Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Αυγούστου 2010

Μαρτύριο του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρα Προκοπίου (+ Σμύρνη 25 Ιουνίου 1810)

Ο λογισμός της απογνώσεως είναι μεγάλο κακό. Οδηγεί σε ολέθριο τέλος, όχι μόνο τον απλό άνθρωπο, αλλά και εκείνον που είναι στολισμένος με ποικίλες αρετές. Τον κάνει παράλογο, του σκοτίζει τη διάνοια, τον γκρεμίζει από το ύψος των αρετών και τον ρίχνει στο βάραθρο της απώλειας. Πολλές φορές τον κάνει, δυστυχώς, αρνητή της γνήσιας και ορθόδοξης πίστεως. Μετά την άρνηση όταν φωτιστεί από τη χάρη του Θεού η ένοχη συνείδηση, τότε με τις τύψεις φανερώνει το μεγάλο λάθος και η ελπίδα του άπειρου ελέους του Θεού γεμίζει τη καρδιά αυτού που έπεσε στο βάθος των κακών.
Ο λογισμός της απογνώσεως είναι μεγάλο κακό. Οδηγεί σε ολέθριο τέλος, όχι μόνο τον απλό άνθρωπο, αλλά και εκείνον που είναι στολισμένος με ποικίλες αρετές. Τον κάνει παράλογο, του σκοτίζει τη διάνοια, τον γκρεμίζει από το ύψος των αρετών και τον ρίχνει στο βάραθρο της απώλειας. Πολλές φορές τον κάνει, δυστυχώς, αρνητή της γνήσιας και ορθόδοξης πίστεως.

Μετά την άρνηση όταν φωτιστεί από τη χάρη του Θεού η ένοχη συνείδηση, τότε με τις τύψεις φανερώνει το μεγάλο λάθος και η ελπίδα του άπειρου ελέους του Θεού γεμίζει τη καρδιά αυτού που έπεσε στο βάθος των κακών. Τότε ο λογισμός της μετανοίας πολεμώντας το λογισμό της απογνώσεως, που απειλεί να καταστρέψει τη ψυχή, κάνει τον ελεεινό άνθρωπο να έλθει σε αίσθηση. Έρχεται στα λογικά του και σκέφτεται το μεγάλο κακό που έκανε· επιστρέφοντας στον πανάγαθο Θεό, που το έλεός του είναι αμέτρητο, με μεγάλη προθυμία, θερμή αγάπη και στεναγμούς καρδιάς γίνεται άξιος του θείου ελέους, πλένεται και καθαρίζεται (ή με τα δάκρυα του ή με το αίμα του) από τα αμαρτήματα του και σώζεται, όπως πιστεύουμε.
Το τι έκανε ο λογισμός της απογνώσεως και τι κατόρθωσε η μετάνοια φανερώνεται με πολλά παραδείγματα, ιδιαίτερα όμως φαίνεται στο βίο του οσιομάρτυρα Προκοπίου, που έζησε στις ημέρες μας, και που σας παρακαλώ να ακούσετε με προσοχή

