Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΚΑΙ ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ (Μέ ἱστορικές μαρτυρίες)



π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος 
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
Βάπτισμα και Νηπιοβαπτισμός
Βάπτισμα
Κατά την ορθόδοξη πίστη η αναγέννηση του ανθρώπου πραγματοποιείται με το άγιο βάπτισμα. Δεν πρόκειται εδώ για το βάπτισμα του Ιωάννη, γιατί αυτό διακρίνεται από το Χριστιανικό  βάπτισμα (Πράξ. ιθ' 3-5). Το Χριστιανικό βάπτισμα γίνεται εις το όνομα του Πατρός και του υιού και του Αγίου Πνεύματος (Ματθ. κη' 19)

Με το Χριστιανικό βάπτισμα ενδύεται κανείς τον Χριστό, λαμβάνει το Πνεύμα της υιοθεσίας και γίνεται κληρονόμος Θεού και συγκληρονόμος Ιησού Χριστού (Γαλ γ' 26-29. Ρωμ. η' 17). Η αγία Γραφή βεβαιώνει πώς δεν υπάρχουν δύο βαπτίσματα για τούς πιστούς το βάπτισμα με νερό, πού ακολουθείται από το άγιο Χρίσμα, είναι ή «άνωθεν αναγέννηση» του Ιω. γ' 3-5.

Το Χριστιανικό Λοιπόν βάπτισμα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία (Μάρκ. ιστ' 16. Α' Πέτρ. γ' 20-21). Μ' αυτό αποθνήσκουμε ως προς την αμαρτία και αναγεννώμεθα πνευματικά (Πράξ. β' 38. Ρωμ. στ' 1-11. Τίτ. Υ' 5).


 Με το άγιο βάπτισμα λαμβάνουμε το Πνεύμα της υιοθεσίας και γινόμαστε «τέκνα Θεού» (Ρωμ. η' 5-11. Γαλ δ' 5-6), γιατί με το βάπτισμα εvτασσόμαστε στο σώμα του Κυρίου, στην Εκκλησία (Πράξ. β' 41.47. Α' Κορ. lβ' 13. Γαλ Υ' 26-28) «εν σώμα και εν Πνεύμα... μία πίστις, ένα βάπτισμα» (Εφεσ. δ' 4-5). Ή Εκκλησία, πού είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας» (Α' Τιμ. Υ' 15), ερμήνευσε το Ιω. γ' 3-5 σε αναφορά με το άγιο βάπτισμα.

Ο άγιος Ιουστίνος (†165) συνδέει το βάπτισμα με την αναγέννηση του Ιω. γ' 3-5' μάλιστα το χαρακτηρίζει «τρόπον αναγεννήσεως» (Άπολ Α' 61). Ο Ωριγένης (185-254) Λέγει πώς το Άγιο Πνεύμα υπάρχει «εις μόνους τούς μεταλαβόvτας αυτού εν τη του βαπτίσματος δόσει» (παρά Άθαν., Πρός Σεραπ. επ. Δ', 10). Ο Τερτυλλιανός (†220) αναφέρει πώς «χωρίς το βάπτισμα δεν ανήκει σε κανένα η σωτηρία, όλως ιδιαιτέρως εξ αιτίας του Λόγου του Κυρίου, 'εάν τις δεν αναγεννηθεί εξ ύδατος', δεν έχει την Ζωήν» (Περί βαπτ. 12). Ο Μ. Άθανάσιοςτον μεν παλαιόν απεκδύεται, ανακαινίζεται δε άνωθεν, γεννηθείς τη του Πνεύματος χάριτι» (Πρός Θεραπ., επιστ. Δ',13). (295-373) αναφέρει πώς ο βαπτιζόμενος «

Αλλά και στην εποχή των μεγάλων πατέρων, η Εκκλησία με τον ίδιο τρόπο ερμήνευσε τούς Λόγους της Γραφής, ταυτίζοντας τη σωτηρία και την αναγέννηση με το βάπτισμα.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρεται στο διάλογο με τον Νικόδημο (Ίω. γ' 1-21) και ονομάζει το βάπτισμα «λοχείαν», δηλαδή τοκετόν και «νέον δημιουργίας τρόπον... εξ ύδατος και Πνεύματος», «και αν ερωτήση κανείς ‘πως από ύδωρ;', τότε πρέπει να δοθεί η απάvτηση: Όπως ακριβώς εις την αρχήν το πρώτον υποκείμενον στοιχείον ήτό το χώμα και το παν ήτο έργο του Δημιουργού, έτσι και τώρα το μεν ύδωρ είναι το υποκείμενον στοιχείον, το παν δε είναι έργον της χάριτος του Πνεύματος'» (Χρυσ., Εις τό Ιω., ομιλ ΚΕ' 2).

«Διότι τίποτε το αισθητόν δεν μας παρέδωσεν ο Χριστός αλλά με αισθητά μεν πράγματα, όλα όμως νοητά. Έτσι και το βάπτισμα, η μεν δωρεά του ύδατος γίνεται με αισθητόν πράγμα, αλλά το συντελούμενον, δηλαδή η αναγέννησις και ανακαίνισις είναι νοητά. Διότι, εάν μεν ήσουν ασώματος, γυμνά θα σου παρέδιδε τα ασώματα αυτά δώρα. Επειδή όμως η ψυχή είναι στενά συνδεδεμένη με το σώμα, με αισθητά πράγματα σου παραδίδει τα νοητά» (Χρυσ., Εις το Ματθ., όμιλ. ΠΒ' 4)

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (381) αναφέρει τρεις γεννήσεις: «την σωματική, την δια του βαπτίσματος και την δια της αναστάσεως» (Λόγος Μ' 2, Εις το άγιον βάπτισμα).

Αλλά και οι Πατέρες της Δυτικής Εκκλησίας, όπως ο Αυγουστίνος, ονομάζουν το βάπτισμα «μυστήριον αναγεννήσεως». Γι' αυτό και όποιος αρνείται τον νηπιοβαπτισμό, βρίσκεται αντιμέτωπος με την αγία Γραφή, αλλά και με το «τυπικό της Εκκλησίας, πού παραδόθηκε από παλαιά και τηρείται πάντοτε» (Αύγουστ., Έπιστ. πρός Σίξτο VII 32. Χ 43).

Το γεγονός της ταύτισης του βαπτίσματος με την αναγέννηση δεν σημαίνει βέβαια πώς το βάπτισμα μας απαλλάσσει από τον προσωπικό αγώνα για την διατήρηση και την καρποφορία του πνευματικού δώρου. Αντίθετα η Εκκλησία εύχεται στον Κύριο να αναδείξει τον νεοφώτιστο «αήττητον αγωνιστήν κατά των μάτην έχθραν φερομένων κατ' αυτού» και να δώσει σ' αυτόν «πάντα μελετάν εν τω νόμω σου και τα ευάρεστά σοι πράττειν».

Όπως αναφέρθηκε, το βάπτισμα μας «ενδύει» τον Χριστό και μας εισάγει στο Σώμα του Χριστού, δηλαδή στη «βασιλεία του Θεού» (Ίω. γ' 3-5), όμως αυτός είναι ο «αρραβών» (Β' Κορ. ε' 5. Έφεσ. α' 14), τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί και να χάσει. Άλλωστε η περίοδος του αρραβώνα, ακόμη και στις ανθρώπινες σχέσεις, είναι περίοδος δοκιμασίας. Γι' αυτό και απαιτείται άσκηση και αγώνας (Α' Θεσ. ε' 6-11. Α' Πέτρ. ε' 8-9).



Νηπιοβαπτισμός

 Όπως αναφέραμε, στην ορθόδοξη Εκκλησία η αναγέννηση ταυτίζεται με το άγιο βάπτισμα, δεν προηγείται του βαπτίσματος. Το βάπτισμα είναι σωτηρία, γι' αυτό και δεν το στερούμε από τα μικρά παιδιά. Ο Κύριος παρήγγειλε πώς δεν πρέπει κανείς να εμποδίζει τα παιδιά να λάβουν τη χάρη (Ματθ. ιθ' 14).

 Ο άγιος Ειρηναίος († 202), αναφέρει πώς ο Χριστός «ήλθε να σώσει δια του εαυτού τού όλους λέγω, όσοι δι' αυτού αναγεννώνται εις Θεόν, βρέφη και παιδιά και νέους και γέρους. Γι' αυτό ήλθε χάριν όλων των ηλικιών και έγινε βρέφος για τα βρέφη, αγιάζων τα βρέφη νήπιος μεταξύ των νηπίων, αγιάζων τούς έχοντας την ηλικίαν αυτήν...» (Ειρ.,MPL 7,784).

Ο Ωριγένης μας πληρoφoρεί για την πράξη της Εκκλησίας της εποχής του: «Τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων... μήποτε επεί ουδείς καθαρός από ρύπου, τον ρύπον δε αποτίθεταί τις δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, δια τούτο και τα παιδιά βαπτίζονται» (Ύπόμν. εις Ρωμ. ε' 9, βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος 3, σ. 114).

Ο Τερτυλλιανός, κάτω από αιρετικές επιδράσεις αντιτίθεται στην τότε πράξη της Εκκλησίας και αναφέρει: «Γιατί η αθώα ηλικία σπεύδει εις την άφεσιν των αμαρτιών; Επιθυμεί ίσως να συμπεριφερθεί σε πρόσκαιρα πράγματα με μεγαλύτερα προσοχή, και τα θεϊκά αγαθά να εμπιστευθεί σε κάποιον, στον όποιον δεν εμπιστεύεται ακόμη τα γήινα;» (Τερτυλ, Περί βαπτ. 18).

Ο άγιος Κυπριανός († 258), μας πληροφορεί οτι «δεν επιτρέπεται να αρνηθούμε σε κανένα άνθρωπο, πού γεννήθηκε, το έλεος και τη χάρη του Θεού. Διότι, αφού ο Κύριος λέγει στο ευαγγέλιό του πώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να Καταστρέψει τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά να τις σώσει (Λουκ. θ' 56), δεν επιτρέπεται, καθόσον εξαρτάται από μας, να απολεσθεί καμία ψυχή. Διότι τι λείπει ακόμη σε αυτόν πού σχηματίσθηκε στην κοιλία της μητέρας του με το χέρι του Θεού;». «Εάν κάτι θα μπορούσε να εμποδίσει τούς ανθρώπους να λάβουν τη χάρη, τότε θα ήταν πιο πολύ για τούς ενήλικες και ηλικιωμένους και γέρoντες εμπόδιο οι βαρύτερες αμαρτίες. Εάν όμως παρέχεται άφεση αμαρτιών ακόμη και σε πιο βαριά αμαρτωλούς και σε εκείνους πού προηγουμένως πολλαπλά αμάρτησαν εναντίον του Θεού και δεν αποκλείεται κανείς από το βάπτισμα και τη χάρη, εάν αργότερα επιστρέψει, πόσο λιγότερο επιτρέπεται το να εμποδίζει κανείς ένα παιδί, πού είναι νεογέννητο και δεν διέπραξε καμία αμαρτία, ,αλλά έχει υποστεί μόνο με την πρώτη γέννηση τη δραστικότητα του παλαιού θανάτου, επειδή κι αυτό, όπως και ο Αδάμ εγεννήθη κατά σάρκα! Έτσι μπορεί να φθάσει στην άφεση αμαρτιών γι' αυτό το λόγο πιο εύκολα, επειδή δεν υπάρχουν για συγχώρηση προσωπικές αμαρτίες, αλλά μόνο ξένες αμαρτίες »(Κυπρ., Επιστ. πρός Φίντους (BKV 2,273. 275).

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να κατοχυρώσει τον νηπιοβαπτισμό αναφέρει την περιτομή, πού γινόταν την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού (Γεν. ιζ' 12) και την επάλειψη των θυρών με αίμα του αμνού (Έξοδ. ιβ' 7) και υπογραμμίζει:

«Έχομεν αιτιολογίαν, την οκταήμερον περιτομήν, πού ήτο μιά τυπική σφραγίς και εδίδετο εις αυτούς, στους οποίους δεν είχεν αναπτυχθεί ακόμη το λογικόν. Ομοίως και η επάλειψις των φλιών των θυρών, η οποία εφύλαττε με τα αναίσθητα, τα πρωτότοκα» (Γρηγ. Θεολογ., Λόγος μ' 28, ΕΠΕ 4,339).

«Έχεις νήπιον; μη δίδεις καιρόν εις την κακίαν, βάπτισέ το από την βρεφικήν ηλικίαν, αφιέρωσέ το εις το Πνεύμα από την ήλικίαν των μαλακών ονύχων» (Γρηγ. Θεολ. Λόγος , 17, ΕΠΕ 4,311).
Εγχειρίδιο αιρέσεων και παραχρηστιανικών ομάδων 
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος 
Δρ. Θεολογίας, Δρ. Φιλοσοφίας
http://www.impantokratoros.gr

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

Προτεσταντικές αντιφάσεις στο θέμα του νηπιοβαπτισμού




Προτεσταντικές αντιφάσεις στο θέμα του νηπιοβαπτισμού
Πρεσβ. Βασιλείου Α. Γεωργοπούλου (Μ.ΤΗ) 

Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον 


 Τον εικοστό αιώνα, ο νηπιοβαπτισμός τόσο ως προς τις θεολογικές του προϋποθέσεις όσο και ως εκκλησιαστική πράξη, απασχόλησε την προτεσταντική θεολογία κατά τρόπο έντονο. Στην εν λόγω συζήτηση, συμμετείχαν επιφανείς εκπρόσωποι της προτεσταντικής θεολογικής διανοήσεως, διαφόρων θεολογικών τάσεων και ειδικοτήτων, πως π.χ. οι K. Barth, O. Cullmann, J. Jeremias, K. Aland, E. Staufer, κ.ά.1
 Σκοπός όμως τού παρόντος άρθρου δεν είναι να παρουσιάσει τις προτεσταντικές ακαδημαϊκές τοποθετήσεις και αντιθέσεις της ετερόδοξης θεολογίας, αλλά τις θέσεις των ελλήνων προτεσταντών σχετικά με το ζήτημα τού νηπιοβαπτισμού και να τις συγκρίνει με τις απόψεις των δημιουργών και ηγετών της μεταρρυθμίσεως, των Μ. Λούθηρου, Ι. Καλβίνου, Ου. Σβίγγλιου.
Η σύγκριση είναι επιβεβλημένη, αν σκεφθούμε ότι οι Έλληνες προτεστάντες σήμερα ανήκουν στους πνευματικούς επιγόνους των δημιουργών τού προτεσταντισμού, καθώς η απαρχή των πρώτων προτεσταντικών ελληνικών κοινοτήτων, ιστορικά σχετίζεται με την έντονη προσηλυτιστική δραστηριότητα των προτεσταντών μισσιοναρίων, θεωρώντας ταυτοχρόνως τους εαυτούς τους ως προς την πίστη τους εντεταγμένους στον ευρύτερο προτεσταντικό χώρο.

