Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ

Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ_mp3

undefined

Π. Σάββας 2013-08-14_Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ_mp3  

Ὁμιλία τοῦ π. Σάββα στίς 15-08-2013 (Κήρυγμα στήν Ἀγρυπνία στόν Ι.Ν. Ἁγ. Ἀναργύρων Πενταπλάτανου Γιαννιτσῶν).
Γιά νά κατεβάσετε καί νά ἀποθηκεύσετε τήν ὁμιλία  πατῆστε ἐδῶ  (δεξί κλίκ, ‘Ἀποθήκευση προορισμοῦ ὡς, ἄν ἔχετε Interntet Explorer ἤ Ἀποθήκευση δεσμοῦ ὡς, ἄν ἔχετε Mozilla. Στή συνέχεια δῶστε τό ὄνομα πού θέλετε καί πατῆστε ΟΚ γιά νά ἀποθηκευθεῖ ἡ ὁμιλία)

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

Ο ΒΛΑΣΦΗΜΟΣ ΠΑΡΙΑΝΟΣ ΨΑΡΑΣ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΕΚΑΤΟΝΤΑΠΥΛΙΑΝΗ

undefined
Στο Πίσω Λιβάδι της Πάρου, προπαραμονή Δεκαπενταύγουστου 1931, βρίσκονταν τρεις ομάδες ψαράδων, που ψάρευαν τις νύχτες με τα γρι-γρι στο στενό μεταξύ Πάρου και Νάξου.
Εκείνη τη νύχτα η μία ομάδα έμεινε στο μικρό λιμάνι. Οι ψαράδες το έριξαν στο πιοτό, το πιοτό έφερε το κέφι, κι εκείνο παρεξηγήσεις και βαρείες κουβέντες.
Ούτε την Παναγία δεν σεβάστηκαν οι βλάσφημοι. Του κάκου προσπαθούσαν ο Λιμενοφύλακας και ο μαγαζάτορας του μικρού λιμανιού να τους συγκρατήσουν.
Απότομα ο ουρανός βάρυνε. Η θάλασσα άρχισε να μουγγρίζει. Σε μισή ώρα το κύμα σηκώθηκε βουνό, παρασύροντας το ψαροκάϊκο και τις βάρκες με τις λάμπες, μέχρι πού τις πέταξε σπασμένες στη στεριά. Κατόπιν η θάλασσα γαλήνεψε, κι ένα καΐκι από τη Νάξο φάνηκε να μπαίνει στο λιμανάκι. Ο καπετάνιος του απόρησε βλέποντας τα συντρίμμια στη στεριά.

— Πώς έγινε αυτό; ρώτησε. Εγώ ταξίδευα με θάλασσα γυαλί!
— Ήταν θαύμα της Παναγίας, εξήγησε ένας από τους ψαράδες του γρι-γρι.
Οι περισσότεροι συμφώνησαν. Δυο-τρεις όμως μίλησαν ειρωνικά κι έδωσαν άλλη εξήγηση:
— Ήταν ανεμοστρόβιλος. Καλά πού δεν μας σήκωσε στον ουρανό τις βάρκες.
Ένας μάλιστα, ο Γρηγόρης Λιάκουρας, πρόσθεσε:
— Άντε μωρέ, πού ήταν θαύμα! Όρεξη δεν είχε η Παναγιά -να μην τη στολίσω και τώρα- να καταπιάνεται με μας τους ψαράδες.
Αυτά είπε και πήγε να δει τη ζημιά πού είχε πάθει η δική του ψαρόβαρκα. Τη βρήκε σμπαραλιασμένη. Έφτυσε τότε έξαλλος πάνω στα συντρίμμια, βλαστήμησε πάλι την Παναγία και αποσύρθηκε να κοιμηθεί.
Μόλις ξάπλωσε, είδε ολοζώντανη την Παναγία, -σαν σε όνειρο, σαν σε ξύπνιο- να τον πλησιάζει και να τον ερωτά:
— Γιατί, παιδί μου, δεν με σέβεσαι;
— Τί είν΄ αυτά που μου λες, κυρά μου; θύμωσε εκείνος. Δεν σε ξέρω καθόλου. Πότε δεν σε σεβάστηκα;
— Δεν με ξέρεις; Τότε γιατί όλο με βλαστημάς;
Στα λόγια αυτά τινάχτηκε όρθιος. Έκανε να φωνάξει, να τρέξει, αλλά δεν μπορούσε. Τα πόδια του είχαν βυθιστεί ως τα γόνατα στην άμμο. Έκανε τον σταυρό του. Και τότε είδε πάλι, ξεκάθαρα πια, την Παναγία και την άκουσε να του λέει:
— Έλα στο σπίτι μου, στην Εκατονταπυλιανή, στην Παροικία της Πάρου. Έλα εκεί να με προσκυνήσεις.
Ο Λιάκουρας έφυγε την ίδια στιγμή σχεδόν τρέχοντας. Έφθασε στην Εκατονταπυλιανή λίγο μετά την ανατολή του ήλιου. Έτρεξε γρήγορα στο εικόνισμα της Θεοτόκου. Στη θεία της μορφή αναγνώρισε τη γυναίκα του οράματός του. Γονάτισε και προσευχήθηκε ώρες ολόκληρες. Ύστερα γύρισε στο Πίσω Λιβάδι. Εκεί διαπίστωσε ένα καινούργιο θαύμα: Οι βάρκες και το ψαροκάϊκο έστεκαν στη στεριά χωρίς καμμία ζημιά!
πηγή: Ν. Καπίτογλου, Θαύματα που γίνονται σήμερα, περιοδ. Κιβωτός, τεύχ. 21 και 22, Αθήναι
εμείς αντιγράφουμε από: Ο βλάσφημος ψαράς, Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας,σελ. 154-156, Έκδοση Εβδόμη, Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής, 2007
ΠΗΓΗ: Απόψεις για την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου
http://ellinorthodoxosxr.blogspot.com/

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Είναι «σωτήρας» η Παναγία;


Ρωτάτε για ποιό λόγο ολόκληρη η Ορθόδοξη και η καθολική Εκκλησία αποκαλούν τη Θεοτόκο «σωτήρα» λέγοντας «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς», ενώ ένας είναι ο Σωτήρας ο Ιησούς Χριστός, ο Βασιλιάς και Κύριος. Τέτοιου είδους ερώτημα θέτεις και περιμένεις απάντηση. Είναι εύκολο να θέτεις αδιανόητα ερωτήματα και να περιμένεις αναπαυτικά να σου απαντήσουν, έτσι δεν είναι; Αυτό το πονηρό ερώτημα, δεν είναι δικό σου ούτε προέρχεται από σένα αλλά από εκείνους που αμέσως μετά τον πόλεμο γύριζαν στη Μάτσβα και πωλούσαν αμερικανική εξυπνάδα στους Ματσβάνους.
Αληθεύει ότι ένας είναι ο Σωτήρας του κόσμου και Μεσσίας, που για μας υπέφερε το πάθος της σταύρωσης και το θάνατο. Δεν υπάρχουν δύο σωτήρες αλλά ένας.
Όμως αληθεύει πως η Θεοτόκος μπορεί να σώσει τους ανθρώπους από την εξαθλίωση και την αδυναμία, όπως μας μαρτυρεί η εμπειρία. Μπορεί να μας δωρίσει τη σωτηρία παρακαλώντας τον Γιό της και Σωτήρα του κόσμου.
Εμείς παρακαλούμε και τους Αγίους Αποστόλους: «Άγιοι Απόστολοι σώστε μας!». Αυτό δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε πολλούς σωτήρες αλλά έναν και μοναδικό. Όμως παρακαλούμε τους Αποστόλους ως πνευματικά φωτισμένους και ηθικά άξιους που είναι κοντά στο Θεό να παρακαλέσουν τον Σωτήρα του κόσμου για τη σωτηρία μας.
Και στον Άγιο Νικόλαο κατά την προσευχή μπορούμε να πούμε: «Άγιε Νικόλα σώσε μας!». Αυτό δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τον Άγιο Νικόλαο ως Σωτήρα του κόσμου, ίσον προς τον Ιησού Χριστό, ούτε ότι απομακρυνόμαστε από αυτή την αλήθεια, ότι πάντοτε και πάντα ένας και μοναδικός είναι ο Σωτήρας του κόσμου. Αλλά προσευχόμαστε στον Άγιο Νικόλαο ή σε όποιον άλλον άγιο να μας σώσει παρακαλώντας τον Σωτήρα και Ελεήμονα Κύριο.
Η περίπτωση είναι παρόμοια με το να παρακαλούμε τους πρίγκιπες να παρακαλέσουν με τη σειρά τους το βασιλιά για κάτι που θέλουμε ή με το να παρακαλούμε κάποιους από τους συγγενείς μας να πάρουν το μέρος μας στο δικαστήριο.
Εμείς, πιστεύουμε στη συγγένεια με το Θεό, στην οικογένεια του Χριστού την πνευματική, την ένδοξη και αθάνατη. Κάθε σωματική συγγένεια στη γη είναι μόνο εικόνα ή σύμβολο της ουράνιας θεϊκής συγγένειας.
Ειρήνη και χαρά από τον Κύριο.
πηγή: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δεν φτάνει μόνο η πίστη…»
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/08/17

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Η Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Παναγίας Σουμελά και η εορτή της Παναγίας στα Φάρασα της Καππαδοκίας.

Της Ανθίππη Φιαμού
(Από την εφημερίδα «Ποντιακή Γνώμη)

Με αφορμή την πανηγυρική λειτουργία που έλαβε χώρα στις 15 Αυγούστου 2010 στο χώρο της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Σουμελά, στη Ματσούκα του Πόντου, κάνουμε ένα αφιέρωμα στο ιστορικό της μονής, που επί 1600 χρόνια αποτέλεσε φάρο και σύμβολο του Ελληνισμού του Πόντου και της Ανατολής.

Η ίδρυση της Μονής
Κατά την παράδοση, πρώτος ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς, με την ευλογία της ίδιας της Θεοτόκου και πάνω σε τρία ξύλα που του έφερε ο άγγελος Κυρίου, ζωγράφισε την αγία Της μορφή. Οι τρεις αυτές εικόνες, τις οποίες ευλόγησε η παναγία μας, διασώζονται μέχρι τις μέρες μας (!) και η τύχη τους μετά την κοίμηση του Αποστόλου Λουκά πλαισιώνεται από χίλιους θρύλους και ιστορίες.
Είναι μεγάλη τιμή για τον Ελληνισμό και οι τρεις τους να βρίσκονται στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Η μία στο Μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου των Καλαβρύτων, που ιδρύθηκε το 362 μ.Χ. ύστερα από τη θαυμαστή εμφάνιση της στον τόπο εκείνο, η δεύτερη στη Μονή Κύκκου της Κύπρου, ενώ η τρίτη στην. Μ. Παναγία Σουμελά του Βερμίου. Ως «Κυρά των Ποντίων» χαρακτηρίζουν την τελευταία και η ιστορία της -πολύπαθη και συγκινητική, όπως και του λαού που επέλεξε η Μεγαλόχαρη για ποίμνιο Της, όπως και της γης που επέλεξε για θρόνο Της.

Προτού κοιμηθεί, ο Απόστολος Λουκάς εμπιστεύτηκε την εικόνα της Παναγίας που κρατά τον μικρό Χριστό να ευλογεί με το ένα χέρι και στο άλλο να έχει ένα χειρόγραφο, στον μαθητή του Ανανία. Αργότερα στην Αθήνα κτίστηκε μεγάλος ναός προς τιμή της Θεοτόκου, για να φιλοξενήσει το πανέμορφο εικόνισμα Της. Κατά μία εκδοχή, πρόκειται για τον Παρθενώνα, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, είχε όντως μετατραπεί σε ορθόδοξο ναό. Τότε αποκαλούνταν «Παναγία η Αθηνιώτισσα», όπως και όταν μεταφέρθηκε στη Θήβα, όπου επίσης για χάρη Της ανοικοδομήθηκε λαμπρός ναός. Η Μητέρα του Θεού όμως αλλού επιθυμούσε να στηθεί ο θρόνος της, και τη βούληση της αυτή φανέρωσε στον μοναχό Βασίλειο, προστάζοντας τον μαζί με τον ανιψιό του Σωτήρχο να αλλάξουν
ονόματα και από την Αθήνα όπου βρίσκονταν να πάνε στο ναό Της στη Θήβα για να πάρουν τις εντολές Της για τη θέση της νέας Της οικίας. Έτσι, ο Βαρνάβας πλέον και ο Σωφρόνιος κατευθύνθηκαν στη Θήβα, όπου είδαν την αγία εικόνα Της να αφήνει μόνη της το εικονοστάσι και από το παράθυρο του ναού να φεύγει και να χάνεται στον ουρανό:

«...Ακολουθήστε με άφοβα στην Ανατολή. Εγώ προπορεύομαι στο όρος του Μελά, που επέλεξα. Θα είμαι πάντα μαζί σας...».

Παρόλο που ο δρόμος στο άγνωστο γέμιζε με αγωνία τους δύο μοναχούς, η δυνατή πίστη τους, η εμπιστοσύνη τους στα λόγια της Παναγίας και η έντονη επιθυμία τους να φέρουν εις πέρας τη θεία εντολή αποτελούσαν την πηγή δύναμης, υπομονής και θάρρους.

Εκεί που τα πόδια δεν τους κρατούσαν από πολύωρη πεζοπορία και οι αμφιβολίες αν κατάλαβαν καλά κάποιο σημάδι της Θεοτόκου πλημμύριζαν το μυαλό τους, μια ένας οδοιπόρος, μια ένα πλοίο, μια κάποιο ζώο, η φύση ολόκληρη θα τους οδηγούσε τελικά ανατολικά, προς το ευλογημένο μέρος «στο όρος Μελά».

Πάνω από 5 χρόνια κράτησε η δοκιμασία των δύο μοναχών, μέχρι που μουδιασμένοι άκουσαν έναν χωρικό, που τους φιλοξένησε για μια νύχτα, πως για δείπνο τούς έχει «χόρτα από το χωράφι του» και «ψάρια που τα ψάρεψε ο ίδιος από τον Πυξίτη ποταμό, που κατηφορίζει ...από το όρος Μελά»! Η ολοκλήρωση της εντολής φάνταζε τότε τόσο κοντά. Δεν μπορούσαν να φανταστούν ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος πως η μαρτυρική τους πορεία μόλις έφτασε στο αποκορύφωμα, καθώς ένα πυκνό δάσος πανύψηλων δέντρων και άγριων θάμνων, που έκλεινε τον ορίζοντα και έκρυβε τον ουρανό, για αιώνες περίμενε υπομονετικά αυτοί οι δύο άνθρωποι του Θεού κατά βούληση της Μεγαλόχαρης να το διασχίσουν πρώτοι και να το τιμήσουν με το στήσιμο του θρόνου Της εκεί. Μια σκυμμένοι και μια μπουσουλώντας, σπάζοντας κλαδιά, αγκομαχώντας στα τυφλά, πιάνοντας κορμούς με σκλήθρες και αγκάθια, που τους ξέσχιζαν τα ρούχα και τη σάρκα, ακόμα και τα παπούτσια, με μόνιμο κίνδυνο να κατρακυλήσουν από την απότομη πλαγιά, θείος και ανιψιός αγωνίζονταν σκληρά να φτάσουν στον προορισμό τους. Όμως εκεί πάνω στο πλάτωμα τους περίμενε η μέγιστη δυνατή συγκίνηση Στο βάθος της σπηλιάς, σε μια κόγχη, στεκόταν η εικόνα της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας!