***

Ο Οσιομάρτυρας Προκόπιος καταγόταν από την περιοχής της Βάρνας (της Βουλγαρίας) από ευσεβείς γονείς. Στην ηλικία των είκοσι ετών αγάπησε τη μοναχική ζωή. Εγκατέλειψε γονείς, πατρίδα και συγγενείς και πήγε στο Άγιον Όρος. Γύρισε διαφόρους τόπους επιθυμώντας τη ψυχική του σωτηρία. Αγαπώντας την ασκητική ζωή έφθασε στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου και έγινε υποτακτικός σε κάποιο γέροντα Διονύσιο. Μετά από λίγο καιρό έγινε μοναχός φορώντας στην κουρά του το άγιο σχήμα, που τόσο επιθυμούσε. Άκακος και πολύ απλός στη γνώμη, θαυμαζόταν από πολλούς για την αρετή, την υπακοή στο γέροντά του και την επιμονή στους κόπους της ασκητικής ζωής.
Ο εχθρός όμως της σωτηρίας των ανθρώπων, ο διάβολος, μη υποφέροντας να βλέπει σ’ ένα νέο τέτοιες αρετές, όπως συνηθίζει να πολεμά τους αγωνιστές, τον φθόνησε. Καθημερινά του υπέβαλε λογισμούς να αφήσει την ησυχία και να γυρίσει στον κόσμο. Εγκαταλείποντας το Άγιον Όρος ήλθε στη Σμύρνη. Στη πόλη αυτή του ήλθε άλλος λογισμός χειρότερος από τον πρώτο. «Άφησες τον τόπο της μετανοίας σου; Δεν έδειξες υπομονή μέχρι τέλους και ήλθες στον κόσμο; Σίγουρα θα κολαστείς». Μερικοί κατηγορώντας τον γιατί έφυγε από τη Σκήτη μεγάλωσαν τον πόλεμο και την επίδραση του λογισμού για την καταδίκη στην αιώνια κόλαση.
Ο λογισμός της απογνώσεως τον κυρίευσε και τον οδήγησε να εγκαταλείψει την σταθερή ορθόδοξη πίστη του. Σε κανένα δεν αποκάλυψε το λογισμό του ούτε και κατέφυγε στη συμβουλή κάποιου.
Πηγαίνει κάποια μέρα, χωρίς να το ξέρει κανένας, στο τούρκο δικαστή της πόλης. Μόλις τον είδαν οι φρουροί τον ρώτησαν τι θέλει. Αυτός είπε ότι έτσι ήλθε. «Μήπως έχεις καμιά υπόθεση για τον δικαστή; Μήπως θέλεις να γίνεις μουσουλμάνος;» Αυτός είπε «Ναι».
Τον άρπαξαν τότε με μεγάλη χαρά και τον οδήγησαν στο δικαστή λέγοντας: « Αυτός ο ρωμιός θέλει να γίνει τούρκος. Σήμερα θα κάνεις ένα μεγάλο ψυχικό». Ο δικαστής χάρηκε πολύ και τον ρώτησε αν είναι αλήθεια αυτό που ακούει. Αυτός συμφώνησε. Μπροστά στο δικαστή δεν εμφανίστηκε ως καλόγηρος αλλά φορούσε ρούχα κοσμικού.
-«Τότε γιατί έχεις γένια;» τον ρωτά ο δικαστής.
-«Πήρα απόφαση και τα άφησα πριν λίγο καιρό».
Ο δικαστής χάρηκε γιατί ολόψυχα ακολουθεί τη μουσουλμανική θρησκεία του και του είπε να πει ορισμένα βλάσφημα λόγια, όπως συνηθιζόταν, και αυτός τα είπε.
Τότε τον κατήχησε και τον συμβούλεψε να μείνει σταθερός στην απόφασή του. Για δεκαπέντε ημέρες τον έβαλε στην επίβλεψη του σερδάρη. Πρόσεχαν να μην έρθει σε επαφή με κάποιο χριστιανό. Μετά από δεκαπέντε μέρες του έκαναν περιτομή, σημάδι ότι έγινε μουσουλμάνος.
Αμέσως μετά την περιτομή, συνέβη θαυμαστή αλλοίωση. Άρχισε να τον ελέγχει η συνείδησή του. Άλλαξε ο λογισμός του. Ήρθε σε αίσθηση του απείρου ελέους του Θεού. Ήθελε να πει την απόφαση της μεταστροφής του σε κάποιον πνευματικό ή σε κανένα χριστιανό αλλά δεν τον δεχόταν κανένας. Όλοι φοβούνταν βλέποντάς τον ντυμένο με τα ρούχα του μουσουλμάνου.
Πήρε όμως την τολμηρή απόφαση και ξεφεύγοντας την επιτήρηση αυτών που τον φύλαγαν έρχεται σε κάποιο φίλο του πνευματικό που τον γνώριζε από τη Σκήτη. Αυτός βλέποντάς τον με τέτοια ρούχα (φορούσε πράσινα και άσπρο περίδεμα (σαρίκι) στο κεφάλι) τα έχασε, γνωρίζοντας την προηγούμενη κατάστασή του. Λυπήθηκε. Πώς ξέπεσε σε τέτοια ελεεινή κατάσταση αφήνοντας την προηγούμενη ενάρετη ζωή; Άρχισε να τον εξετάζει για να μάθει την αιτία της νέας αξιοδάκρυτης κατάστασής του.
Αυτός διηγήθηκε όσα αναφέραμε και πως τώρα πολύ μετάνιωσε και ότι ήθελε να μαρτυρήσει χύνοντας το αίμα του για να ξεπλύνει το μεγάλο και φοβερό αμάρτημα της αρνήσεως της πίστεως.
«Αδελφέ μου», του λέει ο πνευματικός, «αυτό που μου λες είναι άγιο όμως ο καιρός δεν είναι κατάλληλος. Αυτός που σε επιτηρεί είναι άνθρωπος φοβερός και σκληρός, που τον τρέμουν όλοι οι τούρκοι, όπως ξέρεις, και θα σου κάνει μεγάλα και φοβερά βασανιστήρια, όσα θα του υποδείξει ο πατέρας του διάβολος. Και συ επειδή είσαι νέος μπορεί να μην τα υποφέρεις και μετά θα λυπήσεις κι εμάς αλλά και όλους τους συνασκητές και φίλους σου και όλους τους εδώ χριστιανούς. Μα τι λέω. Μόνο τους χριστιανούς! Θα λυπήσεις και όλους τους χορούς των αγγέλων και των μαρτύρων, που χαίρονται όταν δουν κάποιον αμαρτωλό να μετανοεί και μάλιστα για τόσο φρικτό αμάρτημα. Θα λυπηθούν να τον δουν για δεύτερη φορά νικημένο αντί νικητή και αντί στεφανωμένο, άξιο πολλών δακρύων.
Γι’ αυτό άκουσε εμένα τον ταπεινό φίλο σου, επειδή ήλθες να με συμβουλευθείς ως πνευματικό. Το έλεος του Θεού είναι άπειρο για μας τους αμαρτωλούς και δεν υπάρχει καμιά αμαρτία που να νικά την ευσπλαχνία του Θεού. Κάνε το σταυρό σου και να επιστρέψεις στον τόπο της μετάνοιας σου και στον γέροντά σου, που θα του δώσεις μεγάλη χαρά με την επιστροφή σου καθώς και σε όλους τους αδελφούς της σκήτης».
«-Αυτό που μου ζητάς είναι αδύνατο. Πως θα πάω με τέτοια ρούχα έστω και αν επρόκειτο να υποστώ φρικτά βασανιστήρια. Το γνωρίζω ότι εξ ανάγκης πρόκειται να πεθάνω. Ελπίζω στη βοήθεια του Θεού, ο οποίος έδωσε και δίνει δύναμη σε όλους τους μάρτυρες ότι θα βοηθήσει και εμένα. Σε παρακαλώ να με χρίσεις με άγιο μύρο και να με βοηθήσεις να κοινωνήσω τα άχραντα μυστήρια. Πρέπει αυτό να γίνει γρήγορα γιατί δεν μπορώ να λείψω ούτε μία ώρα από το κονάκι γιατί με παρακολουθούν και με φυλάνε να μην τους φύγω».