 
Η σύγκριση των αντιλήψεων των ελλήνων προτεσταντών με τις αντιλήψεις των δημιουργών της μεταρρυθμίσεως και η επισήμανση των αντιφάσεων μεταξύ τους, είναι επιπλέον επιβεβλημένη, καθώς σύμφωνα με τους ανεδαφικούς και ανιστόρητους ισχυρισμούς τους «είναι σε όλους πολύ γνωστό ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ποικιλότροπα νοθεύσει και αλλοιώσει τη διδασκαλία της, γι' αυτό τον λόγο είναι πολλαπλώς ΑΙΡΕΤΙΚΗ. (...) «Αν υπάρχει μία Εκκλησία που βρίσκεται μέσα σε τρομερή αίρεση, αυτή είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία»2.
     Η σύγκριση θα δείξει ποιος αλλοίωσε τι.

 Σύμφωνα, λοιπόν, με τους έλληνες προτεστάντες ο νηπιοβαπτισμός απορρίπτεται ως αντιγραφική διδασκαλία, ως ανθρώπινη επινόηση.
 Αναφέρουν χαρακτηριστικά «είναι ξεκάθαρο ότι το βάπτισμα των παιδιών είναι αντίθετο προς την διδασκαλία της Καινής Διαθήκης. Δεν υπάρχει καμία εντολή, ούτε παράδειγμα, ούτε και καμία απολύτως νύξη, ότι εβαπτίσθη νήπιο υπό τον Κυρίου ή των μαθητών του»3. Και αλλού, εκπρόσωπος άλλης ομολογίας αναφέρει «Το νηπιοβάπτισμα δεν είναι κάτι που το δίδαξε ο Χριστός. Το νηπιοβάπτισμα δεν περιλαμβάνεται στην αποστολική διδασκαλία Είναι ανθρώπινη διδασκαλία χωρίς κανένα βιβλικό διδασκαλικό υπόβαθρο»4.
 Ταυτοχρόνως, στην απέλπιδα προσπάθειά τους να παρουσιάσουν επιχειρήματα κατά τού νηπιοβαπτισμού, περιφρονώντας τις μαρτυρίες των αρχαίων εκκλησιαστικών συγγραφέων5, τις αρχαιολογικές μαρτυρίες των κατακομβών6, και σε προφανή αντίθεση με επιφανείς προτεστάντες καινοδιαθηκολόγους(π.χ. Cullmann, Jeremias, Delling, Schweitzer, Ferd)7 που δέχονται την ύπαρξη τού νηπιοβαπτισμού από τα τέλη τού πρώτου αιώνος, ισχυρίζονται ότι «η εφαρμογή του άρχισε δειλά-δειλά τον 3 μ.Χ. αιώνα και επεκράτησε σχετικά κατά τον 6 μ.Χ. αιώνα»8. Η απόρριψη τού νηπιοβαπτισμού από τους έλληνες προτεστάντες δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Μαρτυρείται ήδη από τον 19ο αι., από την πρώτη στιγμή δηλαδή της παρουσίας προτεσταντικών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο9.
 Με ποιο όμως κριτήριο οι έλληνες προτεστάντες απορρίπτουν τον νηπιοβαπτισμό; Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, μοναδικό κριτήριο είναι η Αγ. Γραφή.

 
Πιστεύουν ότι ο νηπιοβαπτισμός στερείται αγιογραφικής θεμελίωσης. Στο σημείο αυτό ακριβώς αντιφάσκουν με τους θεμελιωτές τού προτεσταντισμού.Ξεκινώντας ακριβώς οι ηγέτες της μεταρρυθμίσεως από το θεμελιώδες αξίωμα τους Sola Scriptura, όχι μόνο αποδέχονται τον νηπιοβαπτισμό, αλλά θα σταθούν και με ιδιαίτερη αυστηρότητα απέναντι στους αναβαπτιστές, όχι μόνο για τις κοινωνικές τους αντιλήψεις, αλλά και γιατί απέρριπταν τον νηπιοβαπτισμό10.
 
Μάλιστα, ο προτεστάντης ιστορικοδογματικός Κ. Hagenbach αναφέρει -ότι από τα τρία στοιχεία στα οποία συνέπιπτε η περί τού βαπτίσματος διδασκαλία των προτεσταντών μετά των ρωμαιοκαθολικών, το τρίτο ήταν η αναγκαιότητα τού νηπιοβαπτισμού11, αναγκαιότητα την οποία πρόβαλλαν από κοινού κατά των αναβαπτιστών.
 Τι όμως φρονούσαν για τον νηπιοβαπτισμό οι θεμελιωτές τού προτεσταντισμού, και μάλιστα με μοναδικό κριτήριο την Αγ. Γραφή; Αρχίζοντας από τον Μ. Λούθηρο, θα αναφερθούμε ενδεικτικά σε δύο έργα του, τα οποία μάλιστα ανήκουν στα συμβολικά κείμενα τού Λουθηρανισμού, στα Σμαλκαδικά Άρθρα (RAPS III, 5)12, και στη Μεγάλη κατήχησή του (PARS IV)13. Η θέση του είναι σαφέστατη, ότι ο νηπιοβαπτισμός και αρεστός στο Θεό είναι, και αναγκαίος, και σύμφωνος με την Αγ. Γραφή14.

 
Ο Ι. Καλβίνος θα κινηθεί στα ίδια πλαίσια με τον Λούθηρο, και επιπλέον στο κλασικό δογματικό έργο του Institutio Christianae Religionis IV, 16, 1-3215, θα αναιρέσει ένα προς ένα τα λογικά και αγιογραφικά επιχειρήματα των αναβαπτιστών. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός, ότι μελετώντας κάποιος την αναιρετική επιχειρηματολογία τού Καλβίνου, θα διαπιστώσει, ότι στην επιχειρηματολογία των Ελλήνων προτεσταντών κατά τού νηπιοβαπτισμού, επαναλαμβάνονται ακριβώς τα ίδια ευλογοφανή επιχειρήματα των αναβαπτιστών. Ο Καλβίνος, μάλιστα, θεωρούσε την προάσπιση τού νηπιοβαπτισμού ως στοιχείο της καθαρότητας της χριστιανικής πίστεως16από τις παραχαράξεις των αναβαπτιστών.

 
Στην ίδια γραμμή με τον Καλβίνο, στο θέμα τού νηπιοβαπτισμού, θα κινηθεί και οΟύρλιχ Ζβίγγλιος, εκφράζοντας τις απόψεις του κατεξοχήν στο έργο του Vom Taufe, vom widertaufe und vom kindertaufe το έτος 152517. Ο ίδιος ο Ζβίγγλιος, είχε προσπαθήσει, σε τρεις δημόσιες συζητήσεις, μεταξύ τού Ιανουαρίου και Νοεμβρίου τού 1525, να μεταπείσει ηγετικά στελέχη των αναβαπτιστών, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
 Έχοντας λοιπόν υπ' όψιν τις θέσεις των θεμελιωτών τού προτεσταντισμού, και συγκρίνοντας τες με τις θέσεις των ελλήνων προτεσταντών, ευρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη αντίφαση, να επικαλούνται αμφότεροι μόνο την Αγ. Γραφή και να αντιφάσκουν μεταξύ τους στο τι λέει η Αγ. Γραφή για το ίδιο θέμα. Η αντίφαση αυτή γίνεται ακόμα μεγαλύτερη, αν σκεφθούμε ότι, με βάση τα κριτήρια των Ελλήνων προτεσταντών πού θεωρούν τον νηπιοβαπτισμό αντίθετο στο θέλημα τού Χριστού και ανθρώπινη επινόηση, τότε, οι δημιουργοί τού προτεσταντισμού και πνευματικοί τους προπάτορες, δίδασκαν και υπερασπίζονταν ως θείο θέλημα ανθρώπινες επινοήσεις και αντιγραφικές απόψεις.
 Για τον ορθόδοξο χριστιανό οι προτεσταντικές αντιφάσεις και στο ζήτημα τού νηπιοβαπτισμού, είναι δηλωτικές της μόνιμης, δυσπερίγραπτης τραγωδίας τού προτεσταντισμού, που η αυθαιρεσία, ο υποκειμενισμός, μαζί με ψυχολογικές ψευδαισθήσεις ατομικής επάρκειας και φωτισμού, καθιστά τον κάθε προτεστάντη -υποτίθεται- δόκιμο και σωστό ερμηνευτή τού ιερού κειμένου.
 Ολοκληρώνοντας, πρέπει να επισημάνουμε και το έλλειμμα αληθείας που έχει ο προτεσταντικός ισχυρισμός, ότι ο νηπιοβαπτισμός στερείται ερείσματος στην Αγ. Γραφή.
 Παραγνωρίζουν ότι ο θεάνθρωπος δεν έθετε προϋποθέσεις ηλικίας λέγοντας «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν τον Θεού» (Ιωάν. 3, 5)18. Παραγνωρίζουν ότι το βάπτισμα αντικατέστησε την οκταήμερο περιτομή (Κολ. 2, 10) που γινόταν στα βρέφη, και ήταν τύπος τού βαπτίσματος. Υποτιμούν το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τού θεανθρώπου για τα παιδιά (Ματθ. 19, 13-15) και επιπλέον με ερμηνευτικές αλχημείες αγωνίζονται να πείσουν ότι οι οικογένειες που βάπτιζαν οι απόστολοι (Πράξ. 16, 14-15, Α' Κορ. 1, 16) δεν είχαν παιδιά. Επιπλέον, δεν προσάγουν καμία απόδειξη, ότι οι τρεις χιλιάδες χριστιανοί που εβαπτίστηκαν μετά την ομιλία τού Πέτρου (Πράξ. 2, 41) άφησαν τα παιδιά τους αβάπτιστα19.
 Επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Αγ. Νεκτάριος «ουδαμού της Ιεράς Γραφής φαίνεται ή ότι ο Χριστός διέταξε τον αποκλεισμόν των νηπίων από τού βαπτίσματος, ή ότι οι Απόστολοι κατά τας Αποστολικάς αυτών πορείας, βαπτίζοντες τους προσερχόμενους εις πίστιν εθνικούς, κατέλιπον αβάπτιστα τα εαυτών νήπια»20.

_____________Σημειώσεις
1. K. BARTH, Die kirchliche Lehre von der Taufe, Zürich 1947 . O. CULLMANN, Die Tauflehre des NT. Erwachsene und Kindertaufe, Zürich 1948. J. JEREMIAS, Die Kindertaufe in den ersten vier Jahrhunderten, Göttingen 19583. K. ALAND, Die Säuglingstaufe im NT und in der alten Kirche. Eine Antwort auf J. Jeremias, München 1961. E. STAUFFER, Zur Kindertaufe in der Urkirche, Deutsches Pfarrerblatt 49 (1949), 152-154.2. ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΒΗΜΑ, Αρ. φ. 9, Αύγ.-Οκτ. 1996, σελ. 14. ΓΕΡΑΣ. ΖΕΡΒΟΠΟΥΛΟΥ, Γραφές και Παραδόσεις, Ελεύθερες Εκδόσεις, Αθήνα χ.χ.2, σελ. 76, 78.3. Γ. ΚΑΡΒΟΥΝΑΚΗΣ, Το Βάπτισμα κατά τον Λόγο τού Θεού, περ. ΣΑΛΠΙΣΜΑ (έκδ. Ελληνικού Ινστιτούτου της Βίβλου), Ιούλ.-Δεκ. 1992, τεύχος 3, σελ. 126.4. ΣΤΑΥΡΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΥ, Η μεγαλύτερη αίρεση στην Ελλάδα, Αθήνα 2001, σελ. 11.5. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. 3, εκδ. ΣΩΤΗΡ, Αθήναι 1979, σελ. 111-114.6. WOL. METZGER, Die Taufe im missionarischen Anfang und in der Gemeindesituation, Stuttgart 1961, σελ. 46.7. CHRISTOPH HINZ, Taufeverantwortung in der DDR-Diasporagemeinde, CTTO Lutherische Monathefte, Heft 4, April 1969, σελ. 167-168.8. ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ, Βιβλική θεματολογία, Ρόδος 1976, σελ. 26.9. ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ ΔΟΥΛΗΓΕΡΗ, Ο αιρετικός Καλαποθάκης ή έλεγχος των ψευδοευαγγελικών, Εν Αθήναις 1892, σελ. 192-195.10. Βλ. R. STUPPERICH, Schriften von evangelischer Seite gegen die Täufer, Münster 1983. E. MÜHLENBERG, Epochen der Kirchengeschichte, Heidelberg- Wiesbaden 1991, σελ. 230-235.11. K. HAGENBACH, Lehrbuch der Dogmengeschichte, Leipzig 1867, ΣΕΛ. 650.12. Bekenntnisschriften der evangelisch-lutherischen Kirche, Güttersloh 1986, οελ. 486.13. Bekenntnisschriften..., TT.TT., creX. 736-739. EIppX. E. HIRSCH, Hilfsbuch zum Studium der Dogmatik, Berlin 1964, σελ. 224.14. Βλ. και Kal KLAUS SCHACHT, Die Taufe, CTTO Amt und Gemeinde, 38(1987), März/Apr 1987, σελ. 30.15. J. CALVIN, Institutio Christianae Religionis, (übersetzt und bearbeiter von OTTO WEBER), Neukirchener 1997, σελ. 913-939.16. Institutio IV, 16, 1, σελ. 913.17. ZWINGLII, Opera, (hrsg v.M.Schuler-J.Schulthess), Band II, 230-300.18. ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑ, Μελέται περί των θείων μυστηρίων, Αθήναι 1990, σελ. 27.19. ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΚΕΦΑΛΑ, π.π., σελ. 28.20. Όπ.π., σελ. 29.
 