Με τη στιγμή της μεγάλης αυτής «συνάντησης» ξεκινά η ζωή της Παναγίας της Αθηνιώτισσας στον εκλεκτό Πόντο! Οι δύο μοναχοί κοπιάζουν να κτίσουν το νέο οίκο της Μεγαλόχαρης σε τόπο που λες και κρέμεται πάνω από τη γη. Καθώς λέγεται, ύστερα από ζεστή προσευχή των μοναχών, άρχισε να αναβλύζει αγίασμα, παρέχοντας τους δροσερό νερό, ενώ ένα μουλάρι φορτωμένο με δύο καλάθια τρόφιμα, εργαλεία, ρούχα, σκεύη, βιβλία, εμφανίστηκε μπροστά τους χωρίς να συνοδεύεται από κανέναν. Μόνο ένα σημείωμα ανέφερε ότι το στέλνουν οι αδελφοί από τη Μονή Ιωάννη Βαζελώνος, στον Ηγούμενο της οποίας παρουσιάστηκε η Θεοτόκος δίνοντας την εντολή να αποσταλούν τα απαραίτητα στους δύο μοναχούς που Της κτίζουν νέο θρόνο στο όρος Μελά. Χωρίς να γνωρίζουν πού ήταν ακριβώς η θέση αυτή, εμπιστεύτηκαν το μουλάρι στη Θεία Χάρη Της να το οδηγήσει, όπως και έγινε. Ύστερα από αυτό το συγκινητικό γεγονός καθιερώθηκε κάθε χρόνο την ίδια μέρα να στέλνεται από τη Μονή Σουμελά προς τη Μονή Βαζελώνος ένα φορτωμένο μουλάρι σε ανάμνηση της εκ θαύματος βοήθειας.

Πέρασαν χρόνια και ο αρχικά μικρός ναός αντικαταστάθηκε με μεγαλύτερο, πλαισιώθηκε από κελιά και ξενώνες. Η Σουμελά ευημερούσε ήδη κατά την εποχή του Ιουστινιανού (6ος αι.) και η φήμη της απλωνόταν σ' ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Η φήμη αυτή γίνεται αιτία να συσσωρευτούν πλούτη στη μονή, ενώ οι αυτοκράτορες της Δυναστείας των Κομνηνών τής παραχωρούν πολλά κτήματα και χωριά της περιοχής, των οποίων οι κάτοικοι επιφορτίζονται με τα καθήκοντα της καλλιέργειας της γης και της φρούρησης των περασμάτων για το φόβο των ληστών και των επιδρομέων.

Το προνομιακό καθεστώς, που περιλαμβάνει εκτός των άλλων και απαλλαγή από τη φορολογία, διατηρείται και κατά την οθωμανική περίοδο, ενώ η αίγλη της μονής συνεχίζεται ως τις αρχές του 20ού αι. Τη δεκαετία του 1910 ζουν εδώ πάνω από 100 μοναχοί. Μέχρι σήμερα σώζονται ασπρόμαυρες φωτογραφίες της μονής από εκείνη την εποχή.

Η γιορτή της Μονής, το Δεκαπενταύγουστο, αποτελούσε το γεγονός της χρονιάς για ολόκληρο τον πόντο, οι εορτασμοί κρατούσαν εννιά μέρες και συγκέντρωναν προσκυνητές απ' όλες τις γωνιές του ορθόδοξου κόσμου, ενώ οι λιτανείες με τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια δεν άφηναν κανέναν ασυγκίνητο.

Αυτή η λαοσύναξη σταμάτησε να γίνεται από το 1922. έκτοτε, το βράδυ της 14ης προς 15η Αυγούστου, κάθε χρόνο, το σκοτάδι στην κοιλάδα του Πυξίτη και το όρος Μελά που είναι σκαρφαλωμένο το μοναστήρι της Παναγίας, ήταν πιο βαθύ, «σκοτία πίσα» που έλε’ αν τ’ εμέτερ».εκεί τριγυρνούσαν μόνο οι ψυχές πενήντα γενεών Ποντίων, που συνέδεσαν και ταύτισαν την επιβίωση του Γένους με τη δύναμη που έπαιρναν από την Παναγία Σουμελά, ειδικά κάθε Δεκαπενταύγουστο.


Η καταστροφή και η ανιστόρηση της Σουμελά

Η μονή καταστρέφεται το 1918, με την αποχώρηση των Ρώσων, και το Φεβρουάριο του 1923 οι τελευταίοι εναπομείναντες μοναχοί εγκαταλείπουν το μοναστήρι, που μένει στο έλεος των τυμβωρύχων και αποτελεί κρησφύγετο λαθρεμπόρων. Η πυρκαγιά του 1930 ήταν αυτή που αποτελείωσε την καταστροφή.

Δεν άντεξαν όμως οι Πόντιοι για πολύ το χωρισμό τους και μόλις έμαθαν πως πριν αφήσουν τη μονή, μερικοί μοναχοί έθαψαν τα πολύτιμα κειμήλια της -μεταξύ αυτών, φυσικά, η αγία εικόνα της Θεομήτορος και ο Σταυρός με το Τίμιο Ξύλο. δώρο του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού- μερικά χιλιόμετρα από το μοναστήρι, επιδίωξαν την επιστροφή τους σε χριστιανικά χέρια. Το 1931, ύστερα από ενέργειες του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου προς την τουρκική κυβέρνηση του Ισμέτ Ινονού, επιτέλους δόθηκε άδεια μια αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον έναν εκ των μόλις δυο εν ζωή καλόγερων του ιστορικού μοναστηριού, τον Αμβρόσιο Σουμελιώτη, να παραλάβει τον κρυμμένο θησαυρό των Ποντίων, της Ορθοδοξίας, του Ελληνισμού ολόκληρου. «Εν Ελλάδι υπήρχαν Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Με την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος», - είχε γράψει τότε ο υπουργός Πρόνοιας Λεωνίδας Ιασωνίδης. η συμβολή του οποίου ήταν καθοριστική.

Η μονή της Παναγίας Σουμελά ανιστορήθηκε το 1951 με πρωτοβουλία του Φίλωνα Κτενίδη στην Καστανιά Βέροιας, όπου μεταφέρθηκε η ιερή εικόνα της Παναγίας και άλλα κειμήλια της ιστορικής μονής.

Εξήντα εφτά χειρόγραφοι κώδικες και εκατόν πενήντα βιβλία της μονής βρίσκονται σήμερα στο μουσείο της Άγκυρας. Πολλές από τις πολύτιμες εικόνες που απέμειναν μεταφέρθηκαν στην Οξφόρδη και μερικές στο Δουβλίνο. Άλλες πάλι λέγεται ότι έγιναν προσάναμμα από τους βοσκούς της γύρω περιοχής, για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.


Η αναστήλωση της Σουμελά στον Πόντο

Μέχρι το 1972, χρονιά κατά την οποία τοποθετήθηκε εδώ ο πρώτος φύλακας αρχαιοτήτων, με σύμμαχο την αδιαφορία των τοπικών αρχών, το μοναστήρι ήταν έρμαιο στα χέρια των βανδάλων.

Το 2001 ξεκίνησαν εργασίες αποκατάστασης υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ (οι οποίες σχεδόν ολοκληρώθηκαν το 2010) με σκοπό να ανακατασκευαστούν τα κτίρια της μονής και να περισωθεί ό,τι είναι δυνατό από τις υπέροχες αγιογραφίες που κοσμούν το εσωτερικό της εκκλησίας εντός του σπηλαίου και ενός μικρότερου παρεκκλησίου που χτίστηκε αργότερα. Τα δείγματα της αποκατάστασης των τοιχογραφιών δυστυχώς είναι αποκαρδιωτικά, ενώ έχουν γίνει και υπερβάσεις στην ανακατασκευή του κτιριακού συγκροτήματος, που αναμένεται να αποκατασταθούν.

Η πρώτη λειτουργία μετά από περίπου ενενήντα χρόνια
Από τις αρχές της δεκαετίας του '90, οπότε αυξήθηκε ο αριθμός Ελλήνων επισκεπτών από την Ελλάδα και από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στη Σουμελά, άρχισε σταδιακά να συζητείται σε τοπικό επίπεδο η τουριστική αξιοποίηση της μονής μέσω του ανοίγματος σε θρησκευτικές λειτουργίες.

Παρά τις προκαταλήψεις και τις φοβίες της κοινωνίας και του τουρκικού κράτους, τελικά, η κυβέρνηση Ερντογάν αποφάσισε να επιτρέψει την τέλεση Θείας Λειτουργίας μια φορά το χρόνο, όπως εκτεταμένα αναφέρθηκε στο προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας μας, που παρουσιάσαμε και τη μετάφραση της σχετικής υπουργικής απόφασης.

Φέτος τη νύχτα της 14ης προς 15η Αυγούστου ανταμώθηκαν οι ψυχές πενήντα γενεών Ποντίων που έμειναν θαμμένοι στα άγια χώματα του Πόντου με τις ψυχές τριών γενεών Ποντίων που γεννήθηκαν κι ανδρώθηκαν μακριά από αυτόν, μετά το 1923.

Φέτος η νύχτα της 14ης προς 15η Αυγούστου στο βουνό Μελά ήταν πιο φωτεινή από ποτέ.

Συμπλήρωμα από Α. Φιαμού

Το αγίασμα της Παναγίας Σουμελά οι Τούρκοι το μπάζωσαν με τσιμέντο, γιατί πήγαιναν οι δικές τους γυναίκες και έπαιρναν νερό για να το δώσουν στα παιδιά τους. Όμως το τσιμέντο υδροστατεί και οι προσκυνητές αρκούνται σε μερικές σταγόνες.

Αυτό που ακολουθεί το είδα με τα μάτια μου.

Ήταν μια νεαρή Τουρκάλα με το μωρό της στην αγκαλιά. Ήταν μήνας Αύγουστος αλλά εκείνη φορούσε παλτό ως τα γόνατα και μαντήλα όπως οι ακραιφνείς μουσουλμάνες. Πλησίασε το τσιμεντωμένο αγίασμα, άπλωσε το χέρι έπιασε με μερικές σταγόνες κι έβρεξε μ’ αυτές το μέτωπο του παιδιού της.

Έφυγε το ίδιο σιωπηλά και διακριτικά όπως ήρθε.

Επίσης, οι Τούρκοι ονομάζουν το μοναστήρι «Μεριέμ Ανά Μοναστήρι» που σημαίνει
«Το Μοναστήρι της Μάνας Μαρίας». Γιατί η Παναγία είναι η Μάνα όλου του κόσμου.


Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΑ ΦΑΡΑΣΑ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
Του Ιορδάνη Παπαδόπουλου
Μαθηματικού Φαρασιώτη

«'Σ Παναγίας το τραγώδι, του σταφυλού ο Πάσκας»
(Της Παναγίας το τραγούδι, Πάσχα του σταφυλιού, της Κοιμήσεως, 15 Αύγουστο)

Ο Αιδ. Παπά Θόδωρος Θεοδωρίδης σημειώνει: «Στο Βαρασό των Φαράσων είχαν τέσσερις εκκλησίες και εξωκλήσια προς τιμήν της Παναγίας. Οι τρεις απ' αυτές ήσαν απ' τα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Η πρώτη ήτο μέσα σε σπηλιά τεραστίου βράχου (σ' Παναγίας ο πηλός), κοντά στο χωριό προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Η δεύτερη στο βουνό Σαχ-Μούρη, σε παλιό χωριό Άγιο ή Μανόγιο, η Τρίτη, Παναγία των Εισοδίων της Θεοτόκου κι αυτή στην τοποθεσία «Τα πόνου Άνα ή Τα Μακρά και η τέταρτη η Έ - Γάτερη (Αγία Γαλατερή), στου Μαόκκου».

Για την Παναγία στη σπηλιά υπήρχε μια ενδιαφέρουσα παράδοση που έλεγαν οι Φαρασιώτες στο Πλατύ Ημαθίας:

Όταν κινδύνευσε ο Χριστός (από τον ΗρώδηWink «η Παναγία χύτζεν τζαι δώτζεν μο τα φτερά τ'ς πα σο κάτζι τζαι νοίγει τζ' ενότουν 'ς Παναγίας ο σπήλος» (η Παναγία έτρεξε και χτύπησε με τα φτερά της πάνω στο βράχο και άνοιξε και έγινε της Παναγίας η σπηλιά).

Η γιορτή στη σπηλιά, που ήταν η πιο σπουδαία για τους Φαρασιώτες, κρατούσε τρεις μέρες. Μαζεύονταν όχι μόνο Χριστιανοί από όλα τα Φαρασιώτικα χωριά, αλλά και Καππαδόκες από μακρύτερα μέρη που έκαμναν δυο τρεις μέρες δρόμο για να έλθουν. Ακόμη και Τούρκοι (κυρίως ντονμέδες, πρώην Χριστιανοί) έπαιρναν μέρος στη γιορτή. Από το πρωί της παραμονής, άρχιζε να έρχεται ο κόσμος οικογενειακώς στον Ιερό βράχο. Η ανάβαση δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Είχε πάνω από 150 σκαλιά, πέτρινα και ξύλινα. Το απόγευμα έρχονταν τα παλικάρια με τα σφάγια «γουζία τζαι ρίψε» (αρνιά και ερίφια), αλλά και μικρά μοσχάρια.

Επειδή την παραμονή του 15 Αύγουστου ήταν ημέρα σαρακοστής, δεν επιτρεπόταν πλούσιο φαγοπότι, ούτε ξεφαντώματα με χορούς και τραγούδια. Ανήμερα της γιορτής, το χάραμα, έρχονταν «οι σταφυλάτοι μο τα σεπέτα» (οι αμπελουργοί με τα καλάθια). Απόθεταν τα καλάθια στην είσοδο της σπηλιάς για να ευλογήσει ο Ιερέας τον πρώτο καρπό.

Κατά τον Παπά Θόδωρο Θεοδωρίδη «Αυτοτελές και ιδιόρρυθμο είναι το της Κοιμήσεως της Θεοτόκου τραγούδι» (όπως σημειώνει σε ανέκδοτο χειρόγραφο). Το παραθέτει όπως TO διηγήθηκε η μητέρα του:

Πέντε Άγιοι χορεύκανε 'ς Παναγίας το χαυλού
κανείς σο στραβόν τη στράτα μην 'υρκπεί

Πέντε Άγιοι χόρευαν στης Παναγίας την Αυλή
κανείς στο δρόμο το στραβό μη γυρίσει

Ο προφήτ'ς έχτσεν το κεμίν τζαι τελλέτσεν τα
σα 'κατό χρόνες ποίτζεν τα τεμάμι

Ο προφήτης έχτισε την κιβωτό και την τελείωσε
σε εκατό χρόνια την ολοκλήρωσε


Σεράντα ημέρες βρεσίνκε μο βροσή
πενήντα ημέρες 'ύρσεν τα τουφάνι
Είπαν' τι τζαι τα χάιβάνε, αμόνι
τζο ντουνεν τζαι στο Θεό αν τερμάνι

Σαράντα ημέρες έβρεχε μόνο βροχή
πενήντα ημέρες το γύρισε κατακλυσμό.
Είπαν και τα ζώα, αμάν πια
δε γίνηκε κι απ' το θεό μια βοήθεια


Και μια παραλλαγή (Μαρτυρία της Κυριακής Μιχαϊλίδου από το Ούλου Αγάτς, στον Παπά Θόδωρο Θεοδωρίδη, Αθήνα 1943):

Πέντε Άγιοι χορεύανε 'ς Παναΐας την αυλή
πιέσαν χορός τζαι τραγωδάν τ' ορτόν την πίστη
Ο προφήτ'ς έχτσεν το κεμίν τζαι
τελλέτσεν τα τζαι ποίτζεν τα τεμάμι
Ο Χριστός είναι 'ς Παναΐας ο Τόκος
τζ' η Παναΐα έν' Ορτά Θεοτόκος

Πέντε Άγιοι χορεύανε στης Παναγίας την αυλή
πιάσανε χορό και τραγουδούν την ορθή πίστη
Ο προφήτης έχτισε την κιβωτό και
την τελείωσε και την ολοκλήρωσε
Ο Χριστός είναι γέννα της Παναγιάς
κι η Παναγιά είναι στ' αλήθεια Θεοτόκος

Είναι φανερό πως το τραγούδι αναφέρεται στον κατακλυσμό του Νώε. Και στις δυο εκδοχές έχουμε πέντε Αγίους να χορεύουν στην αυλή της Παναγιάς και το κεμίν. Εντυπωσιακή η επισήμανση πως η Παναγία είναι Θεοτόκος (όχι Χριστοτόκος), που σημαίνει πως ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος

resaltomag.blogspot.com
radiofloga.blogspot.com

ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ-Λόγος εγκωμιαστικός στην Παναγία


Αλλά τάχα σε τι στέκεται η ευλάβεια της Παρθένου; Σε προσευχή και νηστεία. Σε προσευχή, όπου είναι η παράκληση, σε νηστεία, όπου είναι η εγκράτεια δύο τρόποι τούς οποίους διόρισε η Εκκλησία για να τιμούμε, έξοχα στις μέρες αυτές, την μητέρα του Θεού και μητέρα μας. Μα τι λογής πρέπει να είναι η προσευχή μας στην παράκληση; Οχι με αταξία, όχι με σύγχυση, όχι με αναισχυντία, αλλά με φόβο Θεού, με συντριβή καρδίας, με δάκρυα κατανύξεως. Τι λογής πρέπει να είναι η νηστεία μας στην εγκράτεια; Οχι μόνο νηστεία από φαγητά, αλλά νηστεία και από αμαρτίες· όχι μόνο εγκράτεια από κρέατα, αλλά εγκράτεια και από τα πάθη τα σαρκικά. Η Παναγία Παρθένος, με τη νηστεία, ζητεί από μας καρδία καθαρά και με την προσευχή, καρδίαν συντετριμμένη. Και τι λιγότερο μπορεί να ζητήσει από τούς Χριστιανούς η μητέρα του Θεού και μητέρα των χριστιανών; Αχ! Και να καταλαβαίναμε πόση χαρά και βοήθεια έχουμε από τέτοια αγιότατη μητέρα.