Ο πνευματικός του είπε: «Είναι δύσκολο αυτή τη στιγμή αυτό που ζητάς, δηλ. να σε μυρώσω. Δεν είναι όμως απαραίτητο αφού πήρες την γενναία απόφαση να βαπτιστείς το βάπτισμα του αίματος. Αυτό το βάπτισμα δεν μολύνεται από καμιά ακαθαρσία και καθαρίζει τον άνθρωπο από όλες τις αμαρτίες και ιδιαίτερα το έγκλημα της αρνήσεως της πίστεως. Είναι καλά και σωτήρια αυτά που ζητάς, το μύρο και η θεία κοινωνία, αλλά κατώτερα από το μαρτύριο».
Από τότε πήγαινε συχνά στο φίλο του πνευματικό με μεγάλη προσοχή για να μη γίνει αντιληπτός. Έπαιρνε θάρρος και γύριζε κρυφά πίσω στο σπίτι. Αυτό γινόταν δεκαπέντε ημέρες κατά τις οποίες θεραπεύθηκε λίγο η πληγή της περιτομής.
Ένα Σάββατο πρωί πήγε στον πνευματικό και του λέει: « Σήμερα είναι η τελευταία φορά που σε βλέπω. Πήρα την απόφαση να παρουσιαστώ και ήλθα να σε αποχαιρετήσω». Έψαλλαν μαζί Παράκληση στην Κυρία Θεοτόκο και έδωσαν τον τελευταίο ασπασμό. Στηρίχθηκε για λίγο από τον πνευματικό, φόρεσε καθαρά ρούχα που είχε μαζί του και ένα μαύρο σκούφο επειδή όταν πήγε στον πνευματικό φορούσε κοσμικά ρούχα. Αγνώριστος ξεκίνησε γρήγορα. Ο πνευματικός τον ακολουθούσε από μακριά δίνοντας του θάρρος μέχρι το χώρο του δικαστηρίου· στάθηκε δε έξω από ένα εργαστήριο κάποιου χριστιανού για να δει την εξέλιξη των γεγονότων.
Ο μάρτυρας στάθηκε μπροστά στο δικαστή, πέταξε το σαρίκι και κατηγόρησε τη μουσουλμανική θρησκεία και φορώντας το σκούφο του ομολόγησε ότι είναι χριστιανός και ότι επειδή ξεγελάστηκε από το διάβολο αρνήθηκε τον αληθινό Θεό και τον Ιησούν Χριστό και ότι η θρησκεία των Τούρκων είναι ψεύτικη, είναι μια ασέβεια.
Εκείνοι του πέταξαν από το κεφάλι το σκούφο και τον μάλωναν να μη βλαστημά. Ο μάρτυρας όμως του Χριστού πιο πολύ τους ήλεγχε και τους κατηγορούσε ως ασεβείς.
Βλέποντας τη σταθερότητα της αποφάσεως του μάρτυρα άλλαξαν στάση. Δείχνοντας αγριότητα τον άρπαξαν σαν αιμοβόρα θηρία και έδεσαν σφικτά πίσω τα χέρια με το σαρίκι του και τον οδηγούσαν με τόσο θυμό, λες και απειλούσε τη ζωή τους, στη φυλακή του δικαστή μέχρι να έρθει το αφεντικό του ο σερδάρης.
Μπροστά στο δικαστή τον ρωτούσαν την αιτία της μεταβολής του. Αυτός χωρίς να χάσει καιρό, χωρίς φόβο και συστολή άνοιξε το στόμα του και με μεγάλο θάρρος έλεγξε την κακοδοξία και την ασέβειά τους.
Τότε του λέει ο δικαστής: « Βρε ανόητε, τι είναι αυτό που κάνεις;». Ο μάρτυρας με μεγάλο θάρρος του απάντησε. « Ανόητοι είστε εσείς, που είστε όλο σάρκες και ακαθαρσία και βρωμιά και όχι εγώ. Ανόητος ήμουν μέχρι τώρα και γελάστηκα πιστεύοντας ότι είναι καλή η πίστη σας όμως τώρα γνώρισα την αλήθεια και είδα ότι είναι ψεύτικη και μάταιη.
Αρχίζουν τότε με μαλακό και ήπιο τρόπο να του τάζουν μεγάλες δωρεές και αξιώματα. Αυτός τους απάντησε ότι και όλον τον κόσμο να του χαρίσουν δεν είναι δυνατό να αλλάξει γνώμη.
«Πως άλλαξες τόσο γρήγορα; Ποιος παπάς σε δίδαξε να κάνεις τέτοια δουλειά;». Ήθελαν να πάρουν κάποιο λόγο από το στόμα του. Ο μάρτυρας όμως τους απάντησε ότι δεν γνώριζε κανένα αλλά μόνος του πήρε την απόφαση.
« Ο διάβολος μπήκε μέσα σου και σου άλλαξε τα μυαλά».
«Εγώ μέσα μου δεν έχω κανένα άλλο παρά τον Θεόν, τον Ιησούν Χριστό μου και την Παναγία μου».
«Τώρα που θα δεις το κεφάλι σου να πέφτει στα πόδια σου θα δούμε αν θα έρθει η Παναγία σου να σε γλυτώσει;».
«Ό,τι θέλετε κάνετε. Εγώ είμαι έτοιμος» απάντησε ο μάρτυρας.
Βλέποντας τη σταθερότητα της απόφασης του και μάλιστα επειδή τους ήρθε πριν λίγο διαταγή ότι κινδυνεύει το βασίλειό τους και πρέπει να προφθάσουν μικροί και μεγάλοι να ξεφύγουν από τους εχθρούς, ταραγμένοι όπως ήσαν δεν τους περίσσευε ώρα για να τον βασανίσουν, -αυτό συνέβη κατά θεία παραχώρηση-, πήραν την απόφαση του αποκεφαλισμού του τρεις ώρες μετά την παρουσίασή του στο δικαστήριο.
Τον οδήγησαν στον τόπο της εκτελέσεως δεμένο πισθάγκωνα. Οι ασεβείς τον έβριζαν και τον εξευτέλιζαν. Αυτός δε ο γενναιόψυχος δεν περπατούσε αργά, αλλά έτρεχε με χαρούμενο πρόσωπο και με μεγάλη αγαλλίαση. Όσους χριστιανούς συναντούσε στο δρόμο του τους αποχαιρετούσε λέγοντας «να έχετε υγεία» και πήγαινε πρόθυμα παρακαλώντας για το θείον έλεος, σαν να πήγαινε σε χαρά και πανήγυρη με τη σκέψη ότι πρόκειται να χύσει το αίμα του για την αγάπη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Με τόσο θάρρος στεκόταν την ώρα του αποκεφαλισμού του που προκάλεσε έκπληξη στους παρευρισκόμενους Αγαρηνούς. Κανένας δεν τολμούσε να του κόψει το κεφάλι, δεν ξέρω τι σκέφτονταν, αλλά προφασιζόταν ο ένας και παρακινούσε τον άλλο να κάνει την εκτέλεση. Δεν βρέθηκε κανένας από τη συνοδεία να του κόψει το κεφάλι μόνον ένας αρνητής του Χριστού που ξεπέρασε τους άλλους στην κακία. Αυτόν κάλεσαν και αυτός σήκωσε το ξίφος κατά του μάρτυρα, ο αθεόφοβος.
Με τον αποκεφαλισμό τελείωσε τη ζωή του ο οσιομάρτυρας Προκόπιος στις 25 Ιουνίου το 1810 ημέρα Σάββατο. «Σαββάτισε» αναπαύθηκε δηλαδή και άφησε την πρόσκαιρη αυτή ζωή για χάρη της αιώνιας και υπερευφρόσυνης παίρνοντας το στεφάνι του μαρτυρίου ανταλλάσσοντας τα φθαρτά με τα αιώνια.
Είθε με τις πρεσβείες του να αξιωθούμε και εμείς τα αιώνια αγαθά. Αμήν.
πηγή: Γραμμένο από τον Ιεροδιδάσκαλο της Σμύρνης Χρύσανθο
μεταφορά στη δημοτική και διασκευή VatopaidiFriend
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/08/21