Πηγή: Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον 

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

1)ΓΙΑΤΙ ΒΑΠΤΙΖΟΥΜΕ ΤΑ ΝΗΠΙΑ; ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΤΑ ΑΒΑΠΤΙΣΤΑ; 2)ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟΣ Ο ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ;

ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ

Και είπεν σ' αυτούς: Όποιος πιστέψει και βαφτιστεί θα σωθεί· όποιος δεν πιστέψει θα καταδικασθεί. Να και τα θαύματα που θα κάνουν όποιοι πιστέψουν: Με την επίκληση του ονόματος μου θα διόχνουν δαιμόνια, θα μιλούν νέες γλώσσες, κι αν παίρνουν φίδια στα χέρια τους ή πίνουν κάτι δηλητηριώδες δε θα παθαίνουν τίποτε· θα βάζουν τα χέρια τους πάνω σε αρρώστους και θα τους θεραπεύουν.
(Μαρκου 16,16)
Ο Ιησούς τους πλησίασε και τους είπε: "Ο Θεός μου έδωσε όλη την εξουσία στον ουρανό και στη γη.
Πηγαίνετε λοιπόν και κάνετε μαθητές μου όλα τα έθνη, βαφτίζοντας τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάξτε τους να τηρούν όλες τις εντολές που σας έδωσα. Κι εγώ θα είμαι μαζί σας πάντα ως τη συντέλεια του κόσμου". Αμήν.
(Ματθαίου 28,16)

1

Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, που ήλθε στον Κόσμο ακριβώς για να μας σώση ( απο τον αιώνιο θάνατο αφού μας παίρνει κοντά του και μας δίνει αιώνια ζωή ), είπεν οτι θα κερδίση τον Παράδεισο και θα σωθή, όχι μόνο "ο πιστεύσας" αλλά και ο "βαπτισθείς". Γιατί πρόσθεσε σαν όρο της σωτηρίας μας και το "βαπτισθείς";. Με το βαπτισθείς τι εννοεί ο Κύριος; Εννοεί την θεία Χάριν, που ενεργεί στο Μυστήριο του βαπτίσματος, καθώς και σε όλα τα μυστήρια. Αυτή η Θεία Χάρις καθαρίζει τον αμαρτωλόν. Υιοθετείται με το βάπτισμα από τον Θεό και μπαίνει στην οικογένεια του Θεού. Στην κατάστασι που βρίσκεται, βρώμικος απο τις αμαρτίες, απο την προπατορική και απο τις προσοπικές, δεν μπορεί για κανένα λόγο να μπή στην οικογένεια του Θεού, στον Παράδεισο. Μέσο της Χάρις όμως του Αγίου Πνεύματος καθαρίζεται τελείως ( ο νούς και η ψυχή καθαρίζεται απο όλους τους πονηρούς λογισμούς και δεν έχει κανένα πλέον πάθος ούτε ροπή για αμαρτία), γίνεται σαν Άγιος και προστέθεται σαν ενα μέλος της οικογένιας του Θεού.
 Γι' αυτό άλλωστε στο βάπτισμα γίνεται και η κούρα. Ο ποιμένας, όταν αγοράζη ένα πρόβατο του κόβει μια ψαλιδιά, το σημαδεύει , για να το γνωρίζη, οτι είναι πλέον δικό του. Με το βάπτισμα, λοιπόν γίνεται ο άνθρωπος μέλος της οικογένειας, του Θεού, της Εκκλησίας. Γίνεται  δικός Του, παιδί Του.

Πώς είναι ο Παράδεισος
Αρχιμ. Χαραλάμπους Δ. Βασιλόπουλου
Αθήνα 1975

2.
Τι είναι το βάπτισμα;
Το βάπτισμα είναι το ιερό μυστήριο της Εκκλησίας κατά το οποίο ο πιστεύων στον Ιησού Χριστό άνθρωπος βαπτιζόμενος με τριπλή κατάδυση και ανάδυση σε αγιασμένο ύδωρ και στο όνομα της Αγίας Τριάδος, από τη μια μεριά ελευθερώνεται από το σώμα της προπατορικής αμαρτίας και της ενοχής της οφειλόμενης σ' αυτή, από την άλλη δε αναγεννάται πνευματικά σε μία νέα ένθεη ύπαρξη και ζωή, γίνεται υιός του θεού και κληρονόμος της αφθαρσίας και της αθανασίας. Κατά το βάπτισμα ο άνθρωπος αποβάλλει τον παλαιό Αδάμ και ντύνεται το Χριστό, αποκτώντας καθαρή και άσπιλη τη θεία εικόνα με την οποία πλάστηκε από το Θεό και την οποία αχρείωσε η αμαρτία.
Παρ' όλα τούτα και κατά τρόπο μυστηριώδη και ανεξήγητο η αμαρτητική επιθυμία και ορμή εξακολουθούν να παραμένουν και στο βαπτισθέντα, χωρίς όμως να καταλογίζονται σαν αμαρτία στη φύση πού ελευθερώθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, ενώ η ίδια ορμή στον αβάπτιστο πού έχει ψυχή μολυσμένη από την αδαμική παράβαση, καταλογίζεται ως αμαρτία. Ή μετά το βάπτισμα παρουσία της αμαρτητικής ορμής αποτελεί προφανώς μέσο της θείας παιδαγωγίας, αποτελούσα κίνητρο αγώνων του αναγεννημένου κατά των παθών και της αμαρτίας και μέσο ηθικής και πνευματικής εμπεδώσεως και τελειώσεως. Ή αδιαφορία όμως έναντι της αμαρτητικής ορμής μπορεί να οδηγήσει το βαπτισθέντα σε πτώσεις ηθικές και στην απώλεια της αιώνιας ζωής. Το βάπτισμα είναι το μυστήριο δια του οποίου ο άνθρωπος γίνεται επίσημα μέλος της Εκκλησίας και αποκτά το δικαίωμα να μετέχει και των άλλων εκκλησιαστικών μυστηρίων.
Και μια τελευταία λέξη. Όπως τ' αποτελέσματα της δικαιώσεως είναι και αρνητικά και θετικά, δηλαδή από τη μια μεριά κάθαρση από την αμαρτία και από την άλλη πνευματική αναγέννηση και ανακαίνιση του ανθρώπου, τα ίδια αποτελέσματα έχει και το ιερό βάπτισμα, όπως είδαμε πιο πάνω, το οποίο είναι και το ληπτικό όργανο της δικαιώσεως.

Την ίδια έννοια έχουν και οι χαρακτηρισμοί του βαπτίσματος ως «λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινίσεως Πνεύματος Αγίου», ως λουτρού δηλ. με το οποίο ο άνθρωπος γίνεται πάλι όπως ήταν πριν από την πτώση του και ανακαινίζεται από την παλαιότητα της αμαρτίας στην οποία υποδουλώθηκε δια της παρακοής του Αδάμ ως φωτισμού ή φωτίσματος, με την έννοια ότι ο βαπτιζόμενος γεμίζει από το φως της χάριτος του Θεού, έτσι πού να μπορεί να ζει ως «τέκνον φωτός». Στο πνεύμα αυτό οι κατηχούμενοι καλούνταν στην αρχαία Εκκλησία «φωτιζόμενοι», οι νεοβαπτισθέντες «νεοφώτιστοι» και το βάπτισμα «ένδυμα φωτεινόν».

Αφού ο Κύριος είπε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται», γιατί εμείς βαπτίζουμε τα νήπια, τα οποία δεν μπορούν να πιστεύουν;
Είναι αλήθεια ότι ο Κύριος προέταξε του βαπτίσματος την πίστη. Ό άνθρωπος προτού δεχθεί το βάπτισμα πρέπει να πιστέψει στο Χριστό, να γνωρίσει τη θεία αλήθεια, να ποθήσει τη σωτηρία του και ακολούθως να βαπτισθεί.
Αυτή είναι ή κανονική σειρά και δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το βάπτισμα ενηλίκων, πού γίνεται κατόπιν πίστεως στο Σωτήρα, είναι προτιμότερο. Έτσι γινόταν στην αρχαία Εκκλησία.
Ό νηπιοβαπτισμός εισήχθη πολύ νωρίς στην πράξη της αρχαίας Εκκλησίας. Εισήχθη για ν' αντιμετωπίσει μια επείγουσα ανάγκη στη ζωή του πληρώματος της Εκκλησίας, ένα σοβαρό κίνδυνο, το ενδεχόμενο να πεθάνει κανείς αβάπτιστος, οπότε κωλύεται να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Το κώλυμα, όπως είπαμε, είναι ή παρουσία στην ψυχή του προπατορικού αμαρτήματος. Τα νήπια βέβαια δεν έχουν τη δυνατότητα να πιστέψουν. Αυτό όμως δεν αποτελεί απροχρώντα λόγο, ώστε να μη μπορούν να δεχθούν τη βαπτισματική χάρη. Είναι βασικό αξίωμα στη θεολογία ότι ή θεία χάρη ενεργεί λυτρωτικά, εκεί όπου δεν υπάρχει ή αμαρτία, ή οποία είναι ο μόνος παράγων πού αναστέλλει και ματαιώνει τη λυτρωτική της ενέργεια. Στα νήπια όμως το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας απουσιάζει. Συνεπώς ή θεία χάρη μπορεί να επιδράσει ευεργετικά στην τρυφερή καρδιά τους, καταλύοντας από τη φύση τους το σώμα του προπατορικού αμαρτήματος. Άλλωστε την έλλειψη προσωπικής τοποθετήσεως των νηπίων έναντι της πίστεως και του λόγου του Θεού, αναλαμβάνει την υποχρέωση ν' αναπληρώσει εν καιρώ σ' αυτά ο ανάδοχος, βοηθούμενος από τους γονείς του παιδιού και την Εκκλησία.
Μερικοί ρωτούν γιατί με βάπτισαν, χωρίς κανένας να με ρωτήσει, αν ήθελα να βαπτισθώ και να γίνω χριστιανός; (αυτό είναι συνηθισμένο ερώτημα των Μαρτύρων του Ίεχωβά). Το ερώτημα είναι σχήμα οξύμωρο. Πώς μπορείς να ρωτηθείς, αφού δεν έχεις τη δυνατότητα να κατανοήσεις και να απαντήσεις; Το βάπτισμα το κάνουμε στα νήπια για το καλό τους, για να τα προφυλάξουμε από έναν μέγιστο κίνδυνο. Το ίδιο άλλωστε δεν κάνουμε στα μικρά παιδιά, όταν τα εμβολιάζουμε; Ζητάμε προηγουμένως τη συγκατάθεση τους;
Τι είναι το βάπτισμα ανάγκης;
Είναι το βάπτισμα το οποίο τελείται εκτάκτως σε αβάπτιστα νήπια, τα οποία απειλεί ο θάνατος, και δεν υπάρχει ή δυνατότητα να γίνει στην Εκκλησία από κανονικό ιερέα. Το παιδί πού κινδυνεύει μπορεί να το βαπτίσει λαϊκός, άντρας ή γυναίκα —πάντα ορθόδοξος— στο όνομα της αγίας Τριάδος και σε ζών ύδωρ (τρεχούμενο νερό). Αν δεν υπάρχει πρόχειρα νερό, μπορεί να το βαπτίσει και στον αέρα: «βαπτίζεται ο δούλος (ή η δούλη) του Θεού... τάδε (θα λεχθεί το όνομα) εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Αμήν» (τρεις φορές). Το βάπτισμα αυτό είναι κανονικό. Αν επιζήσει το νήπιο, δεν επαναλαμβάνεται το βάπτισμα. Το πηγαίνουν οι γονείς του στο ναό, όπου ο ιερέας διαβάζει μονάχα τις ευχές, πού δεν ήταν δυνατό να διαβασθούν κατά το βάπτισμα ανάγκης, χωρίς όμως να γίνει βάπτιση, με τριττή κατάδυση και ανάδυση.
Το βάπτισμα ανάγκης εντάσσεται γενικά στο σκεπτικό του νηπιοβαπτισμού. Κύριος σκοπός του είναι να μην πεθάνει το νήπιο αβάπτιστο, με συνέπεια να στερηθεί τη Βασιλεία του Θεού.
Τι γίνεται όμως ένα αβάπτιστο νήπιο πού πεθαίνει αιφνίδια, μόνο ο Θεός γνωρίζει. Διότι υπάρχει μεν το προπατορικό αμάρτημα, δεν υπάρχουν όμως παράλληλα και προσωπικές αμαρτίες. Να βρίσκεται σε μια ουδέτερη κατάσταση μεταξύ Παραδείσου και κολάσεως;
Είναι σωστό το δι' επιχύσεως ή ραντισμού βάπτισμα;
Στην αρχαία Εκκλησία το βάπτισμα αυτό ήταν επίσης βάπτισμα ανάγκης. Γινόταν σε ασθενείς πού ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και δεν μπορούσαν να μετακινηθούν και να κατέβουν στην κολυμβήθρα να βαπτισθούν. Λεγόταν και βάπτισμα των «κλινικών» (αυτών πού ήταν κλινήρεις).
Ή Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το βάπτισμα αυτό της ανάγκης πού ήταν έκτακτο γεγονός στη ζωή της αρχαίας Εκκλησίας, το ανύψωσε σε κανονικό της θεσμό από τον 14ον αιώνα. Δε βαπτίζει σε κολυμβήθρα, αλλά ραντίζει την κεφαλή του βαπτιζόμενου με νερό. Το κάνει για πρακτικούς κυρίως λόγους. Τα επιχειρήματα όμως πού προσάγει (ή πιθανή κάκωση της υγείας των τρυφερών νηπίων, το γήρας ενδεχομένως των κληρικών, ψυχρές κλιματολογικές συνθήκες κ.ά.) δεν είναι πειστικά, ιδίως μετά τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη της εποχής μας.
Ή Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, ακολουθούσα την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας (αυτό μαρτυρούν τα σωζόμενα βαπτιστήρια, κτίσματα ιδιαίτερα με κολυμβήθρα, όπου γίνονταν οι βαπτίσεις), βαπτίζει τα νήπια. Άλλωστε ή λέξη «βάπτισμα», σημαίνει εμβύθιση σε νερό. Την καινοτομία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αποδοκιμάζει.
Πότε ένα βάπτισμα είναι κανονικό;
α. Όταν γίνεται από κανονικά χειροτονημένο ιερέα στο έδαφος της Εκκλησίας. Τη δυνατότητα τελέσεως κανονικού βαπτίσματος έχουν χάσει οι αιρετικοί και οι σχισματικοί. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ανήκουν στο σώμα της Εκκλησίας. Μοιάζουν με τα κλαδιά πού κόπηκαν από το δέντρο και ξεράθηκαν. Έτσι κι αυτοί δεν έχουν μέσα τους ζωή, την οποία φυσικά δεν μπορούν να μεταδώσουν σε άλλους. Είναι πνευματικά νεκροί.
β. Όταν γίνεται στο όνομα της αγίας και ζωοποιού Τριάδος. Ό όρος αυτός είναι απαράβατος για την κανονικότητα και εγκυρότητα του μυστηρίου. Το βάπτισμα «εις Χριστόν» («όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε») δεν αντικαθιστά το βάπτισμα στο όνομα της αγίας Τριάδος. Σημαίνει απλώς το βάπτισμα στην πίστη του Χριστού, στο λυτρωτικό έργο Του, με το οποίο σώζονται οι πιστοί.
γ. Όταν γίνεται κατά την τυπική ακολουθία της Εκκλησίας.
Το βάπτισμα οι Προτεστάντες το δέχονται, παρά την άλλη απέχθεια πού τρέφουν προς τα εκκλησιαστικά μυστήρια (αποτελούν εξωτερικά στοιχεία της Εκκλησίας, ενώ αυτοί δέχονται μόνο την αόρατη Εκκλησία), μη τολμώντες να έλθουν σε κατάφωρη αντίθεση προς τη μαρτυρία της αγίας Γραφής.


