἶναι ἀπό τή στέγη τῶν ἀνακτόρων.


-Ἐάν τό δάπεδο τῶν ἀνακτόρων τοῦ οὐρανοῦ εἶναι σχεδόν τόσο λαμπρότερο ἀπό τά ἀνάκτορα τῆς γῆς, ὥστε συγκρινόμενο αὐτό πρός ἐκεῖνο νά νομίζεται ὅτι εἶναι βοῦρκος... ἐάν κανείς θά καταξιωθεῖ νά ἰδῆ ἀκριβῶς(ὄχι μόνο τό δάπεδο ἀλλά καί ὁλόκληρα) τά ἀνάκτορα, ποιᾶς εὐτυχίας δέν θά εἶναι ἄξιος;.


«Ἡ δέ ὄντως χήρα καί μεμονωμένη ἤλπικεν ἐπί τόν Θεόν».


-Αὐτό σέ ποιές ἔχει λεχθεῖ;


-Σ' ἐκεῖνες πού δέν ἔχουν παιδιά. Αὐτές ἔχουν πιό μεγάλη ἀφορμή νά ἀρέσουν στόν Θεό· διότι ἔχουν ἐλευθερωθεῖ ἀπό ὅλες τίς δεσμεύσεις. Ἐχωρίσθηκες ἀπό τόν ἄνδρα σου, ἀλλά ἑνώθηκες μέ τόν Θεό. Δέν ἔχεις σύντροφο τόν ὁμόδουλο, ἀλλά ἔχεις τόν Κύριό Σου.


-Ὅταν προσεύχεσαι, δέν συνομιλεῖς μέ τόν Θεό; Τί λοιπόν σοῦ λέγει; (ἐρωτᾶ ὁ ἱερός Πατήρ)


-Πολύ πιό κολακευτικά λόγια ἀπό τόν ἄνδρα... Γιατί ὁ ἄνδρας καί ἄν ἀκόμη κολακεύει, δέν σοῦ κάνει μεγάλη τιμή, διότι εἶναι ὁμόδουλός σου. Ὅταν ὅμως ὁ Κύριος κολακεύει τή δούλη, τότε εἶναι μεγάλη ἡ περιποίηση καί ἡ τιμή. -Πῶς λοιπόν μᾶς περιποιεῖται ὁ Θεός;


-«Ἐλᾶτε», λέγει «πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς». Καί πάλι μέ τό στόμα τοῦ Προφήτου λέγει: «Μή ἐπιλήσεται γυνή τοῦ ἐλεῆσαι τά ἔκγονα τῆς κοιλίας αὐτῆς; εἰ δέ καί ἐπιλάθοιτο γυνή, ἀλλ' ἐγώ οὐκ ἐπιλήσομαι, λέγει Κύριος». Πόσης ἀγάπης ἀπόδειξή δέν εἶναι αὐτά τά λόγια;


Καί πάλι: «Ἐπιστράφητε πρός με»· καί μυστικώτερα: «Ἡ καλή μου, ἡ περιστερά μου»· αὐτά τά λέγει σέ κάθε ψυχή πού μοιάζει μέ Αὐτόν.


-Τί εἶναι πιό γλυκό ἀπό αὐτά τά λόγια; Βλέπεις συνομιλία τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους; Ἄς βασιζόμαστε λοιπόν σ' αὐτά... γιαυτά ἄς φροντίζουμε. Τότε, τίποτε τό λυπηρό δέν θά μᾶς συμβεῖ... τότε, θά περάσουμε ὅλο τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας μέ πνευματική χαρά καί ἀγαλλίαση».


Δίδαγμα: «Τά οὐράνια ἀγαθά καί ὄχι τά ἐπίγεια, πρέπει νά ποθοῦν οἱ μητέρες γιά τά παιδιά τους καί γιά τίς ἴδιες. Νά μήν παρασύρονται ἀπό τήν μάταιη δόξα τοῦ κόσμου καί ζητοῦν νά ἀναδειχθοῦν «κοσμικά» τά παιδιά τους. Νά ἐπιζητουν τόν Παράδεισο καί τήν Βασιλεία Του, φυτεύοντας τόν φόβο τοῦ Θεοῦ στίς ψυχές τῶν παιδιῶν τους. Κληρονομιά νά τούς ἀφήνουν τήν θεοσέβεια καί τίς ἄλλες ἀρετές: τήν ταπείνωση, τήν ὑπακοή, τήν πραότητα, τήν ἀνεξικακία, τήν ἀγάπη, τήν ὑπομονή. Τότε, δέν θά λυποῦνται ἄν τά παιδιά τους, δέν προοδεύουν στά γήινα ἀξιώματα, ἀλλά θά χαίρονται διότι τά παιδιά τους σώζονται καί μαζί μ' αὐτά καί οἱ ἴδιες. «Ἄν οἱ γονεῖς δέν σώσουν τά παιδιά τους (δέν κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιά νά τά σώσουν), οὔτε οἱ ἴδιοι θά σωθοῦν» λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ὁ θάνατος τοῦ συζύγου δέν εἶναι ἀφορμή λύπης ἀλλά δοξολογίας πρός τόν Θεό· ἡ τίμια χηρεία εἶναι μία πολύ καλή ἀφορμή γιά μία ἐξαγιασμένη, ἀνωτέρου ἐπιπέδου πνευματική ζωή, τόσο γιά τήν χήρα μητέρα ὅσο καί γιά τά τέκνα της, ἐάν ὑπάρχουν. Ὅ,τι δίνει ὁ Θεός εἶναι γιά τό καλό μας (τό αἰώνιο καλό μας) καί μάλιστα εἶναι τό καλλίτερο γιά ἐμᾶς προσωπικά. Ἐάν ἀντιδροῦμε, εἶναι σάν νά λέμε ὅτι «δέν Τά κάνεις καλά Θεέ Μου», ὅτι «Δέν μ' ἀγαπᾶς»· δηλ. σέ τελευταία ἀνάλυση βλασφημοῦμε στήν ἀγαθότητά Του. Ἡ στενοχώρια γιά τόν ἐνδεχόμενο θάνατο τῶν οἰκείων μας φανερώνει ὀλιγοπιστία, ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στήν Θεία Πρόνοια καί στήν Θεία Ἀγάπη. Πρέπει νά λέμε πάντα «δόξα τῷ Θεῷ γιά ὅλα».


Τῼ ΔΕ ΘΕῼ ΔΟΞΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ, ΑΜΗΝ.
π. Σάββας


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...