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

Η Οσιομάρτυς Μεγαλόσχημη Μοναχή Ελένη του Τσίν (+ Σεπτέμβριος 1977) [μέρος 1ο]



Οι Γερόντισσες Ελένη και Νίνα έξω από το ασκητήριο τους στο Τσιν

Ιερομ. Σάββα Βατοπαιδινού

Πρόλογος Ρωσικής εκδόσεως
Σ’ αυτή τη μάταιη και αμαρτωλή ζωή όπου υπάρχουν πολλές θλίψεις και πολλοί πειρασμοί, στην οποία βασιλεύει η αρρώστια της αμαρτίας και της κακίας, όλοι είμαστε άρρωστοι και στο σώμα και στην ψυχή. Μερικές φορές όταν συναντάς έστω και ελάχιστη αγάπη και καλοσύνη, χωρίς να το θέλεις σε προσελκύει ο άνθρωπος σαν με κάποια αόρατα δίκτυα, διότι από αυτόν εξέρχεται η έμπνευση της χάριτος. Όλοι μας έχουμε στη διάθεσή μας τους βίους και τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας μας, όμως πρέπει να πούμε ότι η πεινασμένη ψυχή χορταίνει περισσότερο με την επαφή με αγίους της εποχής μας και με ζωντανά σύγχρονα παραδείγματα αρετής.