Τι είναι το βάπτισμα;
Το βάπτισμα είναι το ιερό μυστήριο της Εκκλησίας κατά το οποίο ο πιστεύων στον Ιησού Χριστό άνθρωπος βαπτιζόμενος με τριπλή κατάδυση και ανάδυση σε αγιασμένο ύδωρ και στο όνομα της Αγίας Τριάδος, από τη μια μεριά ελευθερώνεται από το σώμα της προπατορικής αμαρτίας και της ενοχής της οφειλόμενης σ' αυτή, από την άλλη δε αναγεννάται πνευματικά σε μία νέα ένθεη ύπαρξη και ζωή, γίνεται υιός του θεού και κληρονόμος της αφθαρσίας και της αθανασίας. Κατά το βάπτισμα ο άνθρωπος αποβάλλει τον παλαιό Αδάμ και ντύνεται το Χριστό, αποκτώντας καθαρή και άσπιλη τη θεία εικόνα με την οποία πλάστηκε από το Θεό και την οποία αχρείωσε η αμαρτία.
Παρ' όλα τούτα και κατά τρόπο μυστηριώδη και ανεξήγητο η αμαρτητική επιθυμία και ορμή εξακολουθούν να παραμένουν και στο βαπτισθέντα, χωρίς όμως να καταλογίζονται σαν αμαρτία στη φύση πού ελευθερώθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, ενώ η ίδια ορμή στον αβάπτιστο πού έχει ψυχή μολυσμένη από την αδαμική παράβαση, καταλογίζεται ως αμαρτία. Ή μετά το βάπτισμα παρουσία της αμαρτητικής ορμής αποτελεί προφανώς μέσο της θείας παιδαγωγίας, αποτελούσα κίνητρο αγώνων του αναγεννημένου κατά των παθών και της αμαρτίας και μέσο ηθικής και πνευματικής εμπεδώσεως και τελειώσεως. Ή αδιαφορία όμως έναντι της αμαρτητικής ορμής μπορεί να οδηγήσει το βαπτισθέντα σε πτώσεις ηθικές και στην απώλεια της αιώνιας ζωής. Το βάπτισμα είναι το μυστήριο δια του οποίου ο άνθρωπος γίνεται επίσημα μέλος της Εκκλησίας και αποκτά το δικαίωμα να μετέχει και των άλλων εκκλησιαστικών μυστηρίων.
Και μια τελευταία λέξη. Όπως τ' αποτελέσματα της δικαιώσεως είναι και αρνητικά και θετικά, δηλαδή από τη μια μεριά κάθαρση από την αμαρτία και από την άλλη πνευματική αναγέννηση και ανακαίνιση του ανθρώπου, τα ίδια αποτελέσματα έχει και το ιερό βάπτισμα, όπως είδαμε πιο πάνω, το οποίο είναι και το ληπτικό όργανο της δικαιώσεως.
Έίναι απαραίτητο για τη σωτηρία;
Έχει και μάλιστα τέτοια που να μην μπορεί κανείς να την αμφισβητήσει. Διότι το βάπτισμα το ίδρυσε ο ίδιος ο Κύριος μετά την ανάσταση του, όταν εμφανισθείς στους μαθητές τους έδωσε εντολή να μεταφέρουν την πίστη σε όλα τα έθνη της γης και να βαπτίζουν τους ανθρώπους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, τονίζοντας ότι αυτός που θα πιστέψει και θα βαπτιστεί θα σωθεί, ενώ εκείνος πού θ' απιστήσει θα κατακριθεί212. Ή γνώμη ότι το βάπτισμα συνεστήθη πριν από την ανάσταση, όταν ο Σωτήρας βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη ή όταν έστειλε τους μαθητές του να βαπτίζουν ή, τέλος, κατά το νυχτερινό Ιδιωτικό διάλογο πού είχε με το Νικόδημο, είναι αστήρικτη και αβάσιμη. Ένεκα της αναντίλεκτης σύστασης του από τον Κύριο το βάπτισμα ονομάζεται μυστήριο «κυριακόν».
Το βάπτισμα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία;

Ναι, είναι. Ό φυσικός άνθρωπος πού κουβαλάει μέσα του τη νέκρωση της φθοράς και του πνευματικού θανάτου δεν μπορεί να δει το θεό και να ζήσει στην αιώνια θεία βασιλεία. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι σε έκτακτες περιπτώσεις ο θεός δεν μπορεί να χορηγήσει τη σωτηρία, παρακάμπτοντας τον κανονικό αγωγό του ιερού βαπτίσματος.

Αυτό βέβαια αποτελεί ιδιωτική υπόθεση του Θεού, την οποία εμείς δεν γνωρίζουμε και πολύ λιγότερο δεν μπορούμε ν' αμφισβητήσουμε. Την αναγκαιότητα του βαπτίσματος ως μέσου σωτηρίας βλέπουμε στα λόγια του Σωτήρος στη συνομιλία πού είχε με το Νικόδημο: «Αμήν αμήν λέγω σοι, εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού».

Στο αυτό πνεύμα κινούνται και οι λόγοι Ιωάννη του Βαπτιστή, ο οποίος διαστέλλοντας το δικό του βάπτισμα στον Ιορδάνη «εν ύδατι εις μετάνοιαν» από το λυτρωτικό βάπτισμα του Κυρίου, τόνισε ότι «αυτός —δηλ. ο Κύριος— υμάς βαπτίσει εν Πνεύματι αγίω και πυρί». Την ίδια έννοια έχουν και οι χαρακτηρισμοί του βαπτίσματος ως «λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινίσεως Πνεύματος Αγίου», ως λουτρού δηλ. με το οποίο ο άνθρωπος γίνεται πάλι όπως ήταν πριν από την πτώση του και ανακαινίζεται από την παλαιότητα της αμαρτίας στην οποία υποδουλώθηκε δια της παρακοής του Αδάμ ως φωτισμού ή φωτίσματος, με την έννοια ότι ο βαπτιζόμενος γεμίζει από το φως της χάριτος του Θεού, έτσι πού να μπορεί να ζει ως «τέκνον φωτός». Στο πνεύμα αυτό οι κατηχούμενοι καλούνταν στην αρχαία Εκκλησία «φωτιζόμενοι», οι νεοβαπτισθέντες «νεοφώτιστοι» και το βάπτισμα «ένδυμα φωτεινόν».