Ορφανοί, που στερηθήκατε τούς γονείς σας, ξένοι, που χάσατε την ευτυχία σας, άρρωστοι, θλιμμένοι, αμαρτωλοί μη λυπάστε, εσείς έχετε μητέρα, τη μητέρα του Θεού. Μητέρα που σας κυβερνά στην ξενιτιά σας, που σας τρέφει στη φτώχεια σας, που σας δίνει τη θεραπεία στα πάθη, την παρηγοριά στις θλίψεις, την ελευθερία στις σκλαβιές, την συγχώρεση στις αμαρτίες. Μη λυπάστε· έχετε μητέρα, τη μητέρα του Θεού. Ναύτες, όπου πλέετε στη θάλασσα, επικαλεστείτε την Παρθένο να έχετε λιμάνι στις ανεμοζάλες. Πραματευτές, που περπατάτε στη γη, επικαλεστείτε την Παρθένο να έχετε βοηθό στούς κινδύνους. Γεωργοί, όπου δουλεύετε τη γη, επικαλεστείτε την Παρθένο να έχετε ευλογία καρποφορίας στούς κόπους σας. Νεοι, όπου σπουδάζετε στα σχολεία, επικαλεστείτε την Παρθένο να έχετε φως γνώσεως στις σπουδές. Ιερείς και λαϊκοί, άνδρες και γυναίκες, επικαλεστείτε την Παρθένο σε όλες τις σωματικές και ψυχικές ανάγκες, να την έχετε προστάτη σ’ αυτήν την ζωη, παραστάτη την ώρα του θανάτου, μεσίτρια την ημέρα της κρίσεως. Χριστιανοί, μικροί και μεγάλοι, όσοι λατρεύετε και προσκυνείτε το όνομα του Ιησού, τιμάτε και ευλαβείστε και το όνομα της Παρθένου Μαρίας, της μητέρας του Ιησού και μητέρας μας. Ιησούς και Μαρία ας είναι τυπωμένα μέσα στην καρδιά σας. Ιησούς και Μαρία μη λείπει από το στόμα σας. Ιησούς και Μαρία, ας είναι η αρχή και το τέλος των προσευχών σας. Το όνομα Ιησούς και Μαρία, ας είναι τα πρώτα λόγια της αυγής, τα τελευταία της ημέρας, με αυτά να σφραγίζετε σε ύπνο τα μάτια σας, με αυτά να μπαίνετε και να βγαίνετε από την Εκκλησία, με αυτά να αρχίζετε και να τελειώνετε κάθε υπόθεση, για να αξιωθείτε την ώρα που πρόκειται να παραδώσετε το πνεύμα, να έχετε από το ένα μέρος τον Ιησού και από το άλλο την Μαρία και μαζί με τον Ιησού και την Μαρία να συνδοξάζεστε στην Βασιλεία των Ουρανών. Αμήν.
http://proskynitis.blogspot.com/
Πηγή εἰκόνας: http://t3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTiDhLdlmRalh8xrZqqR-B5RNryrq3fwcF6bzdA5PdmDj7p0Q8&t=1&h=198&w=140&usg=__4wMstKplw_h9kPW9h5GVQNrQMTg=

Οι τελευταίες στιγμές της Παναγίας

undefined
Ιωάννου του Γεωμέτρη

Η Μητέρα του Θεού λοιπόν έδειξε στους Αποστόλους, που ήδη το γνώριζαν, το σύμβολο της αναχωρήσεώς της, το φοίνικα, τους μετέδωσε επίσης ευλογία και ανάλογη παρηγοριά και αφού τους μίλησε για την έξοδο της και τους προθυμοποίησε για το κήρυγμα, τους είπε με λίγα λόγια ολόκληρη την οικονομία της αποστολής τους. Έπειτα ασπάσθηκε τον Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους, “χαίρετε”, λέγοντας, “τέκνα και φίλοι και μαθηταί του Υιού και Θεού μου και να αισθάνεστε ευτυχείς, που αξιωθήκατε τέτοιο δάσκαλο και Δεσπότη και να υπηρετείτε τέτοια μυστήρια και να μετέχετε των διωγμών και των παθημάτων του, για να γίνετε κοινωνοί της δόξας και της Βασιλείας Του”.

Αφού τους μίλησε για τα τελευταία γεγονότα, τους ζήτησε να ψάλλουν τους επιτάφιους ύμνους, ενώ Εκείνη άρχισε τις προς τον Θεό ευχαριστίες της.
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
«Σε ευλογώ”, έλεγε, “Δέσποτα και Θεέ και Υιέ του Θεού του προανάρχου σου Πατρός και δικέ μου υιέ, της δούλης σου, για  την φιλανθρωπία σου. Σε ευλογώ, που μας λύτρωσες από την κατάρα και μας έδωσες την ευλογία. Σε ευλογώ τον αίτιο όλων των αγαθών μας, της ζωής, του φωτός, της ειρήνης, της δυνατότητας να γνωρίσουμε τον Πατέρα σου και το συνάναρχό σου και ζωοποιό Πνεύμα. Σε ευλογώ Λόγε, που ευλόγησες την κοιλιά μου κατοικώντας σ’ αύτη με ανέκφραστο τρόπο. Σε ευλογώ, που με τέτοιο τρόπο μας αγάπησες ώστε και για μας να σταυρωθείς και να πεθάνεις. Σε ευλογώ, που κατέστησες μακάρια την κοιλιά μου και πιστεύω ότι θα εκπληρωθούν και όλα τα άλλα, για τα οποία μου έχεις μιλήσει».

Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Μετά από αυτά τα λόγια ακολούθησε αμέσως η παράδοξη κάθοδος του Υιού της που συνοδευόταν από τους Προφήτες, τους Πατριάρχες και όλους τους Δικαίους. Μπροστά πήγαιναν οι Άγγελοι και Αρχάγγελοι και όλες οι υπόλοιπες Αγγελικές δυνάμεις. Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι γέμισε. Όλα εκείνα που η Παρθένος προγνώριζε, τότε τα έβλεπε μπροστά της, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος από αυτά τα θαυμάσια, ο καθένας ανάλογα με την αγιότητά του. Έτσι η δεύτερη κατάβαση έγινε ενδοξότερη και φρικωδέστερη της πρώτης, και προφανεστέρα για όσους είχαν όραση πνευματική. Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρευρίσκονταν με φόβο, ιεραρχικά σύμφωνα με την τάξη τους. Έβλεπαν με φόβο όχι μικρότερο (ίσως μεγαλύτερο θα έλεγα, αν επιτρεπόταν), γεμάτοι έκπληξη για την δεύτερη κένωση και συγκατάβασή του. Ό,τι έγινε άλλοτε για χάρη ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους, τώρα για μία μόνο ψυχή, για μία μόνον γυναίκα γινόταν ένα τέτοιο θαύμα.
Η συνοδεία ήταν λαμπρή και πολυάριθμη, όπως άρμοζε για την άφιξη του Δεσπότη και την αναχώρηση της Δέσποινας, αλλά η θέαση αυτών που γίνονταν, όπως ήδη είπα, γινόταν μόνον από τους καθαρούς, αν και η παρουσία του Δεσπότη ήταν ακατανόητη και σ’ αυτούς τους Μαθητές και Αποστόλους που ήσαν γεμάτοι από τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που κατοικούσε μέσα τους. Παρευρισκόταν εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως θεωμένη, λαμπρότερη της αστραπής και της λάμψεώς της, από ότι στο Θαβώρ, αλλά μικρότερη της φυσικής της λαμπρότητας ενώ οι Απόστολοι ήσαν σαν νεκροί. Ο Κύριος αμέσως τους λέγει, “ειρήνη υμίν”, όπως άλλοτε όταν «εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων»,  στο ίδιο σπίτι που μαζεύτηκαν και τότε και τώρα, το σπίτι του Ιωάννη. Τότε συγκεντρώθηκαν για τον φόβο των Ιουδαίων. Σήμερα τους συγκέντρωσε αυτή που γέννησε τον Κύριο, η οποία και κατοικούσε σ’ αυτό με τον αγαπημένο και παρθένο μαθητή του, το δεύτερο και θετό υιό της.
Ακούοντας οι Μαθητές αυτήν τη γλυκειά, την ήρεμη και γνώριμη φωνή, πήραν θάρρος  στο σώμα και στη ψυχή και, όσο τους ήταν δυνατό, ύψωσαν τα μάτια τους προς τον ήλιο, την ώρα που Εκείνος χαμήλωνε λίγο τη λαμπρότητα της ανατολής του και τους περιέλαμπε με μικρότερο φωτισμό.
Αλλά ας σταθούμε λίγο  στα επιθανάτια της Παρθένου. Η ψυχή της βρίσκεται σε μία μεγάλη συγκίνηση και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητη και τρέχει να απομακρυνθεί από το σώμα ώστε το γρηγορότερο να βρεθεί με τον Υιό της και να προσπέσει  στα χέρια του και να αναχώρησει μαζί του. Πώς ήταν δυνατό να υπομείνει αυτή τη χαρά, όπως τη λύπη τον καιρό του Πάθους, και πώς εμείς να μην επιθυμούμε να πούμε πως αυτή δεν πέθανε, αν και δεν το λέμε αυτό, για να μην πούμε πρωτάκουστα διδάγματα.
Δάκρυσε, και πάλι έγινε ανώτερη των δακρύων από τη μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, όταν είδε με σώμα εκείνον, που λίγο παλιότερα τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπιέται, ενώ περιβαλλόταν από τόσες μυριάδες Αγγέλων, από τόση λαμπρότητα και τόση δόξα. Έβλεπε το πρόσωπο και τη μορφή εκείνου, που άλλοτε τον κορόιδευαν και τον έφτυναν, που ήταν ντυμένος την κόκκινη χλαίνα της ντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόση αξία και λαμπρότητα. Αυτόν που δεν είχε ούτε είδος ούτε ομορφιά, τώρα να αστράφτει από την ομορφιά της θεότητάς του. Έβλεπε τον άλλοτε νεκρό που καταδικάστηκε σαν αντίθεος, Θεό και Βασιλέα και Κριτή των πάντων, αθάνατο και ανίκητο. Ω, πώς ζούσε και πάλι μέσα στις αντιθέσεις, όπως τον καιρό της Σταυρώσεως. Το όραμα τη γέμιζε ευφροσύνη, χαιρόταν υπερβολικά η ψυχή της, αλλά συστελλόταν επειδή αναχωρούσε προς εκείνη τη δόξα και λαμπρότητα.
Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερο από πριν εκείνον που την δόξασε. Προσευχόταν για τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντες, ικέτευε για τους πιστούς όλης της γης ή μάλλον για όλο τον κόσμο και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών. Ζητούσε να λάβει από το Δεσπότη κάποιο λόγο ή κάποιο σημείο ως εγγύηση της σωτηρίας τους, απλώνοντας ικετευτικά τα χέρια εκείνα με τα όποια τον αγκάλιαζε, κινώντας τη γλώσσα και τα χείλη με τα οποία τον ασπαζόταν, θυμίζοντας τον θηλασμό του, και κλαίοντας από ευτυχία, έκαμε το παν, λέγοντας αποχαιρετιστήριους λόγους και προσευχές. Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, όχι από φόβο αλλά από χαρά. Οι Απόστολοι αντιφωνούν με τη δική τους ψαλμωδία, και έτσι, περνώντας από το πανάγιο στόμα η υπεραγία ψυχή της, σαν σε ύπνο, παραδίδεται  στον Υιόν της, ξεφεύγοντας τους πόνους του θανάτου, όπως τους διέφυγε και κατά την γέννηση ή μάλλον με την ίδια και μεγαλύτερη χαρά και όπως τότε, όταν ανέκφραστα γεννιόταν απ’ αυτή ο Υιός και Θεός της, και τώρα που αυτή πήγαινε προς τον Θεό, ο οποίος βρισκόταν μπροστά της όχι μόνο νοερά αλλά και αισθητά.
Αμέσως, όλοι οι Άγγελοι άρχισαν να ψάλλουν, και μετά του πνεύματος μεν έβγαινε κάποια άφθονη και ανεξήγητη ευωδία, ενώ το σώμα περιβαλλόταν από πλούσιο και απλησίαστο φως, ώστε και ο αέρας γέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστη ευωδία, το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού, ώστε να γίνεται κάπως αθέατο. Έτσι λοιπόν διαμοιράζονται την Παρθένο, οι μαθητές και ο Διδάσκαλος, τα επίγεια και τα ουράνια, όπως και μετά από λίγο ο ουρανός και ο παράδεισος. Ο Κύριος και τα γύρω από αυτόν λειτουργικά πνεύματα πήραν τη ψυχή, ενώ οι μαθητές το σώμα.

πηγή:
απόσπασμα από το βιβλίο «Ο βίος της Παναγίας», έκδοσις Ι.Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρών

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/08/15

Η Κοίμηση της Θεοτόκου (Ἀπό τό: Ὁ βίος τῆς Παναγίας, Ἀρχιμ. Χ. Βασιλόπουλου)

undefined
Στην Καινή Διαθήκη ο θάνατος ονομάζεται και κοίμησις, τα δε νεκροταφεία «κοιμητήρια». Διά τους πιστούς ο θάνατος είναι ύπνος. Διότι όπως το βράδυ βγάζει κανείς τα ρούχα του και κοιμάται για να ξυπνήση το πρωί με ακμαίες δυνάμεις και να τα ξαναφορέση, έτσι και στο θάνατο. ο άνθρωπος αφήνει το σώμα του, για να το ξαναφέρη σ την Άνάστασι των νεκρών, κατά την Δευτέραν Παρουσίαν του Χρίστου και να ζήση εις εύτυχέστερον κόσμον.
Σ την γλώσσα της Χριστιανωσύνης και ο θάνατος της Παναγίας ονομάζεται Κοίμησις. Πότε όμως έκοιμήθη η Θεοτόκος; η Παράδοσις και οι γραπτές μαρτυρίες, που σωθήκανε λένε, ότι η Παναγία έζησε ένδεκα χρόνια μετά την Ανάληψι τού Κυρίου.
Τριών ετών επήγε εις τον Ναόν. Στα δεκαέξη εμνηστεύθη τον Ιωσήφ. Στα 49 ανελήφθη ο Κύριος. Και στο εξηκοστόν έκοιμήθη.
Έζησε δε πάντα Στα “Ιεροσόλυμα, εκεί που ο Θεάνθρωπος θυσιάσθηκε για τή σωτηρία της άνθρωπότητος και έθριάμβευσε με την ένδοξον Άνάστασίν του…

