Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΜΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΜΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Οι τελευταίες στιγμές της Παναγίας

undefined
Ιωάννου του Γεωμέτρη

Η Μητέρα του Θεού λοιπόν έδειξε στους Αποστόλους, που ήδη το γνώριζαν, το σύμβολο της αναχωρήσεώς της, το φοίνικα, τους μετέδωσε επίσης ευλογία και ανάλογη παρηγοριά και αφού τους μίλησε για την έξοδο της και τους προθυμοποίησε για το κήρυγμα, τους είπε με λίγα λόγια ολόκληρη την οικονομία της αποστολής τους. Έπειτα ασπάσθηκε τον Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους, “χαίρετε”, λέγοντας, “τέκνα και φίλοι και μαθηταί του Υιού και Θεού μου και να αισθάνεστε ευτυχείς, που αξιωθήκατε τέτοιο δάσκαλο και Δεσπότη και να υπηρετείτε τέτοια μυστήρια και να μετέχετε των διωγμών και των παθημάτων του, για να γίνετε κοινωνοί της δόξας και της Βασιλείας Του”.

Αφού τους μίλησε για τα τελευταία γεγονότα, τους ζήτησε να ψάλλουν τους επιτάφιους ύμνους, ενώ Εκείνη άρχισε τις προς τον Θεό ευχαριστίες της.
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
«Σε ευλογώ”, έλεγε, “Δέσποτα και Θεέ και Υιέ του Θεού του προανάρχου σου Πατρός και δικέ μου υιέ, της δούλης σου, για  την φιλανθρωπία σου. Σε ευλογώ, που μας λύτρωσες από την κατάρα και μας έδωσες την ευλογία. Σε ευλογώ τον αίτιο όλων των αγαθών μας, της ζωής, του φωτός, της ειρήνης, της δυνατότητας να γνωρίσουμε τον Πατέρα σου και το συνάναρχό σου και ζωοποιό Πνεύμα. Σε ευλογώ Λόγε, που ευλόγησες την κοιλιά μου κατοικώντας σ’ αύτη με ανέκφραστο τρόπο. Σε ευλογώ, που με τέτοιο τρόπο μας αγάπησες ώστε και για μας να σταυρωθείς και να πεθάνεις. Σε ευλογώ, που κατέστησες μακάρια την κοιλιά μου και πιστεύω ότι θα εκπληρωθούν και όλα τα άλλα, για τα οποία μου έχεις μιλήσει».

Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΑΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Μετά από αυτά τα λόγια ακολούθησε αμέσως η παράδοξη κάθοδος του Υιού της που συνοδευόταν από τους Προφήτες, τους Πατριάρχες και όλους τους Δικαίους. Μπροστά πήγαιναν οι Άγγελοι και Αρχάγγελοι και όλες οι υπόλοιπες Αγγελικές δυνάμεις. Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι γέμισε. Όλα εκείνα που η Παρθένος προγνώριζε, τότε τα έβλεπε μπροστά της, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος από αυτά τα θαυμάσια, ο καθένας ανάλογα με την αγιότητά του. Έτσι η δεύτερη κατάβαση έγινε ενδοξότερη και φρικωδέστερη της πρώτης, και προφανεστέρα για όσους είχαν όραση πνευματική. Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρευρίσκονταν με φόβο, ιεραρχικά σύμφωνα με την τάξη τους. Έβλεπαν με φόβο όχι μικρότερο (ίσως μεγαλύτερο θα έλεγα, αν επιτρεπόταν), γεμάτοι έκπληξη για την δεύτερη κένωση και συγκατάβασή του. Ό,τι έγινε άλλοτε για χάρη ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους, τώρα για μία μόνο ψυχή, για μία μόνον γυναίκα γινόταν ένα τέτοιο θαύμα.
Η συνοδεία ήταν λαμπρή και πολυάριθμη, όπως άρμοζε για την άφιξη του Δεσπότη και την αναχώρηση της Δέσποινας, αλλά η θέαση αυτών που γίνονταν, όπως ήδη είπα, γινόταν μόνον από τους καθαρούς, αν και η παρουσία του Δεσπότη ήταν ακατανόητη και σ’ αυτούς τους Μαθητές και Αποστόλους που ήσαν γεμάτοι από τη δύναμη της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που κατοικούσε μέσα τους. Παρευρισκόταν εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως θεωμένη, λαμπρότερη της αστραπής και της λάμψεώς της, από ότι στο Θαβώρ, αλλά μικρότερη της φυσικής της λαμπρότητας ενώ οι Απόστολοι ήσαν σαν νεκροί. Ο Κύριος αμέσως τους λέγει, “ειρήνη υμίν”, όπως άλλοτε όταν «εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων»,  στο ίδιο σπίτι που μαζεύτηκαν και τότε και τώρα, το σπίτι του Ιωάννη. Τότε συγκεντρώθηκαν για τον φόβο των Ιουδαίων. Σήμερα τους συγκέντρωσε αυτή που γέννησε τον Κύριο, η οποία και κατοικούσε σ’ αυτό με τον αγαπημένο και παρθένο μαθητή του, το δεύτερο και θετό υιό της.
Ακούοντας οι Μαθητές αυτήν τη γλυκειά, την ήρεμη και γνώριμη φωνή, πήραν θάρρος  στο σώμα και στη ψυχή και, όσο τους ήταν δυνατό, ύψωσαν τα μάτια τους προς τον ήλιο, την ώρα που Εκείνος χαμήλωνε λίγο τη λαμπρότητα της ανατολής του και τους περιέλαμπε με μικρότερο φωτισμό.
Αλλά ας σταθούμε λίγο  στα επιθανάτια της Παρθένου. Η ψυχή της βρίσκεται σε μία μεγάλη συγκίνηση και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητη και τρέχει να απομακρυνθεί από το σώμα ώστε το γρηγορότερο να βρεθεί με τον Υιό της και να προσπέσει  στα χέρια του και να αναχώρησει μαζί του. Πώς ήταν δυνατό να υπομείνει αυτή τη χαρά, όπως τη λύπη τον καιρό του Πάθους, και πώς εμείς να μην επιθυμούμε να πούμε πως αυτή δεν πέθανε, αν και δεν το λέμε αυτό, για να μην πούμε πρωτάκουστα διδάγματα.
Δάκρυσε, και πάλι έγινε ανώτερη των δακρύων από τη μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, όταν είδε με σώμα εκείνον, που λίγο παλιότερα τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπιέται, ενώ περιβαλλόταν από τόσες μυριάδες Αγγέλων, από τόση λαμπρότητα και τόση δόξα. Έβλεπε το πρόσωπο και τη μορφή εκείνου, που άλλοτε τον κορόιδευαν και τον έφτυναν, που ήταν ντυμένος την κόκκινη χλαίνα της ντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόση αξία και λαμπρότητα. Αυτόν που δεν είχε ούτε είδος ούτε ομορφιά, τώρα να αστράφτει από την ομορφιά της θεότητάς του. Έβλεπε τον άλλοτε νεκρό που καταδικάστηκε σαν αντίθεος, Θεό και Βασιλέα και Κριτή των πάντων, αθάνατο και ανίκητο. Ω, πώς ζούσε και πάλι μέσα στις αντιθέσεις, όπως τον καιρό της Σταυρώσεως. Το όραμα τη γέμιζε ευφροσύνη, χαιρόταν υπερβολικά η ψυχή της, αλλά συστελλόταν επειδή αναχωρούσε προς εκείνη τη δόξα και λαμπρότητα.
Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερο από πριν εκείνον που την δόξασε. Προσευχόταν για τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντες, ικέτευε για τους πιστούς όλης της γης ή μάλλον για όλο τον κόσμο και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών. Ζητούσε να λάβει από το Δεσπότη κάποιο λόγο ή κάποιο σημείο ως εγγύηση της σωτηρίας τους, απλώνοντας ικετευτικά τα χέρια εκείνα με τα όποια τον αγκάλιαζε, κινώντας τη γλώσσα και τα χείλη με τα οποία τον ασπαζόταν, θυμίζοντας τον θηλασμό του, και κλαίοντας από ευτυχία, έκαμε το παν, λέγοντας αποχαιρετιστήριους λόγους και προσευχές. Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, όχι από φόβο αλλά από χαρά. Οι Απόστολοι αντιφωνούν με τη δική τους ψαλμωδία, και έτσι, περνώντας από το πανάγιο στόμα η υπεραγία ψυχή της, σαν σε ύπνο, παραδίδεται  στον Υιόν της, ξεφεύγοντας τους πόνους του θανάτου, όπως τους διέφυγε και κατά την γέννηση ή μάλλον με την ίδια και μεγαλύτερη χαρά και όπως τότε, όταν ανέκφραστα γεννιόταν απ’ αυτή ο Υιός και Θεός της, και τώρα που αυτή πήγαινε προς τον Θεό, ο οποίος βρισκόταν μπροστά της όχι μόνο νοερά αλλά και αισθητά.
Αμέσως, όλοι οι Άγγελοι άρχισαν να ψάλλουν, και μετά του πνεύματος μεν έβγαινε κάποια άφθονη και ανεξήγητη ευωδία, ενώ το σώμα περιβαλλόταν από πλούσιο και απλησίαστο φως, ώστε και ο αέρας γέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστη ευωδία, το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού, ώστε να γίνεται κάπως αθέατο. Έτσι λοιπόν διαμοιράζονται την Παρθένο, οι μαθητές και ο Διδάσκαλος, τα επίγεια και τα ουράνια, όπως και μετά από λίγο ο ουρανός και ο παράδεισος. Ο Κύριος και τα γύρω από αυτόν λειτουργικά πνεύματα πήραν τη ψυχή, ενώ οι μαθητές το σώμα.