Υπάρχουν και Άλλα Βαπτίσματα εκτός από το εν ύδατι;
Ναι, είναι το βάπτισμα του μαρτυρίου, το οποίο μπορεί ν' αναπληρώσει το κανονικό εν ύδατι βάπτισμα. Στην Εκκλησία μας υπάρχει ή πεποίθηση ότι οι αληθείς μάρτυρες της πίστεως, όσοι δηλαδή εκουσίως και από αγάπη υφίστανται το θάνατο υπέρ της χριστιανικής τους πίστεως, είναι δυνατό, είτε βαπτισμένοι είτε όχι, να δικαιωθούν και να κερδίσουν την αιώνια ζωή. Μαρτυρίες από τη Γραφή προσάγονται συνήθως οι λόγοι του Κυρίου: «Πάς συν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω κάγώ εν αύτφ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ούρανοίς». Και: «Ός γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει, ος δ' αν απολέση την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν». Κατά τον Κυπριανό το βάπτισμα του μαρτυρίου είναι το μέγιστο και ενδοξότατο των βαπτισμάτων. Την πεποίθηση της Εκκλησίας στο βάπτισμα του μαρτυρίου τρανότατα βεβαιώνει ή εορτή των νηπίων των σφαγιασθέντων από την Ηρώδη (29 Δεκεμβρίου).
Τι είναι το βάπτισμα της επιθυμίας;
Το βάπτισμα της επιθυμίας (baptismous flaminis) είναι δόγμα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, άγνωστο στην ορθόδοξη θεολογία. Κατά την εν Τριδέντω συνοδό το προπατορικό αμάρτημα δεν απαλείφεται άνευ του λουτρού της αναγεννήσεως ή του πόθου γι' αυτό (sine lavacro regenerationis aut ejuss voto). Κατά τη θεωρία αυτή, όσοι επιθυμούν διακαώς να βαπτισθούν, δια πολλούς όμως λόγους δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν την επιθυμία τους αυτή, μπορεί να τύχουν της δικαιώσεως δυνάμει της μετάνοιας και της αγάπης, τις όποιες προϋποθέτει ο πόθος προς το Χριστό και την Εκκλησία. Από τη Γραφή προσάγονται ως μαρτυρίες τα χωρία: Λουκ. 7,47: «Ου χάριν λέγω σοι, αφέωνται αί αμαρτίαι αυτής αί πολλαί, ότι ηγάπησε πολύ» και Ίωάν. 14,21: «Ό δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν». Ότι όμως τα χωρία αυτά, ομιλούντα γενικώς περί αγάπης δεν μπορούν να στηρίξουν το δόγμα περί του βαπτίσματος της επιθυμίας είναι φανερό, τόσο περισσότερο όσο σιγούν σχετικώς οι πηγές της 'Αποκαλύψεως. Ό ιερός μάλιστα Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός εκφράζεται κατ' αυτού.
Ποιά είναι η τύχη των νηπίων πού πεθαίνουν αβάπτιστα;
Το ερώτημα αυτό είναι πολύ δύσκολο και δεν μπορούμε να απαντήσουμε σ΄ αυτό από την οπτική γωνία της γης. Μόνο στην άλλη ζωή θα το εννοήσουμε, όπως γενικότερα θα εννοήσουμε και την τύχη του ανθρώπου αμέσως μετά το θάνατο. Το ζήτημα της τύχης των νηπίων πού πεθαίνουν αβάπτιστα ανάγεται τελικά, στην ευσπλαχνία και την αγαθότητα του Θεού ο όποιος οικονομεί τη ζωή και το θάνατο όλων των λογικών πλασμάτων του.
Το ερώτημα πού θέσαμε είναι δύσκολο γιατί προσδιορίζεται από δύο βασικές προτάσεις ασυμβίβαστες μεταξύ τους πρώτον, τα νήπια πού πεθαίνουν αβάπτιστα επειδή φέρουν το προπατορικό αμάρτημα δεν μπορούν να εισέλθουν στη βασιλεία των ουρανών και δεύτερον, τα αυτά νήπια επειδή δεν έχουν προσωπικές αμαρτίες δεν μπορούν να εξακοντισθούν στην αιώνια κόλαση. Ό άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός γράφει: «Τους δε (τα νήπια πού πέθαναν αβάπτιστα) μήτε δοξασθήσεσθαι μήτε κολασθήσεσθαι παρά του δικαίου κρητού ως ασφράγιστους μεν απονήρους δε, αλλά παθόντας μάλλον ή δράσαντας». Να υποθέσουμε ότι τα αβάπτιστα νήπια βρίσκονται ενδιάμεσα μεταξύ παραδείσου και κολάσεως (υπάρχει μια τέτοια ενδιάμεση κατάσταση;) ή ότι υφίστανται ελαφρότατες βασάνους;
Εν πάση όμως περιπτώσει θεωρίες πού διατυπώνονται από ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους προς εξοικονόμηση της δυσχέρειας, ότι οι προσευχές των γονέων μπορούν να σώσουν τα αβάπτιστα νήπια ή ότι αυτά, αποκτώντα συνείδηση, μπορούν να σωθούν δια του βαπτίσματος του πόθου προς το βάπτισμα, είναι θεωρίες αλλόκοτες και αστήρικτες πού έρχονται σε αντίθεση προς την περί βαπτίσματος διδασκαλία της πίστεως.
Τι φρονούν περί της ουσίας τον βαπτίσματος οι Διαμαρτυρόμενοι;
Τα περί της ουσίας του βαπτίσματος διδάγματα των Διαμαρτυρομένων είναι ανάλογα προς τις περί προπατορικού αμαρτήματος και δικαιώσεως ιδιαίτερες αντιλήψεις τους. Ενώ για μας το βάπτισμα καταργεί την αμαρτία από την ψυχή του βαπτιζομένου αναγεννώντας και αναπλάσσοντας αυτόν (το ίδιο παρατηρείται και στη δικαίωση), κατά τους Προτεστάντες, το μυστήριο δεν εξαλείφει την ουσία του προπατορικού αμαρτήματος άλλ' απλώς αίρει την ενοχή την οφειλόμενη τόσο σ' αυτό όσο και στις προσωπικές αμαρτίες των βαπτιζομένων, χωρίς ωστόσο να καθιστά άγιο και δίκαιο τον άνθρωπο, ενισχύοντας απλώς την πίστη του κι εξασθενώντας την υφιστάμενη αμαρτία. Ή αμαρτία στον άνθρωπο συγχωρείται όχι για να μην υπάρχει, αλλά για να μην καταλογίζεται.
Οι αντιλήψεις αυτές δεν είναι σωστές. Όχι μόνο διαστρεβλώνουν την αληθινή έννοια της δικαιώσεως (άρση της αμαρτίας και αναγέννηση), άλλ' έρχονται σε αντίθεση προς τη διδασκαλία της Γραφής κατά την οποία το βάπτισμα είναι «λουτρόν παλιγγενεσίας». Ό όρος αυτός εκφράζει θαυμάσια την ουσία του βαπτίσματος. Το βάπτισμα κάνει τον άνθρωπο νέα γένεση, του χαρίζει καινούργια πνευματική ύπαρξη, από την οποία έχει αφαιρεθεί το στοιχείο της αμαρτίας, το δηλητήριο της φθοράς και του πνευματικού θανάτου.
Το βάπτισμα κατά τους Διαμαρτυρόμενους δεν επαναλαμβάνεται. Σ' αυτό συμφωνούν με τους Ορθόδοξους και τους Ρωμαιοκαθολικούς. Όμως η μη επανάληψη αυτή δεν οφείλεται στη μοναδικότητα της πνευματικής γεννήσεως πού μόνο μια φορά γίνεται (όπως και η φυσική γέννηση) ούτε στο ότι το μυστήριο φέρει χαρακτήρα ανεξάλειπτο (Δυτικοί), αλλά στην ειδική συνθήκη πού δημιουργείται στο βάπτισμα μεταξύ θεού και ανθρώπου, η οποία από μέρους του Θεού είναι αμετακίνητη και ανεπανάληπτη.
Όσοι εκ των Διαμαρτυρομένων δέχονται το μυστηριακό χαρακτήρα του βαπτίσματος αποδέχονται και τον νηπιοβαπτισμό (Λουθηρανοί). Αυτό όμως δεν γίνεται χωρίς αντίφαση προς τη θεμελιώδη προτεσταντική αρχή περί πίστεως, ως της μόνης δυνάμεως πού προσδιορίζει την ενέργεια του μυστηρίου. Πώς μπορεί να ενεργήσει το βάπτισμα στα νήπια, τα οποία στερούνται λόγου και πίστεως; Προς εξοικονόμηση του πράγματος διατυπώθηκαν αλλόκοτες θεωρίες ότι τα νήπια πού είναι ευάρεστα στο Θεό και προστατεύονται από τους αγγέλους, πιστεύουν κι αυτά χωρίς να κατανοούν το Θεό, όπως ο Δαβίδ στην κοιλιά της μητέρας του εξεδήλωνε την αφοσίωση του στο Θεό και ο Βαπτιστής Ιωάννης σκιρτούσε ομοίως στην κοιλιά της Ελισάβετ, όταν αύτη άκουε το χαιρετισμό της Παρθένου Μαρίας. Άλλωστε η πίστη δεν έχει ανάγκη του λόγου, ο οποίος καμιά φορά την εμποδίζει, άλλ' είναι προϊόν του παναγίου Πνεύματος.
Τέλος όσοι εκ των Διαμαρτυρομένων (Καυάκεροι, Σωκινιανοί, Άρμινιανοί, Μεννωνίτες, Άναβαπτιστές) απορρίπτουν τον μυστηριακό χαρακτήρα του βαπτίσματος, φρονούντες ότι είναι απλή τελετή ιδρυθείσα όχι από τον Κύριο αλλά από τους Αποστόλους για τους εξ Ιουδαίων και εθνικών επιστρέφοντας των οποίων εδήλωνε δημόσια την είσοδο στην Εκκλησία, η είναι απλή εικόνα της εσωτερικής καθάρσεως του άνθρωπου και φραγίδα της αφέσεως των αμαρτιών στους πιστεύοντες και μετανοούντες, συναπορρίπτουν όλοι τον νηπιοβαπτισμό, του οποίου δεν κατανοούν τη φύση και τους σκοπούς.
Είναι σωστό το δι' επιχύσεως βάπτισμα των Παπικών;
Όχι, δεν είναι. Διότι, κατά την ορθόδοξη πίστη, το βάπτισμα για να είναι έγκυρο και κανονικό, πρέπει να γίνεται στο όνομα της αγίας Τριάδος και δια τριπλής καταδύσεως σε ύδωρ «ειλικρινές», δηλαδή αμιγές και καθαρό. Αν λείπει ένας από τους όρους αυτούς το μυστήριο είναι άκυρο. Ως προς τον δεύτερο όμως όρο, δηλαδή την τριπλή κατάδυση, δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών Εκκλησιών.
Το ρήμα βαπτίζω σημαίνει βυθίζω. Από αρχαιοτάτων δε χρόνων στην Εκκλησία το βάπτισμα ετελείτο δια τριπλής καταδύσεως σε ύδωρ. Την πράξη αυτή της Εκκλησίας μαρτυρούν τα σωζόμενα βαπτιστήρια, ειδικά κτίσματα κείμενα παραπλεύρως του ναού, στα οποία βαπτίζονταν οι κατηχούμενοι. Ομοίως μαρτυρεί η πράξη των αποσχισθεισών Εκκλησιών των Αρμενίων, Κοπτών και Άβυσσηνίων, πού τελούν το βάπτισμα δια καταδύσεως. Είναι ενδεικτικό ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας στα έργα τους δεν μνημονεύουν άλλον τρόπο βαπτίσεως. Φυσικά στην αρχαία Εκκλησία υπήρχε το έκτακτο και κατ' οικονομία βάπτισμα των κλινικών, δηλαδή των ασθενών πού, καθηλωμένοι στο κρεβάτι, δεν μπορούσαν να μετακινηθούν, το οποίο γινόταν δι' επιχύσεως και ραντισμού.
Στο έκτακτο αυτό βάπτισμα στηριζόμενοι οι Ρωμαιοκαθολικοί και προφασιζόμενοι λόγους αστήρικτους, την τρυφερή ηλικία των νηπίων, τα όποια αν είναι ασθενικά κινδυνεύουν κατά την κατάδυση, το γήρας των λειτουργών με τις αρνητικές επιπτώσεις του, το άτοπο της γυμνώσεως προσώπων του ετέρου φύλου και γενικά τις δυσκολίες από το ψυχρό κλίμα των βορείων χωρών, ήδη από τον 14ο αιώνα το εκτάκτως γινόμενο βάπτισμα δι' επιχύσεως εισήγαγαν ως κανονικό της Εκκλησίας θεσμό. "Ότι όμως πρόκειται περί επιζήμιας καινοτομίας στη σειρά πολλών άλλων καινοτομιών της Εκκλησίας αυτής, μετά τα όσα είπαμε δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί.
Μπορεί άλλο πρόσωπο εκτός από τον ιερέα να τελέσει το βάπτισμα;
Ναι μπορεί, σε έκτακτες όμως περιπτώσεις. Το βάπτισμα αυτό είναι ομοίως βάπτισμα ανάγκης. Γίνεται δε συνήθως ενόψει επικείμενου θανάτου. Όταν, λόγου χάρη, ένα αβάπτιστο παιδί ασθενήσει ξαφνικά και κινδυνεύει να πεθάνει, τότε μπορεί να το βαπτίσει και λαϊκός, άνδρας ή γυναικα, κατά κανόνα όμως ορθόδοξος. Το βάπτισμα μπορεί να το κάνει σε νερό απλό και φυσικό, κάνοντας τις τρεις καταδύσεις και λέγοντας τα καθιερωμένα λόγια: «Βαπτίζεται ο δούλος (ή η δούλη) του θεού τάδε... εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμήν». Ελλείψει ύδατος το βάπτισμα μπορεί να γίνει και στον αέρα (αεροβάπτισμα). Και στις δύο περιπτώσεις (κυρίως όμως στην πρώτη) το βάπτισμα είναι έγκυρο και δεν μπορεί να επαναληφθεί, όταν παρέλθει ο κίνδυνος θανάτου.
Το έκτακτο αυτό βάπτισμα τελεί και ή Ρωμαϊκή Εκκλησία, διευρύνουσα όμως τον κύκλο των προσώπων πού μπορούν να το επιτελέσουν. Σε αντίθεση με τη δική μας Εκκλησία πού επιτρέπει την τέλεση του μόνο σε ορθόδοξους λαϊκούς, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το επιτρέπει και σε μη χριστιανούς, σε Ιουδαίους και σε εθνικούς. Ότι όμως μια τέτοια θεωρία, διαταράσσουσα τη «λογική» και τον φυσικό κύκλο των μυστηρίων, είναι άκρως μηχανική, είναι προφανές και αυτονόητο.
Και οι Διαμαρτυρόμενοι, τέλος, δέχονται την τέλεση του βαπτίσματος από πρόσωπα λαϊκά, εκτός από τους Καλβινιστές, οι όποιοι, αποδεχόμενοι ότι ο Θεός σώζει και χωρίς το βάπτισμα τους προορισμένους στην αιώνια ζωή, δεν δίνουν καμιά σημασία στο έκτακτο βάπτισμα της ανάγκης.
Ποιά είναι ή θέση τον προσώπου του λειτουργού στην τέλεση των εκκλησιαστικών μυστηρίων;
Όπως ειπώθηκε στα προηγούμενα, ο τελετουργός των μυστηρίων είναι κατ' ούσίαν ο ιδρυτής αυτών, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Ό ιερέας είναι απλό όργανο δια του οποίου επιτελούνται τα μυστήρια.
Στο πνεύμα αυτό ο ορθόδοξος ιερέας κρύβει επιμελώς το πρόσωπο του κατά την τέλεση των μυστηρίων, απαγγέλλοντας τις ιερουργίες σε τύπο παθητικό (σε τρίτο ενικό πρόσωπο) όπως: Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού και χρίεται, αρραβωνίζεται, στέφεται, μεταλαμβάνει, προχειρίζεται κ.τ,λ.
Αντίθετα στη Ρωμαϊκή Εκκλησία ο λειτουργός φέρεται να τελεί ό ίδιος τα μυστήρια, απαγγέλλοντας τις ιερουργίες σε πρώτο ενικό πρόσωπο, όπως: εγώ σε βαπτίζω, σε χρίω κ.ο.κ. Το ύφος αυτό είναι εκφραστικό του οξέος χωρισμού του κλήρου από τον λαό, πού παρατηρείται στη Λατινική Εκκλησία.

Απο το βιβλίο "Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά – συμβολικά – ιστορικοδογματικά"
Εκδόσεις «ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ», 1995, τόμοι 1 και 2
 http://www.psathades.gr/bibliothiki/TaEptaMystiria/ToVaptisma.htm
Πηγή εἰκόνας:
https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhLTYyaBjD1TkyOnvcToDbd_JLtfJzEBi1Vmmska8-t4WcZNmjybycoJnVuRWuAZIhEMMwaFLNIFc_BgLfE7TTJxf9x57ehET22KTTKFGmzzhSAMFwryiSGhzw_TJv5PyqX6DFxuVfiqLo/s400/06_1.jpg

                                        

ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΣ: σωστός ή λάθος;

 Ένα από τα αγαπημένα θέματα των αιρετικών (Μάρτυρες του Ιεχωβά, Πεντηκοστιανοί, Ευαγγελικοί κ.λ.π.), με το οποίο πιστεύουν πως θα μας φέρουν σε δύσκολη θέση, είναι και ο νηπιοβαπτισμός. Γιατί βαπτίζετε τα παιδιά σε νηπιακή ή παιδική ηλικία μας λένε, αφού δεν μπορούν να καταλάβουν αν θέλουν να βαπτιστούν ή όχι. Που είναι λοιπόν η ελευθερία της βουλήσεως συνεχίζουν.
Ας τα δούμε λοιπόν αναλυτικά όλα αυτά στο παρακάτω άρθρο.

ΤΟ ΓΝΩΣΤΟ ΚΟΛΠΟ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
Ως γνωστό, οι πάσης φύσεως αιρετικοί για να στηρίξουν τα λεγόμενα τους, χρησιμοποιούν επιλεκτικά την Αγία Γραφή. Έτσι και στο ζήτημα του νηπιοβαπτισμού χρησιμοποιούν τα χωρία (κομμάτια) της Γραφής που αναφέρονται στο βάπτισμα σε μεγάλη ηλικία και παραβλέπουν εκείνα που αναφέρονται στον νηπιοβαπτισμό.
Έτσι και για το εν λόγω θέμα μας, μας παραπέμπουν στο βιβλίο της Γραφής «Πράξεις των Αποστόλων», κεφάλαιο 2, στίχοι 37 – 38. Το κομμάτι αυτό αναφέρεται στην απορία των ακροατών του αποστόλου Πέτρου, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, τι πρέπει να κάνουν για να σωθούν. Και απαντάει ο Πέτρος: «Μετανοήστε και ο καθένας από σας, ας βαπτιστεί στο όνομα του Ιησού Χριστού για την συγχώρεση των αμαρτιών σας και θα λάβετε το χάρισμα του Αγίου Πνεύματος».Ορίστε λοιπόν λένε, σύμφωνα με την Γραφή, το βάπτισμα προϋποθέτει μετάνοια που μόνο ένας ενήλικας μπορεί εν γνώσει του να κάνει.

