Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Λατρεύουν ὅλες οἱ θρησκεῖες τόν ἴδιο Θεό;

Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Λατρεύουν ὅλες οἱ θρησκεῖες τόν ἴδιο Θεό;

ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ ΟΛΕΣ ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΘΕΟ;
            ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - καθηγητού
       Ζούμε δυστυχώς στην εποχή της απόλυτης πνευματικής σύγχυσης. Ο ασύλληπτος καταιγισμός της πληροφόρησης και η πανεύκολη πρόσβαση στη γνώση, δημιούργησε έναν πρωτοφανή συγκερασμό ιδεολογημάτων, που όμοιό του δε γνώρισε στο παρελθόν η ανθρωπότητα. Ο χειρότερος ιδεολογικός συγκερασμός έγινε στον τομέα της θρησκευτικότητας. Ο σημερινός άνθρωπος τραυματισμένος πνευματικά από τον αθεϊσμό των περασμένων αιώνων, στράφηκε απρόσμενα προς τη θρησκεία, η αυγή του 21ου αιώνα έφερε αναμφίβολα την «άνοιξη» στην παραγκωνισμένη και κατασυκοφαντημένη θρησκευτική πίστη. Αλλά δυστυχώς η θρησκευτικότητα του σύγχρονου ανθρώπου, παρ’ όλο έντονη, δεν είναι υγιής, διότι είναι συγκερασμός θρησκευτικών ιδεολογημάτων. Και το χειρότερο:

Κυριακή 25 Ιουλίου 2010

Τι είναι ο Οικουμενισμός;


ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
(με απλά λόγια και ιστορικά παραδείγματα)
Οικουμενισμός ονομάζεται η ιδεολογία η οποία ευρίσκεται πίσω από την Οικουμενική Κίνηση και την τροφοδοτεί ή συνεκδοχικώς είναι η ίδια η Οικουμενική Κίνηση.
Η Οικουμενική Κίνηση είναι η κίνηση προς ένωση των χριστιανικών ομολογιών – "εκκλησιών" μεταξύ τους. Κύριος φορεύς της δραστηριοποιήσεως αυτής σήμερα είναι το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών» (W.C.C. -  “World Council of Churches”), υπό την σκέπη του οποίου συνεργάζονται όλες σχεδόν οι Προτεσταντικές Κοινότητες, οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες πλην ολιγίστων, και οι Αντιχαλκηδόνιες Κοινότητες. Το Βατικανό δεν συμμετέχει στο Π.Σ.Ε., διότι, με συνέπεια προς τη διακήρυξή του ότι είναι η μόνη «εν ενεργεία» Εκκλησία επί γης, κρίνει ότι δεν μπορεί να θέτει σε ίση μοίρα και να συναριθμεί εαυτό με τις εκατοντάδες των υπολοίπων χριστιανικών ομολογιών, ούτε ακόμη και με τις «σχισματικές» Ορθόδοξες Εκκλησίες · έτσι έχει αποστείλει κατά καιρούς στο Π.Σ.Ε. μόνον παρατηρητές.
Στο περιθώριο των διαλόγων εντός του Π.Σ.Ε. διοργανώθηκαν από πολλών ετών και άλλοι θεολογικοί διαλόγοι διμερείς, όπως λ.χ. Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων (Μονοφυσιτών), Ορθοδόξων και Λουθηρανών κ.ο.κ.
Το Βατικανό, μετά τη Β΄ Βατικάνειο Σύνοδο (1964) άρχισε μια δική του προσπάθεια ενώσεως των χριστιανών υπό τον Πάπα, η οποία από τη δεκαετία του 1980 άρχισε – όπως και η δραστηριότης του Π.Σ.Ε. – να απευθύνεται και στις άλλες θρησκείες, αρχίζοντας από τις λεγόμενες «μονοθεϊστικές», τον Ιουδαϊσμό και τον Μωαμεθανισμό (όπως είναι φανερό λ.χ. στις διαθρησκειακές συναντήσεις της Ασσίζης του 1986, 1994 κ.ά. με κυρίαρχη μορφή τον Πάπα)· ανάλογο «άνοιγμα» του Π.Σ.Ε. προς τις έξω θρησκείες άρχισε με τις Συνελεύσεις του Βανκούβερ (1983), της Καμπέρρα (1991) κ.ά.
Ο Οικουμενισμός εκκίνησε σαν υπόθεση καθαρώς ενδο-προτεσταντική, για την αποφυγή του σκανδάλου που προκαλούσε ο κατακερματισμός των προτεσταντικών ομολογιών στο δυτικό κόσμο και στην ιεραποστολή, για τη διοργάνωση από κοινού των βιβλικών εκδόσεων, την αντιμετώπιση των αντιχριστιανικών ιδεολογιών, κ.ά. σκοπιμότητες. Ωστόσο, σχετική Πατριαρχική Εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού» το 1920, ανατρέποντας την παραδοσιακή Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, προσπάθησε να προσφέρει εκκλησιολογικά ερείσματα που θα ενίσχυαν τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στην Οικουμενική Κίνηση και οδήγησε επιτυχώς σε πολύ ευρύτερη έκτοτε συμμετοχή των Ορθοδόξων στον Οικουμενισμό. Οι δύο κύριες οικουμενικές κινήσεις, «Ζωή και Εργασία» και «Πίστις και Τάξις», ασχολούμενες η μεν πρώτη με πρακτικά θέματα του χριστιανισμού και η δεύτερη με την επίλυση των διαφορών πίστεως μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών - εκκλησιών, μετά από μακρές διεργασίες κατά το διάστημα του μεσοπολέμου, συνενώθηκαν τελικώς στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών», με επίσημη έναρξη της λειτουργίας του το 1948 στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας.
Η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε. υπήρξε πάντοτε προσεκτική και επιφυλακτική όχι στον πρακτικό τομέα, δηλαδή προς μια καλύτερη διεθνή χριστιανική συνεργασία για την αντιμετώπιση πανανθρωπίνων κοινωνικών, ηθικών και άλλης υφής προβλημάτων (εκπαιδεύσεως, διεθνών σχέσεων, οικονομίας, εκβιομηχανισμού  κ.ο.κ.), αλλ’ έναντι του κινδύνου αλλοιώσεως της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και θεολογίας, αλλοιώσεως που θα εξυπηρετούσε αφ’ ενός μεν μια προσέγγιση με τους ετεροδόξους ισοπεδωτική και νοθευτική για την Ορθοδοξία, αφ΄ ετέρου δε τη δημιουργία μιας πλασματικής, πρόχειρης και επιφανειακής ενότητος μεταξύ των Χριστιανών.
Δυστυχώς, η εγκατάλειψη της αυστηρής εκκλησιολογικής γραμμής των Ορθοδόξων αντιπροσώπων μετά την Συνέλευση του Νέου Δελχί (1961) και η υιοθέτηση μιας περισσότερο «ελαστικής» εκκλησιολογίας, χριστολογίας κ.λπ. (αρχής γενομένης από τη Δ΄ Συνέλευση του Π.Σ.Ε., στο Μόντρεαλ, τό 1963) οδήγησαν σταδιακώς στο σημείο σήμερα να διολισθαίνει σοβαρότατα μακράν της Αληθείας η ορθόδοξη μαρτυρία προς τον κόσμο, υιοθετώντας επίσημα κείμενα, όπως αυτό της Θ΄ Συνελεύσεως του Π.Σ.Ε. στο Porto Allegre (2006), τα οποία ανατρέπουν και αλλοιώνουν παντελώς την αυθεντική απ’ αιώνων διδασκαλία και αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας· τα κείμενα αυτά δίνουν και εσφαλμένη εικόνα περί του τί είναι η Ορθοδοξία, στους ειλικρινείς θύραθεν μελετητές της.  Έτσι, η Οικουμενική Κίνηση σήμερα, ενώ θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί τους θησαυρούς της ορθοδόξου εν γένει Παραδόσεως και της Θεολογίας, τα οποία είναι αναλλοίωτα από την εποχή των Αποστόλων, αντιθέτως είχε ως αποτέλεσμα την εμφύτευση του θεολογικού σχετικισμού στους ορθοδόξους, και (κατά περίπτωση) είτε τον εκπροτεσταντισμό είτε τον εκλατινισμό της ορθόδοξης διδασκαλίας μεταξύ των τάξεων των Ορθοδόξων Οικουμενιστών. Η ψευδής ένωση που προωθείται με αυτό τον τρόπο, δεν είναι η ένωση «εν αληθεία» (Γ΄ Ιωάννου 4), η οποία θα διατηρήσει την Εκκλησία, ώστε να έχει «ενα Κύριον, μίαν Πίστιν, εν Βάπτισμα» - σύμφωνα μέ την αποστολική εντολή (Εφεσίους 4,5) – αλλά «ενότητα στη διαφορετικότητα» (“unity in diversity”) ένα μείγμα ετερόκλητων πίστεων, τελετουργικών της λατρείας, γραμμών ποιμαντικής αντιμετωπίσεως κ.τ.σ.– που θα τείνει να δείξει ότι ο Χριστός, ο Θεός Λόγος των Χριστιανών, δεν είναι Ενοποιός, η Κεφαλή ενός αρμονικού Σώματος, όπου «του πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία καί η ψυχή μία» (Πράξεις 4,32) αλλά είναι Θεός «ακαταστασίας καί ουχί ειρήνης» (πρβλ. Α΄ Κορινθίους 14, 33) ο Οποίος αντίθετα με την αποστολική επισήμανση είναι διηρημένος, «μεμέρισται ο Χριστός» (πρβλ. Α΄ Κορινθίους 1, 13). Αυτήν την εσφαλμένη, επιφανειακή και μόνον εν πράγματι (“de facto”) ενότητα και όχι την ενότητα τη θεμελιωμένη στην κοινή Πίστη, ομοφροσύνη και ομόνοια του Σώματος του Χριστού, εξυπηρετεί η «γραμμή» που επικρατεί στην Οικουμενική Κίνηση τις τελευταίες δεκαετίες να συζητούνται όχι τα σημεία διαφωνίας των μελών, ώστε να επιλυθούν, αλλά μόνον τα σημεία συμφωνίας τους.
Για τους λόγους αυτούς το θέμα του Οικουμενισμού έχει λάβει διαστάσεις τεραστίου εσωτερικού εκκλησιαστικού προβλήματος της Ορθοδοξίας, μεταξύ της μειοψηφίας των Οικουμενιστών, οι οποίοι ως επί το πλείστον κατέχουν τις ανώτατες διοικητικές Κληρικές θέσεις στις Ορθόδοξες κατά τόπους Εκκλησίες, και των πολυπληθών επιγνωμόνων και ενήμερων πιστών, Κληρικών, Μοναχών και λαϊκών, οι οποίοι βλέπουν τον Οικουμενισμό ως μια αίρεση, στο βαθμό που αυτός τείνει να αποδεχθεί και ενσωματώσει με άνωθεν επιβολή και πιέσεις, θεολογικά και εκκλησιολογικά στοιχεία που είναι αλλότρια ή ήδη σε προηγούμενες εποχές απεριμμένα από την Ορθοδοξία.  Δείγμα της διάστασης αυτής, οφειλόμενο εν πολλοίς στις βιαστικές και απρόσεκτες μεθοδεύσεις των Ορθοδόξων Οικουμενιστών, είναι και το ατυχές σχίσμα του 1924 (του Παλαιού Ημερολογίου) στην Ελλάδα και αλλού.  


Πέμπτη 22 Ιουλίου 2010

Απάντηση του καθηγητή Τσελεγγίδη στον Μητροπολίτη Μεσσηνίας

Με μία θεολογικότατη καί άκρως τεκμηριωμένη πατερικά ο Καθηγητής κ. Δημήτριος Τσελεγγίδης απαντά στις αντορθόδοξες θέσεις του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, που υποστηρίζει ότι η Εκκλησία δεν είναι πλέον ΜΙΑ όπως την ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά διηρημένη!

Δημοσιεύουμε εδώ ολόκληρο το κείμενο της επιστολής του Καθηγητή, το οποίο κοινοποιήθηκε προς όλους τους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Θεσσαλονίκη, 7-7-2010
ΤΟΜΕΑΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ
                              -----------
                541 24 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
               Τηλ. Γραφ. 2310-996957
                       Οἰκ.    2310-342938


           Πρός
           τόν Σε­βα­σμι­ώ­τα­το
           Μη­τρο­πο­λί­τη Μεσ­ση­νί­ας
           κ. Χρυ­σό­στο­μο
           Μη­τρο­πο­λί­του Με­λετίου13
           24100 ΚΑ­ΛΑ­ΜΑ­ΤΑ


Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε,

Μοῦ γνω­στο­ποι­ή­θη­κε ἀ­πό Ἱ­ε­ράρ­χες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἡ ἐ­πι­στο­λή σας πρός τόν Μα­κα­ρι­ώ­τα­το Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Ἀ­θη­νῶν καί πά­σης Ἑλ­λά­δος κ. Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο μέ κοι­νο­ποί­η­σή της πρός ὅ­λους τούς Μη­τρο­πο­λί­τες τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος, ἀ­ριθ. πρωτ. 311/17-6-2010.
Στήν ἐ­πι­στο­λή σας αὐ­τή ἀ­να­φέ­ρε­σθε καί στό ὄ­νο­μά μου, σελ. 2, παρ. 3, ἐ­δάφ. α. Συγ­κε­κρι­μέ­να, γράφε­τε τά ἑ­ξῆς:
«Τήν ἐ­πι­φύ­λα­ξη τοῦ Σεβ. Κυ­θή­ρων δέν τήν ἔ­χει ἐκ­φρά­σει μέ­χρι σή­με­ρα οὔ­τε προ­φο­ρι­κά οὔ­τε γρα­πτά ὁ Ἐλ­λο­γιμ. Κα­θη­γη­τής κ. Δη­μή­τριος Τσε­λεγ­γί­δης, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­λα­βε τήν ἐ­πι­στο­λή, τήν ὁποί­α ἐ­πι­κα­λεῖ­ται ὁ Σεβ. Κυ­θή­ρων, καί μέ τόν ὁ­ποῖ­ον κα­τ’ ἀν­τί­λη­ψιν ἐ­πι­κοι­νώ­νη­σα τό­σο τη­λε­φω­νι­κά ὅ­σο καί διά ζώ­σης, ἐξ ἀ­φορ­μῆς πα­νε­πι­στη­μια­κῶν θε­μά­των καί ὑ­πο­χρε­ώ­σε­ων.
Ἕ­να τέ­τοι­ου εἴ­δους σο­βα­ρό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό ἀ­τό­πη­μα πέ­ρα­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το ἀ­πό τόν κα­τα­ξι­ω­μέ­νο Κα­θη­γη­τή τῆς Δογ­μα­τι­κῆς καί Συμ­βο­λι­κῆς Θε­ο­λο­γί­ας καί ἀ­σχο­λί­α­στο;».
Νά ση­μειώσω δι­ευ­κρι­νι­στι­κά, ὅ­τι τό ἐ­πί­μα­χο ση­μεῖ­ο τῆς δι­α­φω­νί­ας ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ θε­ο­λο­γι­κή θέ­ση, πού δι­α­τυ­πώ­σα­τε σέ προ­η­γού­με­νη ἐ­πι­στο­λή σας (01-10-2009, σ.4) πρός ἐ­μέ, καί ἡ ὁ­ποί­α ἔ­χει ὡς ἑ­ξῆς:

«Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι μί­α καί­ ἀ­δι­αί­ρε­τη πρίν τό σχῖ­σμα, σή­με­ρα εἶ­ναι δι­η­ρη­μέ­νη, ἀ­φοῦ βρι­σκό­μα­στε σέ σχῖ­σμα, αὐ­τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς παρ. 41 τοῦ Κει­μέ­νου τῆς Ρα­βέννας».