πηγή:
απόσπασμα από το βιβλίο «Ο βίος της Παναγίας», έκδοσις Ι.Μ. Χρυσοποδαριτίσσης Πατρών

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/08/15

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

H εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και η θεολογική της ερμηνεία.


Περιγραφή της εἰκόνος.
Ἡ ἁγία εἰκών τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι πολυπρόσωπος. Δύο ὅμως πρόσωπα δεσπόζουν τῆς ὅλης παραστάσεως: ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία. Ἡ τελευταία παρουσίαζεται νεκρά ἐπάνω εἰς ἐστρωμένην κλίνην. Ἐπάνω ἀπό τό θεοδόχον σῶμα Της ὁ Υἱός Της ἐμπρός ἀπό ἐλλειψοειδῆ δόξαν, δορυφορούμενος ἀπό ἀγγέλους, κρατεῖ τήν ἁγίαν καί ἄμωμον ψυχήν τῆς Μητρός Του ὑπό μορφήν ἐσπαργανωμένου βρέφους.
Τό λιπόσαρκον σκήνωμα τῆς Θεοτόκου περιστοιχίζουν οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι.
Τρεῖς ἐξ αὐτῶν διακρίνονται εὐκόλως. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος πρό τῆς κεφαλῆς τῆς Θεοτόκου θυμιῶν, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρό τῶν ποδῶν Της κλίνει πρός τό σκήνωμα ἔχων τήν δεξιάν του χεῖρα ἐπί τοῦ στήθους καί τήν ἀριστεράν ἐκτεταμένην. Ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης εἰκονίζεται παρά τήν κεφαλήν τῆς Θεοτόκου στηριζόμενος ἐπί τῆς κλίνης Της. Ὄπισθεν τῶν Ἀποστόλων εἰκονίζονται μέ τάς ἀρχιερατικάς των στολάς οἱ τρεῖς ἐκ τῶν τεσσάρων παρευρεθέντων κατά τήν Κοίμησιν Ἱεραρχῶν. Αὐτοί ἦσαν: ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, ὁ Ἱερόθεος, ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καί ὁ Τιμόθεος. Δέν λείπουν ἀπό τήν παράστασιν καί οἱ πιστοί τῆς Ἱερουσαλήμ. Εἶναι αἱ γυναῖκες εἰς τό βάθος τῆς εἰκόνος, αἱ ὁποῖαι μετά τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Ἱεραρχῶν ἀπεικονίζουν τήν Ἐκκλησίαν.
Εἰς ὅλα τά πρόσωπα διακρίνεται ἡ θλῖψις συγκερασμένη ὅμως μέ τήν γλυκεῖαν ἐλπίδα. Εἶναι ἡ «χαρμολύπη», τό «χαροποιόν πένθος», γνώρισμα τῶν πιστῶν, πού ζοῦν μέ τήν προσμονήν τῆς ἀναστάσεως. Τοῦτο βλέπομεν καί εἰς τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς, πού ἄλλοτε τονίζουν τόν τρόπον καί τό δέος τῶν Ἀποστόλων, τούς ὁποίους παρουσιάζουν δακρύοντας καί ἄλλοτε τονίζουν τήν χαράν των, ἐκδηλουμένην μέ ψαλμούς καί ὕμνους. Ἰδού δύο ἀποσπάσματα: «Ὅτε ἡ μετάστασις τοῦ ἀχράντου σου σκήνους ηὐτρεπίζετο, τότε οἱ Ἀπόστολοι περικυκλοῦντες τήν κλίνην τρόμῳ ἑώρων σε» (Στιχηρόν ἰδιόμελον Ὄρθρου). «… Καί τό ζωαρχικόν καί θεοδόχον σῶμα κηδεύσαντες ἔχαιρον, πανύμνητε» (Δοξαστικόν Ἑσπερινοῦ).
Ἡ ὅλη παράστασις κλείεται μέ δύο κτίρια κι᾿ ἕνα ἑξαπτέρυγον, πού πτερυγίζει ἐπάνω ἀπό τήν δόξαν, πού περιβάλλει τόν Κύριον. Εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ὕμνησαν μαζί μέ τούς Ἀποστόλους τήν μετάστασιν τῆς Θεοτόκου.