ΟΙ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ
Το παραπάνω κομμάτι της Γραφής πράγματι μιλάει για βάπτισμα σε μεγάλη ηλικία.
Όμως οι αιρετικοί εκ του πονηρού παραβλέπουν πως δεν υπήρχε τότε ο Χριστιανισμός σαν θρησκεία, άρα όσοι προσέρχονταν σ’ αυτόν, προέρχονταν από τις δύο τότε υπάρχουσες θρησκείες τον Ιουδαϊσμό και την ειδωλολατρία. Κατά συνέπεια λογικό είναι, πως πριν γίνουν μέλη της εκκλησίας – η οποία κήρυττε κάτι το καινούργιο – έπρεπε να μάθουν για την διδασκαλία της και αν τους άρεσε να θελήσουν να γίνουν μέλη της, μέσω του βαπτίσματος. Την τακτική αυτή άλλωστε δεν απαρνήθηκε ποτέ η Εκκλησία μας. Γι’ αυτό και η Θεία Λειτουργία, αποτελείται από δύο μέρη. Τη Λειτουργία των Πιστών και τη Λειτουργία των Κατηχουμένων.
Εξάλλου αυτό εφαρμόζει και σήμερα με τους διάφορους μετανάστες που θέλουν να γίνουν Χριστιανοί. Πριν αυτοί βαπτιστούν, συμμετέχουν σε διάφορες σχολές, όπου μαθαίνουν διάφορα θέματα για την πίστη μας π.χ. αγιολογία, Εκκλησιαστική Ιστορία κ.λ.π. Άλλωστε σε κάποιες απ’ αυτές τις σχολές, πριν μερικά χρόνια έτυχε να διδάξουμε και εμείς.
Όμως πολύ σοφά η εκκλησία μας, όπως ο Χριστός δεν διέκρινε και δεν απέρριψε κανένα, έτσι και αυτή νοιάζεται για κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτου ηλικίας και ειδικά για τα παιδιά που τόσο αγάπησε ο Χριστός, γι’ αυτό και προσπαθεί να τα φέρει κοντά της από την νηπιακή σχεδόν ηλικία, μέσω των μυστηρίων του βαπτίσματος, χρίσματος, θείας ευχαριστίας και ευχελαίου.

ΕΙΝΑΙ Η ΓΡΑΦΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟΥ;
Η Γραφή είναι γεμάτη από χωρία (κομμάτια), στα οποία διαφαίνεται ο νηπιοβαπτισμός. Έτσι σε αρκετά σημεία της, τονίζει την βάπτιση ολόκληρων οικογενειών από τους Αποστόλους και την εισδοχή τους στον Χριστιανισμό. Φυσικό είναι οι οικογένειες αυτές να είχαν και μικρά παιδιά. Πουθενά λοιπόν σ’ αυτά τα χωρία δεν φαίνεται να γίνεται διάκριση στα μέλη της οικογένειας, αλλά αντίθετα βαπτίζονται όλα τα μέλη της. Ας αναφέρουμε κάποια από αυτά:
1. «Βαπτίστηκε (η Λυδία) και όλη η οικογένειά της». Πράξεις των Αποστόλων, κεφάλαιο 16, στίχος 15.2. «Βαπτίστηκε αυτός (ο δεσμοφύλακας των Φιλίππων) και όλοι όσοι ήταν μαζί του».Πράξεις των Αποστόλων, κεφάλαιο 16, στίχος 33.3. «Βάπτισα (εννοείται ο Παύλος), την οικογένεια του Στεφανά». 1η επιστολή προς Κορινθίους, κεφάλαιο 1, στίχος 15.Ομοίως στο κεφάλαιο 10, από τις Πράξεις των Αποστόλων, περιγράφεται η βάπτιση του εκατόνταρχου Κορνηλίου και της οικογένειάς του από τον Πέτρο, καθώς επίσης και των στενών συγγενών και φίλων του που είχε καλέσει για ν’ ακούσουν το κήρυγμα του Πέτρου.
Άξιο μνείας επίσης είναι, πως το χωρίο που επικαλούνται οι αιρετικοί, και το οποίο ισχυρίζονται ότι είναι εναντίον του νηπιοβαπτισμού, δηλαδή το κεφάλαιο 2, στίχοι 37 – 38, από τις Πράξεις των Αποστόλων, που αναφέραμε πιο πάνω, γυρίζει μπούμερανγκ εναντίον τους. Γιατί δεν αναφέρεται μόνο στο βάπτισμα των μεγάλων αλλά και των μικρών. Και για του λόγου το αληθές αναφέρομαι και την συνέχεια του, την οποία εκ του πονηρού αποκόπτουν οι αιρετικοί. «Διότι για σας είναι η υπόσχεση και για τα παιδιά σας».

ΣΥΝΔΕΣΗ ΠΕΡΙΤΟΜΗΣ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ
Όπως είναι γνωστό από την Παλαιά Διαθήκη, Γένεσις, κεφάλαιο 17, στίχοι 10 – 12,
Ως γνωστό πάλι, το βάπτισμα εκτός από την άφεση των αμαρτιών που δίνει, είναι το καινούργιο σημάδι, της νέας συμφωνίας (διαθήκης), που έκανε ο Θεός με τον καινούργιο λαό του (Χριστιανούς).
Η μεν πρώτη είναι σαρκική, η δε δεύτερη πνευματική. Και δεν τα λέμε από το μυαλό μας αυτά. Τα λέει ο Απόστολος Παύλος, στην προς Κολασσαείς επιστολή του: «Περιτμηθήκατε με περιτομή αχειροποίητο, βγάζοντας από το σώμα σας τις αμαρτίες της σάρκας σας, με την περιτομή του Χριστού, αφού ταφήκατε μαζί του με το βάπτισμα». Επιστολή προς Κολασσαείς, κεφάλαιο 2, στίχοι 11 – 12.Και ρωτάμε τους απανταχού αιρετικούς. Αφού η περιτομή γινόταν την όγδοη μέρα από τη γέννηση του παιδιού, γιατί η καινούργια περιτομή (βάπτισμα), να μην γίνεται κατά την νηπιακή ηλικία;
η περιτομή ήταν το σημάδι της συμφωνίας (διαθήκης), μεταξύ του Θεού και του λαού του (Ισραήλ).

ΔΙΝΕΙ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ;
Ερχόμενοι τώρα ν’ απαντήσουμε στο άλλο επιχείρημα των αιρετικών, πως δεν δίνεται στο νήπιο η ελευθερία της επιλογής αν θέλει να γίνει Χριστιανός ή όχι, λόγω του νηπιοβαπτισμού του, αξίζει να πούμε, ότι το χωρίο που αναφέρουμε στην αρχή του άρθρου μας, δηλαδή το κεφάλαιο 2, στίχοι 37 – 38 από τις Πράξεις των Αποστόλων, επισημαίνει, πως το βάπτισμα δεν είναι μόνο για την συγχώρεση των αμαρτιών, αλλά και το να λάβει κάποιος το χάρισμα του Αγίου Πνεύματος.Αν λοιπόν το νήπιο δεν βαπτιστεί για να του φύγει το προπατορικό αμάρτημα, και λόγω αυτού του γεγονότος δεν μπορέσει να κατοικήσει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, τότε ποιος άλλος εκτός του Σατανά, θα βρει την ευκαιρία να μπει μέσα στο αβάπτιστο νήπιο;
Και είναι ποτέ δυνατόν ο Σατανάς να δώσει στον άνθρωπο το δικαίωμα της επιλογής;Αντίθετα στην Ορθόδοξη ακολουθία του μυστηρίου του νηπιοβαπτισμού, με τις ευχές του εξορκισμού («αποτάξον το Σατανά» κ.λ.π.) που λέγονται, από τον ιερέα και τον ανάδοχο (νονό) του νηπίου, εκδιώκεται ο Σατανάς. Έπειτα με το μυστήριο του χρίσματος που ακολουθεί αμέσως μετά το βάπτισμα, έρχεται πλέον και κατοικεί στο νήπιο το Άγιο Πνεύμα. Έτσι το νήπιο μεγαλώνοντας σιγά – σιγά υπό την καθοδήγηση των γονιών του και της Εκκλησίας, προσπαθεί να βαδίσει όσο του είναι δυνατόν το δρόμο του Θεού. Όταν πλέον μεγαλώσει, εξαρτάται απ’ αυτόν, αν θα συνεχίσει να βαδίζει το δρόμο του Θεού ή όχι.
Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ «ΓΡΟΘΙΑ» ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
Αφήσαμε για το τέλος ένα απόσπασμα της Γραφής, που όχι μόνο αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας, πόσο σωστός είναι ο νηπιοβαπτισμός, αλλά αποδεικνύει και την πνευματική τύφλωση των αιρετικών. Γιατί αποτελεί τον επίλογο του Ευαγγελίου του Ματθαίου, και είναι απορίας άξιο, πως δεν τον έχουν δει οι πάσης φύσεως αιρετικοί οι οποίοι όλη την ώρα, όπως ισχυρίζονται ασχολούνται με τη Γραφή.
Τον έχουν δει βέβαια, και τον έχουν παραδεί, αλλά όπως έχουμε πει και πιο πάνω, ότι δεν τους συμφέρει κάνουν πως δεν το ξέρουν.
Χωρίς άλλα σχόλια λοιπόν αναφέρουμε το απόσπασμα αυτό, το οποίο επιβεβαιώνει πανηγυρικά πως, το να προηγείται η βάπτιση και μετά η διδασκαλία είναι παραγγελία του ίδιου του Χριστού.«Οι έντεκα μαθητές πήγαν στην Γαλιλαία, στο όρος που τους είχε ορίσει ο Ιησούς. Και όταν τον είδαν, τον προσκύνησαν, μερικοί όμως ήταν διστακτικοί. Και ο Ιησούς τους πλησίασε και τους είπε, Μου δόθηκε πλήρης εξουσία στον ουρανό και στη γη. Πηγαίνετε λοιπόν και κάνετε όλα τα έθνη μαθητές μου ΒΑΠΤΙΖΟΝΤΕΣ αυτούς στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ αυτούς να τηρούν όλα όσα σας διέταξα. Και να εγώ είμαι μαζί σας όλες τις μέρες μέχρι της συντέλειας του κόσμου». Κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο, κεφάλαιο 28,στίχοι 16 – 20.
http://antiairetikos.blogspot.com/2008/05/blog-post_25.html

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Χριστιανός Ορθόδοξος Ανάδοχος.