Η Παναγία ανέβαινε συχνά στο όρος των Ελαιών, από το όποιον άνελήφθη ο Κύριος. Εκεί με ιερή συγκίνησι προσευχόταν στον Ουράνιο Πατέρα και στον Υιόν της.
Πάντοτε έφερνε στον νουν της τις μεγάλες εκείνες ώρες τού Ιησού και δάκρυα ευγνωμοσύνης κυλούσανε από τα θεία της μάτια…
Τρεις ημέρες, προτοϋ κοιμηθή, ειδοποιήθηκε η Παρθένος από Άγγελο του Ουρανού για την κοίμησί της. Λέγεται, ότι ο Άγγελος, πού της έφερε την αγγελία της κοιμήσεως, ήτανε και πάλιν ο Γαβριήλ, ο όποιος άλλοτε της είχε φέρει το μεγάλο μήνυμα τού Ευαγγελισμού και της είχε ε’ιπή το «Χαίρε Κεχαριτωμένη…». ο Ουρανόσταλτος Άγγελος της είπε τώρα να μή ταραχθή, άλλά να δεχθή με εύφροσύνην και το νέο μήνυμα της κοιμήσεως της, διότι την προσμένει η αθάνατη ζωή πλησίον τού Υίοϋ της.
Καμμία ταραχή και καμμία λύπη δεν ταράζει τότε την καρδιά της Παρθένου. Αλλά αντιθέτως πλημμυρίζει από χαρά και επιθυμία πότε θα βρεθή κοντά στον Χριστόν.
Προτού, λοιπόν, ανακοίνωση πουθενά τίποτε για το θείο άγγελμα,, ανέβηκε για τελευταία φορά στο όρος των Έλαιών, για να κάνη την προσευχή της. Λένε, ότι στο άνηφόρισμά της τα δε νδρα την ύποδεχτήκανε με χαμηλωμένα τα κλαδιά τους και σκυμμένες τις κορυφές τους. Στο γεγονός αυτό δίδεται η έξήγησις πού λέει, ότι και η άψυχος φύσις με θεία δύναμι έδειξε σεβασμό σ την Αγνή Μητέρα, πού ανάλωσε όλη της την ζωή στο θέλημα τού Θεού.
Μετά την προσευχή της στο όρος, επέστρεψε και πάλι στα Ιεροσόλυμα, όπου άρχισε να έτοιμάζη τα απαραίτητα, διά τον ενταφιασμό της. Άναψε φώτα και λαμπάδες στο σπίτι της και κάλεσε τις γνωστές φίλες της Χριστιανές, στις όποιες άνεκοίνωσε το μήνυμα της κοιμήσεως της. Εκείνες κλάψανε για το χωρισμό.
Εκεί, ύστερα από λίγο, συναθροίσθησαν θαυματουργικά οι Απόστολοι εκ περάτων της γης, τούς άρπαξε θείο σύννεφο και τούς έφερε αιθέριους στή Γεθσημανή, στο σπίτι της Θεοτόκου. Στη θέλησι του Παντοδυνάμου Θεού τίποτε το αδύνατον!
Μαζί με τούς άλλους μαθητές και Αποστόλους τού Χριστού το σύννεφο έφερε στην Άγια Πόλι και τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη, τον Άγιο Ιερόθεο, τον Απόστολο Τιμόθεο και άλλους θεοσόφους Τεράρχες.
Επειδή, λοιπόν, οί συγκεντρωθέντες άρχισαν να κλαίνε, μόλις μάθανε, ότι πλησιάζει η έκδημία της Θεοτόκου, Εκείνη τούς είπε:
—Ω φίλοι και μαθηταί του Ιησού και Θεού μου, μή κάνετε πένθος και λύπη την χαρά μου, αλλά ενταφιάστε το σώμα μου, όταν θα έλθη η στιγμή να κοιμηθώ.
Και σε λίγο να! Φθάνει, λέγουν, εκεί και ο φλογερός κήρυκας του Ευαγγελίου, ο Απόστολος τών Εθνών Παύλος ο όποιος με σεβασμό χαιρετάει την Παρθένο και της πλέκει το εγκώμιο.
Έπειτα, μέσα σέ μιά ατμόσφαιρα κατανυκτικής σιγής, η Θεοτόκος αποχαιρετάει όλους και παρακαλεί τον Θεό, για την ειρήνη τοϋ κόσμου.
Παίρνει κατόπιν την νεκρική στάσι στο «νεκροκρέββατο» και η θεία της πνοή, η ολόφωτη και Πάναγνη ψυχή της, πετάει προς τον Ουρανό. Ανηφορίζει στον θρόνο τού Θεοϋ, κοντά στο Υιό της.
Ύστερα άπ’ αυτό γεμάτοι από θεία και ιερή συγκίνησι οί μαθητές και Απόστολοι τοϋ Χρίστου και πλήθος Χριστιανών κηδέψανε το Άγιο Σώμα της.
Η κηδεία της ήτανε μιά πομπή κατανυκτική. Οι Απόστολοι κρατούσανε το φέρετρο, ενώ άλλοι προχωρούσανε μπροστά, ψάλλοντες ύμνους. Καί πάνω άπό τις ανθρώπινες φωνές ακουγόταν καί κυριαρχούσε μιά αόρατη Ουράνια ψαλμωδία. “Ητανε οί αρμονικές φωνές τών Αγγέλων καί τών Ασωμάτων Δυνάμεων.
Οί φθονεροί όμως άρχοντες τών Ιουδαίων, οί πάντοτε εχθροί τού Χρίστου καί της Πανα¬γίας, ώργάνωσαν μερικούς άπό το πλήθος εναντίον της νεκρικής πομπής καί τούς παρεκίνησαν να πετάξουν κάτω στή γη το Αγιο Σκήνος της Παρθένου. Συνέβη όμως τότε ένα θαυμαστό γεγονός:
Ο Κύριος δε ν ήταν δυνατόν ν’ αφήση το άγιο Σώμα της Μητέρας Του, το «Θεοδόχον Σώμα» να πεταχτή από τούς ασεβείς στο δρόμο. η θεία Δίκη πρόλαβε εκείνους, πού τολμήσανε ν’ ασεβήσουν καί τούς τύφλωσε!
Ένας δε Εβραίος άπό τον άγριο εκείνο συρφετό, πού με θράσος άρπαξε το φέρετρο, είδε πιό φανερή την θεία τιμωρία. Όχι μονά¬χα τυφλώθηκε, άλλά καί τα ασεβή χέρια του κοπήκανε και μείνανε να νοιώση συντριβή ψυχής, να πιστέψη στο Χριστό και ν’ αναγνώριση την Παναγία, Μητέρα τού Κυρίου.
Ύστερα άπ’ αυτό θεραπεύτηκε. Λένε μάλιστα, πως εκείνος πήρε από το φόρεμα της Παναγίας ένα μικρό κομμάτι, με το όποιο γιατρεύτηκαν έπειτα καί όλοι όσοι τιμωρήθηκαν με τύφλωσι την ημέρα εκείνη. με το κομμάτι εκείνο τού ιματίου της τούς άγγιξε ο θεραπευθείς στα τυφλωμένα μάτια τους, και όλοι, αφού πίστεψαν, γιατρεύτηκαν.
Περί Μεταστάσεως
Ή εκκλησιαστική Παράδοσις ομιλεί καί περί «μεταστάσεως» της Θεοτόκου…
Μετά τον ενταφιασμό της Παναγίας οί άγιοι Απόστολοι παρέμειναν λίγες μέρες εις το χωρίον Γεθσημανή.
Έκεί —σύμφωνα με την Παράδοση— ήκουον συνεχώς επί τριήμερον ύμνους και αγγελικός μελωδίας. Όταν έγινε ο ενταφιασμός της Παναγίας ένας έκ των Αποστόλων απου¬σίαζε. Έφθασε στην Γεθσημανή τρεις ήμερες μετά την ταφή της.
Τότε οι άλλοι Απόστολοι άνοιξαν τον τάφο της Παναγίας για να προσκύνηση και ο απόστολος πού απουσίαζε, το Θεοδόχο Σώμα της.
Όλοι όμως στο άνοιγμα έμειναν κατάπληκτοι. Ο τάφος ήτανε άδειος! Είχε μονάχα την σινδόνα! η Θεοτόκος είχε μεταστή εκ του τάφου.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία σέβεται την Παράδοσιν της μεταστάσεως της Θεοτόκου και θεωρεί αυ την ως «Μυστικόν Δόγμα», όπως λέγει ο “Αγιος Νικόδημος το όποιον δε ν «δύναται να δημοσιευθή έπ’ Εκκλησίας».
Αντιθέτως, ο παπισμός την ευσεβή παράδοσιν περί ενσωμάτου μεταστάσεως η αναλήψεως της Θεοτόκου εις τον ούρανόν, την άνήγαγεν πραξικοπηματικώς εις δόγμα, κάνοντας χρήσιν τού αυθαιρέτου παπικοϋ αλάθητου.
Τό νέον αυτό δόγμα άνεκήρυξεν ο πάπας Πίος ΙΒ’, την Ιην Νοεμβρίου 1950 και το επεκύρωσε εν συνεχεία με παπική βούλλαν, η οποία μεταξύ άλλων ορίζει:
«Τυγχάνει υπό του Θεού αποκαλυφθέν δόγμα, ότι η Αμίαντος και Αειπάρθενος Θεομήτωρ, μετά την έπί γης ζωήν αυτής, μετέστη έν σώματι και ψυχή εις την ούράνιον δόξαν». Αλλά αυτό είναι άνήκουστον, διότι όπως λέγουν και πολλοί παπικοί, οί πρώτες πληροφορίες περί της μεταστάσεως δε ν προέρχονται άπό την Γραφήν και την Αποστολικήν Παράδοσιν, αλλά άπό τα απόκρυφα του 4ου αιώνος, τα όποια δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ώς σοβαρόν θεμέλιον δόγματος.
Απαραίτητος προϋπόθεσις του δόγματος είναι να αναφέρεται τοϋτο μόνον εις την Αγίαν Γραφήν, εις την Αποστολικήν Παράδοσιν και εις την Έκκλησιαστικήν δογματικήν Παράδοσιν, η οποία περιέχεται εις την συμφωνίαν τών Ιερών Συνόδων και των θεοφόρων Πατέρων, πράγμα το όποιον δε ν συμβαίνει με το θέμα της Μεταστάσεως. Δι’ αυτό και ή
Όρθόδοξος Εκκλησία δεν αναγνωρίζει το νέον παπικόν δόγμα, την παπικήν αυ την αύθαιρεσίαν…
«Έν τιμή έστω Μαρία»
Η Ορθόδοξος Εκκλησία δε χεται την όρθήν άποψιν καί απορρίπτει τις υπερβολές. Ακολουθεί την Αποστολική Παράδοσι καί απαγορεύει την λατρευτική προσκύνησι, η την λατρεία της Θεοτόκου. Στο σημείο αυτό είναι σύμφωνος με την γνώμη τού Άγιου έπιφανίου, ο όποιος λέγει: «Την Μαρίαν μηδείς προσκυνείτω». Δηλαδή να μήν την λατρεύη κανείς σάν Θεά. Διότι η λατρεία ανήκει Μόνον στην Αγία Τριάδα: τον Πατέρα, τον Υίόν καί το Άγιον Πνεύμα. Στην Παναγία επιβάλλεται η τιμητική προσκύνησις. ο Άγιος Έπιφάνιος λέγει: «Έν τιμή εστω Μαρία».
Τέτοια τιμητική προσκύνησις ανήκει σε όλους τους Άγιους. Ξεχωριστά όμως καί τιμητικώτερα στην Παναγία, η Οποία έγινε Μητέρα του Θεού. Ο Υιός είναι Θεός, η Μητέρα είναι άνθρωπος. Άλλη είναι η δόξα τού Θεού και άλλη η δόξα της Παναγίας.
Έτσι η Όρθόδοξος Εκκλησία χαράζει τον σωστό δρόμο. Ακολουθεί την Βασιλική όδό. Όχι της λατρευτικής, άλλά της τιμητικής προσκυνήσεως της Παναγίας. δε ν δε χεται την Μαριολατρεία τών Παπικών, άλλά απορρίπτει καί την ακρότητα τών Προτεσταντών.
Ή Παναγία πρεσβεύει εις τον Υίόν της υπέρ ημών. «Ταίς πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ σώσον ημάς». Εις μεσίτης μεταξύ Θεού καί ανθρώπων ο Ίησοϋς Χριστός. η Παναγία πρεσβεύει, δε εται στον Υίόν Της Θεόν, για την σωτηρία τών αμαρτωλών. Διότι όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος, «Πολλά ισχύει δέησις Μη¬τρός προς ευμένειαν Δεσπότου».
Δι’ αυτό πιο κάτω καί εμείς παραθέτομεν τον Παρακλητικόν Κανόνα, διά να τον έχουν πρόχειρον οί πιστοί καί να τον λέγουν παντού καί πάντοτε.
Ο τάφος της Παρθένου
Ή Παναγία έκοιμήθη καί ετάφη Στα Ιεροσόλυμα, στο χωρίον Γεθσημανή. Ο τάφος της Θεομήτορος στην Γεθσημανή σώζεται και ανήκει στους Όρθοδόξους από τους χρόνους της Ελένης. Θεωρείται δε σπουδαία θρησκευτική κληρονομιά για την Όρθοδοξία.
Οι Παπικοί ένοχλούνται πολύ από το γεγονός αυτό. Για αυτό σκεφθήκανε να το αμφισβητήσουν. Για ν’ αφαιρέσουν μάλιστα κάτι από την δόξα αυτή της Όρθοδοξίας, δημιουργήσανε ένα ψεύτικο θόρυβο και είπανε, ότι η Παναγία έζησε κι’ ετάφη, όχι στα Ιεροσόλυμα, στην Γεθσημανή, αλλά στην Έφεσο!
Και αυτό το στηρίζουν —άκουσον, άκουσον— στο όνειρο μιάς φραγκοκαλόγρηας, που είδε τον περασμένο αιώνα. Οι δε Τούρκοι το δεχθηκαν αυτό ευχαρίστως χάριν του Τουρισμού τους…
Τα ψεύτικα όμως αυτά κατασκευάσματα των Παπικών τα διαλύει και τα εξαφανίζει η Ιστορία, η Παράδοσις και η Υμνογραφία. Οι επιδιώξεις τών παπικών και η σύγχυσις πού προσπαθούν να επιτύχουν στο σημείο αυτό αποτυγχάνουν.
Όπως αναφέρουν οι ιστορικές πηγές, η Παναγία ετάφη στην Γεθσημανή. Σέ κώδικα του 11ου αιώνος μ.Χ., ο οποίος ευρίσκεται σ την βιβλιοθήκη του Βατικανού, υπάρχει κατάλογος τών Ναών, που ίδρυσε η Άγια Ελένη. Μεταξύ δε τών Ναών αυτών αναγράφεται τέταρτος κατά σειράν ο Ναός αυτός: «Εκκλησία εν Γεθσημανή επί του τάφου της Υπεραγίας Θεοτόκου».
Η αυτοκράτειρα Πουλχερία άνοιξε τον τάφο της Παρθένου και μέρος τών «νεκρικών οθονίων» μετεκομίσθη ευλαβικά και εφυλάχθη στην Κωνσταντινούπολη στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών.
Ο σημερινός ναός της Παναγίας Στα Ιεροσόλυμα έχει μήκος 30 μέτρα και πλάτος οκτώ. Ο τάφος είναι λαξευμένος σέ βράχο και βρίσκεται στα δεξιά του εισερχομένου πιστού.
Τό γεγονός, ότι ο τάφος της Θεομήτορος βρίσκεται σ την Γεθσημενή ενισχύουν και οί αρχαίοι ύμνοι της Εκκλησίας, οι όποιοι γραφήκανε από ευσεβείς και αφανείς υμνογράφους. να τί λέγει ένα τροπάριο για το μέρος της Αναπαύσεως της Ευλογημένης:
«Χαίρε Γεθσημανή το τέμενος το θείον της μόνης Θεοτόκου, εν ώπερ ανεκλήθη απάντων η Βασίλισσα».
Κανένας εις το πέρασμα τών αιώνων, έκτος τών Παπικών, δεν σκέφτηκε ν’ αμφισβήτηση τα άγια κι’ αδιάψευστα λόγια της Αειπάρθενου προς τούς Αποστόλους, πού επαναλαμβά¬νουν με ιερή συγκίνηση χιλιάδες κι’ εκατοντάδες χιλιάδων Χριστιανικές φωνές:
«Απόστολοι εκ περάτων σνναθροισθέντες ενθάδε ΓΕΘΣΗΜΑΝΗ τω χωρίω κηδευσατέ μου το Σώμα…».
Ο κορυφαίος υμνογράφος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, σέ Κανόνα, πού ψάλλεται κατά την ημέρα της εορτής της Κοιμήσεως, ως τόπον κοιμήσεως της Θεοτόκου αναφέρει την Σιών, δηλαδή την Ιερουσαλήμ.
«Όμολογούμεν την Άγίαν Παρθένον Θεοτόκον»
Στην ‘Ορθόδοξον Έκκλησίαν η Παναγία είναι: α) ‘Αειπάρθενος καί β) Θεοτόκος. η Παναγία εγέννησε Παρθένος και έμεινε Παρθένος σ’ όλη την επίγειο ζωή της. Γέννησε δε Θεόν και όχι «τον άνθρωπον Χριστόν», όπως υποστηρίζουν βλασφημουντές οι αιρετικοί.
Στην πρώτη Εκκλησία δε ν φαίνεται μεγάλη τιμή. Διότι η Εκκλησία εφοβείτο μήπως οί πιστοί την εκλάβουν ώς Θεάν, όπως ήσαν συνηθισμένοι άπό την είδωλολατρείαν με τις θεές: Αθηνάν, Αρτέμιδα, Ήραν. Παρ’ όλα αυτά ο σεβασμός στο πρόσωπο της Παναγίας παρεξηγήθη από Χριστιανούς ωρισμένων μερών, όπως της Αραβίας, της Σκυθίας καί της Θράκης και κατάντησε στο τέλος λατρεία της Μαρίας. Αυτό ωνομάσθηκε Μαριολατρεία.
Έκτος όμως άπό αυτή την έκδήλωσι, εμφανίστηκαν και βλασφημουντές κατά της Αειπαρθένου, οί όποιοι έδίδασκαν, ότι η Μαρία, μετά την γέννησι τού Χριστού, έγέννησε καί άλλα παιδιά με τον Ιωσήφ, αυτοί είναι σήμερα οί Προτεστάνται (Ευαγγελικοί – Μεθοδισταί, Βαπτισταί) κ.λπ. καί περισσότερον οι αντίχριστοι Ίεχωβάδες, όπως γράφομε εις άλλην σελίδα.
Χαλασμένα μυαλά καί άπύλωτα στόματα προσπαθήσανε να μιάνουν την θεία Κιβωτό, την Παρθένο, καί να την παρουσιάσουν «Χρυστοτόκο» δηλαδή «ανθρωποτόκο». Σκοτεινός νους αυτής της αιρετικής σκέψεως ήτανε ο Νέστορας καί σήμερα οί Πρετεστάνται.
Γιά τις αιρέσεις αυτές συνήλθε σ την Έφεσο η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος το 431 μ.Χ. Αυτοκράτορας στο Βυζάντιο τότε ήτανε ο Θεοδόσιος ο Μικρός.
Η Σύνοδος ως γνωστόν, κατεδίκασε την αίρεσι του Νεστορίου και έξέδωκε τον παρακάτω όρον πίστεως:
«Όμολογούμεν την Αγίαν Παρθένον Θεοτόκον, δια τον Θεόν Λόγον σαρκωθήναι και ένανθρωπήσαι και έξ αυτής της συλλήψεως ένώσαι έαυτω τον εξ αυτής ληφθέντα ναόν».
Η απόφασις των 200 Πατέρων της Συνόδου εκείνης πανηγυρίστηκε από τον λαό της Εφέσου και οί Πατέρες έγιναν άντικείμενον θερμών ζητωκραυγών.
Η Ορθοδοξία θέλει την Παναγία σε θέσι δόξης. Σύμφωνα με την Ορθόδοξο διδασκαλία η θέσις της Παρθένου «ετέθη ευθύς αμέσως μετά τον Χριστόν». Είναι «η μετά Θεόν Θεός», κατά τον Άγιον Γρηγόριον τον Θεολόγον.
Πηγή: Ο βίος της Παναγίας, Αρχιμανδρίτου Χαράλαμπου Βασιλόπουλου, Εκδόσεις Ορθοδόξου Τύπου
 http://vatopaidi.wordpress.com/2010/08/15