Ἐ­πει­δή δέν θέ­λω, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, νά καλ­λι­ερ­γοῦν­ται καί νά δι­αδ­ίδον­ται ἐ­σφαλ­μέ­νες πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τήν το­πο­θέ­τη­σή μου σέ ἕ­να τό­σο σο­βα­ρό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό θέ­μα, ἀ­ναγ­κάζ­ομαι πλέ­ον τώ­ρα νά σᾶς γράψω.
Κα­ταρ­χήν, νά σᾶς ἐ­νη­με­ρώ­σω, για­τί δέν ἀ­πάν­τη­σα τό­τε στήν ἀ­πό 01-10-2009 ἐ­πι­στο­λή σας. Τήν ἐπιστο­λή σας αὐ­τή τήν ἔ­λα­βα, ὅ­λως πε­ρι­έρ­γως, μό­λις τήν πα­ρα­μο­νή τῆς Συ­νό­δου τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκκλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος. Ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νο πού μέ ἐμ­πό­δι­σε κα­τε­ξο­χήν νά προ­χω­ρή­σω τό­τε σέ ἀ­παν­τη­τι­κή ἐπι­στο­λή ἦ­ταν τό γε­γο­νός ὅ­τι ἡ ἐ­πι­στο­λή σας ἐ­κεί­νη κοι­νο­ποι­ή­θη­κε στόν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο καί στούς Μητρο­πο­λί­τες, Μέ­λη τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος.
Σκέ­φτη­κα τό­τε, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, ὅ­τι τό συγ­κλη­θέν σῶ­μα τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας εἶ­ναι τό πλέ­ον ἁρ­μό­διο νά κρί­νει τό ὀρ­θό ἤ τό ἐ­σφαλ­μέ­νο τῆς ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα δι­α­τυ­πώ­σε­ώς σας. Ἡ Ἱ­ε­ραρ­χί­α ἤ λει­τουρ­γεῖ μέ ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κά κρι­τή­ρια καί παίρ­νει θέ­ση στό θέ­μα –σκέ­φτη­κα– ἤ ἁ­πλῶς τό ἀν­τι­πα­ρέρ­χε­ται. Για­τί, δη­λα­δή, θά ἔ­πρε­πε νά ἀ­παν­τή­σω ἐ­γώ, ὅ­ταν αὐ­τό τό καί­ριο πρό­βλη­μα ἦ­ταν ἤ­δη ἐκ­πε­φρα­σμέ­νο ἐγ­γρά­φως ἐ­νώ­πιόν της;
Πί­στε­ψα, δη­λα­δή, συγ­κε­κρι­μέ­να, ὅ­τι ὁ Μα­κα­ρι­ώ­τα­τος Πρό­ε­δρος καί τά Μέ­λη τῆς Δια­ρκοῦς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου θά ἔ­θε­ταν ὡς πρῶ­το θέ­μα στήν Ἱ­ε­ραρ­χί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού συγ­κλή­θη­κε τόν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2009, «τό σο­βα­ρό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό ἀ­τό­πη­μα», ὅ­πως ὁ ἴ­διος τό χα­ρα­κτη­ρί­σα­τε στήν ἐ­πι­στο­λή σας, καί ὅ­τι θά σᾶς κα­λοῦ­σε νά δώ­σε­τε τίς ἀ­πα­ραί­τη­τες δι­ευ­κρι­νί­σεις, καί νά τό ἀ­να­κα­λέ­σε­τε. Καί τοῦ­το, για­τί ὡς δογ­μα­το­λό­γος γνω­ρί­ζω, ὅ­τι ἐκ­πί­πτει ἀ­πό τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὁ κά­θε πι­στός –καί πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ κλη­ρι­κός– πού συ­νει­δη­τά ἀμ­φι­σβη­τεῖ ἤ ἀ­πορ­ρί­πτει με­ρι­κῶς ἤ ὁ­λι­κῶς τήν πί­στη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως αὐ­τή δι­α­τυ­πώ­νε­ται μέ ἀ­κρί­βεια στούς Ὅ­ρους τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων. Για­τί, ἀσφα­λῶς, κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά κα­τα­λύ­ει οὔ­τε νά σχε­τι­κο­ποι­εῖ τήν ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­πει­δή κα­νείς δέν βρί­σκε­ται ὑ­πε­ρά­νω αὐ­τῆς.
Δυ­στυ­χῶς, ἡ Ἱ­ε­ραρ­χί­α τό­τε δέν ἀ­σχο­λή­θη­κε μέ τό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό αὐ­τό θέ­μα, πού ἀ­φο­ρᾶ καί­ρια τήν ταυ­τό­τη­τα καί τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
Με­τά ἀ­πό τίς πα­ρα­πά­νω ἐ­ξη­γή­σεις γιά τήν ἕ­ως τώ­ρα σι­ω­πή μου, θά πε­ρι­ο­ρι­στῶ νά ἀ­παν­τή­σω μέ τήν πα­ρού­σα ἐ­πι­στο­λή μό­νο στήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἄ­πο­ψη, πού δι­α­τυ­πώ­σα­τε στήν πρός ἐ­μέ ἐ­πι­στο­λή σας (01-10-2009). Καί αὐ­τό τό κά­νω γιά τρεῖς κυ­ρί­ως λό­γους: Πρῶ­τον, γιά χά­ρη τῆς δογ­μα­τι­κῆς ἀ­λή­θειας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Δεύ­τε­ρον, ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ση­μα­σί­ας πού ἔ­χει ἡ πα­ρα­πά­νω ἀ­λή­θεια στόν ἤ­δη δι­ε­ξα­γό­με­νο Θε­ο­λο­γι­κό Δι­ά­λο­γο μέ τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους καί εἰ­δι­κό­τε­ρα μέ τούς Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κούς. Κα­τά σύμ­πτω­ση, τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό ἡ Ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γί­α εἶ­ναι ὁ πυ­ρή­νας τοῦ Δι­με­ροῦς Θε­ο­λο­γι­κοῦ Δι­α­λό­γου, ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τά τήν μή ὁ­λο­κλή­ρω­σή του πέρυ­σι στήν Κύ­προ θά συ­νε­χι­στεῖ τόν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2010 στή Βι­έν­νη. Στήν πα­ρού­σα πε­ρί­στα­ση τό εὔ­λο­γο καί καί­ριο ἐ­ρώ­τη­μα πού τί­θε­ται εἶ­ναι:
       Μέ ποι­ά αἴ­σθη­ση αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας προ­σέρ­χον­ται οἱ ἐκ­πρό­σω­ποί της στόν Δι­με­ρῆ Θε­ο­λο­γι­κό Δι­ά­λο­γο; Ἀ­κό­μη πιό συγ­κε­κρι­μέ­να, προ­σέρ­χε­ται ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α μας διά τῶν ἐκ­προ­σώ­πων της ὡς ἡ «ΜΙΑ, ἁ­γί­α, κα­θο­λι­κή καί ἀ­πο­στο­λι­κή Ἐκ­κλη­σί­α» ἤ ὡς δι­η­ρη­μέ­νη Ἐκ­κλη­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­ζη­τᾶ τήν ὀν­το­λο­γι­κή ἑ­νό­τη­τά της στήν ἕ­νω­σή της μέ τούς κα­τά και­ρούς ἀ­πο­κομ­μέ­νους ἀ­πό αὐ­τήν ἑ­τε­ρο­δό­ξους; Τρί­τον –μέ ὅ­λο τό σε­βα­σμό πρός τό πρό­σω­πο καί τό ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό ἀ­ξί­ω­μά σας– σᾶς γρά­φω αὐ­τήν τήν ἐ­πι­στο­λή, ἐ­πει­δή θε­ω­ρῶ ὅ­τι μέ τήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή το­πο­θέ­τη­σή σας ἀλ­λοι­ώ­νε­ται οὐ­σι­ω­δῶς ἡ δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί ἀ­δι­κεῖ­ται κα­τά­φω­ρα ὁ ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κός νοῦς σας, ἐ­νῶ δι­και­ώ­νε­ται ὁ κά­θε Ἀρ­χι­ε­ρέ­ας, ἀλ­λά καί ὁ κά­θε ἁ­πλός πι­στός πού ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται, ὡς ὀ­φεί­λει, τήν ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τῆς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῆς δι­α­τυ­πώ­σε­ως τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς ἀ­λή­θειας στόν Ὅ­ρο τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου ἀ­πό τούς θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες.
   Τώ­ρα, ὡς πρός τό ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κό ἐ­ρώ­τη­μα –ἄν δη­λα­δή ἡ Ἐκ­κλη­σί­α με­τά τό σχῖ­σμα τοῦ 1054 εἶ­ναι ΜΙΑ καί ἀ­δι­αί­ρε­τη ἤ δι­η­ρη­μέ­νη– ἔ­χω νά κα­τα­θέ­σω ἀ­πε­ρι­φρά­στως τά ἑ­ξῆς:
Στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως ὁ­μο­λο­γοῦ­με, ὅ­τι πι­στεύ­ου­με «εἰς μί­αν, .­.. Ἐκ­κλη­σί­αν». Ἀ­πό τήν δι­α­τύ­πω­ση αὐ­τή τοῦ Συμ­βό­λου προ­κύ­πτει ὅ­τι ἡ ἑ­νό­τη­τα, ὡς θε­με­λι­ώ­δης ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ἑ­νός, στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ὡς ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τῆς ΜΙΑΣ Ἐκ­κλη­σί­ας, εἶ­ναι τό ἀ­σφα­λές δε­δο­μέ­νο τῆς πί­στε­ώς μας. Στή συ­νεί­δη­ση τοῦ σώ­μα­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἡ ἑ­νό­τη­τά της εἶ­ναι δε­δο­μέ­νο ὀν­το­λο­γι­κό, ἀ­πο­λύ­τως καί ἀ­με­τα­κλή­τως δι­α­σφα­λι­σμέ­νο ἀ­πό τήν κε­φα­λή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τόν Χρι­στό, διά τῆς συ­νε­χοῦς πα­ρου­σί­ας τοῦ Πα­ρα­κλή­του Πνεύ­μα­τός του σ’ αὐ­τήν, ἤ­δη ἀ­πό τήν Πεν­τη­κο­στή.
Ἡ ἑ­νό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια ἐκ­φρά­ζει τό­σο τήν αὐ­το­συ­νει­δη­σί­α της ὅ­σο καί τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α της. Ἄν ὅ­μως ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ΜΙΑ κα­τά τό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, τό­τε μέ τήν συ­νε­πῆ ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἔν­νοι­α καί κα­τά κυ­ρι­ο­λε­ξί­α δέν μπο­ροῦν νά ὑ­πάρ­χουν ἑ­τε­ρό­δο­ξες ἐκ­κλη­σί­ες, ἀλ­λά οὔ­τε μη­τέ­ρες, ἀ­δελ­φές, θυ­γα­τέ­ρες καί ἐγ­γο­νές ἐκ­κλη­σί­ες. Ἡ ΜΙΑ καί μό­νη –ἀ­δι­αί­ρε­τη πάν­το­τε– Ἐκ­κλη­σί­α γεν­νᾶ μυ­στη­ρια­κῶς «δι’ ὕ­δα­τος καί Πνεύ­μα­τος» τά μέ­λη της, δέν γεν­νᾶ ἄλ­λες ἐκ­κλη­σί­ες.
Οἱ κα­τά τό­πους (Ὀρ­θό­δο­ξες) Ἐκ­κλη­σί­ες ἀ­πο­τε­λοῦν φα­νέ­ρω­ση ἐν τό­πῳ καί χρό­νῳ τῆς ΜΙΑΣ καί μό­νης Ἐκ­κλη­σί­ας (βλ. ἐν­δει­κτι­κῶς, Α΄ Κορ. 1,2). Οὔ­τε βέ­βαι­α μπο­ρεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α νά εἶ­ναι ταυ­τό­χρο­να ΜΙΑ καί δι­η­ρη­μέ­νη. Για­τί ἡ δι­αί­ρε­ση ση­μαί­νει κα­τά­τμη­ση ἑ­νός ὅ­λου σέ δύ­ο ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­ρη (βλ. Λε­ξι­κό, Γ. Μπαμ­πι­νι­ώ­τη). Κα­τά συ­νέ­πεια, ἡ θε­ώ­ρη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὡς δι­η­ρη­μέ­νης, σή­με­ρα, ἀν­τί­κει­ται σα­φῶς στή ρη­τή δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Συμ­βό­λου τῆς Πί­στε­ως, πράγ­μα πού συ­νε­πά­γε­ται, κα­τά τά Πρα­κτι­κά τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, κα­θαί­ρε­ση καί ἀ­φο­ρι­σμό, κατά περίπτωση,  σ’ ὅ­ποι­ον ἐμ­μέ­νει στή θε­ώ­ρη­ση αὐ­τή.
Στήν ἐ­πι­στο­λή σας, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, ἐ­πι­χει­ρεῖ­τε νά θε­με­λι­ώ­σε­τε τήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή το­πο­θέ­τη­σή σας ὄ­χι στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, ἀλ­λά στό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς παρ. 41 τοῦ Κει­μέ­νου τῆς Ρα­βέν­νας, τό ὁ­ποῖ­ο κά­νει λό­γο γιά τήν «ἐ­πο­χή τῆς ἀ­δι­αί­ρε­της Ἐκ­κλη­σί­ας». Ἔ­τσι, δί­νε­τε τήν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἀ­πο­δί­δε­τε με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α σέ ἕ­να Κοι­νό Κεί­με­νο μιᾶς Δι­ε­θνοῦς Ἐ­πι­τρο­πῆς γιά τό Θε­ο­λο­γι­κό Δι­ά­λο­γο, συ­νι­στα­μέ­νης ἀ­πό ἀν­θρώ­πους πού ἀ­να­ζη­τοῦν τήν ἀ­λή­θεια, πα­ρά σέ ἀ­πο­φά­σεις καί Ὅ­ρους Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­φαί­νον­ται ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι γιά τήν ἀ­λή­θεια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Πάν­τως, ἀ­πό τή δι­α­τύ­πω­ση τοῦ Κοι­νοῦ Κει­μέ­νου γί­νε­ται, πράγ­μα­τι, σα­φές ὅ­τι γιά τά Μέ­λη τῆς Μι­κτῆς Δι­ε­θνοῦς Ἐ­πι­τρο­πῆς δέν ὑ­φί­στα­ται σή­με­ρα ἡ ἀ­δι­αί­ρε­τη Ἐκ­κλη­σί­α.
Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α δη­λα­δή σή­με­ρα εἶ­ναι δι­η­ρη­μέ­νη, πα­ρά τήν δογ­μα­τι­κή ἀ­λή­θεια τῆς ἴ­διας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ὁ­μο­λο­γοῦ­με λε­κτι­κά στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ώς μας. Αὐ­τό ὅ­μως ἔ­χει ὡς συ­νέ­πεια τήν ἀ­πο­κο­πή ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α ὅ­λων ἐ­κεί­νων, πού συ­νει­δη­τά ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­σα δι­α­λαμ­βά­νει τό Κεί­με­νο τῆς Ρα­βέν­νας γιά τήν ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἐ­πει­δή ἐμ­μέ­σως πλήν σα­φῶς δέν ἀ­πο­δέ­χον­ται μέ­ρος τῆς δογ­μα­τι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.
Ὅ­μως, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, κα­νέ­να ἀ­πο­λύ­τως κεί­με­νο δέν μπο­ρεῖ νά γί­νει ἀ­πο­δε­κτό ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­φό­σον αὐ­τό ἀν­τί­κει­ται στό Σύμ­βο­λο τῆς Πί­στε­ως, στόν Ὅ­ρο δη­λα­δή τῆς Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.[1]
Τέ­λος, Σε­βα­σμι­ώ­τα­τε, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ἡ ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἄ­πο­ψη πού ἐκ­φρά­ζε­ται στήν ἐ­πι­στο­λή σας γιά τήν ἑ­νό­τη­τα καί ταυ­τό­τη­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ τήν πρω­το­γε­νῆ αἰ­τί­α τῆς σύγ­χρο­νης πρα­κτι­κῆς τῶν συμ­προ­σευ­χῶν ὁ­ρι­σμέ­νων Ὀρ­θο­δό­ξων -κλη­ρι­κῶν καί λα­ϊ­κῶν- μέ τούς ἑ­τε­ρο­δό­ξους. Για­τί, ἔ­τσι ἑρ­μη­νεύ­ε­ται θε­ο­λο­γι­κῶς ἡ σα­φής πα­ρα­βί­α­ση Κα­νό­να Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου (2ου τῆς Πεν­θέ­κτης, μέ ἀ­να­φο­ρά στόν 10ο Κα­νό­να τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων), πού ἀ­πα­γο­ρεύ­ει τήν συμ­προ­σευ­χή, μέ ἐ­πι­τί­μιο τόν ἀ­φο­ρι­σμό ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α.