Όπως όλοι γνωρίζουμε και ζούμε, η Αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία, το Σώμα δηλ. του Χριστού, είναι Εκκλησία των Μυστηρίων. Το πρώτο από τα μυστήρια, το εισαγωγικό μυστήριο, που μας εισάγει και μας κάνει οργανικά μέλη της Εκκλησίας, είναι το μυστήριο του Βαπτίσματος.
Στην Π.Δ. έχουμε τύπους του πραγματικού Βαπτίσματος, με τελευταίο το βάπτισμα μετανοίας του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος κλείνει την Π.Δ. και ανοίγει την Κ. Διαθήκη. «Ιωάννης εβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας τω λαώ λέγων εις τον ερχόμενον μετ’ αυτόν ίνα πιστεύσωσιν, τουτ’ έστιν εις τον Ιησούν» (Πράξ. 19,4). Ο Ιωάννης βάπτισε βάπτισμα μετανοίας και έλεγε στο λαό να πιστεύουν σ’ Εκείνον που έρχεται μετά από αυτόν, δηλ. στον Ιησού Χριστό.
Ο Ίδιος ο Ιησούς Χριστός με το παράδειγμά Του αγίασε το Βάπτισμα, όταν βαπτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή στον Ιορδάνη ποταμό. Τέλος, ο Ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, μετά την ανάστασή Του, δίνει στους Αποστόλους την τελευταία Του εντολή: «Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 20, 18-19). Πηγαίνετε και κάνετε όλο τον κόσμο μαθητές μου, βαπτίζοντες αυτούς στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτή τη θεία εντολή του βαπτίσματος, η Εκκλησία μας την τηρεί εξ αρχής και φυσικά θα συνεχίσει να την ζει και να την εφαρμόζει μέχρι συντελείας των αιώνων.
Το μυστήριο του Βαπτίσματος είναι αναγκαίο και υποχρεωτικό για τη σωτηρία των ανθρώπων, γι’ αυτό και δεν αμφισβητείται από κανέναν πιστό Χριστιανό, που γνωρίζει έστω και στοιχειωδώς κάποια πράγματα της Χριστιανικής ζωής.
***
Εκείνο όμως για το οποίο χρειάζεται να μιλήσουμε και το οποίο έχει άμεση σχέση με το ίδιο το μυστήριο του βαπτίσματος, είναι το θέμα «ανάδοχος».
Τι είναι ο ανάδοχος; πότε εμφανίζεται στη ζωή της Εκκλησίας; και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του;
Είναι ανάγκη να εξετάσουμε τις πτυχές του θέματος αυτού, διότι, δυστυχώς, αρκετοί είναι οι Χριστιανοί που αναλαμβάνουν την ευθύνη του να γίνουν ανάδοχοι (νονοί), χωρίς να γνωρίζουν τις σοβαρές υποχρεώσεις και ευθύνες που συνεπάγεται η πράξη τους αυτή, νομίζοντας ότι το να βαπτίσει κανείς ένα παιδί ή έναν μεγάλο άνθρωπο, αυτό δεν είναι παρά μια κοινωνική εκδήλωση, που σκοπό έχει να συνδέσει περισσότερο φιλικά τις οικογένειες και τους ανθρώπους. Πιστεύουν δηλ. ότι το μυστήριo του βαπτίσματος και το να γίνει κανείς νονός, είναι απλά μια κοινωνική εκδήλωση.
Ας δούμε λοιπόν: α) Τι είναι ο ανάδοχος (ο νονός ή η νονά) και πότε εμφανίστηκε.
Ανάδοχος είναι το πρόσωπο, άνδρας ή γυναίκα, που στέκεται εγγυητής στην Εκκλησία για την πίστη του βαπτιζομένου και αναλαμβάνει τη φροντίδα μετά το βάπτισμα να τον στερεώνει στην Χριστιανική πίστη.
Ο θεσμός αυτός του αναδόχου εμφανίζεται στη μορφή που γνωρίζουμε για πρώτη φορά τον β΄ αι. Βλέπουμε τα στοιχεία του να υπάρχουν εξ αρχής στη ζωή της Εκκλησίας, όπως μας περιγράφει ο Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων. Όταν ο Ρωμαίος εκατόνταρχος Κορνήλιος έδειξε την επιθυμία να βαπτιστεί, ο απ. Πέτρος, θεώρησε πολύ βασικό να ρωτήσει τους απεσταλμένους του εκατόνταρχου για το ποιόν του ανθρώπου. Φυσικά όλοι μαζί βεβαίωσαν ότι ήταν δίκαιος, αξιόπιστος, «φοβούμενος τον Θεόν και μαρτυρούμενος από όλον το έθνος των Ιουδαίων» (Πράξ. 10,22).
Ο θεσμός λοιπόν του αναδόχου ξεκινά από μία βασική εκκλησιαστική προϋπόθεση. Ότι ο υποψήφιος πρέπει να είναι εχέγγυος, γνωστός, να έχει δώσει καλή μαρτυρία προς τα έξω, να έχει δηλ. δώσει δείγματα ακεραιότητας και ειλικρινών διαθέσεων για την Χριστιανική πίστη και ζωή, που θα λάβει με το βάπτισμα. Αλλά και η ίδια η πρώτη χριστιανική κοινότητα δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον και θετικό προβληματισμό για τους Εθνικούς, με καλές διαθέσεις, που ζητούσαν να ενταχθούν στην νέα πίστη. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στις συζητήσεις της Αποστολικής Συνόδου των Ιεροσολύμων το 49 μ.Χ. αλλά και στις επιστολές του απ. Παύλου.
Από την περιγραφή που εκθέτει ο Λουκάς στο 10 κεφ. των Πράξεων, βλέπουμε την αναγκαία συλλογή πειστικών αποδείξεων πριν από την Κατήχηση και την Βάπτιση. Εμφανίζεται και εδραιώνεται ο ανάδοχος, που θα καθιερωθεί κατά τον β΄ αι. Όπως δηλ. το καθ’ αυτό τελετουργικό της Εκκλησίας μας, ξεκίνησε με ουσιώδη σπερματική μορφή στις πρώτες Χριστιανικές κοινότητες και κατόπιν απλώθηκε σαν «δένδρον ευσκιόφυλλον», το ίδιο συνέβη και με τον ανάδοχο στο θέμα του βαπτίσματος.
Ο πρώτος που κάνει ειδική αναφορά για ανάδοχο είναι ο Τερτυλλιανός στο έργο του (De baptismo). Ακόμα ο Ιππόλυτος Ρώμης παρουσιάζει με ανεπτυγμένη μορφή τον σημαντικότατο ρόλο του αναδόχου, όπως αυτός υπάρχει στην αποστολική παράδοση που κατέχει.
Αυτός όμως που με απαράμιλλο ύφος περιγράφει τη φυσιογνωμία του αναδόχου και άρα την αναγκαιότητά του για το βάπτισμα, δεν είναι άλλος από τον Ιερό Χρυσόστομο.
Όπως γνωρίζουμε, στην αρχή βαπτίζονταν και σε μεγάλη ηλικία, διότι ώριμοι άνθρωποι γνώριζαν το Χριστό και πίστευαν, αλλά και διότι είχε επικρατήσει μια τάση να αναβάλλουν το βάπτισμα, όσοι πίστευαν στο Χριστό, για το τέλος της ζωής τους. Το ελατήριο ήταν ότι, επειδή το βάπτισμα, δεν απαλλάσσει μόνο από την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος [*], αλλά και από τις προσωπικές αμαρτίες, ανέβαλλαν το βάπτισμα, ώστε καθαροί να μεταβούν στην άλλη ζωή. Και αυτός ακόμη ο Μ. Κων/νος, που τόση πίστη είχε δείξει στη ζωή του, το βάπτισμά του το ανέβαλε στις τελευταίες ημέρες της ζωής του. Μαρτυρείται δε, ότι από τη στιγμή της βαπτίσεώς του μέχρι την ημέρα του θανάτου του, δεν αποχωρίστηκε τον λευκό χιτώνα του Βαπτίσματος. Την τάση όμως αυτή, το να βαπτίζονται δηλ. μεγάλοι, ακριβώς διότι δεν είναι σωστή, δεν την υιοθέτησε η αγία μας Εκκλησία. Γι’ αυτό και πάλι νωρίς εξέλειπε. Φυσικά εξ αρχής υπήρχε και ο νηπιοβαπτισμός. Εφ’ όσον δε επικρατούςε στην αρχαία Εκκλησία και το βάπτισμα των ενηλίκων (μέχρι τον δ΄ αι.), οι ανάδοχοι που εξελέγονταν, ήταν του ίδιου φύλου με αυτόν που θα βαπτίζονταν.
Ήδη είπαμε ότι έργο των αναδόχων ήταν κυρίως η εγγύησις απέναντι στην Εκκλησία, για το ηθικό ποιόν του υποψηφίου προς βάπτιση, η παρακολούθησις στην πνευματική γνώση και πρόοδο και η συμπαράστασις κατά την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος. Για τους σοβαρότατους αυτούς λόγους, ο ανάδοχος όφειλε να είναι όχι μόνο βαπτισμένος Χριστιανός ο ίδιος, αλλά και ζωντανό και συνειδητό μέλος της Εκκλησίας, να ζει δηλ. συνειδητά τη μυστηριακή και αγωνιστική ζωή του Ευαγγελίου και όχι να είναι μόνο κατ’ όνομα Χριστιανός, όπως δυστυχώς συμβαίνει σε αρκετές των περιπτώσεων.
Μέσα από την Εκκλ. Ιστορία βλέπουμε ότι, κυρίως στη Δύση, μέχρι τον ε΄ αι. ανάδοχοι μπορούσαν να γίνουν και οι ίδιοι οι γονείς του τέκνου που λάμβανε το βάπτισμα. Όμως αυτό απαγορεύθηκε από τις αρχές του θ΄ αι. (Σύνοδος του Mainz 813). Ακόμα, λόγω του ότι ο ανάδοχος θεωρήθηκε ως πνευματικός πατέρας (ή μητέρα) του βαπτιζόμενου, από πολύ νωρίς, εξ’ αιτίας της πνευματικής αυτής συγγένειας, απαγορεύτηκε από την Εκκλησία η τέλεσις γάμου μεταξύ αναδόχου και αναδεκτής και μεταξύ αναδεξαμένης και αναδεκτού. Η Εκκλησία δηλ., που καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα, θεώρησε την κατά πνεύμα συγγένεια δια του βαπτίσματος, μεγαλύτερη και σοβαρότερη και από αυτήν την κατά σάρκα συγγένεια των συνδεδεμένων προσώπων. Η απαγόρευσις αυτή μάλιστα επεκτάθηκε και σε άλλα μέλη της οικογένειας του αναδεκτού ή της αναδεκτής.
Στο Βυζάντιο, η πνευματική αυτή συγγένεια που προέρχεται μέσω του βαπτίσματος, μεταξύ αναδόχου και αναδεκτού ή αναδεκτής με όλες τις απαγορεύσεις και τις ευθύνες που συνεπάγεται, έχει επικυρωθεί και από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το 530. Επίσης πολύ χαρακτηριστικός είναι ο νγ΄ κανόνας της εν Τρούλω Συνόδου, ο οποίος κάνει ειδική αναφορά ακριβώς στην πνευματική συγγένεια που προέρχεται δια του βαπτίσματος.
Και μόνο λοιπόν απ’ αυτό, από την πνευματική δηλ. συγγένεια που δημιουργείται δια του βαπτίσματος, διαφαίνεται καθαρά πόσο μεγάλο πράγμα είναι το να αναλαμβάνει κανείς τον ρόλο του αναδόχου. Για τις βαρύτατες ευθύνες του αναδόχου ο Άγ. Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης τονίζει: Εκ των πρώτων πρέπει να αποδειχθεί, ότι απέχει από κάθε «αθεότητα και αγνωσία του όντως καλού», «ώστε ν’ αξιωθεί δια της ιεράς αυτού μεσιτείας» και «των θείων τυχείν και Θεού». Να αποδειχθεί δηλ. ότι είναι αδιάβλητος ενώπιον του Θεού και ότι η βιοτή και πολιτεία του είναι ένθεος.
Σήμερα που λόγω της μετακίνησης των πληθυσμών και γενικώς της παγκοσμιοποίησης τα δεδομένα έχουν αλλάξει και ώριμοι πλέον άνθρωποι εντάσσονται καθημερινώς στο σώμα της Εκκλησίας, θα πρέπει και πάλι όσοι αναλαμβάνουν το ρόλο και το διακόνημα του αναδόχου, να μελετήσουν σοβαρά τις προϋποθέσεις και, όπως θα δούμε στη συνέχεια, τις ευθύνες του ρόλου αυτού, και κατόπιν, συνειδητά πλέον, να αποδέχονται την ευθύνη του αναδόχου.
Ας δούμε τώρα: β) Ποιες είναι αυτές οι υποχρεώσεις του αναδόχου; Μετά την επικράτηση του νηπιοβαπτισμού, οι ανάδοχοι ανεδέχοντο ν’ αναπληρώσουν την φυσική έλλειψη της πίστεως και της μετανοίας στα νήπια, φροντίζοντας μαζί με τους γονείς του νηπίου για την κατά Χριστόν μόρφωση και ανατροφή του. Πράγματι· στην αρχαία Εκκλησία που υπήρχε γνήσιος ζήλος, τότε και μόνο, μετά δηλ. την Ομολογία Πίστεως, ο αρχιερέας τον σφράγιζε με το σημείο του σταυρού και έδινε την έγκριση, ώστε οι ιερείς να τον καταγράψουν ως ανάδοχο στα δελτία της Εκκλησίας, μαζί με τον υποψήφιο για την βάπτιση αναδεκτό του. Οποία τιμή αλλά και ευθύνη για τον ανάδοχο.*** Ας ακούσουμε τον ιερό Χρυσόστομο να μας περιγράφει την προσωπικότητα του αυθεντικού αναδόχου:
Θέλετε να απευθύνουμε τώρα το λόγο στους αναδόχους σας, για να μάθουν και εκείνοι ποιών αμοιβών αξιώνονται, εάν δείξουν για εσάς πολύ φροντίδα και αντιθέτως ποια τιμωρία τους αναμένει αν αμελήσουν; Για να το εννοήσεις σκέψου, αγαπητέ, εκείνους που γίνονται εγγυητές και ανάδοχοι προσώπων που δανείζονται χρήματα, ότι περισσότερο από τον υπεύθυνο και δανειζόμενο, εκείνοι υφίστανται την αγωνία και τον φόβο. Αν δηλ. αυτός που δανείστηκε, φανεί συνεπής, με την συνέπειά του κατέστησε ελαφρό το φορτίο, που ανέλαβε ο εγγυητής. Αν αντιθέτως φανεί αγνώμονας και ασυνεπής, τότε του ετοίμασε τέλεια την καταστροφή. Γι’ αυτό και ένας σοφός συμβουλεύει τα εξής: «Εάν εγγυηθής, ετοιμάσου να πληρώσεις» (Σοφ. Σειράχ η΄, 13). Εάν λοιπόν όσοι αναδέχονται άλλους για χρήματα είναι απολύτως υπεύθυνοι για ολόκληρο το ποσό, περισσότερο είναι υπεύθυνοι εκείνοι που αναδέχονται άλλους και εγγυώνται για πνευματικά θέματα και για την αρετή. Ναι· πολύ ενδιαφέρον πρέπει να επιδεικνύουν γι’ αυτούς που αναλαμβάνουν, προτρέποντάς τους, συμβουλεύοντάς τους, διορθώνοντας τα σφάλματά τους και δείχνοντάς τους πατρική αγάπη.