Πριν αρκετά χρόνια μιλώντας με ένα χριστιανό της ενορίας μας έμαθα πως ο Γέροντας της γυναικείας μονής στην Τσάλκα, ο π. Δημήτριος Τελιανίδης (νύν αρχιμανδρίτης Σάββας) θεραπεύει αρρώστους με την ευχή του Ιησού. Τον καιρό εκείνο διάβαζα με επιμέλεια βιβλία περί της νοεράς προσευχής. Αμέσως γεννήθηκε μέσα μου μεγάλη επιθυμία να τον επισκεφθώ μαζί με άλλους χριστιανούς της ενορίας μου. Από τον πνευματικό πατέρα μου τον π. Ζουράμπ Ανθάδζε άκουσα ότι ο π. Δημήτριος είναι πολύ ξακουστός εργάτης της ευχής. Πήρα ευλογία από τον πνευματικό μου για να τον επισκεφθώ μαζί με τον δεκάχρονο γυιό μου, ο οποίος τότε ήταν άρρωστος και είχε ανάγκη θεραπείας.
Ήταν χειμώνας και αργά το βράδυ, όταν πήγαμε στο δήμο Ίσανη της Τιφλίδας εκεί που έμενε τότε ο Γέροντας Σάββας σε μία πολυκατοικία. Στο διαμέρισμα ήταν πολύς κόσμος και κρατήσαμε τη σειρά μας. Διάβαζαν τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου αδιάκοπα. Πολλές εικόνες, πολλά αναμμένα καντήλια και πολλά κεριά βρίσκονταν στο διαμέρισμα. Βασίλευε προσευχητική διάθεση. Περιμένοντας τη σειρά μας, μάθαμε πολλές περιπτώσεις θεραπείας αρρώστων που οι γιατροί δεν τους έδιναν ελπίδες. Τελικά ήλθε η σειρά μας. Ο Γέροντας καθόταν σε μία μικρή πολυθρόνα λέγοντας χαμηλόφωνα την ευχή του Ιησού. Με τα δάχτυλά του σταύρωνε τα πονεμένα μέρη του σώματος και κάπου-κάπου ρωτούσε τον ασθενή πώς αισθανόταν. Κοντά μας κάθονταν άλλοι άρρωστοι που προσκυνούσαν το σταυρό του Γέροντα με τη σειρά τους. Αυτά όλα ήταν αξέχαστα για μένα.
Κοίταζα τα παιδιά, τους γέρους και τις γυναίκες οι οποίοι ήταν βασανισμένοι από τις ασθένειές τους και σκεφτόμουν πως σήμερα που τόσο έντονα διαφημίζονται οι ιατρικές επιτεύξεις, η Εκκλησία με τα χέρια των αληθινών δούλων της θεραπεύει χωρίς αμοιβή ανίατα νοσήματα, και αυτό το κάνει όχι μόνο για τα τέκνα της, αλλά και για τους απίστους.
Μετά από μερικές επισκέψεις στον Γέροντα Σάββα, πήρα μαζί μου και την μητέρα μου και την πεθερά μου. Κατά τη διάρκεια αυτών των επισκέψεων στις συνομιλίες μου με τον Γέροντα έμαθα ότι έχει γραμμένες κάποιες μοναδικές σημειώσεις για κάποια Γερόντισσα Ελένη την οποία γνώριζε ο Γέροντας. Τον παρακάλεσα να μου τις δείξει. Δεν αρνήθηκε. Με μεγάλη συγκίνηση ξεφύλλισα τα παλιά λιωμένα φύλλα στα οποία το κείμενο ήταν γραμμένο με τη γραφομηχανή. Όπως μου είπε ο Γέροντας αυτά γράφτηκαν πριν πολλά χρόνια και μερικά φύλλα λιώσανε ή χάθηκαν. Πήρα ευλογία από τον Γέροντα και έκανα αντίγραφα. Όλη τη νύχτα αδιάκοπα διάβαζα τις σημειώσεις αυτές. Μπροστά μου αποκαλύφθηκε η ιστορία και ο βίος της αφανούς για τους χριστιανούς μοναχής Ελένης, η οποία ασκήτευε στα βουνά της Αμπχαζίας. Eίναι αδύνατο να εκφράσω εκείνη την κατάσταση που αισθανόμουν όταν διάβαζα αυτή την ιστορία. Μου γεννήθηκε μεγάλη επιθυμία να δημοσιεύσω και εκδώσω και αυτό το βιβλίο. Γι’ αυτό πήρα την ευλογία του Γέροντα και άρχισα με επιμέλεια και κόπο. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ειλικρίνεια της διηγήσεως σ’ αυτή την ιστορία περί της Χριστιανικής αγάπης που σπάνια τη συναντάς. Αυτό είναι μία από τις φωτεινές σελίδες της ιστορίας της Γεωργιανής Εκκλησίας.
Εκείνον τον καιρό παρ’ όλες τις καταπιέσεις της κρατικής Κομμουνιστικής μηχανής χριστιανοί διαφορετικής εθνικότητας έμεναν και δούλευαν μαζί, βαστά ζοντας αλλήλους και έτσι τήρησαν τις εντολές του Χριστού.
Ο Γέροντας Σάββας μου έλεγε πως δεν είχε διαβάσει, ούτε ακούσει παρόμοια θαύματα σαν αυτά που είδε με τα μάτια του κοντά στη Γερόντισσα Ελένη· αλλά μόνο ελάχιστα από αυτά τα παράδοξα γεγονότα κατέγραψε.
Γενικά βιογραφικά στοιχεία.
Η Μεγαλόσχημη μοναχή Ελένη γεννήθηκε το 1889 στην πόλη Πένζα. Είχε δύο αδελφούς και δύο αδελφές. Ο παππούς της καταγόταν από την Κύπρο και είχε παντρευτεί στη Ρωσία. Η Ελένη όταν ήταν πέντε χρονών αρρώστησε βαριά. Οι γονείς της απελπισμένοι την πήραν σε κάποιο μοναστήρι, στην πόλη Πσκώβ, στο οποίο με τη χάρη του Θεού έγινε εντελώς καλά. Ευχαριστημένοι την άφησαν εκεί, όπου πέρασε και τα παιδικά της χρόνια. Μεγάλωσε στην υπακοή και πολύ νέα έγινε μοναχή. Η αδελφή της η Νίνα όταν έγινε δώδεκα χρονών έγινε κι αυτή μοναχή στην ίδια μονή.
Όταν οι κομμουνιστές άρχισαν τις διώξεις κατά της Εκκλησίας, το μοναστήρι αυτό κλείστηκε αμέσως. Οι αδελφές μετακόμισαν στη Μόσχα, κοντά στον τότε Πατριάρχη Τύχωνα, όπου υπηρετούσε ο κατά σάρκα αδελφός τους Αρχιμανδρίτης Νικάνωρ.
Τον καιρό εκείνο η Γερόντισσα Ελένη μετά από ασθένεια εισήχθη στο νοσοκομείο στη Μόσχα, και της αφαίρεσαν έναν νεφρό. Μετά την εγχείριση οι γιατροί την συμβούλευσαν να πάει στην Γεωργία, στην πόλη Σοχούμ, σε τόπο που δεν έπρεπε να ήταν ούτε ψηλά στα βουνά, ούτε κοντά στη θάλασσα. Πριν από τη συμβουλή των γιατρών εμφανίστηκε η Θεοτόκος στην Γερόντισσα και της έδειξε την τοποθεσία, που θα έμενε. Μετά τη σύσταση των γιατρών ο αδελφός της, ο Αρχιμανδρίτης Νικάνωρ πήγε στο Σοχούμ για να βρεί ένα σπίτι για τη Γερόντισσα Ελένη. Ψάχνοντας συναντήθηκε με τους Έλληνες, οι οποίοι κατοικούσαν στο χωριό Τσίν. Αυτοί τον πήραν και του έδειξαν μία έρημη περιοχή, όπου έμεναν μερικοί μοναχοί και εκεί αγόρασαν ένα μικρό κελλί.
Το 1921 η Γερόντισσα Ελένη ήρθε σ’ αυτή την τοποθεσία, που λεγόταν Τσίν. Έτσι ονομάστηκε η μοναχή του Τσίν.
Στο ασκητήριο στο Τσιν (Chin).
Στην αρχή της διαμονής ήταν πολύ δύσκολα στην έρημο, επειδή οι άνθρωποι ήταν άγνωστοι. Ο Θεός όμως αγαπά τους δούλους του. Σύντομα με τη βοήθειά του οι χριστιανοί γνωρίστηκαν με τη Γερόντισσα, άρχισαν να την σέβονται, να την αγαπούν και να την βοηθούν στις ανάγκες της. Η αδελφή της Νίνα στην αρχή πήγε στο Αστραχάν κοντά στον αδελφό της Αρχιεπίσκοπο Φίλιππο και εκεί υπηρετούσε. Μετά τη σύλληψη του Φιλίππου η Νίνα ήλθε κοντά στη Γερόντισσα Ελένη και αγωνίστηκαν μαζί. Έτσι οι δύο αδελφές ζούσαν πολύ σεμνά και είχαν πολλή αγάπη μεταξύ τους. Προσφωνούσε η μία την άλλη «αδελφούλα» και έκαναν υπακοή μεταξύ τους.
Το κελλί τους στην έρημο έγινε σαν το νοσοκομείο, επειδή οι άρρωστοι που δεν μπορούσαν να γιατρευτούν κάπου αλλού, ερχόντουσαν εκεί και οι αδελφές τους θεράπευαν με την ευχή τους και τη Χάρη του Θεού. Έμειναν εκεί μέχρι το 1932.