Εἰς μερικάς εἰκόνας εἰκονίζονται εἰς τόν οὐρανόν αἱ νεφέλαι, πού μετέφερον τούς Δώδεκα Ἀποστόλους εἰς τήν Γεθσημανῆ. Εἰς πολλάς εἰκόνας τῆς Κοιμήσεως ζωγραφίζεται καί τό ἐπεισόδιον τοῦ ἀγγέλου, πού ἀποκόπτει μέ τό ξίφος του τάς χεῖρας τοῦ Ἰεφωνίου. (Πρόκειται διά τόν Ἑβραῖον ἐκεῖνον, πού ἀπεπειράθη νά ρίψῃ ἐπί τοῦ ἐδάφους τό λείψανον τῆς Θεοτόκου).
Ἡ ὅλη παράστασις τῆς Κοιμήσεως, παρ᾿ ὅλον τόν ἀριθμόν τῶν προσώπων, ἔχει ἑνότητα καί ἐσωτερικόν σύνδεσμον. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία μέ τόν θεῖον Ἀρχηγόν Της καί τήν «τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν τῶν Σεραφίμ» Παναγίαν Μητέρα Του. Εὐστόχως παρετηρήθη, ὅτι εἰς τήν εἰκόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου «ἡ θέσις καί τό βλέμμα τοῦ Ἰησοῦ καί ἡ κοινή ὀδύνη ἑνώνουν τάς ὁμάδας, τήν γῆν μέ τά ἐπουράνια».
Θεολογική ερμηνεία.
Η όλη εικόνα όχι μόνον αναπαριστά αυτό που έγινε κατά την εξόδιο ακολουθία της Παναγίας, αλλά δείχνει και το τί είναι η Εκκλησία. Πρόκειται για μια εικόνα που δείχνει κατά τον πλέον ανάγλυφο τρόπο το μυστήριο της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν είναι μια ανθρώπινη οργάνωση, αλλά το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Είναι η ενότητα Θεού και ανθρώπων στο πρόσωπο του Χριστού. Στην ιερά εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βλέπουμε ότι η Εκκλησία έχει στο κέντρο της τον Χριστό και την Παναγία, ως Μητέρα του Χριστού, και γύρω από αυτούς, τους Αποστόλους, τους Επισκόπους και τους Αγγέλους. Η Εκκλησία είναι ο Νυμφίος Χριστός, η μητέρα του Νυμφίου και οι φίλοι του Νυμφίου.
Έπειτα, στην ιερά εικόνα φαίνεται καθαρά ότι στην Εκκλησία έχει καταργηθή ο θάνατος, αλλά αυτό που ονομάζουμε θάνατο είναι ένας απλός ύπνος. Το σώμα δέχεται την Χάρη του Θεού και αυτό λαμπρύνεται, αλλά και η ψυχή ζη μετά θάνατον, και αν ο άνθρωπος έχει αγιασθή βρίσκεται “εν χειρί Θεού”. Αυτό που συνέβη με την Παναγία, κατά αναλογία, επιθυμούμε να συμβή και σε μάς. Δηλαδή, ευχόμαστε, όταν έλθη η ώρα να φύγουμε από τον κόσμο αυτόν, να είμαστε μέσα στην Εκκλησία, να προσευχόμαστε, να έχουμε τους πνευματικούς πατέρας κοντά μας, να λάβουμε την ευχή τους και κυρίως να κοινωνήσουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού.
Ακόμη, όπως ο Ιεφωνίας προσπάθησε να ατιμάση το σώμα της Παναγίας και δεν το κατόρθωσε, έτσι υπάρχουν διάφοροι εχθροί, οι οποίοι προσπαθούν να βλάψουν το Σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία, αλλά δεν κατόρθωσαν ούτε θα κατορθώσουν να κάνουν τίποτε, γιατί η Εκκλησία δεν είναι ένα ανθρώπινο σωματείο, αλλά το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία έχει μεγάλη δύναμη, δεν φοβάται απολύτως τίποτε, αλλά σώζει τους πάντας και αυτούς ακόμη τους λεγομένους εχθρούς της, όταν μετανοήσουν.
Από το βιβλίο-Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ
http://dosambr.wordpress.com/2010/08/13/