[Και συνεχίζει ο ιερός πατήρ].
Ας μη νομίζουν αυτοί, ότι το να είναι ανάδοχοι είναι τυπικό και τυχαίο πράγμα, αλλά ας μάθουν καλά, ότι και αυτοί γίνονται συμμέτοχοι της πνευματικής ωφέλειας των αναδεκτών, εάν με τις συμβουλές τους τους χειραγωγήσουν στην οδό της αρετής, και ας γνωρίζουν πάλι ότι αν δείξουν αμέλεια και αδιαφορία, θα επιφέρουν στον εαυτό τους μεγάλη καταδίκη. Γι’ αυτόν τον λόγο και επικρατεί η συνήθεια και πατέρες ή μητέρες πνευματικούς να τους ονομάζουν αυτούς τους αναδόχους, για να μάθουν πόση επιμέλεια πρέπει να δείχνουν για να μορφώνουν πνευματικά όσους αναλαμβάνουν. Διότι, εάν εκείνους που δεν έχουν καμία ιδιαίτερη σχέση με εμάς, πρέπει να τους κινήσουμε τον κύριο ζήλο της αρετής, πολύ περισσότερο οφείλουμε να επιτελέσουμε το καθήκον απέναντι σ’ εκείνον, τον οποίο αναδεχόμαστε ως πνευματικό μας τέκνο. Για τον λόγον λοιπόν αυτόν, μάθετε και οι ανάδοχοι ότι δεν σας απειλεί μικρός κίνδυνος, εάν δείξετε στο καθήκον αυτό αμέλεια (Ι. Χρυσοστόμου, Β΄ Κατήχησις).
Και τίθεται τώρα το ερώτημα: Οι ανάδοχοι σήμερα γνωρίζουν την αποστολή τους; Έχουν συνειδητοποιήσει ότι το καθήκον τους δεν εξαντλείται στο να αγοράζουν ενδύματα και δώρα στα παιδιά που αναλαμβάνουν, αλλά το κύριο και βασικό καθήκον τους είναι να διδάξουν την ορθή πίστη στα πνευματικά τους τέκνα; Γνωρίζουν πρώτα οι ίδιοι την Ορθόδοξη πίστη, και ζουν σωστά οι ίδιοι την Χριστιανική ζωή για να μπορέσουν στην συνέχεια να την μεταδώσουν στις ψυχές που έχουν αναλάβει;
Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι αν κάποιος ζει μέσα σε βαριά ηθικά παραπτώματα, αν δεν μετανοήσει και δεν αλλάξει τρόπο ζωής δεν μπορεί να γίνει ανάδοχος;
Κατανοήσαμε ότι όσοι συζούν παράνομα ή έχουν τελέσει τον λεγόμενο πολιτικό γάμο, έχουν αποκόψει τον εαυτό τους από το σώμα της Εκκλησίας και άρα δεν μπορούν και δεν έχουν το δικαίωμα να εγγυηθούν για την ψυχή του άλλου;
Πραγματικά πώς είναι δυνατόν να κατηχήσει μια ψυχή και να την οδηγήσει στην αλήθεια ένας που έχει ξεφύγει από την οδό της αληθείας;
Είναι συγκλονιστικό αλλά και σωτήριο να συνειδητοποιήσει ο ανάδοχος ότι θα δώσει λόγο στον Θεό για την ψυχή ή τις ψυχές που έχει αναλάβει.
Και επειδή έτσι έχουν τα πράγματα, είναι δηλ. τόσο σοβαρή η υπόθεση το να γίνει κανείς ανάδοχος, γι’ αυτό και δεν μπορούν ν’ αναλάβουν τον ρόλο αυτό οι μη Χριστιανοί. Δεν μπορούν να γίνουν ανάδοχοι οι άθεοι και άπιστοι, οι αλλόθρησκοι, οι αιρετικοί, οι σχισματικοί, οι αφορισμένοι, όσοι ανήκουν σε αποκρυφιστικά τάγματα και οργανώσεις και γενικώς όσοι έχουν έκλυτο βίο και έχουν καταδικαστεί για ηθικά παραπτώματα. Ακόμα δεν μπορούν να αναλάβουν το ρόλο του αναδόχου όσοι δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους και γενικώς οι ακαταλόγιστοι, όπως τα μικρά παιδιά, όσοι πάσχουν διανοητικώς κ.λπ. Επίσης δεν μπορούν να γίνουν ανάδοχοι οι γονείς του τέκνου, οι κληρικοί όλων των βαθμών και οι μοναχοί. Μόνο σε ειδικές και έκτακτες περιπτώσεις μπορεί να γίνει εξαίρεσις ως προς τους μοναχούς, κατόπιν όμως αδείας του Επισκόπου και γενικώς της προϊσταμένης εκκλησιαστικής αρχής.***
Είπαμε στην αρχή ότι το θέμα μας δεν είναι αυτό καθ’ εαυτό το μυστήριο του βαπτίσματος, αλλά ο ανάδοχος. Στο σημείο όμως αυτό και σε συνδυασμό με τον ανάδοχο, είναι ανάγκη να πούμε κάποια πράγματα για το βάπτισμα των παιδιών. Και τούτο, διότι μέσα στα τόσα πολλά και παράδοξα της εποχής μας, βλέπουμε και τούτο! Να υπάρχουν δηλ. γονείς που αποκτούν ένα ή και περισσότερα παιδιά, και να αρνούνται να τα βαπτίσουν. Τα αφήνουν να μεγαλώσουν αβάπτιστα με τη δικαιολογία, να μεγαλώσουν και αν μόνα τους το ζητήσουν, τότε τα βαφτίζουμε. Έτσι υπάρχουν σήμερα παιδιά οικογενειών, κυρίως σε μεγάλες πόλεις, που πηγαίνουν στο σχολείο, και όμως δεν έχουν δεχθεί την χάρη του αγίου μυστηρίου. Προχωρούν μάλιστα οι γονείς και δίνουν όνομα στο παιδί τους ή στα παιδιά τους, χωρίς όμως αυτά να περάσουν από τα αγιασμένα ύδατα της κολυμβήθρας.
Βέβαια στο «επιχείρημα» των γονέων ότι τ’ αφήνουν να μεγαλώσουν και εάν μόνα τους το ζητήσουν, τότε θα τα βαφτίσουν, θα μπορούσε κανείς να απαντήσει ότι αν θέλουν να είναι συνεπείς με τη θεωρία τους, τότε δεν θα πρέπει ούτε στον ιατρό, ούτε στον παιδικό σταθμό, ούτε στο νηπιαγωγείο, ούτε στο σχολείο να τα πάνε, αν δεν μεγαλώσουν και δεν το ζητήσουν μόνα τους και γενικώς τίποτε να μην προσφέρουν στα τέκνα τους αν τα ίδια δεν συνειδητοποιήσουν απολύτως κάτι και δεν το ζητήσουν μόνα τους…
Αλήθεια, τι συμβαίνει με αυτούς τους γονείς; Είναι βέβαιο ότι στην καρδιά τους έχει περάσει η απιστία. Δεν πιστεύουν στο μυστήριο και τη μεγάλη του ωφελιμότητα. Και δεν είναι μόνο όσοι καλύπτουν τη σχέση τους με τον πολιτικό γάμο, που συνήθως ενεργούν με πράξεις που είναι αντίθετες με την Χριστιανική ζωή, είναι, δυστυχώς, και κανονικά στεφανωμένοι σύζυγοι, που όμως επηρεασμένοι από αθεϊστικές ιδεολογίες και από ένα νέο τρόπο ζωής που προβάλλεται κατά κόρον στα Μ.Μ.Ε., καταλήγουν στην απόφασή τους αυτή, με αποτέλεσμα να ζημιώνονται τα ίδια τους τα παιδιά και φυσικά ολόκληρη η οικογένεια… Δεν αποκλείεται όμως η στάση αυτή σε ορισμένες περιπτώσεις να στηρίζεται και σε άγνοια, γι’ αυτό είναι ανάγκη να επισημανθούν κάποιες αλήθειες που διαφωτίζουν όσους αγνοούν τα πράγματα και διαθέτουν αγνή και ειλικρινή διάθεση.
Όπως τονίσαμε, εξ αρχής υπήρχε, αλλά κυρίως από τον δ΄ αι. είχε επικρατήσει σε ολόκληρη την Εκκλησία ο νηπιοβαπτισμός, δηλ. οι γονείς να βαπτίζουν τα τέκνα τους όταν αυτά βρίσκονται στην νηπιακή ηλικία. Βεβαίως τα νήπια δεν είναι σε θέση να εννοήσουν τι τους προσφέρεται με το άγιο βάπτισμα, ώστε συνειδητά να μετέχουν στο άγιο μυστήριο. Όμως είναι το ίδιο βέβαιο ότι η χάρις του Θεού ενεργεί εκεί όπου δεν υπάρχει αντίσταση και άρνηση. Φυσικά το νήπιο δεν προβάλλει καμία άρνηση στη χάρη του μυστηρίου, και επομένως η χάρις ενεργεί και φέρνει τα θαυμαστά αποτελέσματα που προσφέρει το Βάπτισμα. Αυτός που ενδιέτριψε περισσότερο στο θέμα του νηπιοβαπτισμού είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος ρωτάει τους γονείς: «Νήπιον έστι σοι;» Σου έδωσε ο Θεός παιδάκι; Βάπτισέ το. «Μη λαβέτω καιρόν η κακία». Πρόσεξε· μη το αφήνεις αβάπτιστο. «Εκ βρέφους αγιασθήτω, εξ ονύχων καθιερωθήτω τω Πνεύματι». Από τη βρεφική του ηλικία ας αγιασθεί· από πολύ μικρό ας καθιερωθεί με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Στρεφόμενος δ’ προς εκείνους οι οποίοι κρατούσαν ακόμα τα ειδωλολατρικά έθιμα, προσθέτει: «ουδέ δεί σοι περιαμμάτων και επασμάτων, οις ο πονηρός συνεισέρχεται, κλέπτων εις εαυτόν από του Θεού το σέβας, εν τοις κουφοτέροις. Δος αυτώ την Τριάδα, το μέγα και καλόν φυλακτήριον». Δηλ. δε σου χρειάζονται τραγούδια και επωδές και φυλαχτά (εννοεί ο άγιος, όσα από ειδωλολατρικές συνήθειες είχαν εισβάλει σε χριστιανικές οικογένειες), διότι μαζί με αυτά μπαίνει ο πονηρός. Αυτός ο πονηρός, κλέβει από τον Θεό και κάνει δικό του το σεβασμό που ανήκει στον Κύριο. Αυτά γίνονται από τους ολιγόμυαλους και κούφιους. Δώσε στο παιδί σου την Τριάδα, που είναι το μεγάλο και καλό φυλακτήριο.
Αυτά τα τόσο σοφά λόγια κηρύττει σε όλους τους Χριστιανούς γονείς ο μεγάλος αυτός Θεολόγος άγιος Γρηγόριος. Άλλωστε στο έργο αυτό του συνδέσμου του παιδιού με τον Θεό, έχουν οριστεί μαζί με τους γονείς και οι ανάδοχοι. Να βοηθήσουν δηλ. τον βαπτιζόμενο να εξελιχθεί σ’ έναν καλό και συνειδητοποιημένο Χριστιανό. Εδώ ακριβώς στηρίζεται και ο νηπιοβαπτισμός, στην πίστη δηλ. των γονέων και του αναδόχου.
Είναι λοιπόν ανάγκη να βαπτίζονται τα νήπια των γονέων που δεν έχουν απορρίψει συνειδητά την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη. Είναι ανάγκη, διότι μεγάλα και θαυμαστά είναι τα αποτελέσματα του αγίου βαπτίσματος σ’ αυτόν που λαμβάνει τη χάρη του μυστηρίου είτε συνειδητά, όταν είναι μεγάλος, είτε ασυνείδητα, όταν βρίσκεται στη νηπιακή του ηλικία. Όπως μας διδάσκει η Ορθόδοξη δογματική μας διδασκαλία, στο άγιο βάπτισμα συντελείται αναγέννησις, βαθειά και ριζική αλλοίωσις και μεταβολή της ανθρωπίνης φύσεώς μας. Αναγέννησις, πραγματική παλιγγενεσία, την οποία ο ίδιος ο Κύριός μας χαρακτήρισε ως «γέννησιν εξ ύδατος και Πνεύματος». Εάν αυτή δεν συντελεσθεί κατά το άγιο βάπτισμα, δεν μπορεί ο άνθρωπος να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Αυτή ακριβώς την αλήθεια εκφράζει και ο ιερόςΚύριλλος Ιεροσολύμων στην τρίτη μυσταγωγική του κατήχηση, που με πολύ πόνο διακηρύττει, εκφράζοντας τη φωνή της Εκκλησίας, ότι «ει τις μη λάβη βάπτισμα, σωτηρίαν ουκ έχει». Όποιος δηλ. δεν λάβει το άγιο βάπτισμα, δεν μπορεί να σωθεί. Και προσθέτει: Μπορεί κανένας να είναι εκ φύσεως αγαθός, καλόγνωμος στις εκδηλώσεις του και τα καθημερινά του έργα. Όμως εάν δεν λάβει τη σφραγίδα του ύδατος, δηλ. δεν βαπτισθεί, «ου δύναται εισελθείν εις την Βασιλείαν των ουρανών».***
Αλλά να προσθέσουμε και τούτο. Πόσα νήπια κινδυνεύουν αρκετές φορές είτε από ασθένειες είτε από ατυχήματα, να φύγουν από τη ζωή αβάπτιστα; Πόσοι κίνδυνοι παραμονεύουν καθημερινώς μικρούς και μεγάλους; Τόσο υλικοί όσο και πνευματικοί. Και πόσο προσπαθεί ο διάβολος να προσβάλει και να ρίξει τον άνθρωπο στην αμαρτία και μάλιστα σε θανάσιμα αμαρτήματα…
Όλα αυτά λοιπόν θα πρέπει μαζί με τους γονείς να τα γνωρίζει και ο ανάδοχος και να προσπαθεί, αφού πρώτα ο ίδιος ζει τη ζωή της πίστεως, να μεταλαμπαδεύσει αυτή τη ζωή της χάριτος στο πνευματικό του τέκνο. Ναι· και θα του κάνει τα δώρα του και θα ενδιαφερθεί για την πρόοδό του στα μαθήματα και γενικώς στη ζωή και θα βοηθήσει και υλικώς αν χρειασθεί και αν υπάρχει εκ μέρους του αναδόχου και οικονομική δυνατότητα, αλλά κυρίως δεν θα πρέπει να λησμονεί ποτέ μα ποτέ ότι ενώπιον Θεού και ανθρώπων, ο ανάδοχος είναι υπεύθυνος και τελικώς θα του ζητηθεί και λόγος.
Να δώσει ο Άγιος Θεός όσοι έχουν την ευλογία να είναι ανάδοχοι και όσοι θα γίνουν ανάδοχοι να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος του έργου τους, όχι βέβαια για να αποθαρρυνθούν, αλλά για να ξεκινήσουν και να ολοκληρώσουν σωστά το μεγάλο αυτό έργο του στηριγμού και της χριστιανικής κατηχήσεως των ψυχών που τους εμπιστεύονται οι γονείς και η Εκκλησία μας.
*Σημείωση: Στην Ορθόδοξη Θεολογία δεν δεχόμαστε πως ο άνθρωπος κληρονομεί κυριολεκτικά την «ενοχή» του Προπατορικού αμαρτήματος, αλλά τις επιπτώσεις του…
Από:http://www.oodegr.com/oode/orthod/praktikes/anadoxos_1.htm
http://blogs.sch.gr/kantonopou/2010/07/05
Πηγή εἰκόνας:
Ἱ. Ἡσ. Ἀνάστασις Χριστοῦ-Ἐμμαούς
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...