                                 Μέ τόν προ­σή­κον­τα σε­βα­σμό
                                ἀ­σπά­ζο­μαι τήν δε­ξιά σας

                             Δη­μή­τριος Τσε­λεγ­γί­δης
                              Κα­θη­γη­τής τῆς Θε­ο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Α.Π.Θ.

 
Κοι­νο­ποί­η­ση:
1. Μα­κα­ρι­ώ­τα­το Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο Ἀ­θη­νῶν καί πά­σης Ἑλ­λά­δος κ. Ἱ­ε­ρώ­νυ­μο
2. Σε­βα­σμι­ω­τά­τους Μη­τρο­πο­λί­τες, Μέ­λη τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος
3. Σε­βα­σμι­ω­τά­τους Μη­τρο­πο­λί­τες, Μέ­λη τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Συ­νό­δου τῆς Ἱ­ε­ραρ­χί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ἑλ­λά­δος


[1] Γιά πε­ρισ­σό­τε­ρα, βλ. στήν Εἰ­σή­γη­σή μου μέ τί­τλο: «Ἡ λει­τουρ­γί­α τῆς ἑ­νό­τη­τος τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Οἱ λαν­θα­σμέ­νες θε­ο­λο­γι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις τοῦ πα­πι­κοῦ πρω­τεί­ου»­, στήν Θε­ο­λο­γι­κή Ἡ­με­ρί­δα τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μη­τρο­πό­λε­ως Πει­ραι­ῶς (28-4-2010) μέ θέ­μα: « ʻΠρω­τεῖ­ον’, Συ­νο­δι­κό­της καί Ἑ­νό­της τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας»
(http://www.scribd.com/doc/30740537/Η-ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ-ΤΗΣ-ΕΝΟΤΗΤΑΣ-ΤΗΣ-ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-ΚΑΙ-ΟΙ-ΕΣΦΑΛΜΕΝΕΣ-ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ-ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ-ΤΟΥ-ΠΑΠΙΚΟΥ-ΠΡΩΤΕΙΟΥ)
http://anavaseis.blogspot.com/2010/07/blog-post_6015.html
πηγή orthodoxia-pateriki.blogspot.com

Κυριακή 18 Ιουλίου 2010

Η "Νέα Παγκόσμια Θρησκεία"

Η ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ «ΝΕΑΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ»
του Πρωτοπρ. Κυριακού Τσουρού, Γραμματέως της Σ. Έ. επί των αιρέσεων

Η «Νέα Εποχή του Υδροχόου» είναι γέννημα και θρέμμα της Θεοσοφικής Σχο­λής της αποκρυφίστριας Έλενας Πέτροβνας Μπλαβάτσκυ. Τον όρο αυτό με την σημερινή του έννοια χρησιμοποιεί και η «σχισματική» θεοσοφίστρια-αποκρυφίστρια Άλικη Μπέιλυ (Beiley)1, ήδη από το 1920. Τα «μηνύματα», που όπως υποστη­ρίζει, ελάμβανε η Μπέιλυ δήθεν από ένα Δάσκαλο, ονομαζόμενο «ο Θιβετιανός» (μαθητής κατά την θεοσοφική διδασκα­λία του Dywal Khul), τα κατέγραψε σε μια σειρά βιβλίων της, μεταξύ των οποίων εί­ναι και το βιβλίο με τον τίτλο «Η επανεμφάνισις του Χριστού». Στα «μηνύματα» αυτά συμπεριλαμβάνεται και η εντολή για την ανάγκη εγκαθίδρυσης μιας «Νέας Παγκοσμίας Θρησκείας», που να συνάδει και να εναρμονίζεται με τις δοξασίες και τα «πιστεύματα» της «Νέας Εποχής του Υδροχόου». Αυτή η «Νέα Παγκόσμια Θρη­σκεία» θα συνοδεύει την «επανεμφάνιση τον Χριστού της Νέας Εποχής» και κατά συνέπεια θα ασκείται από τους "πιστούς" του, αντικαθιστώντας κάθε άλλη θρησκεία και λατρεία που ασκείται σήμερα.

Ο «Χριστός» της «Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας»
Προτού όμως προχωρήσουμε, για να δούμε ποια θα είναι, κατά την Μπέιλυ, αυ­τή η «Νέα Παγκόσμια Θρησκεία», πρέπει, να επισημάνουμε ότι ο θεοσοφικός «Χριστός» της Μπέιλυ ο «Χριστός» της «Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας» ουδεμία σχέση έχει με τον Αληθινό Χριστό, τον Ιησού Χριστό των Ευαγγελίων. Ο «Χριστός» της Μπέιλυ είναι μια καθαρά νεοεποχίτικη-αποκρυφιστική εκδοχή του Χριστού, είναι ο «Υδροχοϊκός Χριστός». Ο «Χριστός» δεν εί­ναι πλέον πρόσωπο, αλλά μία κατάσταση, η «χριστική κατάστασις ή συνείδησις». Στο πιο πάνω βιβλίο της γράφει: «Υπάρχει μια διαρκώς μεγεθυνομένη και αναπτυσσόμε­νη πίστη ότι, εντός μας υπάρχει ο Χριστός, όπως υπήρχε και εντός του Διδασκάλου Ιησού και η πίστις αυτή θα μεταβάλη τα πράγματα του κόσμου, και ολόκληρη την στάση της άνθρωπότητος απέναντι της ζωής»2. Και σε άλλο βιβλίο της γίνεται πιο σαφής: «Η ιδέα ενός προσωπικού Χριστού πρέπει να εκλείψει και να αντικαταστα­θεί από τον Χριστό σαν ζωή και ελπίδα για όλους μας»3.
Στην ίδια γραμμή βρίσκεται, βεβαίως, και η «προκάτοχος» της Μπέιλυ στην Θεο­σοφία Έλενα Πέτροβνα Μπλαβάτσκυ. Και γι' αυτήν, ο «Χριστός» είναι ο «κοσμικός Χριστός» και βρίσκεται μέσα σε κάθε άν­θρωπο. «Ο Χριστός», λέει η Μπλαβάτσκυ, «ο αληθινός εσωτερικός ΣΩΤΗΡ δεν είναι άνθρωπος, άλλά η ΘΕΙΑ ΧΑΡΗ μέσα σε κά­θε ανθρώπινη ύπαρξη»4. «Ο όρος "Χριστός" η "χριστική κατάσταση"», συνεχίζει, «ήταν πάντοτε συνώνυμος με τον όρο "Μαχατμική κατάσταση", δηλαδή ένωση του άνθρωπου με τη θεία αρχή μέσα τον. Όπως λέει ο Παύ­λος (Εφεσ. 3,17): "κατοικήσαι τον Χριστόν δια της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών". Που σημαίνει, "ώστε να βρείτε τον Χριστό μέσα στον εσωτερικό σας άνθρωπο μέσω της γνώσεως και όχι μέσω της πίστεως"» (sic)5.
Η «χριστική» αυτή κατάσταση κατα­λαμβάνεται κατά καιρούς από «Παγκόσμιους Αβατάρες» ή «Σωτήρες», ένας από τους οποίους υπήρξε και ο Ιησούς Χρι­στός, κατά την «Εποχή των Ιχθύων». Σή­μερα όμως άλλος είναι ο «ζων Χριστός», τον όποιον αποδέχεται και κηρύττει η «Νέα Εποχή». Γράφει η Μπέιλυ εν προ­κειμένω: «Ό,τι πρέπει να μας απασχόλη­ση είναι ο ζων, ο εν δράσει, ο σκεπτόμενος Χριστός και να ενθυμούμεθα πάντοτε ότι η ιστορία του Ευαγγελίου είναι αιωνίως αληθής και ότι χρειάζεται μόνον να ερμηνενθή εκ νέον, υπό το φως της θέσεως της εις την μακράν διαδοχήν των θείων αποκα­λύψεων. Μέρος αυτής της συνεχείας απο­τελεί η προ δύο χιλιάδων ετών αποστολή Τον επί της γης και δεν αποτελεί ιστορίαν χωριστήν, άσχετον με το παρελθόν, που υπογραμμίζει απλώς μίαν 33ετή περίοδον, χωρίς να παρέχη καμμίαν σαφή ελπίδα δια το μέλλον»6.
Τελικά, ο νεοεποχίτικος «Χριστός» της Μπέιλυ είναι ένας «Παγκόσμιος Εκπαιδευτής και αι Εκκλησίαι είναι απλώς μία από τας οδούς διδασκαλίας τας οποίας θα χρη­σιμοποίηση»7. «Υπό έποψιν θρησκείας μπορεί να είναι Χριστιανός ή Βουδιστής η και να μην έχη καμμίαν απολύτως θρησκείαν»8. Πάντως, η έλευση του «αποτελεί ένα πνευ­ματικόν συμβάν, που έρχεται προς ημάς δια να επιφέρη μεγάλας μεταβολάς ή μεγάλας επανορθώσεις, δια να εγκαινίαση ένα νέον πολιτισμόν»9.
Αυτός ο «Χριστός» θα είναι ο νέος «Αβατάρ», που έρχεται για να εγκαθιδρύσει την «Νέα Παγκόσμια Θρησκεία», στην οποία θα συγχωνευθούν όλες οι θρησκείες. «Ο Χριστός δεν έχει θρησκευτικούς φραγμούς εις την συνείδησίν Του. Δεν Τον ενδιαφέρει ποίαν πίστιν ακολουθεί ο άνθρωπος». Και τούτο διότι μέχρι τώρα και «επί δύο χιλιά­δες έτη υπήρξεν ο υπέρτατος Αρχηγός της Αοράτου Εκκλησίας, της Πνευματικής Ιε­ραρχίας, η οποία απαρτίζεται από μαθητάς εξ όλων των θρησκειών»10.
Αυτός ο «Χριστός» είναι ο «Αναμενόμε­νος» της «Νέας Εποχής», που ταυτίζεται με τον Μαϊτρέγια, τον Βοδδισάττβα ή τον Ιμάμ Μαχντί. Ο «Χριστός» που θα έλθει, λέει, «δεν θα είναι όπως ο Χριστός που (κα­τά το φαινόμενον) μας εγκατέλειψε. Δεν θα είναι ο "άνθρωπος των θλίψεων", δεν θα είναι μια σιωπηλή, στοχαστική φυσιογνωμία˙ θα είναι ο Κήρυξ λόγων πνευματικών, που δεν θα έχουν ανάγκην ερμηνείας και ούτε θα τους δοθή εσφαλμένη ερμη­νεία, διότι Εκείνος θα είναι παρών δια να υποδεικνύη την αληθή έννοιαν... Επί δύο χι­λιάδες έτη υπήρξεν ο υπέρτατος Αρχηγός της Αοράτου Εκκλησίας, της Πνευματικής Ιεραρχίας, η οποία απαρτίζεται από μαθη­τάς εξ όλων των θρησκειών. Αναγνωρίζει και αγαπά εκείνους οι οποίοι δεν είναι μεν Χριστιανοί, άλλ' οι οποίοι διατηρούν την πίστιν των προς τους ιδρυτάς της θρη­σκείας των, τον Βούδδαν, τον Μωάμεθ και άλλονς»11.
«Πρώτα άπ' όλα», γράφουν, «πρέπει να επανέλθουμε σ' ένα παλιό θέμα και να δηλώσουμε ξανά ότι ο Χριστός δεν είναι ένας Ιεροφάντης μεγαλόπρεπους αναστήματος που διαμένει κάπου έξω από το χονδροειδή υλικό κόσμο. Κατά πρώτο λόγο είναι ένα απρόσωπο, απεριόριστο Ον που εκδηλώνεται σαν Φως, Δύναμη, Ισχυρό πεδίο Ακτι­νοβολίας», Rijckenbrgh J.V., Ο ερχόμενος νέος άνθρωπος, σ. 30.
Αυτός λοιπόν ο «Χριστός» έρχεται για να εγκαθιδρύσει την «Νέα Παγκόσμια Θρησκεία».
 