Διήγηση θαυμάτων

Α. Η εμφάνιση του Χριστού.
Η Γερόντισσα Ελένη και η αδελφή της Νίνα είχαν μεγάλη απλότητα και πίστη και έτσι έζησαν πολλά θαυμαστά γεγονότα και δέχθηκαν από τον Θεό πληροφορίες με οπτασίες και οράματα. Μία μέρα το 1932, ώρα δέκα το πρωί, εμφανίστηκε σ’ αυτές ένας παπάς με το σταυρό, ήταν ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός και τους είπε το μέλλον όλου του κόσμου. Ότι τα μοναστήρια θα κλεισθούν και θα αρχίσουν να εξορίζουν όλους τους μοναχούς. Τότε οι Γερόντισσες ρώτησαν το Σωτήρα: «Πάτερ, θα στείλουν και εμάς στην εξορία;». Έμαθαν ότι θα υποφέρουν πολύ, όμως ο λαός που κατοικεί εκεί θα τις υπερασπιστεί. Ο Κύριος ήταν μαζί τους μέχρι τη δύση του ήλιου. Οι Γερόντισσες είχαν μία τσαγιέρα, η οποία έλαμπε σαν το χρυσάφι. Φεύγοντας από το κελλί τους ο παπάς αυτός τους είπε: «Αδελφές, θα πάρω αυτήν την τσαγιέρα». Του απάντησαν: «Πάρτην, πάρτην, πάτερ». Μόλις την πήρε στο χέρι του εξαφανίστηκε.
Β. Ἡ συμφιλίωση μέ τήν φύση
Η Γερόντισσα Ελένη και η αρκούδα.
«Καρδία ἐλεήμων – διδάσκει ὁ ὅσ. Ἐφραῖμ ὁ Σῦρος – εἶναι καῦσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσεως. Ἥγουν ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ὀρνέων καί τῶν ζώων… καί διά τοῦτο καί ὑπέρ τῶν ἀλόγων ζώων εὔχεται… καί ὑπέρ τῶν ἐρπετῶν, ὡς ἐκ τῆς πολλῆς αὐτῆς ἐλεημοσύνης» (Βλαδιμήρου Λόσκυ, «Μυστική Θεολογία», σελ. 105).
Ο άγιος έχει «καρδία ελεήμονα» και αγάπη προς τα δημιουργήματα του Θεού.Και η νηστεία κάνει το σώμα «διάφανο και ανάλαφρο όμοιο με το σώμα του Αδάμ πρίν την πτώση».Έτσι τα ζώα « οσφραίνονται πάνω του την καλή μυρωδιά του Αδάμ»(Ειρ.Γκοραίνωφ – Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ)
Στό Βίο τοῦ οσ. Σεραφείμ του Σάρωφ διαβάζουμε για την φιλία του με μία αρκούδα, η οποία έπαιρνε ψωμί ἀπο το χέρι του και του έφερνε άγριο μέλι! (Εἰρ. Γκοραϊνωφ αὐτ., σελ. 66).
Στό Βίο τῆς μακαρίας Ἑλένης μαρτυρεῖται μία παρόμοια ειρηνική σχέση.
Kάποια μέρα πήγε μία αρκούδα στη μοναχή Ελένη και της έδειξε το πόδι της. Η Γερόντισσα είδε ότι υπήρχε μία ακίδα και πρήστηκε. Όταν με τη τσιμπίδα έβγαλε την ακίδα, η πληγή άρχισε να τρέχει πύο και μετά μαύρο αίμα. Η Γερόντισσα με τα χέρια της έστυψε καλά το ακάθαρτο αίμα, έκανε επίδεση και την άφησε να φύγει. Έπειτα από μερικές μέρες η αρκούδα επανήλθε στη Γερόντισσα και της έκανε πάλι επίδεση. Σύντομα θεραπεύτηκε και άρχισε να διανυχτευρεύει δίπλα στο κελλί.
Η Γερόντισσα Ελένη φρόντιζε την αρκούδα. Μάζευε διάφορα αγριόχορτα τα έβραζε και τα αναμίγνυε με το αλεύρι και την τάϊζε. Αν οι μοναχές δεν προλάβαιναν να βράσουν κάτι και να ετοιμάσουν την τροφή της, η αρκούδα ερχόταν και γρατσούνιζε την πόρτα μέχρι να ανοίξουν για να της δώσουν ένα κομματάκι ψωμί.
Κάποτε ήρθε η αρκούδα και έφερε καλαμπόκι από ξένο χωράφι. Η Γερόντισσα της είπε: «Γιατί πειράζεις τους φτωχούς; Δεν βλέπεις ότι πεινασμένοι καλλιεργούν τα χωράφια τους; Εσύ έρχεσαι εδώ και μας φέρνεις κλεμμένα; Μην φέρεις πλέον». Έπειτα έφερε ένα κλαδί με φρούτα και έγινε εντελώς ήμερη. Αυτό το ήξεραν όλοι οι κάτοικοι της περιοχής. Όταν έρχονταν άνθρωποι στις μοναχές, συχνά έβλεπαν την αρκούδα, που ήταν πολύ μεγάλη και φοβόντουσαν. Κάθε φορά έλεγαν στην Γερόντισσα: «Εμείς φοβόμαστε την αρκούδα». Οι χωρικοί σέβονταν την Γερόντισσα και οι κυνηγοί της έγραψαν το εξής: «Γερόντισσα Ελένη ακούσαμε ότι έχετε μία αρκούδα. Εμείς ερχόμαστε για κυνήγι και τυχαία μπορεί να τη σκοτώσουμε. Σας παρακαλούμε κάντε της περιλαίμιο για να την γνωρίσουμε». Η Γερόντισσα ετοίμασε το περιλαίμιο, πήρε στο χέρι της το γράμμα των κυνηγών και είπε στην αρκούδα: «Ακουσε τί έγραψαν οι κυνηγοί για σένα», και της διάβασε το γράμμα τους. «Νά, θα έρθουν και θα σου κάνουν μπούμ». Η αρκούδα έσκυψε τα αυτιά της δείχνοντας ότι κατάλαβε. Η Γερόντισσα της έδεσε το περιλαίμιο και από τότε έτσι περπατούσε για 8-9 χρόνια μέχρι που κάποιοι ληστές την σκότωσαν.
Γ. Η σωτήρια επέμβαση της Παναγίας.
Ας γυρίσουμε όμως στην αφήγησή μας. Το έτος 1937 συνέλαβαν τη Γερόντισσα Νίνα και την φυλάκισαν. Στην φυλακή, στη Τσάκβη, πέρασε 8 χρόνια. Ήθελαν να φυλακίσουν και την Γερόντισσα Ελένη. Με το θέλημα του Θεού αρρώστησε βαριά. Το πλήθος την υπερασπιζόταν και έλεγε: «Μην την παίρνετε. Έτσι και αλλιώς πεθαίνει». Η αρρώστια συνεχίστηκε αρκετό καιρό και οι άνθρωποι την επισκέπτονταν και την περιποιούνταν.
Το 1946 συνέβη το εξής. Κάποτε ήρθαν μερικοί κάτοικοι του χωριού, οι οποίοι βοηθούσαν την Γερόντισσα στο κελλί της και άναψαν τη σόμπα για να μαγειρέψουν. Λόγω της μεγάλης ανομβρίας και της ξηρασίας από την καπνοδόχο άρχισε να καίγεται η στέγη. Η Γερόντισσα Ελένη άκουσε το θόρυβο της πυρκαγιάς και κατάφερε με τα τέσσερα να βγεί στην αυλή. Βλέποντας τη φωτιά άρχισε να κλαίει και να παρακαλεί τη Θεοτόκο: «Παναγία μου αν καεί το σπίτι θα πεθάνω στο δρόμο, επειδή κανείς δεν θα με πάρει στο σπίτι του». Τότε όποιος έκρυβε μοναχό στο σπίτι του τον δίκαζαν πολύ αυστηρά οι κομμουνιστές. Τότε παρουσιάστηκε η Υπεραγία Θεοτόκος με το βρέφος στο χέρι της και ευλόγησε το σπίτι, έσβησε τη φωτιά και θεράπευσε τελείως τη Γερόντισσα. Η Μητέρα του Θεού της αφηγήθηκε τα μέλλοντα του κόσμου, της είπε τί μπορούσε από αυτά να πεί στους ανθρώπους και τί πρέπει να κρύψει. Την διέταξε: «Εδώ θα στήσετε το σταυρό και μετά από καιρό θα γίνει Εκκλησία».
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/08/20

Τρίτη 20 Ιουλίου 2010

Saint Neomartys Evgeny Rodionov Hero


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΡΟΝΤΙΟΝΩΦ (1977-1996). ΜΑΡΤΥΡΗΣΕ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΔΕΧΘΗΚΕ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ

Η αγία νεομάρτυς Λυδία η Ρωσίδα (20 Ιουλίου 1928) και οι συν αυτή στρατιώτες Κύριλλος και Αλέξιος. Μια συγκινητική ιστορία που λέει πολλά…

St Lydia the New Russian Martyr
Από το περιοδικό της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους (υπό την πνευματική πατρότητα του Γέροντα Εφραίμ της Αριζόνας), «Αγιορείτικη Μαρτυρία»:
Η Λυδία, κόρη ενός ιερέως της πόλεως Ούφα – βρίσκεται στη δυτική Σιβηρία, στις όχθες του ομωνύμου ποταμού – γεννήθηκε στις 20 Μαρτίου του 1901. Από παιδί ήταν ευαίσθητη, στοργική και αγαπητή από όλους. Φοβόταν την αμαρτία και κάθε τί που δεν το επέτρεπε ο νόμος του Θεού. Μόλις τελείωσε το παρθεναγωγείο στα δεκαεννιά της χρόνια, παντρεύτηκε και αμέσως έχασε τον άνδρα της στον εμφύλιο πόλεμο με την αναχώρησι του Λευκού(τσαρικού) Στρατού.