Κυριακή 1 Αυγούστου 2010

Η ΛΥΠΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΕΙΩΝ ΜΑΣ.

Γράφεια ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος στούς Θεσσαλονικεῖς (Α΄ Θεσσ. 4, 13) : «Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κεκοιμημένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα».


«Δέν θέλουμε ἀδελφοί μου νά ἀγνοεῖτε τά σχετικά, (ὄχι μέ τούς νεκρούς, ἀλλά) μέ τούς κεκοιμημένους (ἀφοῦ γιά τόν Χριστιανό ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος καί ὄχι ἀφανισμός), γιά νά μήν λυπᾶσθε ὅπως καί οἱ μή Χριστιανοί πού δέν ἔχουν ἐλπίδα αἰώνιας ζωῆς κοντά στόν Χριστό». Τούς παρηγορεῖ ἔτσι τήν λύπη, τήν ἀθυμία κάνοντας τους λόγο, εἰδικά μάλιστα τώρα, πού βρίσκονται σέ τόσο μεγάλη θλίψη, γιά τήν Ἀνάσταση. Τούς ὁμιλεῖ ἥμερα, ὄχι ἐπιτιμητικά. Ἀντίθετα, εἶχε ὁμιλήσει ἐπιτιμητικά γιά τό ἴδιο θέμα στούς Κορινθίους(Α΄ Κορ. κεφ.15). Τούς ὁμιλεῖ ἔτσι, σεβόμενος τήν ἐξαιρετική ἀρετή, πού φανέρωσαν μέχρι τώρα. «Δέν πρέπει τούς λέγει νά λυπᾶσθε ὅπως οἱ ὑπόλοιποι, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἐλπίδα.



-Οἱ εἰδωλολάτρες πῶς λυποῦνταν;


-Κατακόπτονταν γιά τούς πεθαμένους.Ἄρα», σημειώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «τό νά κατακόπτεται, τό νά ὀδύρεται κανείς γιαυτούς πού κοιμήθηκαν, εἶναι σημεῖο καί διακριτικό τῶν ἀνθρώπων, πού δέν ἔχουν ἐλπίδα· καί εἶναι βέβαια φυσικό αὐτό. Διότι μία ψυχή, πού δέν γνωρίζει τίποτε γιά τήν Ἀνάσταση, ἀλλά θεωρεῖ αὐτόν τόν θάνατο σάν πραγματικό θάνατο, δικαιολογημένα θρηνεῖ καί ὀδύρεται καί ἀφόρητα πενθεῖ γιαυτούς πού ἔχουν χαθεῖ. Ἐσύ ὅμως, πού προσδοκᾶς Ἀνάσταση νεκρῶν, γιατί ὀδύρεσαι; Ἄς ἀκούσουν αὐτά, (λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος), οἱ γυναῖκες αὐτές, πού ἀγαποῦν τούς θρήνους· αὐτές, πού συμπεριφέρονται σάν εἰδωλολάτρισσες καί φέρονται ἀβάστακτα, ἀκαρτέρητα, ἀνυπομόνητα ἀπέναντι στά πένθη».



Δίδαγμα: «Εἶναι ἀνεπίτρεπτο γιά Χριστιανό νά κόπτεται καί νά θρηνεῖ ὑπερβολικά καί ἀπαρηγόρητα γιά τόν θάνατο τῶν οἰκείων του. Φανερώνει ὅτι δέν πιστεύει στήν Ἀνάσταση, ὅτι τά πρόσωπα, πού θεωρεῖ ὅτι «ἔχασε», τά εἶχε κάνει εἴδωλα... Δείχνει ὅτι τά ἀγαποῦσε ἐμπαθῶς περισσότερο ἀπό τόν Θεό, στόν Ὁποῖο ὀφείλουμε τήν πρώτη μας καί τήν ὁλοκληρωτική ἀγάπη σύμφωνα μέ τήν α΄ ἐντολή. Πρότυπο εἶναι ὁ Κύριος ὁ Ὁποῖος, μόλις μέχρι «δακρύου στάξαντος», ἐλυπήθη γιά τόν φίλο του Λάζαρο.