Τα χαρακτηριστικά της «Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας»
Ποια όμως θα είναι τα κύρια χαρακτηρι­στικά αυτής της «Νέας Παγκόσμιας Θρη­σκείας» και ποιοί οι τρόποι της επικράτη­σης της; Εδώ θα περιοριστούμε μόνο στα όσα γράφει η Αλ. Μπέιλυ στο πιο πάνω βιβλίο της (υπάρχουν βέβαια και πλήθος άλλων παρομοίων κειμένων εκφραστών της «Νέας Εποχής»).
Πρωτίστως, πρέπει να πούμε ότι για την «Νέα Εποχή», γενικώς, η δισχιλιετής εποχή του Χριστιανισμού θεωρείται ως εποχή περιορισμού, στενότητας, κυριαρ­χίας των εντολών, καταπίεσης, πολέμων, δίωξης των ελεύθερα σκεπτόμενων αν­θρώπων και καταστροφής της φύσης. Με την «Νέα Εποχή του Υδροχόου» εισερ­χόμαστε στην εποχή του φωτός, της αρμονίας, της δικαιοσύνης, «της αδελφότητος, της συναδελφότητος, της παγκοσμίου συνεργασίας και μιας ειρήνης, η οποία να βασίζεται εις ορθάς μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις»12. Όλη αυτή η «ιδανική» κατά­σταση θα επιτευχθεί με την εγκαθίδρυ­ση της «Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας», η οποία θα έχει τα χαρακτηριστικά τα απαραίτητα για την δημιουργία μιας «νέ­ας συνείδησης».
Ο «Χριστός», μαζί με την «Πνευματική Ιεραρχία», της οποίας ηγείται, δεν θα κα­ταστρέψουν «όλα όσα η ανθρωπότης έχει θεωρήσει μέχρι τούδε ως "αναγκαία δια την σωτηρίαν"... Όταν θα εμφανισθή και πάλιν ο Χριστός, τα επουσιώδη ασφαλώς θα εκλείψουν θα παραμείνουν εκείνα που θεμελιώνουν την πίστιν, επί των οποίων θα κατορθώση Αυτός να ανεγείρη την νέον εκείνην παγκόσμιον θρησκείαν, που όλοι οι άνθρωποι αναμένουν».
Ως «επουσιώδη», η Μπέιλυ θεωρεί και χαρακτηρίζει, βεβαίως, τα ουσιώση χαρα­κτηριστικά κάθε θρησκείας και ιδιαζόντως του Χριστιανισμού, στην κατάργηση των όποιων στοχεύει. Από την άλλη πλευρά, ως «εκείνα που θεμελιώνουν την πίστιν» ουσιαστικά εννοεί το συγκρητιστικό απο­τέλεσμα της συγχώνευσης διαφόρων θρη­σκευτικών «πίστεων» και «παραδόσεων», που συμφωνούν με τις αποκρυφιστικές δοξασίες της «Νέας Εποχής».
Κατά την Μπέιλυ, όπως και για κά­θε θεοσοφική και αποκρυφιστική ομάδα, όλες οι θρησκείες και οι «παραδόσεις» είναι ίδιες. Είναι «ατραποί», διαφορετικά μονοπάτια, που ξεκινούν από την ίδια «πηγή» και καταλήγουν στο ίδιο αποτέ­λεσμα. Γράφει χαρακτηριστικά η Μπέιλυ: «Αι Εκκλησίαι της Δύσεως επίσης, χρειά­ζονται και αύται ν' αντιληφθούν ότι, κατά βασιν, δεν υπάρχει ειμή μία και μόνη Εκ­κλησία, πλην δεν είναι ανάγκη η μία αυτή Εκκλησία να είναι ο ορθόδοξος Χριστιανι­κός θεσμός ο Θεός εργάζεται κατά τρό­πους πολλούς, δια πολλών πίστεων και δια πολλών θρησκευμάτων δια της ενώσεως των θ' αποκαλυφθή η πληρότης της αλη­θείας. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που επιβάλλουν την εξάλειψιν των επου­σιωδών διδασκαλιών και, με την υπογράμμισιν εκείνων που ενισχύουν την ενότητα των, θ' αποκαλυφθή η πληρότης της αλη­θείας. Αυτό ακριβώς θα κάμη η νέα παγ­κόσμιος θρησκεία και η επιτέλεσις αυτού του έργου θα προχώρηση γρήγορα με την επανεμφάνισιν του Χριστού»14.
Και σε άλλο βιβλίο της η Μπέιλυ επανα­λαμβάνει: «Οι εκπρόσωποι όλων των πίστε­ων συναντώνται σήμερα για να συζητήσουν την δυνατότητα ευρέσεως μιας βάσεως τέ­τοιας παγκοσμιότητος και αλήθειας πάνω στην οποία να μπορούν να ενωθούν όλοι οι άνθρωποι και στην οποία να μπορεί να βα­σισθεί η ερχόμενη παγκόσμια θρησκεία»15.
Συνοψίζοντας τις θέσεις της Μπέιλυ, ο π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος, γράφει: «Πί­σω λοιπόν, από κάθε θρησκεία, χριστιανι­κή, βουδιστική, μωαμεθανική, ροδοσταυρική, θεοσοφική, αποκρυφιστική, κρύβεται η ίδια "Πηγή" και η ίδια "Σοφία". Η καθεμιά από αυτές αποτελεί ξεχωριστό δρόμο, που προσαρμόζεται στην ιδιοσυγκρασία του κα­θενός. Γι' αυτό, και οι "ερευνητές της αλή­θειας", καθώς προχωρούν, "εξαλείφουν ό,τι είναι επουσιώδες", καταλήγουν σε "ένα εσώτερο σώμα αληθειών, που είναι το ίδιο σε κάθε θρησκεία". Αυτό η κίνηση το αποκαλεί "αποκρυφισμό" και "επιστήμη εκείνου που είναι κρυμμένο και καλυμμένο"»16.
Η Μπέιλυ καταγράφει στο βιβλίο της και πως οραματίζεται την «Νέα Παγκό­σμια Θρησκεία»: «Οραματιζόμεθα ωσαύ­τως μίαν νέαν και ζωτικήν παγκόσμιον θρησκείαν, μίαν πίστιν καθολικήν η οποία θα έχη τας ρίζας της εις το παρελθόν, άλ­λα θ' αποσαφηνίζη την ανατέλλουσαν νέαν ωραιότητα και την επερχομένην ζωτικήν αποκάλυψιν»17.
Στην διαδικασία για την εγκαθίδρυση της «Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας» θεμε­λιώδη ρόλο διαδραματίζει η «Πνευματι­κή Ιεραρχία». Όσοι αποτελούν αυτή την «Πνευματική Ιεραρχία» είναι οι «Πνευμα­τικοί Εκτελεσταί του Σχεδίου του Θεού» και είναι ενταγμένοι στον «Νέον Όμιλον Εξυπηρετητών του Κόσμου... Άλλοι Τους ονομάζουν Πνευματικήν Ιραρχίαν, άλλοι Κατοικίαν του Φωτός, Κέντρον όπου ευρί­σκονται οι Διδάσκαλοι της Σοφίας, Μεγάλην Λευκήν Στοάν»18.
Στην προσπάθεια αυτή, λέει η Μπέι­λυ, πρέπει να επιδιωχθεί, άφ' ενός μεν, η αλλαγή της περί Θεού ιδέας, την οποία μέχρι σήμερα διδάσκει στους ανθρώπους η Εκκλησία και η αποδοχή της «συνεχείας της θείας αποκαλύψεως» και, άφ' ετέρου, η παραδοχή «του Νόμου της Αναγεννήσεως και του Νόμου της Αιτίας και του Αποτελέ­σματος», δηλαδή της ινδουιστικής και νεοεποχίτικης δοξασίας της μετενσάρκωσης και του κάρμα19.
Κατά την Μπέιλυ, ήδη από τις μέρες της (πέθανε το έτος 1949) η σημερινή αν­θρωπότητα έχει κατάλληλα προετοιμα­σθεί, ώστε να αποδεχθεί αυτή την «Νέα Παγκόσμια Θρησκεία»: «Βραδέως σήμε­ρον, η ιδέα μιας παγκοσμίου θρησκείας και η ανάγκη της εμφανίσεως της, γίνεται ευ­ρέως επιθυμητή και εργασία συντελείται δια την πραγματοποίησίν της. Η συγχώνευσις των πίστεων αποτελεί τώρα έδα­φος συζητήσεων. Της νέας παγκοσμίου θρησκείας τα βάθρα θα τα καθορίσουν όσοι εργάζονται εις τον τομέα της θρη­σκείας. Αυτό είναι το έργον στοργικής συν­θέσεως και θα υπογραμμίζη την ενότητα και την συναδελφότητα του πνεύματος. Η ομάς αυτή εργατών, είναι, υπό ωρισμένην έννοιαν αγωγός της δραστηριότητος του Χριστού, του Παγκοσμίου Εκπαιδευτού. Την εξέδραν της νέας παγκοσμίου θρησκεί­ας θα την κατασκευάσουν πολλαί ομάδες, αι οποίαι εργάζονται υπό τας εμπνεύσεις του Χριστού»20.

Τρόποι εγκαθίδρυσης της "Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας".
Για την επιβολή και την εγκαθίδρυ­ση της "Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας" η Μπέϊλυ υποδεικνύει "τας μεγάλας γενικάς γραμμάς" και μερικούς "πρακτικούς" τρό­πους, τους οποίους θεωρεί απαραίτητους.
Πρώτο όμως μέλημα της Μπέϊλυ είναι να "ξεκαθαρίσει" ότι στην "Νέα Παγκό­σμια Θρησκεία" δεν έχει θέση η "προσευ­χή" και η "λατρεία", όπως αυτές ασκούν­ται μέχρι σήμερα. Αντ' αυτών εισάγεται η "επιστήμη της Επικλήσεως" ("Μεγάλη Επίκλησις", με τα τρία είδη της) και της "Προκλήσεως". Το έργο της "Επικλήσε­ως", το οποίο "είναι η κλείς της μελλούσης παγκοσμίου θρησκείας", θα εκτελείται μεν από εξασκημένες προς τούτο "μάζες αν­θρώπων", όμως θα αποτελεί κυρίως έργο εμπείρων ατόμων "που έχουν εκγυμνάσει τον νουν των διά του ορθού διαλογισμού, που γνωρίζουν την δύναμιν των μαγικών τύπων, των μαντραμς η μαγικών επωδών και των επικλήσεων και οι οποίοι εργάζον­ται συνειδητώς"[21].
Η αντικατάσταση της προσευχής με τον διαλογισμό και η σύνδεση τούτου με τα ινδουϊστικά "μάντραμς", τους "μαγικούς τύ­πους" και τις "μαγικές επωδούς", αποκαλύ­πτουν κατά τον πλέον σαφή και κατηγορη­ματικό τρόπο τον μαγικό, αποκρυφιστικό και αντιχριστιανικό χαρακτήρα της "Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας".
Στην συνέχεια η Μπέϊλυ προτείνει και "πρακτικούς" τρόπους, με τους οποίους θα επιτευχθεί η εγκαθίδρυση της "Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας". Μεταξύ αυτών, ιδιαίτερη σημασία και προτεραιότητα δίνει στην καθιέρωση τριών μεγάλων "κυρίων" εορτών της "Νέας Παγκόσμιας Θρησκεί­ας" και βεβαίως, ως γνήσιο τέκνο της "Νέ­ας Εποχής", τις συνδέει με την αστρολογία και τον ζωδιακό κύκλο. "Η θέσπισις μερι­κών μεγαλειτέρων εορτών εν σχέσει με την Σελήνην και, εις μικρότερον βαθμόν με τον Ζωδιακόν, θα προκαλέση την ενίσχυσιν του πνεύματος της επικλήσεως και την, συνε­πεία τούτου, εισροήν των προκαλουμένων επιρροών"[22]. Η θέσπιση αυτών των τριών "κυρίων" και παγκοσμίων εορτών θα δη­μιουργήσει μία "ομοιομορφία εις τα τυπικά των θρησκειών του κόσμου", λέει η Μπέϊλυ, "θα βοηθήση τους ανθρώπους παντού να ενισχυθούν αμοιβαίως εις το έργον των και να ισχυροποιήσουν εις μέγαν βαθμόν τα ρεύ­ματα της σκέψεως, που κατευθύνονται προς τας Πνευματικάς Ζωάς, που αναμένουν. Επί του παρόντος, η Χριστιανική θρησκεία έχει τας μεγάλας εορτάς, οι Βουδδισταί εορτά­ζουν την σειραν των διαφόρων ιδικών των πνευματικών γεγονότων, και οι Ινδουϊσταί έχουν και εκείνοι άλλον κατάλογον αγί­ων ημερών. Εις τον κόσμον του μέλλοντος, όταν θα όργανωθή, όλοι οι με πνευματικάς προθέσεις και τάσεις ανθρωποι παντού, θα εορτάζουν τας ιδίας αγίας ημέρας. Αυτό θα επιφέρη την συγκέντρωσιν και εναποθήκευσιν των πνευματικών πόρων και μίαν κοινήν πνευματικήν προσπάθειαν, επί πλέον δε και την ταυτόχρονον πνευματικήν έπίκλησιν. Η δνναμικότης ενός τοιούτου γεγονότος είναι προφανής"23.
Με το σχέδιο αυτό, που προτείνει η Μπέ­ϊλυ, δεν θα υπάρχουν πλέον ξεχωριστές εορτές για κάθε θρησκεία, αλλά όλοι μαζί θα εορτάζουν "γεγονότα" των διαφόρων "παραδόσεων", μέσα βεβαίως σε έναν τε­ρατώδη θρησκευτικό συγκρητισμό-χοανη, ο οποίος είναι προφανές ότι ανατρέπει ολόκληρη την χριστιανική διδασκαλία και την πίστη στην μοναδικότητα του Ιησού Χριστού.
Συγκεκριμένα, η Μπέϊλυ "υποδεικνύ­ει" τρεις κατ' έτος "κύριες εορτές" προ­σπαθώντας συγχρόνως να "προφητεύση", όπως γράφει, "την φύσιν των παγκοσμίων εορτών του μέλλοντος". Οι "κύριες" αυτές εορτές θα συμπίπτουν με τρείς διαδοχικές πανσελήνους των μηνών Απριλίου, Μαΐ­ου και Ιουνίου. Με βάση αυτές τις "κύριες εορτές" θα καθιερωθούν και άλλες μικρό­τερες κοινές για όλους εορτές, οι όποιες θα καλύπτουν ολόκληρο τον ζωδιακό κύκλο. Οι τρεις "κύριες εορτές" θα είναι οι ακό­λουθες:
α) Η "Εορτή του Πάσχα". "Είναι η εορτή του ανασταντος, ζώντος Χριστού, του Εκπαιδευτού όλων των ανθρώπων, του Αρχηγού της Πνευματικής Ιεραρχίας... Η εορτή καθορίζεται παντοτε από την ήμερομηνίαν της πρώτης Πανσελήνου της ανοίξε­ως και αποτελεί την μεγάλην Χριστιανικήν Εορτήν της Δύσεως"24.
Βεβαίως, εδώ ο αναγνώστης δεν πρέ­πει να παραπλανηθεί από την χρήση των όρων "ανασταντος", "Χριστός" και "Χρι­στιανική Εορτή". Ο όρος "Χριστός" της Μπέϊλυ συνοδεύεται από τον κατηγορη­ματικό προσδιορισμό "ζων". Τούτο σημαί­νει ότι δεν εννοείται ο ιστορικός Ιησούς Χριστός, αλλά ο "ζων" σήμερα "Χριστός" της "Νέας Εποχής" -και εν προκειμένω ο "Χριστός" της Θεοσοφίας και του Αποκρυ­φισμού- που μπορεί να είναι ο Μαϊτρέγια η κάποιος άλλος ζωντανός δήθεν "Χριστός", δηλαδή μιά "χριστική κατάστασις". Γι' αυ­τό και ο "Χριστός" αυτός προσδιορίζεται ως "Εκπαιδευτής όλων των ανθρώπων" και ως "Αρχηγός της Πνευματικής Ιεραρ­χίας". Επομένως, Η "Εορτή του Πάσχα" της Μπέϊλυ δεν έχει καμμία σχέση με το Χριστιανικό Πάσχα και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Τόσον η χρήση του όρου "Εορτή του Πάσχα", όσο και η σύνδεση του με την πανσέληνο της εαρινής ισημε­ρίας είναι παραπλανητικά.
β) Η "Εορτή του Βεσάχ". "Είναι η εορτή του Βούδδα, του Πνευματικού Μεσολαβητού μεταξύ του υψίστου πνευματικού κέντρου της Σαμπάλλας και της Ιεραρχίας... Η εορ­τή αυτή θα καθορίζεται παντοτε εν σχέσει προς την Πανσέληνον του Μαΐου, όπως συμ­βαίνει και σήμερον. Είναι η μεγάλη εορτή της Ανατολής"25.
Κατά την εορτή αυτή , λέει η Μπέϊλυ, "ανά παν έτος (κατά την έορτήν του Βεσάκ, της Πανσελήνου του Μαΐου), ο Βούδας επι­κοινωνεί με την ανθρωπότητα, διά του Χρι­στού και της συγκεντρωμένης και με προσοχήν παρακολουθούσης Ιεραρχίας"26.
Η Μπέϊλυ μεταφέρει και ένα "παλαιό θρύλο, ο όποιος έχει σήμερον εφαρμογήν και παρέχει την κλείδα των σχέσεων του Χριστού με τον Βούδδαν", σύμφωνα με τον οποίο, "υπό συμβολικήν μορφήν", ο Βούδδας, όταν έφθασε στην φώτιση "προέβλε­ψε την εποχήν κατά την οποίαν ο Αδελφός Του, ο Χριστός, θα ειργάζετο εις το έργον της Μεγάλης Υπηρεσίας" και για να βοη­θήσει τον "Χριστόν", "αφήκεν οπίσω Του (προς χρήσιν του Χριστού), εκείνο που φέρει το μυστηριώδες όνομα "τα ενδύματα Του". Εκληροδότησε και αφήκε εις κάποιο μέρος ασφαλές, το σύνολον της συναισθηματικής- διαισθητικής Του φύσεως, εκείνο το "οποίον μερικοί ονομάζουν αστρικόν σώμα, καθώς και το σύνολον της γνώσεως και της σκέψε­ως Του, που ονομάζεται ο νους η το νοητικόν Τον σώμα"27.
Κατά συνέπεια, και η εορτή αύτη του βουδιστικού Βεσάχ σχετίζεται και συνδέε­ται με τον "Χριστό", όπως τον θέλει και τον φαντάζεται η "Νέα Παγκόσμια Θρησκεία" της Μπέϊλυ.
γ) Η τρίτη "κυρία" παγκόσμια εορτή εί­ναι η "Εορτή της Καλής Θελήσεως". "Αύ­τη θα είναι η εορτή τον Πνεύματος της ανθρωπότητος... και θα είναι αφιερωμένη εις την έκφρασιν ορθών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Η Εορτή αυτή θα καθορίζεται κατ' έτος εν σχέσει με την Πανσέληνον του Ιουνίου. Θα είναι η ημέρα κατά την οποίαν θ' αναγνωρίζωνται η πνευματική και η θεία φύσις της ανθρωπότητος... Κατ' έτος, κατά την ημέραν αυτήν, ο Χριστός κηρύσσει την τελευταίαν ομιλίαν του Βούδδα ενώπιον της σνγκεντρωμένης Ιεραρχίας"28.
Κατά την εορτή αυτή, λοιπόν, θα εορτά­ζεται "η πνευματική και η θεία φύσις της ανθρωπότητος". Δηλαδή θα λατρεύεται η θεοποιημένη ανθρώπινη φύση, αφού, κατά την "Νέα Εποχή", ο ανθρωπος είναι κατ' ουσίαν "θεός", "εκροή" η "εκδήλωση" του "θεού", μέρος του συμπαντικού "Ενός" ή "Όλου".
Αυτές οι τρεις εορτές , συμπληρώνει η Μπέϊλυ, αν και δεν συσχετίζονται μετα­ξύ τους, ήδη εορτάζονται σήμερα, αλλά χωριστά η καθεμιά. Όμως, "Η ημέρα καθ' ην και αι τρεις αύται Εορταί θα τηρούν­ται καθ' όλον τον κόσμον πλησιάζει και δι' αυτών μία μεγάλη πνενματική ενότης θα επιτευχθή και τα αποτελέσματα της Με­γάλης Προσεγγίσεως, που ευρίσκεται τόσον πλησίον μας κατ' αυτήν την εποχήν, θα στα­θεροποιηθούν με την χρήσιν της ομαδικής επικλήσεως της ανθρωπότητος καθ' όλον τον πλανήτην"29.
Με βάση αυτές τις "κύριες" εορτές θα καθιερωθούν στην συνέχεια και άλλες μικρότερες κοινές εορτές, συνδεδεμένες πάντοτε με την πανσέληνο εκάστου μη­νός, ώστε έτσι να καλύπτεται ολόκληρος ο ζωδιακός κύκλος. Όμως και οι μικρότερες αυτές κοινές εορτές "θ' αναγνωρίζονται ως έχουσαι επίσης ζωτικήν σπουδαιότητα". Όλες αυτές οι εορτές "Θα εμπεδώσονν εις την συνείδησιν των ανθρώπων τας θείας ιδιότητας". Στην εμπέδωση και κατάκτηση αυτών των "θείων ιδιοτήτων" θα φθάσουμε" με την ενδελεχή μελέτην της φύσεως κά­ποιον αστερισμού η αστερισμών, που ασκούν επίδρασιν επί των μηνών αυτών. Ο Αιγόκε­ρως, π.χ. (τον Δεκέμβριον), θα εφιστά την προσοχήν μας εις την πρώτην μύησιν, την γέννησιν του Χριστού εις το σπήλαιον της καρδίας και θα μάς υποδεικνύει την αναγκαιούσαν εξάσκησιν διά να επέλθη το μέγα τούτο γεγονός εις την ζωήν του ατόμου... Κατ' αυτόν τον τρόπον, αι δώδεκα ετήσιαι εορταί θα αποτελέσονν την αποκάλυψιν της θεότητος... και θα εκφράζεται πλήρως η σχέσις του Συνόλου προς το μέρος και του μέρους προς το Σύνολον τούτο"30.
Σε όλη αυτή την διαδικασία του καθο­ρισμού των κοινών παγκοσμίων εορτών είναι φανερή η στενή σχέση της Μπέϊλυ και γενικώτερα της Θεοσοφίας με τον Απο­κρυφισμό, αλλά και με την Αστρολογία, η οποία αποτελεί την βάση και το ιδεολογικό υπόβαθρο της "Νέας Εποχής του Υδροχόου".