Ο πατέρας της, από τις πρώτες αρχές του σχίσματος των «Ανακαινιστών» (πρόκειται για εκκλησιαστικό νεωτεριστικό κίνημα, το οποίο για ένα διάστημα πέτυχε να αναγνωρισθή σαν η επίσημη ρωσική εκκλησία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και άλλες αυτοκέφαλες εκκλησίες) που οργανώθηκε από τους Μπολσεβίκους το 1922, προσχώρησε σ’ αυτό. Η θυγατέρα του τότε γονάτισε μπροστά στα πόδια του πατέρα της και είπε : «Δώσε μου την ευχή σου, πατέρα, να σ’ αφήσω, για να μή σε δεσμεύω στη σωτηρία της ψυχής σου». Ο γέρων ιερέας ήξερε καλά την κόρη του, όπως ήξερε καλά το εσφαλμένο της κινήσεώς του. Δάκρυσε και, δίδοντας την ευλογία του στην Λυδία να ζήση μόνη της, της είπε προφητικά: «Κοίταξε, κόρη μου, όταν κερδίσης το στεφάνι σου, να πής στον Κύριο ότι παρόλο που φάνηκα πολύ αδύνατος για αγώνα, ωστόσο δεν σε εμπόδισα, αλλά σού έδωσα την ευχή μου». «Θα το πώ, πατέρα», τού είπε εκείνη φιλώντας του το χέρι και προβλέποντας έτσι κι αυτή προφητικά το μέλλον.
Η Λυδία πέτυχε να διοριστή στην δασονομική υπηρεσία και το 1926 μετατέθηκε στην κολλεκτίβα υλοτομίας της περιοχής, όπου δούλευε κοντά στους πιο χαμηλόμισθους εργάτες. Εδώ ήρθε αμέσως σε επαφή με απλούς ανθρώπους του ρωσικού λαού, τους οποίους αγαπούσε πολύ και οι οποίοι ανταποκρίθηκαν με τον ίδιο τρόπο. Οι ξυλοκόποι και οι οδηγοί, που είχαν σκληρυνθή από τη δουλειά μέσα σε δύσκολες συνθήκες, αφηγούνταν με κατάπληξι ότι στο γραφείο του Τμήματος Υλοτομίας, όπου ερχόταν σε επαφή μαζί τους η Λυδία, τους διαπερνούσε ένα γνώριμο αλλά τώρα μισοξεχασμένο αίσθημα, παρόμοιο μ΄εκείνο που είχαν νιώσει κάποτε όταν πρίν την επανάστασι είχαν πάει να υποδεχθούν την περίφημη εικόνα της Παναγίας από το χωριό Μπογκορόντσκογιε της περιφερείας της Ούφα. Στο γραφείο δεν ακούγονταν πια άσχημες κουβέντες, βρισιές και καυγάδες. Τα πάθη είχαν εκλείψει και οι άνθρωποι έγιναν ευγενικώτεροι μεταξύ τους.
Αυτό ήταν καταπληκτικό και έγινε αντιληπτό απ΄όλους, των κομματικών οργάνων μή εξαιρουμένων. Παρακολούθησαν τη Λυδία, αλλά δεν ανακάλυψαν τίποτε ύποπτο. Δεν πήγαινε καθόλου στις ἐκκλησίες που είχαν νομιμοποιηθή από τους Μπολσεβίκους και συμμετείχε αραιά και προσεκτικά σε ακολουθίες της μυστικής εκκλησίας «των κατακομβών».
Η Γκέ-Πέ-Ού (η σοβιετική αστυνομία κατά τα έτη 1922-34) ήξερε ότι υπήρχαν μέλη της μυστικής εκκλησίας στην περιφέρεια, δεν έβρισκε όμως τον τρόπο να τα ανακαλύψη και να τα συλλάβη. Με σκοπό να ανακαλύψη όσους δεν είχαν ακόμη συλληφθή η Γκέ-Πέ-Ού ξαφνικά επανέφερε από την εξορία τον επίσκοπο Ανδρέα που ήταν πολύ σεβαστός στον λαό, αλλά και σ΄όλους τους παράγοντες της μυστικής εκκλησίας. Σύμφωνα όμως με οδηγίες που είχε στείλει πρωτύτερα, ο επίσκοπος έγινε φανερά δεκτός μόνο από μία εκκλησία της Ούφα, παρόλο που μυστικά ήρθε να τον δή ολόκληρη η περιφέρεια. Η Γκέ-Πέ-Ού πεπεισμένη για την αποτυχία του σχεδίου της συνέλαβε πάλι τον επίσκοπο Ανδρέα και τον εξώρισε.
Η Λυδία συνελήφθη στις 9 Ιουλίου 1928. Οι μυστικές υπηρεσίες για αρκετό καιρό αναζητούσαν μία δακτυλογράφο που εφοδίαζε τους εργάτες της δασονομικής υπηρεσίας με δακτυλογραφημένα φυλλάδια, που περιείχαν βίους Αγίων, προσευχές, ακολουθίες και συμβουλές αρχαίων και συγχρόνων ιεραρχών της Εκκλησίας. Παρατήρησαν ότι στην γραφομηχανή αυτής της δακτυλογράφου το κάτω μέρος του «κ» ήταν σπασμένο. Έτσι αποκαλύφθηκε η Λυδία.
Η Γκέ-Πέ-Ού κατάλαβε ότι είχε πέσει στα χέρια της το κλειδί για να ανακαλύψη ολόκληρη την μυστική εκκλησία. Δέκα μέρες αδιάκοπης ανακρίσεως δεν κατάφεραν να κλονίσουν την μάρτυρα. Πολύ απλά αρνήθηκε να πή οτιδήποτε. Στις 20 Ιουλίου ο ανακριτής, έχοντας χάσει την υπομονή του, παρέδωσε την Λυδία στο «ειδικό τμήμα» για ανάκρισι.
Αυτό το «ειδικό τμήμα» εργαζόταν σ’ ένα γωνιακό δωμάτιο στο υπόγειο της Γκέ-Πέ-Ού. Ένας φρουρός στεκόταν μόνιμα στον διάδρομο του υπογείου. Εκείνη την ημέρα φρουρός ήταν ο Κύριλλος Ατάεβ, ένας εικοσιτριάχρονος φαντάρος. Είδε την Λυδία καθώς την έφερναν στο υπόγειο. Η προηγούμενη δεκαήμερη ανάκρισι είχε εξαντλήσει την μάρτυρα και δεν μπορούσε να κατέβη τα σκαλιά. Ο στρατιώτης Ατάεβ, σε πρόσταγμα των προϊσταμένων του, την κράτησε και την ωδήγησε κάτω στον ανακριτικό θάλαμο. «Ο Χριστός να σε σώση» είπε η Λυδία ευχαριστώντας τον φρουρό, καθώς αντιλήφθηκε μια σπίθα συμπαθείας γι΄ αυτήν στη λεπτή ευγένεια των δυνατών χεριών του φρουρού του Ερυθρού Στρατού.
Και ο Χριστός έσωσε τον Ατάεβ! Τα λόγια της μάρτυρος και τα γεμάτα πόνο μάτια της μίλησαν στην καρδιά του. Δεν μπορούσε πια ν’ ακούη με αδιαφορία τις αδιάκοπες κραυγές και τα κλάμματά της, όπως είχε προηγουμένως ακούσει όμοιες κραυγές από άλλους ανακρινομένους και βασανιζομένους.
Η Λυδία βασανίστηκε πολλή ώρα. Οι βασανιστές της Γκέ-Πέ-Ού δρούσαν συνήθως με τέτοιο τρόπο, ώστε να μήν αφήνουν κανένα ιδιαίτερα ευδιάκριτο σημάδι στο σώμα του βασανιζομένου. Όμως στην ανάκρισι της Λυδίας καμμιά προσοχή δεν δόθηκε σ΄ αυτό. Οι κραυγές και τα κλάμματα της Λυδίας συνεχίστηκαν σχεδόν χωρίς διακοπή για πάνω από μιάμιση ώρα.
«Μα δέν πονάς; Τσιρίζεις και κλαις. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε πονάει;» Ρώτησαν εξαντλημένοι οι βασανιστές σε ένα από τα διαλείμματα.
«Πονάει! Ω Κύριε, πόσο πονάει!» απάντησε η Λυδία μ΄ ένα σπασμένο βογγητό.
«Τότε γιατί δέν μιλάς; Θα σε πονέση περισσότερο!» είπαν με φανερή αμηχανία οι βασανιστές.
«Δεν μπορώ να μιλήσω…Δεν μπορώ…Δεν θα το επιτρέψη αυτό…», βόγγηξε η Λυδία.
«Ποιός δεν θα το επιτρέψη;»
«Ο Θεός δεν θα το επιτρέψη!».
Τότε οι βασανιστές επινόησαν κάτι καινούργιο για τη μάρτυρα: την ηθική κακοποίησι. Ήταν τέσσερεις. Κοιτάχθηκαν μεταξύ τους. Χρειαζόταν ένας άλλος. Φώναξαν τον φρουρό να τους βοηθήση.
Μόλις ο Ατάεβ μπήκε στο δωμάτιο, είδε τη Λυδία, κατάλαβε τον τρόπο του παραπέρα βασανισμού της και τον δικό του ρόλο σ΄ αυτόν, και μέσα του έγινε ένα θαύμα παρόμοιο με την απροσδόκητη μεταστροφή των αρχαίων βασανιστών. Η ψυχή του Ατάεβ είχε σιχαθή την σατανική αποτροπαιότητα και ένας ιερός ενθουσιασμός τον κατέλαβε. Χωρίς καθόλου να συνειδητοποιήση το τί έκανε, ο φρουρός του Ερυθρού Στρατού σκότωσε επί τόπου με το πιστόλι του τους δύο βασανιστές που στέκονταν μπροστά του. Πριν κιόλας αντηχήση ο δεύτερος πυροβολισμός, ο άνδρας της Γκέ-Πέ-Ού που στεκόταν από πίσω, χτύπησε τον Κύριλλο στο κεφάλι με την λαβή του πιστολιού του. Ο Ατάεβ είχε ακόμη αρκετή δύναμι, ώστε να γυρίση και να αρπάξη τον αντίπαλό του από τον λαιμό, αλλά ένας πυροβολισμός από τον τέταρτο τον έρριξε στο πάτωμα.
Ο Κύριλλος έπεσε με το κεφάλι προς το μέρος της Λυδίας, που ήταν δεμένη και τεντωμένη με λουριά. Ο Κύριος τού έδωσε την ευκαιρία ν΄ ακούση για μία ακόμη φορά λόγια ελπίδας από το στόμα της μάρτυρος. Κοιτώντας την Λυδία κατ’ ευθείαν στα μάτια και με το αίμα να τρέχη από το σώμα του, ο Κύριλλος πρόφερε ασθμαίνοντας τις λέξεις που δήλωναν την ένωσι του με τον Θεό.
«Αγία, πάρε με μαζί σου!»
«Θα σε πάρω», χαμογέλασε ολόλαμπη η Λυδία.
Με το άκουσμα και την σημασία αυτής της συνομιλίας ήταν σαν να ανοίχτηκε μια πόρτα για τα ουράνια μπροστά στα μάτια των δύο ανδρών της Γκέ-Πέ-Ού που επέζησαν. Ο τρόμος τούς συσκότισε τήν συνείδησι. Με υστερικές κραυγές άρχισαν να πυροβολούν τα δύο ανυπεράσπιστα θύματα, που είχαν απειλήσει την ασφάλεια της κοσμοθεωρίας τους, μέχρι που άδειασαν και τα δύο πιστόλια τους. Αυτοί που ήρθαν τρέχοντας στο άκουσμα των πυροβολισμών, τους απομάκρυναν, ενώ εκείνοι ούρλιαζαν υστερικά. Αλλά και οι ίδιοι το έβαλαν γρήγορα στα πόδια κυριευμένοι από έναν ακατανόητο τρόμο.
Ο ένας από αυτούς τους δύο άνδρες της Γκέ-Πέ-Ού περιήλθε σε κατάστασι τελείας παραφροσύνης. Ο άλλος σύντομα πέθανε από νευρικό κλονισμό. Πριν από τον θάνατό του αυτός ο δεύτερος τα διηγήθηκε όλα στον φίλο του λοχία Αλεξέϊ Ικόνικωφ, ο οποίος επέστρεψε στον Χριστό και γνωστοποίησε το γεγονός στην Εκκλησία. Λόγω δέ του ότι διέδιδε παντού με ζήλο αυτό τό γεγονός, βρήκε μαρτυρικό θάνατο και ο ίδιος.
Και οι τρείς, Λυδία, Κύριλλος καί Αλέξιος, έχουν καθιερωθή ως άγιοι στη συνείδησι της ρωσικής εκκλησίας «των κατακομβών». Με τις πρεσβείες τους είθε ο Κύριος να ελεήση τον χριστιανικό λαό της Ρωσίας!
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/07/20

Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ: ΟΙ 60 ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΡΚΟΥΤΣΚ


ΠΕΣ ΜΑΣ, ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ Ἤ ΟΧΙ;

ΟΙ ΕΞΗΝΤΑ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΡΚΟΥΤΣΚ

«Πάς όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολο­γήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς».
(Ματθ. ι' 32

Πρόκειται για αυθεντική μαρτυρία γραμμένη από αυτόπτη μάρτυρα και δημοσιευμένη στο βι­βλίο του πρωθιερέως Μιχαήλ Πόλσκυ Russia's New Martyrs, Jordanvllle, N.Y., τόμ. 2, σελ. 214-6.
Κατα τα έτη 1930, 1931 και 1932 ταξίδεψα σ' ο­λόκληρη την Σιβηρία με μία επιστημονική απο­στολή*. Τό 1933 τα τα­ξίδια μας οδήγησαν στο Ιρκούτσκ, στο Νίζνιε-Ουντίνσκ και μετά στο Μπαλαγκάνσκ. Η πόλι Κατσούγκ βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Λένα, 140 μίλια από το Ιρκούτσκ. Από την Κατσούγκ υπήρχε δρόμος για το Νίζνιε-Ουντινσκ και το Μπαλαγ­κάνσκ, που περνούσε εξ ολοκλήρου μέσα α­πό την τάϊγκα**. Δεν υπήρχαν κάτοικοι· μόνο κρατούμενοι, που δούλευαν στην κα­τασκευή κάποιου έργου. Στους καταυλι­σμούς γύρω από την Κατσούγκ κυριαρχούσε τότε ανήκουστη βαναυσότητα. Χωρίς κανέ­ναν απολύτως λόγο πυροβολούσαν, χτυ­πούσαν και μαστίγωναν τους ανθρώπους. Οι συνθήκες διαβιώσεως ήταν φρικτές. Εξήντα έως ογδόντα άνθρωποι στοιβιάζοταν σ' ένα κοιτώνα, με δύο σειρές σανίδες για κρεββάτια. Σε περίπτωσι που κάποιος από τους κρατουμένους δεν ολοκλήρωνε την ημερήσια εργασία που του ανετίθετο, οι φύ­λακες του καταυλισμού είχαν το δικαίωμα να του κάνουν ο,τι ήθελαν. Άφηναν τους κρατουμένους για τιμωρία μία εβδομάδα στο ύπαιθρο. Οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα και το κρύο.
Ταξιδέψαμε από το Ιρκούτσκ ως το Νίζνιε-Ούντινσκ με το ατμόπλοιο Μπου-ριάτ. Από το Νίζνιε-Ουντίνσκ προχωρή­σαμε με άμαξες κατά μήκος του δρόμου της Κατσούγκ, ακολουθώντας για περισσότερο από εβδομήντα μίλια την δεξιά όχθη του ποταμού Άγκερ προς την κατεύθυνσι του Κατσούγκ. Την περίοδο εκείνη δούλευα ως υδρομετρικός παρατηρητής.
Από τις 8 ως τις 22 Ιουλίου 1933 η ε­πιστημονική μας ομάδα σταμάτησε για μερικές μέρες κοντα σ' ένα στρατόπεδο συγ­κεντρώσεως. Στην περιοχή εκείνη το έδαφος ήταν καταλληλότερο για την γεωργία και υπήρχαν ήδη σχέδια για ένα κρατικό συλ­λογικό αγρόκτημα (κολλεκτίβα) εκεί. Ο καιρός είχε γίνει αρκετά ευχάριστος. Μετά το δείπνο, καθήσαμε μέχρι αργά το βράδυ κοντά στή φωτιά. Κάθε τόσο ακούγαμε κάποιες κραυγές, που αντηχούσαν στην τάϊγκα. Δεν ξέραμε ακόμη τι είδους κραυγές ήταν αυτές. Ήταν μία ξάστερη και ήσυχη νύχτα. Ο καθαρός αέρας της Σιβηρίας ανέδιδε το γλυκό άρωμα των λου­λουδιών της τάϊγκα μέσα στην κοιλάδα. Όσο ζω δεν θα ξεχάσω εκείνη την κοιλάδα· θα την θυμάμαι παντοτεινά! Ο γλυκός πρωινός μας ύπνος διακόπηκε από ένα πένθιμο ανθρώπινο βογγητό. Σηκωθήκαμε γρήγορα. Ο επικεφαλής της ομάδος μας, ντόπιος από το Ιρκούτσκ, πήρε γρήγορα ένα ζευγάρι κυάλια και οι άλλοι στήσαμε δυο τοπογραφικά όργανα και ασχολού­μασταν με την εργασία μας, όταν παρατη­ρήσαμε ένα πλήθος να έρχεται προς την κατεύθυνσί μας. Εξ αιτίας των θάμνων ήταν δύσκολο να καταλάβουμε τι συνέβαινε.
Ήταν εξήντα κρατούμενοι και όσο πλησίαζαν μπορούσαμε καθαρώτερα να δούμε πως ήταν όλοι εξαντλημένοι από την πείνα και την πολλή δουλειά. Τί βλέπαμε; Όλοι κρατούσαν ένα σχοινί στους ώμους τους. Τρα­βούσαν ένα έλκηθρο (ένα έλκηθρο Ιούλιο μήνα!) Πάνω στο έλκηθρο υπήρχε ένα βαρέλι με ανθρώπινα περιτ­τώματα!
Οι φρουροί που τους συνό­δευαν προφανώς δεν γνώριζαν ότι υπήρχε μία επιστημονική αποστολή στην περιοχή του στρατοπέδου συγκεντρώσεως. Ακούσαμε ακριβώς τις λέξεις της διαταγής των φρουρών: «Ξα­πλώστε κάτω και μη κινείσθε». Ένας φρουρός έτρεξε πίσω στο στρατόπεδο- προ­φανώς μας θεώρησαν υπόπτους. Κάποιος από την ομάδα μας εκτίμησε κάπως γρή­γορα την κατάστασι των κρατουμένων και είπε: «Παρατείναμε την ζωή τους για λίγα ακόμη λεπτά». Κατ' αρχάς δεν καταλάβαμε αυτά του τα λόγια. Σε 15 όμως με 20 λεπτά είχαμε περικυκλωθή από μία διμοιρία φρουρών του στρατοπέδου, που μας πλη­σίασαν κρατώντας τουφέκια έτοιμα για μά­χη, σαν να επρόκειτο να επιτεθούν με τις ξιφολόγχες. Ο επι κεφαλής της διμοιρίας και ο πολιτικός κομισάριος μας πλησίασαν και ζήτησαν τα χαρτιά μας. Όταν τα εξέ­τασαν μας εξήγησαν πώς αυτοί οι εξήντα άνδρες είχαν καταδικαστή να εκτελεστούν, ως στοιχείο αλλότριο προς τη σοβιετική εξουσία.
Ένα χαντάκι είχε ήδη ετοιμασθή για τους εξήντα. Ο πολιτικός κομισάριος μας ζήτησε να μπούμε στις σκηνές μας, πράγμα που κάναμε. Οι εξήντα μάρτυρες ήταν Ιε­ρείς. Στο ήσυχο πρωινό του Ιουλίου οι αδύ­ναμες φωνές πολλών Ιερέων ακουγόταν ξε­κάθαρα. Ένας απ' τους δημίους ρωτούσε έναν-έναν τους Ιερείς, που τώρα στεκόταν κοντά στο χαντάκι: «Είναι η τελευταία σου πνοή· πες μας, υπάρχει θεός η όχι;» Η απάντησι των αγίων μαρτύ­ρων ήταν σταθερή και σίγουρη: «Ναι, υ­πάρχει θεός!» Ακούστηκε ο πρώτος πυρο­βολισμός. Καθό­μασταν στις σκη­νές και η καρ­διά μας πήγαι­νε να σπάση... Ένας δεύτερος πυροβολισμός αντήχησε, ένας τρίτος και μετά περισσότεροι. Οι Ιερείς οδηγούντο ο ένας μετα τον άλλο μπροστα στο χαντάκι- οι δήμιοι, στο χείλος του χαντα­κιού, ρωτούσαν κάθε Ιερέα: «Υπάρχει θεός;» Η απάντησι ήταν η ίδια: «Ναι, υπάρχει θεός!»
Είμαστε αυτόπτες μάρτυρες, είδαμε με τα μάτια μας και ακούσαμε με τα αυτιά μας πώς τόσοι άνθρωποι μπροστά στόν θά­νατο ομολόγησαν την πίστι τους στον Θεό.
Ίσως περάσουν ακόμη χρόνια, δεκα­ετίες. Όμως αυτός ο τάφος πάνω στον δρόμο Κατσούγκ - Νίζνιε-Οϋντίνσκ πρέπει να βρεθή. Κανείς Ορθόδοξος Χριστιανός, πουθενά, δεν πρέπει να ξεχάση αυτούς τους αγίους μάρτυρες, που έδωσαν την ζωή τους για την πίστι τους.
Πηγή: Αγιορείτικη Μαρτυρία
Τριμηνιαία έκδοσις Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου
Τεύχος 1
* Πρόκειται για αυθεντική μαρτυρία γραμμένη από αυτόπτη μάρτυρα και δημοσιευμένη στο βι­βλίο του πρωθιερέως Μιχαήλ Πόλσκυ Russia's New Martyrs, Jordanvllle, N.Y., τόμ. 2, σελ. 214-6.
** ζώνη των δασών



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...