Μη μας αφήσεις Παναγιά! (Ένα θαύμα της Παναγίας στην Κεφαλλονιά του 1694)




Βρισκόμαστε στην Κεφαλονιά του 1694. Νησί ανυπεράσπιστο ό τόπος, αφέθηκε στα χέρια άγριων πειρατών πού, άφοϋ λεηλάτησαν και άρπαξαν, πήραν στο φεύγα τους νιους και κοπελιές για τα παζάρια της Ανατολής. Από το χωριό του "Αϊ-Δημήτρη πού γειτονεύει με το Ληξούρι, άρπαξαν τρία παλληκάρια καί τα πήγανε αλυσοδεμένα στη Μπαρμπαριά, τον τόπο πού σήμερα φωνάζουν Αλγέρι.

Εκεί τα βάλανε σε ένα σκοτεινό κι ανήλιαγο κελί κι αυτά τα δύσμοιρα περίμεναν το τέλος. Κάθε πού ξημέρωνε ό Θεός, μούγκριζαν οι τοίχοι από τα βογγητά του πόνου καί του θανατικού.
Γεμάτη ή φυλακή από Ρωμιούς, άκουγαν τα παλληκάρια τις παρακλήσεις των άλλων καταδίκων στη μάνα Παναγιά. Ελπίδα ανθρώπου πουθενά, Μα για κοίταξε! Σάν ό άνθρωπος μένει έρημος καί μόνος καί από πουθενά δεν έχει να κρατηθεί καί αφήσει την ψυχή καί το σώμα στη Χάρη Της, ή Παναγιά διπλά νοιάζεται γι αυτόν. Γιατί Εκείνη ξέρει από πόνο.
Εκεί λοιπόν, μέσα στην απελπισία καί τη σκοτεινιά πιάσανε τη δέηση καί οι τρεις στην Ύπεραγία Θεοτόκο να τους πάρει κοντά της καί να μη γνωρίσουν θάνατο μαρτυρικό.
Νηστικοί, εγκαταλελειμμένοι, απογοητευμένοι, την παρακαλούσαν να πεθάνουν παρά να τους σκοτώσουν.
-Παναγιά μας, έλεγαν, μη μας αφήσεις στον κακό θάνατο. Πάρε μας μαζί σου. Λάφρωσέ μας από τον πόνο.
Καί μέσα στην προσευχή τους αποκοιμήθηκαν... Καί ξύπνησαν... ακούγοντας πετεινούς.
Δεμένα στα σίδερα τα παλληκάρια με χέρια καί πόδια με χοντρές αλυσίδες, ρωτούσε ό ένας τον άλλον.
Λέει το λοιπόν ό ένας Κεφαλονίτης.
-Τί είναι αυτό πού ακούμε, αδέλφια;
Στό πρώτο ερώτημα αποκρίθηκε το άκουσμα μιας χαρούμενης καμπάνας.
Μπροστά τους το όμορφο χωριό τους! Ή Παναγία τους έφερε θαυματουργικά από τη Βόρεια Αφρική στο πανηγύρι του τόπου τους.
Όταν άκουσαν τις καμπάνες, άχάραγα ακόμα, σύρανε την ταλαιπωρία μα καί την ελπίδα τους κοντά στην εκκλησία της Παναγιάς πού γιόρταζε τα έννιάμερα της Χάρης Της στις 23 του Αυγούστου.
Οι μανάδες καί οι συγγενείς τους άντίκρυσαν τα τρία ναυτόπουλα με τίς αλυσίδες καί χάθηκαν στην αγκαλιά τους με δάκρυα ευγνωμοσύνης στο Θεό.
Άφοϋ προσκύνησαν την Παναγιά, οι τρεις Κεφαλονίτες αποφάσισαν να γίνουν μοναχοί καί να αφιερωθούν στο Θεό. Μέχρι σήμερα υπάρχουν, σε πίστωση του θαύματος, κρεμασμένες οί αλυσίδες των παλληκαριών στο θρονί της Παναγιάς πού τους λευτέρωσε από την κουρσάρικη αιχμαλωσία.
Κοντά στο Ναό έχτισαν δύο πρόχειρα κελιά κι έφτιαξαν το πρώτο ησυχαστήριο.
Σέ ανάμνηση του θαύματος υπάρχει επιγραφή πού μαρτυρεί το γεγονός «1694,23 Αυγούστου έποιήθη το θαύμα. Ιάκωβος, Γεώργιος, Ιωάννης. Χαίρε ότι ήλευθερώθητε της φθοράς του θανάτου δια πρεσβειών της Θεομήτορος».

* Τό παραπάνω γεγονός μας διηγήθηκε ό Πρωτοσύγκελλος της Ί. Μητροπόλεως Κεφαλληνίας π. Γεράσιμος Φωκάς. Τον ευχαριστούμε από καρδιάς.

Αρχ.Εφραίμ Παναούση
''Πειραική Εκκλησία''
Ιούλιος-Αύγουστος 2004
Πηγή εἰκόνας: http://t3.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcSdMB_75BLWMHrs6WkH_HcT5ZJL8HECgkFHGc94MucZ8fOCNWQ&t=1&usg=__Z1H00t4j68_vRp-pdxWKj9tuFv4=

Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας; + π.Αντωνίου Αλεβιζόπουλου

undefined
Η πλάνη των αιρετικών (Προτεσταντῶν, Πεντηκοστιανῶν κ.λ.π.)
Τίθεται το ερώτημα: Η τιμή της Θεοτόκου έχει ουσιαστική σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας;
Ναί, βεβαίως έχει. Όποιος αρνείται την προσωπική συμμετοχή της παρθένου Μαρίας στο έργο της σωτηρίας μας, όποιος δεν αποδίδει την ανάλογη τιμή στη Θεοτόκο, αυτός δεν κινείται στο χώρο της νέας ρίζας του Χριστού και της νέας δημιουργίας, αλλά μένει στην εποχή της πτώσης και της φθοράς και συνδέεται μόνο με τη ρίζα του παλαιού Αδάμ, που είναι η ρίζα της αμαρτίας. Γι' αυτόν τον άνθρωπο ο Χριστός είναι σαν να μην εγεννήθη.
Με άλλα λόγια όποιος δεν αναγνωρίζει την παρθένο Μαρία ως Θεοτόκο, αυτός αρνείται την Θεανθρωπότητα του Χριστού, αυτός δεν μπορεί να ωφεληθεί από την ανάγνωση της αγίας Γραφής και από την εφαρμογή των εντολών του Χριστού. Τούτο γιατί δεν μας σώζει η αγία Γραφή, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, τον οποίον αναγγέλλει η αγία Γραφή (πρβλ. Ιω. ε' 39). Στον χαρακτηρισμό της Μαρίας ως Θεοτόκου συνίσταται «όλον το μυστήριον της θείας οικονομίας διότι εάν η γεννήσασα είναι Θεοτόκος, θα είναι Θεός και ο γεννηθείς εξ αυτής, όπως επίσης και άνθρωπος» (Ιω. Δαμασκ.).
Εκείνος όμως που θα αναγνωρίσει την παρθένο Μαρία Θεοτόκο και θα πιστεύσει στην Θεανθρωπότητα του Χριστού, πρέπει να αποδώσει στη Μαρία την ανάλογη τιμή και να την αναγνωρίσει μητέρα Του κατά την επιθυμία του Κυρίου (πρβλ. Ιω. ιθ' 27). Γι' αυτό λέμε πως η τιμή της Θεοτόκου έχει άμεση σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας.
Συμπερασματικά νομίζουμε πως στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας ολόκληρη η ανθρωπότητα συγκατατέθηκε για τη σωτήρια επέμβαση του Θεού, προκειμένου ο άνθρωπος να επιστρέψει στην κοινωνία με τον Θεό. Έτσι η παρθένος Μαρία έγινε «όργανο» και «συνεργός» του Θεού στη σωτηρία του άνθρωπου. Με τη συγκατάθεση της την επεσκίασε το Άγιο Πνεύμα, την εξάγνισε και την κατέστησε κατάλληλο δοχείο, μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε με τη σάρκα της η ανθρώπινη φύση του Υιού και Λόγου του Θεού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε όχι θεοφόρος άνθρωπος, αλλά αληθινά Θεός με σάρκα.
Η παρθένος Μαρία δεν εγέννησε βέβαια τη Θεότητα, αλλά την ανθρώπινη φύση, που όμως ανήκε στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού και γι' αυτό το λόγο είναι «μητέρα του Κυρίου», δηλαδή αληθινή Θεοτόκος. Σ' αυτή τη μοναδική αλήθεια στηρίζεται άλλωστε η σωτηρία του ανθρώπου και όποιος απορρίπτει την πίστη ότι η Μαρία είναι αληθινή Θεοτόκος, αρνείται την εν Χριστώ σωτηρία.
Ο Χριστός είναι η «νέα ρίζα», επειδή δεν κατάγεται από τη ρίζα του Αδάμ, εγεννήθη «άνευ σποράς», εκ παρθένου. Όμως αυτό που ο Χριστός χρησιμοποιεί, το θέλει σε αποκλειστική χρήση. Με τη γέννηση του δεν παραβιάζεται η παρθενία της μητέρας Του και εκείνη μένει παρθένος και μετά τη γέννηση, έχοντας τον Ιησού υιό μονογενή. Ο Ιωσήφ ήταν «πατέρας» του Ιησού «σύμφωνα με τον νόμο» και οι λεγόμενοι «αδελφοί» ήσαν «κατά τον νόμον» αδελφοί.
Η Εκκλησία τιμά την Μαρία ως Θεοτόκο και αειπάρθενο και διακηρύττει πως στα σπλάγχνα της Παρθένου ανακαινίσθηκε η φύση του άνθρωπου και γίναμε μέτοχοι της Θείας ζωής. Έτσι η Μαρία είναι η «γέφυρα» που ένωσε τη γη με τον ουρανό και τιμάται ανάλογα από τους πιστούς. Εκείνος που πρώτος ετίμησε την παρθένο Μαρία είναι ο ίδιος ο Θεός. Η Μαρία έγινε η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη», η «μητέρα του Κυρίου», την οποία οφείλουν να μακαρίζουν «πάσαι αι γενεαί».

Αλλά οι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν τοποθετούν τη Θεοτόκο πάνω από την Εκκλησία αλλά μέσα σ' αυτήν. Και η ίδια κληρονόμησε την άρρωστη φύση και ήταν γνήσιο παιδί του κόσμου, τον οποίο με τη συγκατάθεση της στο σχέδιο του Θεού εκπροσώπησε. Στα σπλάγχνα της εβλάστησε η νέα ρίζα, στην οποία και η ίδια οφείλει τη σωτηρία. Γι' αυτό και θεωρείται «παναγία» σε σχέση με τα άλλα δημιουργήματα του Θεού και κορυφαία της Εκκλησίας.
Η αγία σάρκα του Κυρίου ήταν και σάρκα της Θεοτόκου και όλοι οι χριστιανοί που εντασσόμαστε στο σώμα του Χριστού γινόμαστε αδελφοί του Κυρίου και η παρθένος Μαρία γίνεται Μητέρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου, ως «μητέρα του Κυρίου» και η τιμή που της αποδίδουμε, βρίσκεται πάντοτε σε σχέση με την υπόθεση της σωτηρίας μας «εν Χριστώ Ιησού».
Έτσι εκείνος που αρνείται αυτή την τιμή, όχι μόνο δεν ακολουθεί την προφητεία της Γραφής («μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί»), αλλά και ζει στην εποχή της πτώσης, πριν από τη γέννηση του Σωτήρα. Γιατί το μυστήριο της σωτηρίας μας εκφράζεται με τον όρο «Θεοτόκος», συμπλέκεται δηλαδή με την τιμή που απορρέει άπ' αυτόν τον όρο και η οποία αποδίδεται στο πρόσωπο της παρθένου Μαρίας.
Απόσπασμα από το βιβλίο:Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ, π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ
http://aktines.blogspot.com/

H EΝΔΟΞΟΣ ΚΟΙΜΗΣΙΣ


«Tη ενδόξω κοιμήσει σου ουρανοί επαγάλλονται και αγγέλων γέγηθε τα στρατεύματα· πάσα η γη δε ευφραίνεται…» (στιχηρόν των αίνων της Kοιμήσεως)
H ΠANAΓIA ήταν ένα φτωχό κορίτσι της Nαζαρέτ από άσημους γονείς. Δεν είχε τίποτε που να προμηνύει δόξα. H γέννησή της πέρασε απαρατήρητη. Tαπεινή η είσοδός της στον κόσμο, ταπεινή και η ζωή της.
Aλλ’ ενώ η είσοδος ήταν ταπεινή, η έξοδός της ήταν ένδοξη. Kαι δικαίως. Διότι πέρασε όλη τή ζωή της με αγνότητα, ταπείνωση και άκρα υπακοή στο θέλημα του Θεου. Ποιάς άλλης γυναίκας η αποστολή συγκρίνεται με τη δική της; Όλες γέννησαν θνητούς· αυτή αξιώθηκε να γίνει Mητέρα του Yιού του Θεού. Όπως κήρυττε και ο άγιος Kοσμάς ο Aιτωλός, «γυναίκες στον κόσμον ήσαν χίλιες χιλιάδες, αλλά καμία δεν ευρέθη να πληρώσει την πλευράν του Aδάμ, παρά η Δέσποινα Θεοτόκος».
Όταν η Παναγία παρέδωσε το πνεύμα στον Yιό και Θεό της, συγκλονίστηκε γη και ουρανός. H κηδεία του ιερού σκηνώματός της είχε μεγαλοπρέπεια μοναδική. Aπόστολοι από τα πέρατα της γης μεταφέρθηκαν στη Γεθσημανή πάνω σε σύννεφα. Mυροφόρες γυναίκες και πιστός λαός ακολουθούσαν. Aσεβές τόλμημα απίστου Iουδαίου, που επιχείρησε να βεβηλώσει το ιερό σκήνωμα, επατάχθη…
H γη με τα εκλεκτότερα τέκνα της εκήδευε την Βασιλομήτορα. Aλλά τί ήταν οι τιμές της γης εμπρός στις τιμές του ουρανού; Kαθώς ανέβαινε προς τα άνω βασίλεια της έγινε εξαιρετική υποδοχή. Tαξιαρχίες αγγέλων έσκυβαν και την προσκυνούσαν. O Yιός υπεδέχθη την Mητέρα. Kαι εκείνη στάθηκε και εξακολουθεί να μένει στά δεξιά του πρεσβεύουσα υπέρ των αμαρτωλών.
Tαπεινή είσοδος· ένδοξος, πανένδοξος έξοδος. Eίναι αυτά φαντασία; είνε αυτά μύθος; Όχι, χίλιες φορές όχι. Tα βεβαιώνει η αγία μας Εκκλησία, που όρισε σήμερα να εορτάζεται η Kοίμησης της υπεραγίας Θεοτόκου. Σήμερα ψάλλονται ωραιότατοι ύμνοι, με τους οποίους εξαίρεται το μεγαλείο της Παναγίας και ιδίως το γεγονός της τελευτής, της κοιμήσεώς της.