Οι δυσκολίες για την εγκαθίδρυση της.
Υπάρχουν όμως και δυσκολίες για την εγκαθίδρυση της "Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας", τις οποίες η Μπέϊλυ δεν παρα­λείπει να επισημάνει. Κατά την Μπέϊλυ, Λοιπόν, δύο είναι οι συντελεστές που δυ­σκολεύουν και περιορίζουν την σημερινή ευκαιρία της επανεμφάνισης του "Χρι­στού": "1. Η αδράνεια του συνήθους Χρι­στιανού η του πνευματικώς σκεπτόμενου ανθρώπου, εις κάθε χώραν - της Ανατολής ή της Δύσεως. 2. Η έλλειψις του χρήματος διά το έργον της προετοιμασίας"31. Μάλιστα, θεωρεί ότι ο δεύτερος "συντελεστής", "Η έλλειψις Οικονομικής ενισχύσεως του έρ­γου του Χριστού", είναι ίσως η κυριωτέρα δυσκολία και εις πολλούς ενίοτε φαίνεται ότι αποτελεί δυσκολίαν ανυπέρβλητον". Καί τούτο διότι "Περιλαμβάνει το πρόβλημα της αληθούς οικονομικής κηδεμονίας και της δι­οχετεύσεως αναλόγων χρηματικών ποσών εις αγωγούς, οι όποιοι θα βοηθήσουν, κατά τρόπον οριστικόν, εις το έργον της προετοι­μασίας διά την επιστροφήν του Χριστού". Πρός τον σκοπόν αυτόν, οι "πνευματικοί εργάται... Οφείλουν να συστήσουν το συνδικάτον, το ίδρυμα η την οργάνωσιν εκείνην, η οποία θα διαχειρίζεται το προσφερόμενον χρήμα"32.
Εαν λοιπόν δεν εργασθούν σωστά και εντατικά οι οπαδοί του, οι "πνευματικοί εργάται", δεν μπορεί να "επανεμφανισθή" ο "Χριστός" της "Νέας Παγκόσμιας Θρη­σκείας", διότι -ως φαίνεται- η επανεμφάνιση του δεν καθορίζεται από την δική του ελεύθερη βούληση, αλλά "από την ιδικήν μας εργασίαν εξαρτάται η έλευσίς Του"33. Η έλευση του εξαρτάται ακόμη από την εμπέδωση ορθών σχέσεων μεταξύ των αν­θρώπων, έργο στο οποίο πρέπει να αφοσι­ωθούν οι οπαδοί του.
Αντιθέτως, η Εκκλησία στο θέμα αυτό "παρενέβαλε εμπόδια εις το διάστημα των αιώνων και δεν το υπεβοήθησε, λόγω του φανατικού της ζήλου να κάμη όλους τους λαούς "Χριστιανους" και όχι οπαδούς του Χριστού. Εξήρε την Χριστιανικήν διδασκαλίαν και όχι την αγάπην και την στοργικήν κατανόησιν, όπως την παρουσίασε με το πα­ράδειγμα Του ο "Χριστός". Η Εκκλησία εκύρυξε τον φλογερόν Σαούλ τον Ταρσέα, και όχι τον πράον ξύλουργόν της Γαλιλαίας"34.
Η Μπέϊλυ κατηγορεί ακόμη την Εκκλη­σία και τους θεολόγους της ότι έδωσαν εσφαλμένες ερμηνείες της ιστορίας των Ευαγγελίων και διαστρέβλωσαν την "αρ­χική, κρυστάλλινη αγνότητα της". Έτσι, "Ό Χριστός παρίσταται σήμερον ως γεν­νηθείς κατά τρόπον ουχί φυσιολογικόν, ως διδάξας και κηρύξας επί τρία έτη και κατόπιν σταυρωθείς και τέλος ως ανα­στηθείς και εγκαταλείψας την ανθρω­πότητα διά να "καθίση έκ δεξιών του Πατρός" εν επιβλητική πομπή εις τόπον άγνωστον. Επίσης, όλαι αι άλλαι προ­σεγγίσεις προς τον Θεόν από οιονδήποτε άλλον λαόν, και εις οιανδήποτε εποχήν και χώραν, θεωρούνται παρά των ορ­θοδόξων Χριστιανών ως προσεγγίσεις εσφαλμέναι, ως εκτελούμεναι από τους υποτιθεμένους "εθνικούς" και ως έχουσαι ανάγκην της Χριστιανικής παρεμβάσεως... Ολόκληρος η σπουδαιότης απεδόθη, όπως όλοι γνωρίζομεν, εις την "δι' αίματος θυσίαν του Χριστού" επί του Σταυρού και εις την σωτηρίαν, η οποία εξαρτάται από την αναγνώρισιν και αποδοχήν της τοιαύτης θυσίας. Η διά μεσολαβήσεως συνταύτισις με την Θεότητα, αντικατέστησε την πεποίθησιν, την οποίαν ο Ίδιος ο Χριστός μάς συνέστησε να έχωμεν εις την ιδικήν μας θεότητα» (sic)35
Με αυτή την "εσφαλμένη" διδασκαλία της η Εκκλησία συνετέλεσε στην καθυστέ­ρηση της επανεμφανισης του "Χριστού", καταστρέφοντας μέσα στίς ψυχές των ανθρώπων την "πεποίθηση" για την δική τους "θεότητα". 
Παρ' όλα ταύτα, η Μπέϊλυ είναι αισιό­δοξη ότι όλα τα εμπόδια μπορούν να υπερ­πηδηθούν. Έτσι, θα έλθει η εποχή κατά την οποία "η διοίκησις θα είναι εις χείρας ενός λαού πεφωτισμένου- οι άνθρωποι αυ­τοί δεν θα ανέχονται να υπάρχη αυθεντία εις καμμίαν Εκκλησίαν η ολοκληρωτισμός εις οιονδήποτε πολιτικόν σύστημα- δεν θ' ανέχωνται, ούτε θα επιτρέπουν να διοική οιονδήποτε σώμα αποτελούμενον από αν­θρώπους, που αναλαμβάνουν να τους πεί­σουν ότι οφείλουν να πιστεύουν διά να σωθούν η ποίαν κυβέρνησιν οφείλουν να δεχθούν"36.
Με την παρέμβαση της "Πνευματικής Ιεραρχίας", αλλά και του ίδιου του "Χρι­στού", υπάρχουν ήδη "πεφωτισμένοι άν­θρωποι", όπως είναι ο "Νέος Όμιλος των Εξυπηρετητών του Κόσμου", και εργά­ζονται σ’ αυτό το έργο. Άνδρες και γυναί­κες παντού και εις κάθε τομέα της ζωής, εξαγγέλλουν τας νέας αυτάς αληθείας, που εις το μέλλον θα διέπουν την ζωήν των ανθρώπων συνιστούν τας νέας εκείνας οργανώσεις, τας κινήσεις και τας ομάδας -τας μεγάλας και τας μικράς- που θα εξοι­κειώσουν τας μάζας των ανθρώπων με την πραγματικότητα της ανάγκης και με τον τρόπον, με τον όποιον θ' αντιμετωπισθή"17. Ό "εργάτης" της "Νέας Παγκόσμιας Θρη­σκείας" θα αντιληφθεί συν τω χρόνω, ότι "υπάρχει επί της Γής μία καλώς οργανωμέ­νη και ολοκληρωμένη Ομάς, εις την οποίαν μπορεί να δοθή το όνομα του Νέου Ομίλου Εξυπηρετητών του Κόσμου, θα διαπίστωση ότι τα μέλη του υπάρχουν παντού και ερ­γάζονται εις κάθε χώραν και εις όλας τας όργανωμένας θρησκευτικάς καθώς και όλας τας άλλας ομάδας, που είναι αφιερωμέναι εις την ευημερίαν της ανθρωπότητος και εις την προετοιμασίαν διά την επιστροφήν του Χριστού"38.
Η Μπέϊλυ υποστήριζε, εξ άλλου, ότι ήδη κατά τα δέκα τελευταία έτη προ της συγγραφής του βιβλίου της "Η επανεμφανισις του Χριστού", είχε διοργανωθεί ο "Νέος Όμιλος των Εξυπηρετητών του κό­σμου" και αποτελούσε "ομάδα από άνδρας και γυναίκας κάθε έθνους και φυλής, κάθε θρησκευτικής οργανώσεως και ανθρωπι­στικής κινήσεως, που είναι βασικώς προσανατολισμένοι η αρχίζουν τώρα να προσανατολίζωνται προς την Βασιλείαν του Θεού. Είναι μαθηταί του Χριστού, που εργάζονται συνειδητώς και κάποτε ασυνειδήτως διά την επανεμφανισίν Του"39.
Η Μπέϊλυ, τέλος, θεωρεί τον αριθμό και την ακτίνα δράσης των μελών του "σώμα­τος" αυτού επαρκή για να επιφέρουν τις μεταβολές, που .είναι αναγκαίες για να δώσουν στόν "Χριστό" την ευκαιρία "να περιπατήση και πάλιν μεταξύ μας". Αυτό θα επιτευχθεί αν τα άτομα αυτά είναι πρόθυ­μα "να υποτάξουν τας εθνικάς, θρησκευτι­κάς και τας μεταξύ των οργανώσεων των διαφοράς... να εξοικειώσουν την ανθρω­πότητα με την σκέψιν της επανεμφανίσεως του Χριστού... και να δώσουν μίαν σύνοψιν του έργου των δύο Υιών του Θεού: του Βούδδα και του Χριστού, και να το κατα­στήσουν αποτελεσματικόν"40.
Έτσι οραματιζόταν και ονειρευόταν την "Νέα Παγκόσμια Θρησκεία" η "σχισμα­τική" θεοσοφίστρια και αποκρυφίστρια Αλίκη Μπέϊλυ. Αυτή την ίδια "Παγκόσμια Θρησκεία" εξακολουθούν να επαγγέλλον­ται οι συνεχιστές εκείνης και πολλές άλλες σύγχρονες παραθρησκευτικές ομάδες της "Νέας Εποχής". Μιά "θρησκεία" που θα έχει τον δικό της "Χριστό", ο όποιος ασφα­λώς ουδεμία σχέση έχει με τον αληθινό ιστορικό Ιησούν Χριστόν. Αντιθέτως, είναι η πλήρης αναίρεση Εκείνου, μια "πιθηκί­ζουσα" αντιγραφή Του, μια "αντίχριστη" "καρικατούρα" Του, την οποία πεισματικά προσπαθούν να κατασκευάσουν και να επιβάλουν οι διάφορες αποκρυφιστικές ομάδες.
Άραγε, είναι δυνατό, μετά από όλα αυτά, να υπάρξουν ποτέ Χριστιανοί και μάλιστα Ορθόδοξοι, που θα παραπλανηθούν από τέτοια συνθήματα, εν ονόματι δήθεν της ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας των ανθρώπων και της "καλής θέλησης" και κατανόησης μεταξύ των λαών της γής;


1. Απεχώρησε από την Θεοσοφία το 1922 και ίδρυσε άλλες οργανώσεις, όπως την «Lucis Trust», την «Παγκό­σμια Καλή Θέληση», την «Σχολή Αρκέην» και τα «Τρίνωνα».
2. Άλ. Μπέιλυ Η επανεμφάνισις του Χριστού, σ. 39.
3. Της ιδίας, Από την Βηθλεέμ στον Γολγοθά, σ. 316.
4. Έλ. Μπλαβάτσκυ, Ο εσωτερικός χαρακτήρας των Ευαγγελίων, σελ. 12.
5. Αυτόθι σ. 30. Με τις θεοσοφικές θέσεις ταυτίζονται και οι Ροδόσταυροι:
6. Αλ. Μπέιλυ, Η επανεμφάνισις του Χριστού, ένθ. ανωτ., σσ. 6970.
7. Αυτόθι, σ. 20.
8. Αυτόθι, σ. 21.
9. Αυτόθι, σ. 10.
10. Αυτόθι, σ. 65.
11. Αυτόθι.
12. Αυτόθι, σ. 160.
13. Αυτόθι, σ. 153.
14. Αυτόθι, σ. 170.
15. ΑΛ. Μπέιλυ, Από τη Βηθλεέμ στον Γολγοθά, ενθ. άνωτ., σσ. 1213.
16. π. Αντ. Αλεβιζοπούλου, Ο Αποκρυφισμός στο φως της Ορθοδοξίας, τ. ΣΤ', σ. 151.
17. Αλ. Μπέιλυ, Η επανεμφάνισις του Χριστού, ένθ. άνωτ., σ. 160.
18. Αυτόθι, σ. 158.
19. Αυτόθι, σ. 156.
20. Αυτόθι, σ. 169, (η υπογράμμιση δική μας).
21.Αλ. Μπέϊλυ, H έπανεμφάνισις του Χρίστου, σ. 163.
22. Αυτόθι, σ. 164.
23. Αυτόθι, σ. 165.
24. Αυτόθι, σ. 166.
25. Αυτόθι.
26. Αυτόθι, σ. 103.
27. Αυτόθι, σ. 107.
28. Αυτόθι, σ. 166.
29. Αυτόθι, σ. 167.
30. Αυτόθι, σσ. 167-168. Εδώ ή Μπέϊλυ ταυτίζεται με τις θέσεις του "Ύδροχοϊκού Ευαγγελίου" του Levi Dow-ling, το οποίο κάνει λόγο γιά τις πέντε "μυήσεις" του Χρι­στού, από τις οποιες η πρώτη είναι ή Γέννηση.
31. Αυτόθι, σ. 178.
32. Αυτόθι, σ. 184.
33. Αυτόθι, σ. 202.
34.
Αυτόθι, σ. 15, (ή υπογράμμιση δική μας).
35. Αυτόθι, σσ. 68-69, (ή υπογράμμιση δική μας)
36. Αυτόθι, σ. 176.
37. Αυτόθι, σ. 52.
38.
Αυτόθι, σσ. 194, (ή υπογράμμιση δική μας).
39. Αυτόθι, σ. 197.
40. Αυτόθι, σ. 199, (ή υπογράμμιση δική μας)


http://www.impantokratoros.gr/pagkosmia-thrhskeia.el.aspx

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Νέα Εποχή και Νεορθόδοξη Θεολογία

undefined
Νέα Εποχή και Νεορθόδοξη Θεολογία
Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑΣ
 του Ιωάννου Κορναράκη, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
Σε μια χρονική περίοδο, όπως αυτή που διερχόμεθα σήμερα, κατά την οποία οι αξίες γενικά της ζωής συνεχώς υποβαθμίζονται και, γιατί όχι, εκμηδενίζονται, η θεολογική αυτοσυνειδησία δείχνει και αυτή, όχι σπάνια, τα δικά της γνωρίσματα μιας βαθειάς κρίσεως, με κύριο προσανατολισμό την αποξένωσή της από τις παραδοσιακές και αγιοπνευματικές της αφετηρίες!
Αναμφιβόλως η κρίση της θεολογικής αυτοσυνειδησίας, υπήρξε πάντοτε, και εξακολουθεί να είναι και σήμερα, η σκιά της Εκκλησίας και της θεολογίας της. Το γεγονός ότι κυρίαρχο στοιχείο της σωτηρίας του ανθρώπου δια του Ιησού Χριστού είναι η πίστη, στο πρόσωπό του αλλά και στην υπαρξιακή λυτρωτική δυναμική του ευαγγελικού λόγου, προβάλλει ήδη ενωρίς, κατά την ιστορική πορεία της Εκκλησίας, μέσα στη ζωή του κόσμου, την προτεραιότητα της πίστεως αυτής έναντι της ανθρωπίνης λογικής και συγχρόνως προμηνύει τον προκλητικό χαρακτήρα της προτεραιότητος αυτής για τις κυριαρχικές απαιτήσεις της εγκόσμιας λογικής. Σε πολλές περιπτώσεις ο θεολογικός νους για ποικίλους λόγους διολισθαίνει στην επιλογή της δυναμικής της εγκόσμιας αυτής λογικής, ως του κυρίου εργαλείου της κατανοήσεως και ερμηνείας του ευαγγελικού και πατερικού λόγου!
Μία τέτοια επιλογή, συνειδητή ή μη συνειδητή, εκούσια ή ακούσια, αποτελεί ασφαλώς την ουσία και την κύρια αιτία της κρίσεως της θεολογικής αυτοσυνειδησίας πάντοτε, ιδιαιτέρως όμως σήμερα!
Η εποχή μας μαστιζομένη συνεχώς από ξενόφερτα ρεύματα φιλοσοφικών και γενικά θεωρητικών συστημάτων και ιδεολογημάτων, που αποβλέπουν στην αλλοτρίωση του κόσμου από τις παραδοσιακές του αξίες, προσφέρει σήμερα νέες προκλήσεις και νέες δυνατότητες στο θεολογικό νου, για μια ακραία μάλιστα αποξένωσή του, από τις παραδοσιακές, δηλαδή αγιοπνευματικές αφετηρίες της ζωής της Εκκλησίας και της Θεολογίας της.
Η μεγάλη εν τούτοις πρόκληση για μια τέτοια αλλοτρίωση προέρχεται σήμερα από ένα βασικό μήνυμα της φιλοσοφικής συνισταμένης των θεωρητικών αυτών συστημάτων, της Νέας Εποχής: την απόρριψη και καταπολέμηση του «παλαιού» (παντός παλαιού) για την επικράτηση του «νέου» (παντός νέου), σε όλα τα επίπεδα και τους τρόπους σκέψεως και ζωής του συγχρόνου ανθρώπου. Εξ άλλου την ουσία και το κύριο νόημα του μηνύματος αυτού της Νέας Εποχής εκπροσωπεί σήμερα η φιλοσοφία της μετανεωτερικότητος, η οποία εφαρμοζομένη στο χώρο της Εκκλησίας και της Θεολογίας της, αξιώνει τον διαρκή επαναπροσδιορισμό όλων των δομών της παραδόσεώς της «από των πλέον πρακτικών έως των πλέον θεολογικών της αρχών»!
Έτσι ο αγώνας αυτός της Νέας Εποχής κατά του «παλαιού», εντός του χώρου της ζωής της Εκκλησίας, συνεργεί στην προσπάθεια της απορρίψεως, από θεολογικούς νόες της παραδοσιακής αγιοπνευματικής της παρακαταθήκης, ώστε να διακηρύσσεται σήμερα ότι η πατερική παράδοση της Εκκλησίας εξεπλήρωσε πλέον τον προορισμό της στο «παρελθόν» και δεν έχει επομένως να προσφέρει τίποτε το νέο στον αγώνα του συγχρόνου ανθρώπου, για την αντιμετώπιση των μεγάλων και δυσεπιλύτων προβλημάτων της υπάρξεως.
Η προσπάθεια αυτή της απορρίψεως αλλά και της στρεβλώσεως και μεθοδικής παρερμηνείας της πατερικής παραδόσεως και διδασκαλίας αντικατοπτρίζεται σήμερα και φιλοξενείται σε πολλά κείμενα, όχι μόνο ακαδημαϊκών διδασκάλων αλλά και άλλων θεολόγων μη ακαδημαϊκών, φρονούντων όμως και αυτών τα του αντιπαραδοσιακού πνεύματος των εν λόγω κειμένων. Αυτό δε που πρέπει να επισημάνει κάποιος ιδιαίτερα είναι το παραπλανητικό χαρακτηριστικό, που κυριαρχεί στα κείμενα αυτά. η διγλωσσία, η οποία λειτουργεί ως εργαλείο υποκριτικής πίστεως και δήθεν εμμονής στην παρακαταθήκη της ορθοδόξου διδασκαλίας. Πρόκειται για γνωστή πλέον μέθοδο, που ενεργεί τη διαστρέβλωση πατερικών θέσεων και αποφάσεων ακόμη Οικουμενικών Συνόδων, με τη χρήση πατερικού υλικού, οπότε ο απλός αναγνώστης δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί το ψευδές και παραπλανητικό των στρεβλώσεων και παρερμηνειών του πατερικού αυτού θησαυρού και παρασύρεται, με τον τρόπο αυτό στην αποδοχή ιδεών και εννοιών, που τον αποπροσανατολίζουν από την αγιοπνευματική γνησιότητα της πίστεως και της ζωής της Εκκλησίας!
Στη συνέχεια του παρόντος κειμένου παρατίθενται κάποια ελάχιστα δείγματα στρεβλώσεως και σκοπίμου παρερμηνείας βασικών θέσεων της πατερικής αλλά και της ευαγγελικής διδασκαλίας της Εκκλησίας, που φιλοξενούν θεολογικά κείμενα, αποδεικτικά μιας βαθειάς πράγματι κρίσεως θεολογικής αυτοσυνειδησίας, προπομπού διαμορφώσεως μιας «νέας» ορθοδοξίας νεοεποχίτικης λογικής, αφυδατωμένης από τον χαρισματικό πλούτο της γνήσιας και θεοφιλούς Ορθοδοξίας.
Έτσι λοιπόν, σήμερα, σύμφωνα με θεμελιώδη καθοριστική αρχή της διαμορφώσεως της διδασκαλίας της νεοποχίτικης ορθοδοξίας. «η αυστηρή (!) λογική δίνει σιγά σιγά τη θέση της σε μια περισσότερο καρδιακή πίστη, μια πίστη που ανέχεται τον πλησίον και δεν εγκλωβίζεται σε ιδεολογικά στεγανά...». Για το λόγο αυτό. «η επιστημονική θεολογική έρευνα», επεκτείνεται σε όλες τις περιοχές της βιβλικής επιστήμης και τα συμπεράσματά της θεωρούνται επιστημονικώς έγκυρα για όλα τα δόγματα, δεδομένου ότι στο χώρο της επιστήμης αυτής, «σήμερα τα ιδεολογικά όρια τείνουν να εκλείψουν». Εξ άλλου σήμερα. «μια ομολογιακή ορθοδοξία είναι μια νεκρή ορθοδοξία»! Στη θέση αυτή συνεπικουρεί και το γεγονός ότι τα δόγματα, για το σύγχρονο άνθρωπο είναι «γρίφοι» που δεν έχουν τίποτε να του ειπούν. «Το κριτήριο που θα διακρίνει τον χριστιανό από τον μη χριστιανό θα είναι πλέον η αγάπη και όχι τα δόγματα»!
Σήμερα η δυνατότητα που έχουμε. «για τον προσδιορισμό της ταυτότητος της Εκκλησίας», «δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της θεολογικής επιστήμης ... υπήρξε καρπός της ευτυχούς (!) εξέλιξης στον ευρύτερο χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών, και ιδιαίτερα των κοινωνικών επιστημών, και πιο συγκεκριμένα της πολιτιστικής ανθρωπολογίας». Επομένως, ως προς τον προσδιορισμό της ταυτότητος της Εκκλησίας η επιστημονική γενικώς εξέλιξη αποβαίνει ουσιαστικός παράγοντας αυτού του προσδριορισμού, δεδομένου ότι. «Η ταυτότητα και η αποστολή της Εκκλησίας ... δεν βρίσκονται στο παρελθόν, στην ιστορία, στην παράδοση είτε των αποστόλων είτε των πατέρων, αλλά στο μέλλον...»!
Το «παρελθόν» της Εκκλησίας ως καταλυτικός στόχος της νεοεποχίτικης θεολογίας, πλήττεται με ιδιαίτερη έμφαση στη χριστολογική υπόσταση της Εκκλησίας, εφ’ όσον «Η Εκκλησία δεν αντλεί τη ύπαρξη και την υπόστασή της από αυτό που είναι, αλλά από αυτό που θα γίνει- όχι δηλαδή από το παρόν ή από το παρελθόν, από κάποια αυθεντία του παρελθόντος (ακόμη και από το γεγονός Χριστός — !!! ), ή από αυτό που της δόθηκε ως θεσμός, αλλά από το μέλλον, από τα έσχατα»!
Από τη στιγμή που «το γεγονός Χριστός», ως αυθεντία του παρελθόντος, μένει έξω από την υπόσταση και την ταυτότητα της Εκκλησίας, κάθε άλλη δογματική αρχή ή ευαγγελική αλήθεια είναι επίσης εκτεθειμένη στη βασική εκθεμελιωτική των πάντων νεοεποχίτικη αρχή του «διαρκούς επαναπροσδιορισμού» των πάντων, στο χώρο της ζωής της Εκκλησίας. Δεν γνωρίζαμε μέχρι σήμερα ότι όλα μπορούν να επαναπροσδιορίζονται, ακόμη και τα μυστήρια! Πάντως- «Η Θεία Ευχαριστία η οποία βέβαια αυτή και μόνον αυτή καθορίζει ... το είναι και την ταυτότητα της Εκκλησίας ... απαιτεί διαρκή επαναπροσδιορισμό... γιατί αλλιώς κινδυνεύει να καταστεί ψευδές είδωλο της πραγματικότητος που εικονίζει»!!
Αλλά το χριστολογικό δόγμα πλήττεται και ακυρώνεται στην καρδιά του λυτρωτικού έργου του Χριστού, στον σταυρικό του θάνατο. «Ο Χριστός είναι "σωτήρ του κόσμου" όχι γιατί θυσιάστηκε στο Σταυρό εξαλείφοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά γιατί "ανέστη εκ των νεκρών"». Επίσης«Η Εκκλησία υφίσταται όχι γιατί ο Χριστός πέθανε πάνω στο Σταυρό, εξαλείφοντας τις αμαρτίες μας, αλλά γιατί αναστήθηκε εκ των νεκρών»!
Εξ άλλου στο πανόραμα των κακοδοξιών, που εντοπίζονται σε θεολογικά κείμενα της εποχής μας και προσφέρονται με τη μέθοδο της διγλωσσίας και δήθεν με τη σφραγίδα της πατερικής θεολογίας, κακοποιούνται δύο θεολογικοί όροι θεμελιακής σημασίας για τη σωτηρία του χριστιανού ανθρώπου. ο όρος αμαρτία και ο όρος ενοχή!
Η παράβαση της εντολής από τους πρωτοπλάστους δεν ήταν αμαρτία αλλά απλώς αστοχία. «Το κακό νοείται πάντοτε ως αστοχία, μια τέτοια αστοχία ήταν και το προπατορικό αμάρτημα». Έπειτα. «Η πατερική θεολογία είδε το προπατορικό αμάρτημα ως αρρώστια και δεν έκανε λόγο για καμμιά κληρονομική ενοχή παρά μονάχα για την κληρονόμηση της φθοράς και του θανάτου». Όμως. «Επηρεασμένος ο άνθρωπος κυρίως από το νομικό πνεύμα και τη δικαιική τάξη, στο εκδηλούμενο κακό, θέλει πάντοτε ν’ αναζητεί ευθύνη και τιμωρία»!
Έτσι οι όροι αμαρτία και ενοχή ακυρώνονται με μια γενική αναφορά στην πατερική θεολογία. Και η μεν αμαρτία έχει βαπτισθεί στην κολυμβήθρα της κρίσεως της θεολογικής αυτοσυνειδησίας ως αστοχία και αποφεύγεται στεγανώς η χρήση της με την ευαγγελική της ταυτότητα, ενώ η ενοχή στιγματίζεται πάντοτε μονομερώς ως αποκλειστικό γέννημα νομικισμού!
Η νοηματική στρέβλωση των δύο βασικών αυτών όρων, της χριστιανικής ανθρωπολογίας και σωτηριολογίας, αφήνει μετέωρη, για τη θεολογική σκέψη, την ευθύνη της τραγωδίας της καθημερινότητος, εφ’ όσον η νεοεποχίτικη αυτή λογική προσκρούει από μόνη της στο αδιέξοδο αυτής της ευθύνης, υψώνουσα κορώνα (!) υπαρξιακής απελπισίας- «... πάρα πολύ οδύνη και κακό υποφέρουμε χωρίς να φταίμε»!
Μια ευρύτατα διαδεδομένη κακοδοξία, που αφορά τη σχέση κτιστού και ακτίστου, φαίνεται να πρυτανεύει σε πολλά θεολογικά πνεύματα. Σύμφωνα με αυτή τη «θεωρία» «Όλα τα δημιουργήματα προήλθαν εκ του μη όντος, δηλαδή εκ του μηδενός, οπότε τείνουν ή προς την τελείωση ή προς το μηδέν». Έτσι όταν το κτιστό δεν ενωθεί με το άκτιστο, μηδενίζεται, επανέρχεται στο μηδέν, στην ανυπαρξία. Αυτή «η καλή αλλοίωση ή η κακή - μηδενιστική αλλοίωση οφείλεται κατά βάση στην τρεπτότητα των όντων. Αυτή καθεαυτή τούτη η τρεπτότητα δεν είναι κακό, επειδή είναι αιτία όχι μόνο της μηδενωτικής αλλοίωσης αλλά και της τελειωτικής».
Προέκταση αυτής της θεωρίας είναι εκείνη η θέση που προβάλλει ως «πατερικό λόγο» το θάνατο της ψυχής! «Η ψυχή κατά τους πατέρες της εκκλησίας μας δεν είναι αθάνατη. Είναι κτιστή... ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα είναι μια μορφή θανάτου της... δίχως το σώμα είναι ελαττωματική, άστεγη, ανάπηρη, σχεδόν παράλογη. Το σώμα είναι η ψυχή της ψυχής και δίχως αυτό είναι ένα είδος πνεύματος, α ghost...»! Η θέση αυτή έχει ήδη αναπτυ­χθεί σε ευρύτερα διαδεδομένη θεωρία, τον «θνητοψυχισμό», ο οποίος διδάσκεται σε γειτονική ορθόδοξη χώρα και προβάλλεται ως επίτευγμα σύγχρονης ελληνικής θεολογικής σκέψεως!
Στη σύγχρονη νεοεποχίτικη θεολογία, η αναφορά στην Αγία Γραφή και στην παράδοση, για την αναζήτηση ερεισμάτων ή μη, στο θέμα της χειροτονίας των γυναικών οδηγεί «σε ερμηνείες φονταμενταλιστικές»! «Η χειροτονία των γυναικών ... αντιμετωπίζεται από τους ορθοδόξους θετικά (εφ’ όσον) μέχρι σήμερα δεν έχουν διατυπωθεί θεολογικά επιχειρήματα που να αποκλείουν την ιερωσύνη των γυναικών». Όμως. «Τα πράγματα χειροτερεύουν, όταν την αδράνεια και την αμηχανία μας προσπαθούμε να τις καλύψουμε καταφεύγοντας στην Γραφή και στην Παράδοση. Τότε εύκολα κατρακυλάμε σε ερμηνείες φονταμενταλιστικές»!
Τέλος το πλέον κραυγαλέο γεγονός, που βεβαιώνει με αναμφισβήτητη πειστικότητα την κρίση της θεολογικής αυτοσυνειδησίας είναι ασφαλώς η δήθεν «επιστημονική» απόδειξη, με δύο διδακτορικές διατριβές, της ορθοδοξίας (!) δύο αντιχαλκηδονίων αιρετικών, του Διοσκόρου και του Σεβήρου. Με ιστορικά και πατερικά δήθεν κριτήρια, οι δύο αυτοί αιρετικοί, οι οποίοι έχουν καταδικασθεί από την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος, αναβαπτίζονται «επιστημονικώς» ορθόδοξοι! Το βάθος εξ άλλου αλλά και το πλάτος της κρίσεως της θεολογικής αυτοσυνειδησίας εντοπίζεται, στην περίπτωση τούτη, στο γεγονός, ότι η εκπόνηση των δύο αυτών διατριβών, δεν προκάλεσε καμμία, μέχρι σήμερα, αντίδραση από κάποιο αρμόδιο εκκλησιαστικό όργανο (Συνοδική Επιτροπή επί των αιρέσεων) ούτε σχο­λιάσθηκε από κάποιους άλλους ειδικούς, στα δογματικά και ιστορικά θέματα, στον εκκλησιαστικό κυρίως τύπο!
Αλλά η κρίση της θεολογικής αυτοσυνειδησίας δεν μαρτυρείται και δεν αποκαλύπτεται μόνο σε γραπτά θεολογικά κείμενα. Βεβαιώνεται και εκφράζεται προς τα έξω με συμπεριφορές και τρόπους ζωής απορριπτικούς της αυθεντικής ποιότητος του ορθοδόξου βιώματος. Βασικά στοιχεία ή χαρακτηριστικά του βιώματος τούτου, όπως προσευχή, εκκλησιασμός, νηστεία ακόμη και μελέτη πατερικών κειμένων και άλλα, θεωρούνται ως «ευσεβισμός» και κάθε αναφορά στα στοιχεία αυτά γίνεται με έκδηλη περιφρόνηση!
Η βιωματική αυτή προέκταση της κρίσεως της θεολογικής αυτοσυνειδησίας, σε συμπεριφορές και τρόπους ζωής που ακυρώνουν το στοιχειώδες ορθόδοξο ήθος, αποτελεί ασφαλώς φυσιολογική έκφραση της κρίσεως αυτής, δεδομένου ότι στρεβλές «ορθόδοξες» ιδέες δεν μπορούν να παράγουν υγιές ορθόδοξο ήθος. Το γεγονός αυτό επικυρώνουν οι καταλυτικές ερωτήσεις Ιακώβου του αδελφοθέου. «Μήτι η πηγή εκ της αυτής οπής βρύει το γλυκύ και το πικρόν; Μη δύναται, αδελφοί μου συκή ελαίας ποιήσαι ή άμπελος σύκα; Ούτως ουδεμία πηγή αλυκόν και γλυκύ ποιήσαι ύδωρ» (Ιακ. 3,11-12). Με το κύρος της κοινής και αδιάψευστης λογικής βεβαιώνεται ο ομόλογος βιωματικός χαρακτήρας φρονήματος και τρόπου ζωής και ανθρωπίνης συμπεριφοράς! Άλλωστε, εν προκειμένω, ισχύει και το αντίθετο, κατά τον κυριακό λόγο «εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται» (Ματθ. 12, 33). Ναι. «Όψις (δε) ψυχής τα πάθη συγκρύπτειν ουκ ανέχεται, κατήγορος δε του αδήλου αδέκαστος γίνεται, τω φανερώ συμπτώματι λανθάνουσαν διάθεσιν ελέγχουσα» (Όσ. Νείλος ο Ασκητής, P.G. 79,67).
Και κατά τον Άγ. Μάξιμο τον Ομολογητή, ο Θεός εμφανίζεται σε κάθε άνθρωπο «κατά την υποκειμένην αυτώ περί Θεού δόξαν». Έτσι σ’ αυτούς που βιώνουν θεοφιλώς τον ευαγγελικό λόγο «ως μονάς εμφαίνεται και Τριάς, ίνα την οικείαν ύπαρξιν παραδείξειεν, και τον αυτής τρόπον μυστικώς επιδιδάξειεν». Σ’ εκείνους όμως που δεν πληρούν τον όρο της ευαγγελικής ζωής, ο Θεός εμφανίζεται όχι όπως είναι («ουχ ως εστί») αλλά όπως αυτοί είναι («ως εισί»). Θεολογούντες επομένως οι τελευταίοι αυτοί παράγουν θεολογία υποκειμενική, διδάσκοντες απλώς τον εαυτό τους! (P.G. 90, 364).


Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΑΣΩΝΙΑ ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

vfilip | 
Η μασωνία στο πολιτικό επίπεδο και ο οικουμενισμός στις θρησκείες θα είναι το υπόβαθρο που θα πατήσει ο αντίχριστος όταν έλθει . Αυτά ο λέει ο π. Αθανάσιος Μυτιληναίος σε μια ιστορική του ομιλία το 1991 .
19 χρόνια αργότερα βλέπουμε πόσο πιο αληθινά είναι τα λόγια του . Το 1991 δεν ήταν απόλυτα αντιληπτό τι εστί οικουμενισμός , σήμερα όμως η παναίρεση αυτή που θα είναι και η τελευταία που θα ταλαιπωρήσει τον κόσμο πριν την ελευση του αντιχρίστου έχει κυριαρχήσει και έχουν πιαστεί στα δίχτυα σας και οι εκλεκτοί . Σήμερα χειροπιαστά βλέπουμε μεγαλόσχημους κληρικούς να έχουν προσχωρήσει σε αυτήν και προφασιζόμενοι την αγάπη μεταξύ ετερόδοξων να οδηγούνται στην πλάνη και στο ψεύδος .

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΤΗ ΣΕΡΒΙΑ. π. Συμεών Βιλόφσκι, "Γιατί διώκομαι"

«ΓΙΑΤΙ ΔΙΩΚΟΜΑΙ»
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΒΙΛΟΦΚΣΙ

Eίναι γεγονός ότι στη σημερινή εποχή γίνονται τα πιο μεγάλα εγκλήματα στο όνομα της ελευθερίας των λαών και της αρμονικής –δήθεν– συμβίωσης. Οι διάφορες δυνάμεις κατοχής ονομάζονται ειρηνευτικές δυνάμεις και πολλοί λαοί στενάζουν κάτω από την μπότα του «πολιτισμένου» κατακτητή. Μια τέτοια ιστορία εκτυλίσσεται εδώ και 11 χρόνια στη χώρα μου τη Σερβία. Και δυστυχώς, όπως σε κάθε θλιβερή ιστορία, από πίσω κρύβονται οι «Εφιάλτες», οι οποίοι για να επιπλεύσουν μέσα σε δύσκολες καταστάσεις, δεν διστάζουν να προδώσουν αρχές και ιδανικά και να κάνουν αληθινά εφιαλτική τη ζωή των συνανθρώπων τους.

Μια τέτοια ιστορία ακολουθεί αμέσως παρακάτω. Εδώ αποκαλύπτω τους λόγους για τους οποίους είμαι θύμα πολιτικής και θρησκευτικής δίωξης στη χώρα μου, την Σερβία, οι οποίοι και είναι η
πραγματική αιτία για την οποία είμαι κρατούμενος από τις ελληνικές αρχές.

Ήμουν Πρωτοσύγκελλος στην Επισκοπή Ράσκας και Πριζρένης, δηλαδή εκκλησιαστικός λειτουργός και ταυτόχρονα επιφορτισμένος με συγκεκριμένα εκκλησιαστικά καθήκοντα που μου είχε αναθέσει ο Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Ράσκας και Πριζρένης Αρτέμιος (στο Κοσσυφοπέδιο Σερβίας, στο οποίο τώρα υπάρχει καθεστώς παρουσίας ειρηνευτικών δυνάμεων των ΟΗΕ-ΝΑΤΟ). Ο Επίσκοπος Αρτέμιος με τις από 11-2-2010 και 2-5-2010 αποφάσεις της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας απομακρύνθηκε από την Επισκοπή του. Μαζί του σήμερα διώκονται όλοι οι μοναχοί του Κοσσυφοπεδίου (ήδη πάνω από 100 αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα μοναστήρια τους) από την ηγεσία της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας για θρησκευτικούς λόγους. Παράλληλα με αυτούς όμως συντρέχουν και εξίσου ισχυροί πολιτικοί λόγοι, τους οποίους θα εκθέσω παρακάτω με συντομία.

Το 1999, ως γνωστόν, το ΝΑΤΟ βομβάρδισε την Σερβία. Ο όρος για την παύση των βομβαρδισμών ήταν η εντός 11 ημερών αποχώρηση των σερβικών στρατιωτικών δυνάμεων και της σερβικής αστυνομίας από το Κόσοβο (Κοσσυφοπέδιο). Πράγμα που έγινε. Μαζί τους έφυγαν και 250.000 Σέρβοι. Την περιοχή σήμερα ελέγχουν αλβανικες δυνάμεις και βεβαίως υπάρχουν και οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ, οι οποίες προωθούν την σύσταση δευτέρου αλβανικού κράτους στα Βαλκάνια.

Με το υπ᾿ αρ. 1244 ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ το καλοκαίρι του 1999 δόθηκε η δυνατότητα σε εμάς τους Σέρβους να φροντίσουμε για τη διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς στο Κόσοβο, δηλαδή μας δόθηκε η δυνατότητα μεταξύ άλλων να φροντίσουμε οι ίδιοι για την αναστήλωση των κατεστραμμένων από Αλβανούς σερβικών μνημείων. Όμως από εδώ και πέρα ξεκινά το πρόβλημα.

Σε όλα αυτά τα χρόνια υπήρξαν διάφορα Πογκρόμ (=εθνοκάθαρση) εκ μέρους της αλβανικής πλευράς υπό την ανοχή, δυστυχώς, των ευρωπαϊκών και άλλων δυνάμεων (ΚFOR) εναντίον των εναπομεινάντων Σέρβων του Κοσόβου και των σερβικών πολιτιστικών μνημείων (ναοί και μοναστήρια). Το σπουδαιότερο συνέβη το 2004 στις 17-18 Μαρτίου, κάτω από τα ατάραχα μάτια των στρατιωτών της ΚFΟR, με αποτέλεσμα να φθάσει ο συνολικός αριθμός κατεστραμμένων μνημείων τα 156.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) κατόπιν έδινε χρήματα για την αναστήλωση, απαιτώντας όμως ως προϋπόθεση στην αναστήλωση να συμμετάσχουν και οι καταστροφείς των μνημείων Αλβανοί του υπό σύστασιν αλβανικού κράτους του Κοσσόβου επί ίσοις όροις με τους παθόντες Σέρβους. Αυτό καταρχήν ήταν ένα θέατρο του παραλόγου: μουσουλμάνοι και άθεοι να πληρώνονται να αναστηλώσουν ορθόδοξες εκκλησίες, που οι ίδιοι προηγουμένως με τα χέρια τους γκρέμισαν. Αποτελούσε επίσης έναν εθνικό εξευτελισμό. Επιπλέον όμως θα σήμαινε εμμέσως πλην σαφώς ότι κατόπιν τα μνημεία θα θεωρούνταν και δική τους «κοσοβαρική» κληρονομιά και ιδιοκτησία, πολιτιστική κληρονομιά ενός αρτισύστατου κράτους-προτεκτοράτου του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, που εκτός από εμπόριο λευκής σαρκός και ναρκωτικών θα είχε τώρα να επιδείξει και τα δικά του «κοσοβαρικά» μεσαιωνικά μνημεία. Ενός κράτους που αναζητεί νομιμοφανή λόγο ύπαρξης, πέρα από το δίκαιο των όπλων και του ΝΑΤΟ.

Σταθερός στόχος της Δύσεως στην περιοχή ήταν και είναι η δημιουργία ανεξάρτητου αλβανικού κράτους του Κοσόβου (προτεκτοράτου της Δύσεως). Η φιλοδυτική σημερινή κυβέρνηση της Σερβίας, ενώ δημοσίως για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης υποκρίνεται ότι αρνείται να το αναγνωρίσει, εν τούτοις με τις πολιτικές κινήσεις της (δηλώσεις και πράξεις) προβαίνει σε μία ήπια αναγνώριση, προκειμένου να γίνει μέλος της ΕΕ. Ο Σεβασμιώτατος Αρτέμιος, εμείς οι συνεργάτες του και ο λαός του Κοσόβου είμασταν και είμαστε αντίθετοι σε αυτές τις μειοδοτικές επιλογές της Κυβέρνησης.

Στην παραπάνω πολιτική της κυβέρνησης εγώ προσωπικά αντιστάθηκα με κάθε τρόπο αρθρογραφόντας σε περιοδικά και εφημερίδες, δίνοντας ομιλίες και διαλέξεις, συμμετέχοντας σε εκπομπές στα ΜΜΕ και αρθρογραφόντας στο διαδίκτυο. Όλα τα παραπάνω τα έκανα με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Αρτεμίου, ο οποίος με ενέπνεε με το παράδειγμά του.

Ο Σεβασμιώτατος Αρτέμιος δημιούργησε όλες εκείνες τις προϋποθέσεις ώστε τα μνημεία να αρχίσουν να αναστηλώνονται με χρήματα που προέρχονταν κυρίως από Σέρβους της Διασποράς (ΗΠΑ, Ευρώπη κλπ). Αυτή η στάση μας λοιπόν μας έφερε σε σύγκρουση εκτός από την Κυβέρνηση και με την Δύση (ΕΕ, ΝΑΤΟ, HΠΑ), η οποία ενεργούσε ύπουλα εις βάρος των εθνικών σερβικών, πολιτικών, και εκκλησιαστικών συμφερόντων. Οι Δυτικοί δεν κατόρθωσαν να καταβάλουν το απτόητο αγωνιστικό σθένος του Σεβασμιωτάτου Αρτεμίου και γι αυτό προσέφυγαν στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο (ΔΙΣ) της Εκκλησίας της Σερβίας και μέσω αυτής προσπάθησαν να επιβάλουν στον Σεβασμιώτατο Αρτέμιο τα σχέδιά τους.

Έτσι προέκυψε η πολιτική δίωξη (υπάρχει και η θρησκευτική δίωξη, στην οποία θ αναφερθώ) εναντίον του Σεβασμιωτάτου Αρτεμίου και όλων εκείνων που του συμπαρίσταντο και εμού προσωπικώς.


Ι.ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΩΞΗ

Ενδεικτικώς αναφέρω μερικά από τα διοικητικά μέτρα που εληφθησαν εις βάρος του Σεβασμιωτάτου Αρτεμίου και των συνεργατών του εκ μέρους της σερβικής Εκκλησίας, η οποία ενεργούσε κατ εντολήν της Πολιτείας.

Α) Αντικανονική και παράνομη απομάκρυνση του Σεβασμιωτάτου Αρτεμίου από τα ποιμαντικά και διοικητικά καθήκοντα της Επισκοπής Ράσκας και Πριζρένης (η αλλιώς ονομαζομένης Κοσόβου και Μετοχίων) με την από 11-2-2010 απόφαση της ΔΙΣ και την από 2-5-2010 απόφαση της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, χωρίς δίκη και χωρίς να του επιτραπεί να απολογηθεί για το κατασκευασμένο κατηγορητήριο, το οποίο του προσήψαν. Ακολούθως με την από 5-5-2010 απόφαση τον εξόρισαν από το Κόσοβο σε μια περιοχή στα βόρεια της Σερβίας. Δεν του επιτρέπουν να γυρίσει στο Κόσοβο.