* * *

Πολλά, αγαπητοί μου, είναι τα διδάγματα από την εορτή αυτή. Εμείς θα περιορισθούμε σε ένα και μόνο, στο δίδαγμα, που εγκλείει η λέξης με την οποία η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει το γεγονός της τελευτής της Παρθένου. H τελευτή της ονομάζεται όχι θάνατος αλλά κοίμησης. Γιατί; Προσέξτε, παρακαλώ.
Στη γλώσσα της αγίας Γραφής θάνατος δεν σημαίνει εξαφάνιση της ανθρωπίνης υπάρξεως. Όχι. Kατά τον θάνατο γίνεται χωρισμός. Xωρίζεται η ψυχή από το σώμα. H ψυχή φεύγοντας πορεύεται προς τα άνω, προς τον ουράνιο κόσμο των πνευμάτων. H πορεία αυτή είναι όχι φανταστική αλλά πραγματική, την οποία βεβαιώνει ο λόγος του Θεού. Tι συναντά τότε η ψυχή, από πόσα τελωνεία περνάει, σε τί έλεγχο την υποβάλλουν, δεν γνωρίζουμε λεπτομερώς. Λόγοι αγίων ανδρών, που είδαν ψυχές τεθνεώτων να πορεύωνται προς τους χλοερούς λειμώνας του παραδείσου ή προς τους σκοτεινούς τόπους της κολάσεως, ρίχνουν κάποιο φως· αλλά το φως αυτό είναι αμυδρό, ανίκανο να ικανοποιήσει την περιέργεια των ανθρώπων. Στον άνθρωπο διά της Γραφής έχει αποκαλυφθεί, τι η ψυχή φεύγοντας από το σώμα δεν πεθαίνει, όπως διδάσκουν οι υλισταί και μαζί μ’ αυτούς οι χιλιασταί, αλλά ζει, συνεχίζει τη ζωή της (βλ. Λουκ. 12,20· 16,23-26· 23,42-43). Αυτό είναι γεγονός και δεν πρέπει να αμφιβάλλει ο Xριστιανός.
Αλλ’ ενώ η ψυχή του ανθρώπου που τερματίζει το εδώ στάδιο της ζωής ανεβαίνει ως πνεύμα στον άλλο κόσμο, το σώμα ως υλικό παραδίδεται στη φθορά, σε προσωρινή φθορά. Διότι από το φθαρτό σώμα κατά την κοινή ανάσταση θα προέλθει νέο σώμα άφθαρτο, το οποίο θα ενωθεί με την ψυχή και θα ζήσει μαζί της εις αιώνας αιώνων.
Nαί! Tο σώμα θ’ αναστηθεί. Εν αναμονεί δε της αναστάσεως ο θάνατος στη Γραφή ονομάζεται κοίμησης. O προφήτης Δαυίδ «εκοιμήθη» (Πράξ.13,36). O πρωτομάρτυς Στέφανος «εκοιμήθη» (Πράξ. 7,60). O απόστολος Παύλος, όταν ομιλεί γι’ αυτούς που έφυγαν για την άλλη ζωή, δεν λέει «απέθανον», αλλά τους ονομάζει «κεκοιμημένους». «Oυ θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα» (Α΄ Θεσ. 4,13). O ίδιος ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός το θάνατο τον ονομάζει ύπνο. Όταν μπήκε στο σπίτι του Iαείρου και είδε να κλαίνε για τη νεκρά κόρη, είπε· «Mη κλαίετε· ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει» (Λουκ. 8,52· Mάρκ. 5,39). Kαι για το Λάζαρο είπε «κεκοίμηται» (Iωάν. 11,11-15). Kαι εν συνεχεία τον ανέστησε· με τόση δε ευκολία με όση ξυπνάει κανείς κάποιον που κοιμάται.
Kοίμησης! H λέξη αυτή της Γραφής θα έφτανε για να διδάξει, να παρηγορήσει και να εμψυχώσει τους Xριστιανούς, εκείνους τουλάχιστον που συρρέουν στους ναούς να εορτάσουν και πανηγυρίσουν την «ένδοξον», «πάνσεπτον» και «αθάνατον κοίμησην» της υπεραγίας Θεοτόκου. Ακούτε, εορτασταί; H Παναγία δεν πέθανε, αλλά εκοιμήθη! Tο ιερό της σκήνωμα κηδεύθηκε, τοποθετήθηκε στον τάφο, αλλ’ όπως ψάλλει η εκκλησία γι’ αυτήν «τάφος και νέκρωσης ουκ εκράτησεν· ως γαρ ζωής μητέρα προς την ζωήν μετέστησεν ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον». H Παναγία με όλη την απαστράπτουσα αίγλη των αρετών, «εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44,10) μετέστη προς τους ουρανούς. «Tις», αναφωνούσαν οι άγγελοι, «τις αύτη η εκκύπτουσα ωσεί όρθρος, καλή ως σελήνη, εκλεκτή ως ο ήλιος, θάμβος ως τεταγμέναι;» (Ασμ. 6,10). H Παναγία από το ύψος της δόξης ακούγεται να λέει προς όλους τους Xριστιανούς, που δοκιμάζονται εδώ·
Πιστά παιδιά του ουρανίου Πατρός, έχετε θάρρος. Tί φοβείσθε; Tον θάνατο; Αλλά ο θάνατος είναι η πύλη για τη νέα ζωή. Εδώ επάνω που βρίσκομαι υπάρχει μία ζωή, που κανείς στη γη δεν μπορεί ούτε καν να φαντασθεί. H ζωή αυτή προορίζεται για όσους θα ζήσουν με πίστη και αρετή. δεν υπάρχει εδώ μεροληψία. O Yιός μου είναι δίκαιος Kριτής. Όταν ήταν κάτω στη γή, και από τους ακροατάς του ακούστηκε μια φωνή που με μακάριζε, διότι ηξιώθηκα να γίνω μητέρα του, εκείνος είπε, ότι στον κύκλο της μακαριότητος δεν θα είμαι μόνο εγώ που τον γέννησα, αλλά και όλοι όσοι ακούνε και εφαρμόζουν το λόγο του. Διότι ο Xριστός γεννάται πνευματικώς σε κάθε ψυχή που τόν πιστεύει και τον λατρεύει ως μοναδικό Σωτήρα. «Mενούνγε μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν» (Λουκ. 11,28).
Στη δόξα λοιπόν του ουρανού προσκαλούμεθα όλοι.

* * *

Ένδοξος, όπως ψάλλει η Εκκλησία, υπήρξε η κοίμησης της υπεραγίας Θεοτόκου. Ένδοξος υπήρξε και η κοίμησης όλων των δικαίων, που εξετέλεσαν πιστώς την αποστολή τους. O καθένας από αυτούς φεύγοντας απ’ τον κόσμο τούτο μπορεί να πει το ψαλμικό· «Εν ειρήνη επί το αυτό κοιμηθήσομαι και υπνώσω, ότι συ, Kύριε, κατά μόνας επ’ ελπίδι κατώκισάς με» (Ψαλμ. 4,9). Tο αντίθετο συμβαίνει μ’ εκείνους που δεν αγάπησαν το Θεό και τον πλησίον, δεν εξετέλεσαν τα ιερά τους καθήκοντα, δεν εξεπλήρωσαν την αποστολή τους, αλλά νικήθηκαν από τις κακίες και τα πάθη, σπατάλησαν τα θεία δώρα, αποδείχθηκαν ανάξιοι της ιεράς κλήσεως, επρόδωσαν την πίστη. H κοίμησή τους ήταν όχι φωτεινή αλλά σκοτεινή· όχι ένδοξη, αλλά άτιμη. Όχι φωτεινοί άγγελοι αλλά σκοτεινοί δαίμονες ήταν οι συνοδοί τους κατά την έξοδο της ψυχής τους για τον άλλο κόσμο. Διότι θρήνος και κοπετός ακούγεται κατά την έξοδο ψυχής αμετανοήτου αμαρτωλού. Ποιος δεν κλαίει;
Xριστιανοί! Ένδοξη κοίμηση είχε η Παναγία. Αλλ’ ένδοξη κοίμηση πρέπει να έχουμε κ’ εμείς. Ένδοξη διά πίστεως και αρετής. Ένα φύλλο δάφνης από τη δόξα εκείνη να λάβουμε! Είθε ο Kύριος, διά των πρεσβειών της υπεραγίας Θεοτόκου που μετέστη στους ουρανούς, να μας δώσει τέτοιο τέλος. Είθε στον καθένα από μας να εκπληρωθεί η ευχή της Εκκλησίας· «Xριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Xριστού αιτησώμεθα».
† επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης
http://aktines.blogspot.com/

Θαυμαστές παρουσίες της Θεοτόκου σε Αθωνίτες Οσίους και γέροντες

Στήν ιερά μονή της Μεγίστης Λαύρας, ή Κυρία των Ουρανών, αυτή μόνη θέλει να είναι καί να λέγεται Οίκονόμισσα, ή οποία είπε προς τον κτίτορα της μονής Οσιο Αθανάσιο: «Εγώ θέλω εΐσθαι οικονόμος σας πάντοτε, να σας φροντίζω τα προς χρείαν μόνο μη άμελήτε τας υποσχέσεις του σχήματος». Στό Καθολικό της μονής, πού είναι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, υπάρχει ή εικόνα της «Οΐκονόμισσας» ως ένθρονης με δεόμενους τους αγίους Αθανάσιο τον Άθωνίτη καί Μιχαήλ επίσκοπο Συνάδων.

Σέ παρεκκλήσι της Μ. Λαύρας βρίσκεται ή θαυματουργή εικόνα της «Κουκουζέλισσας». Κατά μία αγρυπνία του Σαββάτου του Ακάθιστου ό όσιος Ιωάννης ό Κουκουζέλης, ό καλλίφωνος Λαυριώτης Πρωτοψάλτης, μετά την ωραιότατη ψαλμωδία του, κάθησε στο απέναντι της εικόνας στασίδι λίγο ν' αναπαυθεί. ' Εκεί του παρουσιάσθηκε ή Θεοτόκος λέγοντας: «Χαίροις Ιωάννη! Ψάλλε μοι, καί εγώ ου μη σε εγκαταλείψω». Καί του πρόσφερε δώρο ευχαριστίας ένα χρυσό νόμισμα, το όποιο αφιερώθηκε στην εικόνα της καί πολλά θαύματα κατά καιρούς τέλεσε. Αργότερα καί πάλι του εμφανίσθηκε ή Θεοτόκος, για να του θεραπεύσει τα πόδια του, πού είχαν σαπίσει από τίς συνεχείς ένδακρεις στάσεις του, τίς αγρυπνίες καί την ορθοστασία καί του είπε: «Από του νυν εσο υγιής!» "Ετσι ανταμείβει ή Ουράνια "Ανασσα τους ταπεινούς διακονητές της.

Στό δοχείο της Μονής Βατοπεδίου υπάρχει ή θεομητορική εικόνα ή επιλεγόμενη «Έλαιοβρύτισσα» ή «Δοχειάρισσα». Σέ περίοδο πλήρους ελλείψεως του λαδιοϋ της μονής ό δοχειάρης Οσιος Γεννάδιος άρχισε να ελαττώνει την προσφορά λαδιοϋ στους πατέρες, για να φροντίζει τα κανδήλια του Καθολικού. Πηγαίνοντας για να λάβει το τελευταίο λάδι,είδε να έχουν ξεχειλίσει όλα τα πιθάρια της
αποθήκης του και το λάδι να κυλά κι έξω της θύρας του δοχείου.Ολοι οι πατέρες θαύμασαν την Προστάτιδά τους,που ποτέ δεν τους εγκαταλείπει
Στήν περίοδο της εικονομαχίας, ευσεβής χήρα της Νικαίας, για να φρουρήσει από τη μανία των εΐκονομάχων την εικόνα της, την έρριξε με πίστη στη θάλασσα κι εκείνη με τρόπο θαυμαστό έφθασε στο "Αγιον "Ορος. Ό ασκητής όσιος Γαβριήλ ό Ίβηρίτης εΐδε στη θάλασσα πύρινη στήλη, καί βαδίζοντας πάνω στα κύματα, ως να ήταν ξηρά, παρέλαβε την αγία εικόνα, καί μετά από λιτανεία των πατέρων, την εναπόθεσαν στο άγιο βήμα του Καθολικού. Την επομένη όμως βρέθηκε στην πύλη της μονής. Την έφεραν πάλι στο ναό κι εκείνη πάλι πήγαινε στην πύλη. Παρουσιασθεϊσα δε σε όραμα ή Θεοτόκος στον όσιο Γαβριήλ ανανέωσε την προς τους πατέρες υπόσχεση της, καθώς είχε πει στον όσιο Πέτρο: «Να έλπίζωσιν εις την εύσπλαγχνίαν του Υίοΰ μου και Δεσπότου άπαντες οι εν τω όρει τούτω έναρέτως, μετ' εΰλαβείας και φόβου Θεοϋ ζώντες μοναχοί, καθότι τοϋτο το χάρισμα εγώ έζήτησα καί έλαβον παρ' αύτοϋ, και ιδού δίδωμι ΰμΐν σημεϊον, έως Οτου βλέπετε την έμήν εικόνα εν ταύτη τη μονή, ή χάρις και το έλεος του Υίοϋ μου ουκ έκλείψουσιν εξ υμών». Πόσο παρήγορα τα λόγια αυτά για κάθε ' Αγιορείτη!
Στή Σερβική μονή του Χιλανδαρίου, την τιμώμενη στα Είσόδια της Θεοτόκου, υπάρχουν έξι θαυματουργές εικόνες της Παναγίας:

Την πρώτη θέση, κατά κυριολεξία, την έχει ή «Τριχερούσα», της οποίας ή ιστορία είναι συνυφασμένη με τον βίο του μεγάλου αγίου ' Ιωάννου του Δαμάσκηνου, του μεγίστου των υμνογράφων της Εκκλησίας μας. Ό άγιος κατηγορήθηκε στον άρχοντα της Δαμάσκου ότι έγραψε δριμύτατες επιστολές κατά του είκονομάχου αυτοκράτορα Λέοντος του "Ισαυρου. Ή τιμωρία του ήταν να του κόψουν το δεξί χέρι. Ό άγιος μετά από θερμή προσευχή στη Θεοτόκο θεραπεύθηκε τελείως καί μεταβαίνοντας στη Λαύρα του ' Αγίου Σάββα των ' Ιεροσολύμων προς μονασμό παρέλαβε καί την εικόνα. "Οταν δε ό άγιος Σάββας, αρχιεπίσκοπος των Σέρβων καί κτίτορας της μονής Χιλανδαρίου, πήγε προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα, του έδωσαν οι πατέρες δώρο την εικόνα, την οποία μετέφερε ευλογία στην πατρίδα του. Τον 14ο αιώνα στα προπύλαια της μονής Χιλανδαρίου συνέβη το αξιοθαύμαστο γεγονός ένα ζώο να σταθεί εκεί φέρνοντας μόνο του τη θεία εικόνα. Οι πατέρες την έθεσαν με συγκίνηση στο Ιερό βήμα. "Οταν δε κάποτε ή αδελφότητα της μονής διχάσθηκε ως προς την εκλογή νέου ηγουμένου, στην ήγουμενική θέση βρέθηκε ή «Τριχεροϋσα». Από τότε αντί για ηγουμένου εκλέγεται προηγούμενος καί οι διακονητές με βαθειά ευλάβεια θέτουν μετάνοια στην εικόνα αντί του ηγουμένου, αισθανόμενοι την προστατευτική της χάρη.

Στήν Μονή Ζωγράφου υπάρχει καί ή εικόνα της «Έπακούουσας». Μπροστά της ό όσιος Κοσμάς ό Ζωγραφίτης προσευχόταν παρακλητικά: «Ύπεραγία Θεοτόκε εύξαι έμοϋ προς τον σον Υΐόν και Θεόν, 'ίν' οδήγηση κάμε εν όδω σωτηρίας», Καί αμέσως άκουσε τη Θεομήτορα, να λέει: «Υιέ και Θεέ μου, δίδαξον τον δοϋλο σου πώς να σωθη». Στή συνέχεια, ή ϊδια φωνή, του έλεγε: «' Εξελθέτω της μονής καί άγωνισάσθω κατά μονάς». ' Ο ϊδιος ό όσιος Κοσμάς, σε μία πανήγυρη της μονής Βατοπεδίου, πού είχε πάει, είδε τη Θεοτόκο να υπηρετεί στην τράπεζα καί να διακονεί στο ναό.
Στό Καθολικό της μονής ' Εσφιγμένου φυλάγεται ωραία εικόνα της «Έλεούσας». Στή Ρωσική μονή του Αγίου Παντελεήμονος ή επικαλούμενη «Ίεροσολυμίτισσα». Στή μονή Κωνσταμονίτου ή «'Οδηγήτρια» καί ή «Άντιφωνήτρια», ή οποία πλήρωσε τα πιθάρια της μονής με λάδι πού δεν είχαν, στίς αρχές του 11ου αιώνος, όταν δοχειάρης ήταν ό όσιος Ζαχαρίας.
Πρώτη γνωστή παρουσία της Θεοτόκου είναι, ή στην αρχή αναφερθείσα, στον πρώτο επώνυμο όσιο του Αγίου "Ορους, στον Πέτρο τον Άθωνίτη.


Οί Θεσσαλονικείς αύτάδελφοι όσιοι Συμεών καί Θεόδωρος, μαθητές του οσίου Ευθυμίου του Νέου ( ΐ 898), από το «Περιβόλι της Παναγίας» πηγαίνουν κηρύττοντας στην Πελοπόννησο καί κατόπιν οράματος βρίσκουν την εικόνα της Θεοτόκου κι ανεγείρουν τη λαμπρότερη 'ίσως μονή της νότιας ηπειρωτικής ' Ελλάδος, της Θεοτόκου του Μεγάλου Σπηλαίου.
Από το παρά τη μονή Έσφιγμένου σπήλαιο πού άσκήτευε, αναχωρεί με την ευλογία του Γέροντος του, ό Ρώσος όσιος Αντώνιος ( ΐ 1073) καί μεταβαίνει στα σπήλαια του Κιέβου, όπου ανεγείρει μεγάλη μονή, πού την αφιερώνει στη Θεοτόκο. ΟΙ μαθητές του οσίου λαμβάνουν κι αυτοί την ευλογία του, με τα λόγια: «Εΰλογητός ό Θεός εν παντί, εϊη δε μεθ' ημών ή ευχή της αγίας Θεοτόκου καί πάντων των εν ' Αγίω "Ορει αγίων». "Ετσι ή Λαύρα του Κιέβου, ή κτισμένη από τον Αγιορείτη όσιο Αντώνιο, έγινε ή μητέρα του ρώσικου μοναχισμού.

Ό λάτρης της Θεοτόκου, όσιος Βαρθολομαίος της Σεμέρης ( + 1130) —η Σεμέρη είναι περιοχή της Ν. Ιταλίας— μεταφέρει προς τη Δύση την ορθή τιμή της Θεοτόκου. Αφού κτίζει μονή πού την αφιερώνει στην Παναγία την «Όδηγήτρια», έρχεται στο "Αγιον "Ορος
Μετά από μακρά παραμονή του στην αθωνική σχολή, επιστρέφει στην πατρίδα του μεταφέροντας στους μαθητές του τ' αγιορείτικα τυπικά καί την ιδιαίτερη τιμή της Θεοτόκου, τα οποϊα διατηρήθηκαν καί αρκετά έτη μετά το Σχίσμα.


Ό Σέρβος όσιος Συμεών ό Μυροβλύτης ( + 1199), συνκτίτορας με τον υιό του όσιο Σάββα της μονής Χιλανδαρίου, άνεπαύθη εν Κυρίω, έχοντας τα μάτια του στραμμένα στην εικόνα της Παναγίας.

Ό όσιος Σίμων ό Μυροβλύτης (13ος αι.), κτίτορας της τολμηρότερης οικοδομής στη Μακεδονία, της μονής της Πέτρας, έλαβε εντολή καί θάρρος για το έργο του από την ϊδια τη Θεοτόκο, όταν του μηνούσε: «Σίμων, φίλε πιστέ και λάτρα του Υιού μου, μη αναχωρεί των ώδε ότι εις φως τέθεικά σε μέγα».

ΟΙ μαθητές του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτη ( +1346), ό Μάρκος ό νηπτικός, Ααρών ό διορατικός καί Κλήμης, είχαν συχνές τίς εμφανίσεις της Θεοτόκου στίς αγρυπνίες τους, καθώς καί ό Θεσσαλονικέας άγιος ' Ισίδωρος ( +1350), ό κατόπιν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

' Ο άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς ( +1359), ερχόμενος στο "Αγιον "Ορος «έπρόβαλε την Θεοτόκον όδηγόν όμοϋ καί προστάτην και μεσίτριαν, και κάθε στιγμήν και ώραν με προσευχάς έβανεν έμπροσθεν εις τους οφθαλμούς του την βοήθειάν της». Στό έξω της Μ. Λαύρας Κάθισμα του Αγίου Σάββα δέχθηκε την επίσκεψη της Θεοτόκου. Καί κατά τον βιογράφο του άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο, σε μετάφραση Αθανασίου του Πάριου, «δια μεσιτείας της Θεοτόκου πολλών χαρισμάτων ήξιώθη παρά Θεοϋ, καί μάλιστα του της θεολογίας δια της οποίας ήγωνίσθη δια την περί Θεοϋ όρθήν δόξαν».
Τη θεολογία διδάχθηκε καί ό όσιος Μάξιμος ό Καυσοκαλύβης ( +1365) από την ίδια την Θεοτόκο, παρά την κορυφή του "Αθωνα, όπου ό ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος καί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. ' Η ανοικοδόμηση των δύο αυτών ιερών ναών στην αθωνική κορυφή είναι σύμβολο σημαντικό καί ουσιαστικό. Το "Αγιον "Ορος είναι ό τόπος όπου συνεχώς αναπέμπεται ή «ευχή του Ίησοΰ», ή οποία μεταμορφώνει ψυχικά τους ευχόμενους, καί είναι ό τόπος οπού αναπαύεται ή Μητέρα του Θεοϋ κι ενισχύει στους αγώνες τους τους φίλους του Υιού Της. Ή Κυρία του "Ορους είπε προς τον όσιο Μάξιμο: «Λάβε την χάριν κατά δαιμόνων ό σεπτός αθλοφόρος, καί κατοίκησε εις τα πρόποδα της κορυφής του "Αθωνος• διότι τοϋτο είνε θέλημα του Υιού μου, δια να άνεβής εις ϋψος αρετής, και να γένης διδάσκαλος και οδηγός εις πολλούς, καί να σώσης αυτούς». "Οπως καί πράγματι έγινε.

Ό θεωρούμενος πρώτος οικιστής της σκήτης της θεοπρομήτορος Αγίας "Αννης, όσιος Γερόντιος (14ος αι.), μετά από θερμή προσευχή καί σύσταση της Θεοτόκου έβγαλε πόσιμο καί Ιαματικό νερό για τους ασκητές πού το στερούνταν.
Ό όσιος Γρηγόριος ό Δομέστικος ( +1405), αξιώθηκε κι αυτός να δωρηθεϊ από την Θεοτόκο, για την ωραία ψαλμωδία του, στην αγρυπνία της εορτής των Θεοφανείων. «Δέξαι σου το ψαλτικόν καί ευχαριστώ σοι πολλά», του είπε ή Παναγία.
Ό όσιος Αρσένιος Κονέφσκυ ( Ι 1444), ανανέωσε την τιμή της Θεοτόκου στίς ρωσικές μονές, μεταφέροντας το άγιορετικό πνεύμα.
Το πνεύμα αυτό, της μεγάλης τιμής καί αγάπης προς τη Θεοτόκο, διδάσκουν καί όλοι οί κατοπινοί Αγιορείτες άγιοι, ιεραπόστολοι, νεομάρτυρες καί όσιοι. Οί ιεροπρεπείς Κολλυβάδες, με πρόμαχο τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη ( + 1809), μεταφέρουν με το φλογερό τους κήρυγμα, με την ϊδρυση μονών, με τη σύνθεση ακολουθιών, τη συγγραφή βιβλίων, εγκωμίων κι επιστολών την εκ βαθέων αγάπη τους στην Τροφό καί Σκέπη του "Ορους.
Από τους ταπεινούς πατέρες διατηρείται μέχρι σήμέρα αύτη ή ϊδια τιμή καί αγάπη καί είναι νωπές οί ιστορίες, ζωηρές οί αφηγήσεις, συγκινητικές οί εξιστορήσεις, πρόσφατων επαναλήψεων των θεομητορικών αποτυπωμάτων στίς καρδιές, τίς μνήμες, τη ζωή, συγχρόνων σεβαστών  Αγιορειτών Γερόντων.

Ό Νεοσκητιώτης Γέροντας Ιωακείμ ό Σπετσιέρης ( ΐ 1934) έκοιμήθη λέγοντας τους «Χαιρετισμούς» της Παναγίας. Στόν Ρώσο ασκητή παπά-Τύχωνα ( ΐ 1968) ή Παναγία αποκάλυψε τον ακριβή χρόνο του θανάτου του. "Αν επισκεπτόσουν τον Γέροντα Φιλάρετο ( +1962) στην ασκητική φωλιά του στα φρικτά Καρούλια καί τον ρωτούσες, πώς αντέχει αυτή τη σκληρότητα, σου απαντούσε, με μία απόλυτη βεβαιότητα: «Ή Παναγία, παιδί μου, με βαστά». ' Εκοιμήθη ακούγοντας ύμνους στη Θεοτόκο. Ό ιερομόναχος Ιωακείμ ό Άγιαννανίτης ( +1950) είχε καλή συντροφιά του, καθώς έλεγε, το βάστηγμά του από το φόρεμα της Παναγίας, ή οποία κατά τη δέηση του, του έδωσε γενειάδα πού άκουμποϋσε στη γη. Στόν ευλογημένο Γέροντα Εύλόγιο ( +1948), παρουσιάσθηκε ή Παναγία στο χωριό του, παροτρύνοντας τον να πάει στο "Αγιον "Ορος, με τα λόγια: «Πήγαινε κι εγώ θα είμαι πάντα μαζί σου». ' Ο ενάρετος Γρηγοριάτης ηγούμενος Αθανάσιος ( + 1953) είχε «φαγωμένη» την εικόνα της Παναγίας του κελλιοϋ του από τους πολλούς ασπασμούς.Ο μακάριος Γέροντας Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης ( +1957) ακούγοντας ή λέγοντας το όνομα της Θεοτόκου δάκρυζε.

Νομίζουμε πώς δεν θα πρέπει ν' αναφερθούμε σε περισσότερους καί μάλιστα σε ζώντες πατέρες. Οί θαυματουργές εικόνες, οί ιερές σχέσεις αγίων, μοναχών καί λαϊκών, με αυτές καί με την ίδια τη Θεοτόκο, μιλούν εύγλωττα καί δυνατά για το μέγεθος της θεοτοκοφιλίας των οίκητόρων καί προσκυνητών του θεομητροβάδιστου "Ορους,


Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
Από το βιβλίο«Η ευλογία του πόνου και ο πόνος της αγάπης»


proskynitis.blogspot.com
http://anavaseis.blogspot.com/2010/08/blog-post_4676.html#more

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ (ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ)


Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος
 Μέ κάθε δίκαιο χαιρόταν καί χαιρόταν καί μέ τό παραπάνω ἡ Ἁγία Τριάδα πρίν ἀπό τήν δημιουργία τοῦ κόσμου, γνωρίζοντας ἐκ τῶν προτέρων, σύμφωνα μέ τή θεαρχική Της ἰδέα, τήν ἀειπάρθενο Μαριάμ. Γιατί εἶναι γνώμη μερικῶν θεολόγων, ὅτι ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ὅλα τά ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων γκρεμίζονταν ἀπό τούς οὐρανούς καί γίνονταν δαίμονες, ἄν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀπό τότε πού δημιουργήθηκε ὁ κόσμος ἐγίνοντο κακοί καί πήγαιναν στην κόλασι χωρίς νά γλυτώσει κανείς, ἄν ὅλα τά κτίσματα οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτά, ζῶα, ἀποστατοῦσαν ἀπό τόν Θεό καί ἔβγαιναν ἀπό τήν τάξι του καί πήγαιναν στήν ἀνυπαρξία, παρ’ ὅλα αὐτά ὅλες αὐτές οἱ κακίες τῶν κτισμάτων συγκρινόμενες μέ τό πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δέμ μποροῦσαν νά λυπήσουν τόν Θεό, διότι μόνο ἡ Κυρία Θεοτόκος μποροῦσε νά Τόν εὐχαριστήση ὡς πρός ὅλα καί γιά ὅλα, καί νά μήν Τόν αφήσει νά λυπηθῆ τόσο πολύ γιά τόν χαμό καί τήν ἀπώλεια τῶν τόσων κτισμάτων Του, ὅσο θά τόν ἔκαμνε νά χαίρεται ὑπερβολικά γιά τήν ἴδια Της, διότι μόνον Αὐτή χωρίς καμμία σύγκρισι Τόν ἀγάπησε περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον, διάτι Αὐτή περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον ὑπάκουσε στό θέλημά Του, διάτι μόνον Αὐτή μπόρεσε καί ἔγινε ἱκανή νά δεχθῆ ὅλα ἐκεῖνα τά φυσικά, ὑπερφυσικά καί προαιρετικά χαρίσματα πού ὁ Θεός διαμοίρασε σέ ὅλη τήν κτίση .