Β) i) Χαρακτηρισμός μου ως κατηγορουμένου ακόμη και από την προκαταρκτική εξέταση, η οποία υιοθέτησε εξ ολοκληρου τη μηνυτήρια αναφορά της Συνόδου της σερβικής Εκκλησίας χωρίς περαιτέρω έρευνα. Σκόπιμη παράνομη έκδοση διεθνούς εντάλματος συλλήψεώς μου με μόνο αποδεικτικό στοιχείο τις «βάσιμες υπόνοιες» της διωκτικής αρχής ότι έβλαψα τα συμφέροντα της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Προσέφυγα στο Συνταγματικό Δικαστήριο για προσβολή του εντάλματος.

ii) Κατάφωρη εξουδένωση της προσωπικότητάς μου με τη διαπόμπευσή μου από τα ΜΜΕ (έντυπα, ηλεκτρονικά και τηλεοπτικά) ως ανήθικου και ψυχικώς διαταραγμένου. Για τα παραπάνω προέβην σε μήνυση εναντίον τριών εφημερίδων και ενός Επισκόπου (πρ. Ερζεγοβίνης και Ζαχουμίου Αθανασίου Γιέφτιτς), ως ύστατο τρόπο άμυνας.

iii) Εξακολούθηση της ποινικής διώξεώς μου, παρ όλο που οι καταθέσεις των μαρτύρων, συμπεριλαμβανομένου και του μάρτυρος κατηγορίας, με απήλλαξαν από κάθε κατηγορία. Ο ίδιος (Τσολάκοβιτς, 29-4-2010) στο δικαστήριο δήλωσε ότι παρ όλο που δεν διέθετε στοιχεία εναντίον μου, επιθυμούσε την συνέχιση της ποινικής μου δίωξης. Και η σερβική δικαιοσύνη το δέχθηκε!

iv) Άρνηση των σερβικών δικαστικών αρχών να δεχτούν τον πληρεξούσιο δικηγόρο μου να με εκπροσωπήσει ως συνήγορός μου στη δίωξη που ασκήθηκε εις βάρος μου ύστερα από την από 19.02.2010 μηνυτήρια αναφορά της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

v) Στη Σερβία κράτος και Εκκλησία είναι εντελώς ξεχωριστά. Κι όμως ο πρόξενος της Σερβίας ήρθε στο κρατητήριο στην Περαία Θεσσαλονίκης εκπροσωπόντας όχι την Πολιτεία, ως ώφειλε, αλλά την Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία. Μου επέδωσε έναν φάκελο προερχόμενο από τη Σερβική Ορθόδοξο Εκκλησία, πράγμα που δεν δικαιολογείται από τους νόμους της χώρας μου, αλλά αντιθέτως δείχνει την σύμπραξη Κράτους και Εκκλησίας εναντίον μου.

vi) Σκόπιμη καθυστέρηση της προανακριτικής διαδικασίας. Από 19-2-2010 μέχρι σήμερα, 5-7-2010, δεν έχει γίνει τίποτε παρά μόνον λήψη καταθέσεων τεσσάρων μαρτύρων. Δεν έχει διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη για την εξακρίβωση των καταγγελομένων εναντίον μου και αυτό για να τραβήξει εις μάκρος η διαδικασία, ώστε να παραμένουν υπαρκτές οι εις βάρος μου καταγγελίες οπότε έτσι στη συνείδηση των πολλών να θεωρούμαι ένοχος. Και έτσι εξακολουθείται σε μένα η πρακτική των ολοκληρωτικών καθεστώτων, που σημαίνει δημόσιος εξευτελισμός και επί μακρού φυλάκιση του υπόπτου πριν την δίκη, ώστε η κοινή γνώμη να σχηματίζει πλέον την άποψη ότι υπάρχει όντως ενοχή του υπόπτου.

Γ) Διώξεις των μοναχών του Κοσόβου εξαιτίας της συμπαράστασής τους στο εθνικό και θρησκευτικό έργο του Σεβασμιωτάτου. Εδώ εντάσσεται και η δίωξη όλων των μοναχών της Μονής Μπάνισκα, της οποίας ήμουν ηγούμενος, καθώς και η δική μου δίωξη. Η εκκένωση των ιερών Μονών του Κοσυφοπεδίου από τους ορθοδόξους Σέρβους μοναχούς έχει ως αναπόφευ-κτο αποτέλεσμα την διευκόλυνση της «αλβανοποίησής» του, μια που και ο ορθόδοξος σέρβικος πληθυσμός που ήταν συσπειρωμένος γύρω από τα προσφιλή του μοναστήρια θα αρχίσει αναπόφευκτα να εγκαταλείπει τα πάτρια εδάφη.

Δ) Πιέσεις στο σερβικό λαό του Κοσόβου εκ μέρους των θρησκευτικών και πολιτικών αρχών να αποδεχτούν την απομάκρυνση του Σεβασμιωτάτου Αρτεμίου, της δικής μου και των υπολοίπων συνεργατών του (βλέπε εφημερί-δα «ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ», φ. 298, 1-7-2010 και προηγούμενα φύλλα).

Συγκεκριμένα το δημοσίευμα της 1-7-2010 αναφέρει για το πρόσωπό μου τα εξής:

«Τέλος να σημειωθεί ότι και ο Ηγούμενος της Μονής Μπάνισκα Συμεών Βιλόφσκι, ο στενότερος συνεργάτης του Σεβασμιωτάτου Αρτεμίου, ο άνθρω-πος εκείνος που τον στήριξε στις θεολογικές αντιπαραθέσεις του με μερίδα Ιεραρχών της Σερβικής Εκκλησίας, αλλά και εκείνος που αγωνίστηκε αντάξια δίπλα του υπέρ των εθνικών δικαίων της Σερβίας στο Κόσοβο, δέχθηκε έως τώρα τα περισσότερα πυρά. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται κρατούμενος σε ελληνικές φυλακές, κατηγορούμενος με ανυπόστατες κατηγορίες, και κινδυνεύει, σε περίπτωση που οι ελληνικές αρχές ενδώσουν στις άδικες απαιτήσεις των αντιστοίχων σερβικών για έκδοση στη Σερβία, να καταδικαστεί σε κάθειρξη πολλών ετών, αφού, όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν πρόκειται να τύχει δίκαιης δίκης στην Πατρίδα του (βλέπε 26-6-2010 και 2-7-2010 απάντηση Συμεών Βιλόφκσι στη www.romfea.gr ).»

ΙΙ. ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΔΙΩΞΗ

Τα τελευταία χρόνια στη Σερβία υπάρχουν καινοφανή θεολογικά ρεύματα που αντιστρατεύονται την παραδοσιακή ορθόδοξη Θεολογία και εκκλησιαστική ζωή, τα οποία, δυστυχώς, ως μη ώφειλε, εκπροσωπούνται από μερίδα της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Α) Ο Σεβασμιώτατος Αρτέμιος και όλοι εμείς οι συνεργάτες του προσπαθήσαμε με θεολογικά επιχειρήματα δημοσιευμένα σε περιοδικά και σε βιβλία, να ασκήσουμε θεολογική κριτική και να καταδείξουμε τις θεολογικές αποκλίσεις που περιέχονται στα θεολογικά αυτά ρεύματα.

Τέτοιες οξείες θεολογικές διαφορές προκύπτουν στην αντιμετώπιση θεμάτων όπως οι σχέσεις μεταξύ της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και της παπικής «εκκλησίας» και μεταξύ της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και των μουσουλμάνων.

Μάλιστα για να υπoστηρίξουμε τις θέσεις μας είχαμε ιδρύσει δικό μας εκδοτικό οίκο («Άθως») και εκδώσαμε αρκετά βιβλία αντίθετα προς τον οικουμενισμό, προς τους νεωτερισμούς στην πίστη και προς τη γλωσσική μεταρρύθμιση. Ακόμη ήμουν ο συντάκτης του περιοδικού της Μητροπόλεως «Άγιος Πρίγκηπας Λάζαρος» («Sveti Knez Lazar»), που εξέφραζε τις παραδοσιακές και πατερικές μας θέσεις.

Β) Για σειρά ετών εγώ προσωπικά ήρθα επανειλημμένα σε θεολογική αντιπαράθεση με πάρα πολύ ισχυρό Επίσκοπο της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, τον Επίσκοπο πρ. Ερζεγοβίνης και Ζαχουμίου Αθανάσιο Γιέφτιτς. Ο συκγεκριμένος Επίσκοπος μάλιστα κατέχει έδρα Καθηγητού στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Στο διάστημα των τελευταίων ετών, πρωτοστατεί σε ενέργειες εις βάρος μου. Αποκορύφωμα αυτών είναι ο από τηλεοράσεως και άλλων ΜΜΕ (εφημερίδων) εξευτελισμός μου που συντελείται τους τελευταίους 5 μήνες με απώτερο στόχο την εξουδένωσή μου και τον επηρεασμό της κοινής γνώμης, ώστε να υπάρξουν στη συνέχεια καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον μου. Και όλα αυτά ενώ βρισκόμουν κρατούμενος στην Ελλάδα περιμένοντας την έκβαση της υπόθεσης της έκδοσής μου.

Γ) Επιπρόσθετο ρόλο στη θρησκευτική δίωξη την οποία υφίσταμαι είναι η υπογραφή εκ μέρους μου διορθόδοξου κειμένου με τον τίτλο «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ», το οποίο μερίδα των Ιεραρχών της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας κατεδίκασε και καυτηρίασε. Επίσης απαγόρευσε την υπογραφή του από τα μέλη της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας δια της απειλής αυστηρών ποινών. Το κείμενο αυτό σημειωτέον ότι έχει υπογραφεί από Επισκόπους της Εκκλησίας της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας κ.α., από ηγουμένους πολλών μοναστηριών και από μεγάλο πλήθος κληρικών, μοναχών και λαϊκών στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό.

Δ) Ο παραδοσιακός τρόπος τέλεσης της θείας Λειτουργίας και των υπολοίπων Ακολουθιών της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως καθιερώ-θηκε στη Μητρόπολη Ράσκας και Πριζρένης, ύστερα από δική μου εισήγησή και ένθερμη αποδοχή της από τον Σεβασμιώτατο Αρτέμιο, αποτέλεσε ένα ακόμη λόγο διώξεώς μου. Αντίθετα η μερίδα των νεωτεριστών προσπαθεί να καθιερώσει την καθομιλουμένη στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.

Ουσιαστικά έγινα στόχος επειδή αμφισβήτησα με θεολογικά επιχειρήμα-τα την θεολογική τεκμηρίωση των νεοεισαγόμενων καινοτομιών και έπληξα έτσι ευθέως και δημοσίως την θεολογική επάρκεια και το κύρος των εκφραστών τους, όπως του προαναφερθέντος πολύ ισχυρού Επισκόπου Αθανασίου Γιέφτιτς αλλά και άλλων Ιεραρχών (όπως οι Αμφιλόχιος Ράντοβιτς, Ειρηναίος Μπούλοβιτς, επίσης καθηγητές Πανεπιστημίου) που ασπάζονται τις απόψεις του.

Εξαιτίας όλων των προηγουμένων χαλκεύτηκαν εναντίον μου κατηγορίες για δήθεν οικονομικές ατασθαλίες και ιεροκανονικές παραβάσεις, οι οποίες οδήγησαν σε εκκλησιαστικό και πολιτικό δικαστήριο εναντίον μου.

Προς το παρόν ολοκληρώθηκε το εκκλησιαστικό δικαστήριο, το οποίο, κατόπιν αντικανονικής δίκης μου επέβαλε τριπλή(!) ποινή (καθαίρεση, απο-σχηματισμός και αφορισμός), τη στιγμή που οι Ιεροί Κανόνες προβλέπουν ως μέγιστη ποινή την καθαίρεση (εμφανής η εμπάθεια και το μίσος εναντίον μου).

Επίσης δικάστηκα ερήμην, καταδικάστηκα ερήμην και υπήρξε μεθόδευση που μου στέρησε το δικαίωμα της έφεσης στο δευτεροβάθμιο εκκλησιαστικό δικαστήριο. Και όλα αυτά στο διάστημα που ήμουν κρατούμενος στην Ελλάδα, περιμένοντας την έκβαση της υπόθεσης της έκδοσής μου.

Όσον αφορά το πολιτικό δικαστήριο, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας υπέβαλε μηνυτήρια αναφορά εναντίον μου στο Ανώτατο Δικαστήριο του Βελιγραδίου, χωρίς ωστόσο να προσκομίσει έστω και μία αποδεδειγμένη κατηγορία έως τώρα. (Βλ. κατάθεση Τσολά-κοβιτς, 29-4-2010, εκπροσώπου της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και μάρτυρα κατηγορίας εναντίον μου).

Είναι προφανές ότι υπήρξε μεθοδευμένη προσπάθεια ηθικής και φυσικής εξόντωσής μου, σπίλωσης της τιμής και της υπόληψής μου, η οποία δεν φαίνεται να λαμβάνει τέλος, μια που ο μάρτυρας κατηγορίας και εκπρόσωπος της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας Τσολάκοβιτς δήλωσε ότι, ενώ δεν έχει στοιχεία εναντίον μου, δεν παραιτείται από την ποινική μου δίωξη. Και οι σερβικές δικαστικές αρχές, που απο την αρχή ασπάστηκαν το έωλο κατηγορητήριο, εξακολουθούν να με διώκουν χωρίς στοιχεία.

Προς τι, διερωτάται κανείς, όλη αυτή η μεθόδευση, με τη σύμπραξη μάλιστα κράτους και εκκλησίας; Σε ποιόν θέλουν να φανούν αρεστοί; Ποιό είναι το κίνητρο; Ποιόν εξυπηρετούν όλα αυτά; Την απάντηση μας τη δίνει ο ειδικός εντεταλμένος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Κοσσυφοπέδιο Πίτερ Φέιθ (Pieter Feith), ο οποίος χαιρέτισε την αλλαγή στάσης της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο θέμα της νότιας σερβικής επαρχίας. Μιλώντας για την κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την Τρίτη 22-6-2010 ο Φέϊθ δήλωσε: «Η αλλαγή της θρησκευτικής ηγεσίας και η μετάβαση προς μια περισσότερο μετριοπαθή προσέγγιση στο θέμα του Κοσσυφοπεδίου είναι επίσης μια άλλη θετική εξέλιξη» (http://www.eusrinkosovo.eu/?id=20&n=39)

Αν αυτό δεν είναι πολιτική δίωξη, τότε τι είναι;

Αν πάω στη Σερβία, όλες αυτές οι παραπάνω παρανομίες θα λάβουν κάλυμμα νομιμοφάνειας. Θα νομιμοποιήσουν οι διώκτες μου τις αποφάσεις του εκκλησιαστικού και πολιτικού δικαστηρίου εναντίον μου και εγώ θα βρεθώ εξευτιλισμένος, ανυπεράσπιστος και ξεχασμένος από τον κόσμο σε κάποιο σκοτεινό και υγρό κελλί μιας φυλακής, μιας κατ ἐπίφασιν δημοκρατικής χώρας, μα που κατά βάση το δικαιικό σύστημά της δεν πρόλαβε να διέλθει από το στάδιο του ολοκληρωτισμού στο στάδιο της δημοκρατίας.

Συνοψίζοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι όπου θυσιάζεται η αλήθεια για χάρη σκοπιμοτήτων, είτε από την πλευρά της Πολιτείας είτε από την πλευρά της Εκκλησίας, τότε εκεί συμβαίνουν εγκλήματα εις βάρος του κοινωνικού συνόλου ή μεμονωμένων προσώπων, όπως εν προκειμένω στην περίπτωση του Σεβασμιωτάτου Αρτεμίου, των συνεργατών του και εμού προσωπικώς.

Σας ευχαριστώ για την φιλοξενία.


Ιερομόναχος Συμεών Βιλόφσκι

11-7-2010
http://anavaseis.blogspot.com/2010/07/blog-post_1940.html#more
aktines.blogspot.com
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...