Καί μέ ἕνα λόγο, γιατί Αὐτή ἔγινε ἕνας ἄλλος Δεύτερος Κόσμος ἀσύγκριτα καλύτερος ἀπό ὅλον τόν αἰσθητό καί νοητό κόσμο καί ἀρκετός καί μόνος Του νά δοξάζη αἰώνια τόν Ποιητή ἀπό τήν καλλονή καί ποικιλία τῶν χαρισμάτων του  περισσότερο ἀπό ὅλη τήν δημιουργία τοῦ σύμπαντος. Ἀπό αὐτά λοιπόν βγαίνει τό συμπέρασμα ὅτι, ἐπειδή καί ὁ Θεός προώρισε τήν Θεοτόκο σύμφωνα μέ τήν παροαιώνια εὐδοκία Του, πού εἶναι  ὄχι ἑπόμενο καί κατ’ ἐπακολούθηση θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό προηγούμενο καί τό κύριο θέλημα Αὐτοῦ, ὅπως τό ἑρμηνεύει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος (λογ. Α΄ εἰς τά Φῶτα καί λόγος εἰς τήν Χριστοῦ Γέννησιν). Ἀπό αὐτά λοιπόν βγαίνει λέγω τό συμπέρασμα ὅτι, ὅπως γίνεται τό περιβόλι γιά νά φυτευθῆ τό δένδρο καί πάλι τό δένδρο φυτεύεται γιά τόν καρπό, ἔτσι καί ὅλος ὁ αἰσθητός καί νοητός κόσμος ἔγινε γιά τόν σκοπό αὐτό, δηλαδή γιά τήν Κυρία Θεοτόκο, καί πάλι ἡ Κυρία Θεοτόκος ἔγινε γιά τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καί ἔτσι ἐξεπληρώθη ἡ ἀρχαία βουλή καί ὁ πρῶτος σκοπός τοῦ Θεοῦ, μέ τό ὅτι ἀνακεφαλαιώθηκαν ὅλα ἐν Χριστῷ καί ἑνώθηκε ἡ κτίσις μέ τόν Κτίστη, ὄχι φυσικά, ὄχι προαιρετικά καί κατά χάριν, ἀλλά κατά τήν ὑπόστασι. Αὐτός εἶναι ὁ ἀνώτατος βαθμός τῆς ἑνώσεως μετά ἀπό τόν ὁποῖον ἄλλος ἀνώτερος οὔτε βρέθηκε, οὔτε καί θά βρεθῆ. 
Πηγή εἰκόνας:
Ἱ. Ἡσ. Ἀνάστασις Χριστοῦ-Ἐμμαούς

Οι Πατέρες της Εκκλησίας για την Κοίμηση.

Το γεγονός της Κοιμήσεως ή Μεταστάσεως της Θεοτόκου, όπως ήταν φυσικό, δεν ενέπνευσε μόνο τους μεγάλους υμνογράφους και αγιογράφους, αλλά και πολλούς Πατέρες της Εκκλησίας μας, οι οποίοι αφιέρωσαν σ’αυτό είτε ειδικές Ομιλίες είτε αποσπάσματα – αναφορές. Άλλωστε δεν ήταν δυνατό να συμβεί διαφορετικά. Στο πάνσεπτο πρόσωπο της Παναγίας «νενίκηνται της φύσεως οι όροι» σε πολλές φάσεις της ζωής της: Ούσα Παρθένος γέννησε τον Ιησού Χριστό, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Έμεινε Παρθένος πριν, κατά και μετά τη γέννησή Του. Είναι αειπάρθενος. Και όταν ως άνθρωπος απέθανε και τότε νικήθηκαν «της φύσεως οι όροι», αφού «τάφος και νέκρωσις» δεν την κράτησαν στη γή, διότι «ως ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».
Μεταξύ των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (8ος αιώνας) αφιέρωσε στην Κοίμηση της Θεοτόκου τρία σπουδαία Εγκώμια, από τα οποία παραθέτουμε σε απόδοση στη νεοελληνική τα επόμενα αποσπάσματα:

Ω, πως η πηγή της ζωής πεθαίνοντας πηγαίνει προς τη ζωή! Ω, πως εκείνη που γεννώντας ξεπέρασε τους νόμους της φύσεως, τώρα υποτάσσεται στη φυσική τάξη και δέχεται θάνατο το αμόλυντο σώμα! Διότι πρέπει αυτό, αφού αφήσει κάτω το θνητό, να περιβληθεί την αθανασία, αφού και ο Κύριός της δεν αρνήθηκε την πείρα του θανάτου. Γιατί πέθανε σωματικά και με τον θάνατό του καταργεί το θάνατο και στη φθορά χαρίζει την αφθαρσία και τη νέκρωση την κάνει πηγή αναστάσεως. Ώ, πως την ιερή ψυχή, καθώς αποχωρίζεται από το σώμα που δέχτηκε τον Θεό, την υποδέχεται με τα ίδια του τα χέρια ο Δημιουργός του παντός , τιμώντας καθώς πρέπει εκείνην, που ενώ κατά την φύση της ήταν δούλη, σύμφωνα με το ανεξερεύνητο πέλαγος της φιλανθρωπίας του και κατά το σχέδιό του την έκανε Μητέρα του, και σαρκώθηκε αληθινά κι όχι ψεύτικα. Γιατί παρακολουθούσαν, όπως λέει η Παράδοση, τα παριστάμενα τάγματα των αγγέλων και περίμεναν τον αποχωρισμό σου από τους ανθρώπους.
Ώ, τι ωραιότατη εκδημία, που χαρίζει τη συνάντηση και παραμονή κοντά στον Θεό! Γιατί, παρόλο που ο Θεός  σ’όλους τους αφοσιωμένους σ’αυτόν και τους θεοφόρους ανθρώπους έχει χαρίσει αυτό το δώρο – ναι, έχει χαριστεί και το πιστεύουμε – όμως η διαφορά μεταξύ δούλων του Θεού και Μητέρας είναι άπειρη. Επομένως πώς να ονομάσουμε αυτό το μυστήριο που σου συμβαίνει θάνατο; Αν και κατά τρόπο φυσικό η πανίερη και μακάρια ψυχή σου χωρίζεται από το τρισευλογημένο και άσπιλο σώμα και το σώμα σου παραδίνεται στην καθιερωμένη ταφή, εντούτοις δεν μένει νεκρό και δεν διαλύεται από την φθορά. Της Παναγίας η Παρθενία έμεινε απείραχτη όταν γεννούσε, όταν η ίδια έφευγε από την παρούσα ζωή το σώμα της διατηρήθηκε αδιάλυτο και ανεβαίνει σε πολύ ανώτερη και πιο θεϊκή ζωή, που δεν την διακόπτει ο θάνατος, αλλά συνεχίζει να υπάρχει στους ατέλειωτους αιώνες (Εγκώμιον Α΄ εις την Κοίμησιν,  § 10).
Και συνεχίζοντας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο ίδιο Εγκώμιο ( § 11) λέει και τα εξής:
Σε μετέφεραν από τη γή στον ουρανό άγγελοι μαζί με αρχαγγέλους. Βλέποντας την άνοδό σου τρόμαξαν τα ακάθαρτα πνεύματα που βρίσκονται μεταξύ γής και ουρανού. Κατά τη διάβασή σου αυτή ο μεν αέρας ευλογείται, ο δε αιθέρας ψηλά αγιάζεται. Χαίροντας υποδέχεται ο ουρανός την ψυχή σου. Εσένα με ιερούς ύμνους και ολόφωτες λαμπάδες χαρούμενης γιορτής προϋπαντούνε ουράνιες δυνάμεις, σχεδόν λέγοντας «ποιά ειν’ αυτή που ανεβαίνει ανθισμένη στα λευκά, που προβάλλει σαν αυγή, όμορφη σαν φεγγάρι, λαμπερή σαν τον ήλιο»; Πόσο ομόρφηνες, πόσο γλύκανες! Είσαι σαν το αγριολούλουδο, σαν κρίνο μες στα αγκάθια, γι’αυτό σ’αγάπησαν οι νεάνιδες, τρέχουν ξοπίσω απ’το άρωμά σου. Σ’οδήγησε ο Βασιλιάς στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του» (Άσμα Ασμάτων). Εκεί σε περιτριγυρίζουν οι εξουσίες, σε δοξολογούν οι αρχές, σε ανυμνούν οι θρόνοι, χαίρονται απορώντας τα χερουβείμ, δοξάζουν τα σεραφείμ εσένα που έγινες η φυσική Μητέρα του Κυρίου μας χάρη στην πραγματική φιλανθρωπία του. Γιατί δεν ανέβηκες ως τον ουρανό  όπως ο Ηλίας, ούτε «ανηρπάγης» μέχρι τον τρίτο ουρανό όπως ο Παύλος (Β΄ Κορ. 12,2). Αλλά έφτασες ως τον ίδιο το βασιλικό θρόνο του Υιού σου, όπου τον βλέπεις με τα μάτια σου και χαίρεσαι και στέκεις δίπλα του, με πολλή και ανείπωτη παρρησία.
Είσαι για τους αγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις άφατη ευφροσύνη, για τους πατριάρχες χαρά χωρίς τέλος, για τους δικαίους ανεκλάλητη ευχαρίστηση, για τους προφήτες διαρκής αγαλλίαση! Τον κόσμο ευλογείς, τα σύμπαντα αγιάζεις. Για τους αποκαμωμένους είσαι ανάσα, για τους πενθούντες παρηγοριά, για τους αρρώστους γιατρειά, για τους θαλασσοδαρμένους λιμάνι, για τους αμαρτωλούς συγχώρεση, για τους θλιμμένους καλοσυνάτο στήριγμα, για όσους σε αναζητούν η πρόθυμη βοήθεια.
Στον τρίτο εγκωμιαστικό λόγο του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει και τα εξής χαρακτηριστικά για την Κοίμηση της Θεοτόκου:
Σήμερα η νοητή και έμψυχη σκάλα, με την οποία αφού κατέβηκε ο Ύψιστος «φανερώθηκε πάνω στη γή και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους» (Βαρούχ 3, 38), χρησιμοποιώντας ως σκάλα το θάνατό της μετέστη από τη γή στους ουρανούς.
Σήμερα η επίγεια τράπεζα, αυτή που τον ουράνιο άρτο της ζωής, τον αναμμένο άνθρακα της θεότητας χωρίς γάμο κράτησε μέσα της, από τη γή υψώθηκε στον ουρανό…Σήμερα από την επίγεια Ιερουσαλήμ μετατίθεται η έμψυχη πόλη του Θεού στην «άνω Ιερουσαλήμ»… και εγκαθίσταται στην εκκλησία των πρωτοτόκων. Και η έμψυχη και λογική κιβωτός του Κυρίου μεταναστεύει στην ανάπαυση του Υιού της…
Πέθανε η πηγή της ζωής, η Μητέρα του Κυρίου μου! Γιατί έπρεπε, αυτό που απαρτίστηκε από γή, να ξαναγυρίσει στη γή κι έτσι να μεταφερθεί ψηλά στον ουρανό. Αφού πήρε από τη γή την άφθαρτη ζωή, την οποία και της ξαναδώρισε, με την κατάθεση του σώματός της σ’αυτήν. Διότι έπρεπε, όπως το χρυσάφι στο χωνευτήρι, αφού αποβάλει τα άχρηστα και το βάρος της θαμπής θνητότητας, να υψώσει από τον τάφο το σώμα της άφθαρτο και αμόλυντο, για να λάμπει στο φως της αθανασίας» (§ 2,3).
Ιδιαίτερα λυρικό και βαθύτατα θεολογικό είναι και το «Εγκώμιον εις την Κοίμησιν της αγίας δεσποίνης ημών Θεοτόκου» του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου (§ 759 – 826). Να δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
Τώρα λοιπόν, κλείνοντας η Θεοτόκος τα μάτια του σώματος της, ανοίγει σ’εμάς τα νοητά της μάτια σαν λαμπερά και μεγάλα αστέρια. Αυτά που ποτέ δεν έδυσαν, γιατί αγρυπνούν ώστε να παρακαλούν το πρόσωπο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Τώρα που τα θεοκίνητα χείλη της σώπασαν και δεν μιλούν πιά, ανοίγει διάπλατα το στόμα της για να πρεσβεύει για όλους τους ανθρώπους. Τώρα που μάζεψε τις γήινες αλλά θεοφόρες παλάμες της, τις εμφανίζει αφθαρτοποιημένες και υψωμένες προς τον Θεό, ικετεύοντας για όλη την οικουμένη. Αφού τώρα απέκρυψε το φυσικό και σαν τον ήλιο πρόσωπό της, ακτινοβολεί με τη φιλοτεχνημένη εικόνα της και την προβάλλει στα πλήθη για να την ασπασθούν με ευγνώμονη σχετική προσκύνηση, έστω και αν δεν το θέλουν οι αιρετικοί. Έχοντας μεταστεί στα ουράνια η πάναγνη περιστέρα, δεν σταματά να προστατεύει τα επίγεια. Παρόλο που βγήκε από το σώμα, πνευματικά είναι μαζί μας. Μπαίνοντας στους ουρανούς, εξοστρακίζει τους δαίμονες και μεσιτεύει στον Κύριο (§  2).
Και συνεχίζει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης:
Όταν σκέπτομαι το μεγαλείο της μεταστάσεώς σου, Παρθένε, τρομάζει από δέος το πνεύμα μου. Όταν αναλογίζομαι το θαύμα της κοιμήσεώς σου, απορεί το μυαλό μου. Όταν διηγείται το μυστήριο της εκ νέου ζωής σου, δένεται η γλώσσα μου. Γιατί ποιός είναι εκείνος που θα μπορούσε να κάνει ώστε να ακουστούν επάξια όλοι οι έπαινοί σου, να περιγράψει όλα τα θαύματά σου; Ποιός νους υψιπέτης θα τα διακηρύξει; Ποιά γλώσσα γλαφυρή θα πει τα σχετικά μ’εσένα, θα παραστήσει τα δικά σου, θα προβάλλει τα λόγια σου, ή θα περιγράψει τις θαυμάσιες τελετές, πανηγύρεις, εορτές, διηγήσεις, εγκώμια, αφού και για το παρόν μυστήριο (της κοιμήσεώς σου) αδυνατεί να το πράξει, αποτυχαίνει, επικρίνεται;
Διότι ακριβώς υπερέχεις, υπερτερείς, είσαι ασύγκριτα ανώτερη στο ύψος και το μέγεθος από τον ανώτατο πόλο, στην αγνότητα από τη λάμψη του φωτός του ήλιου, στην οικείωση της παρρησίας από την αγγελική τάξη και γενικά από όλη την άϋλη και λογική ουσία των νοητών και νοερών δυνάμεων (§ 5).
Σχετικά με την αναγκαιότητα της Κοιμήσεως, άλλος μεγάλος άγιος Πατέρας της Εκκλησίας μας, Νικόλαος ο Καβάσιλας (1322 – 1391/96 περίπου), στην Ομιλία του «Εις την πάνδοξον Κοίμησιν της Υπεραγίας δεσποίνης ημών και παναχράντου Θεοτόκου» γράφει χαρακτηριστικά (§  12):
Ήταν ανάγκη να χωριστεί η πανάγια αυτή ψυχή από το υπεράγιο εκείνο σώμα. Χωρίζεται βέβαια και ενώνεται με την ψυχή του Υιού της, ενώνεται το δεύτερο φως με το πρώτο. Αλλά και το σώμα της, αφού παρέμεινε για λίγο στη γή, έφυγε κι αυτό μαζί με την ψυχή της. Γιατί έπρεπε να διαβεί απ’ όλους τους δρόμους απ’ τους οποίους πέρασε και ο Σωτήρας, να λάμψει στους ζωντανούς και τους νεκρούς και με όλα αυτά να εξαγιάσει την (ανθρώπινη) φύση και να πάρει κατόπιν τη θέση που της αρμόζει. Έτσι λοιπόν δέχθηκε το σώμα της για λίγο ο τάφος, αλλά δέχθηκε και ο ουρανός την καινή εκείνη γή, το πνευματικό σώμα, το θησαυρό της ζωής μας, που είναι σεμνότερο απ’ τους αγγέλους και αγιώτερο απ’ τους αρχαγγέλους. Έτσι ξαναδόθηκε ο θρὀνος στο βασιληά, ο παράδεισος στο ξύλο της ζωής, ο δίσκος στο φώς, το δέντρο στον καρπό, η Μητέρα στον Υιό, αντιπρόσωπος του ανθρώπινου γένους καθόλα άξια.
Και τέλος, ο άγιος Μάρκος, επίσκοπος Εφέσου, ο Ευγενικός (1392-1444/45), σε μια αποστροφή λόγου του λέει τα εξής χαρακτηριστικά:
Νέκρωσιν η της ζωής μητέρα δέχεται, και τάφῳ τεθείσα, μετά τρίτην ημέραν ευκλεώς εξανίσταται εις αιώνας τῳ Υιῷ συμβασιλεύουσα και αιτούσα την των πταισμάτων υμών άφεσιν.
Περισσότερα στο βιβλίο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ.
http://dosambr.wordpress.com/2010/08/12
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...