«Τό νά ξύνεις τίς παρειές (ἐρωτᾶ πάλι ὁ ἱερός Πατήρ), καί νά κατακόπτεσαι ὅπως καί τό νά λυπᾶσαι ὑπερβολικά, δέν εἶναι γνώρισμα τῶν εἰδωλολατρῶν; Γιατί θρηνεῖς ἀφοῦ πιστεύεις ὅτι θά ἀναστηθεῖ, ὅτι δέν χάθηκε, ὅτι ὕπνος καί κοίμηση εἶναι τό πρᾶγμα αὐτό;»


-«Εἶναι», λέγει ἡ πενθοῦσα γυναίκα, «ζήτημα συνήθειας καί προστασίας καί φροντίδας τῶν πραγμάτων καί κάθε ἄλλης ἐξυπηρέτησης- περιποίησεως (πού ἀπολάμβανα, ἐνν., ἀπό τό πρόσωπο πού ἔχασα)». Ὅμως δέν λέγει ἀλήθεια...Τό ἀποδεικνύει στή συνέχεια ὁ ἱερός Πατήρ: δέν εἶναι θέμα ὅτι εἶχε συνηθίσει τό ἀγαπημένο καί τώρα κοιμηθέν πρόσωπο ἀλλά εἶνα ὅτι ὀλιγοπιστεῖ, γιαυτό καί κυριεύεται ἀπό τήν λύπη...


–«Ὅταν χάσεις τό παιδί σου σέ μικρή ἡλικία», ἐρωτᾶ ὁ ἱερός Πατήρ, «ὅταν δέν μποροῦσε ἀκόμη τίποτε νά κάνει, γιά ποιό λόγο θρηνεῖς; τί ἐπιζητεῖς;»


-«Ἔδειχνε, λέει ἀγαθές ἐλπίδες καί ἐπερίμενα ὅτι θά μοῦ συμπαρασταθεῖ. Γιαυτό ζητῶ τόν ἄνδρα μου, γιαυτό τόν υἱό μου· γιατί ἔμεινα χωρίς βοήθεια καί ἔχω χάσει τόν προστάτη μου, τόν σύντροφο, ἐκεῖνον πού συμμετεῖχε σέ ὅλα, πού μοῦ ἔδινε θάρρος· γιαυτά πενθῶ. Γνωρίζω ὅτι θά ἀναστηθεῖ, ἀλλά δέν ἀντέχω τόν ἐνδιάμεσο χωρισμό. Πάρα πολλές ὑποθέσεις συρρέουν· εἶμαι εὔκολο θύμα σ' αὐτούς, πού θέλουν νά μέ ἀδικήσουν. Οἱ ὑπηρέτες ἐνῶ προηγουμένως μέ φοβόντουσαν τώρα μέ καταφρονοῦν, ἐπεμβαίνουν στίς ὑποθέσεις μου. Ὅποιος εἶχε εὐεργετηθεῖ τώρα ἔχει ξεχάσει τήν εὐεργεσία του, ὅποιος εἶχε πάθει κακό ἀπό τόν κεκοιμημένο, αὐτός μνησικακώντας ἀφήνει τήν ὀργή του νά ξεσπάσει ἐπάνω μου. Ὅλα αὐτά δέν μοῦ ἐπιτρέπουν νά ὑπομείνω μέ ἡρεμία τήν χηρεία...Γιαυτά τά πράγματα κόπτομαι, γιαυτά θρηνῶ».


-«Πῶς λοιπόν αὐτές θά τίς παρηγορήσουμε;» ἐρωτᾶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.


-«Πρῶτα θά τίς ἐλέγξουμε, διότι (στήν πραγματικότητα) δέν θρηνοῦν ἐξ αἰτίας αὐτῶν, τῶν ἀνωτέρω λόγων, ἀλλ' ἐξ αἰτίας ἑνός ἄλογου πάθους. Διότι ἐάν πράγματι πενθεῖς γιαυτά, (λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀπευθυνόμενος στήν χήρα γυναίκα πού γογγύζει) θά ἔπρεπε πάντοτε νά πενθεῖς τόν ἀπελθόντα. Στήν πραγματικότητα ὅμως δέν προλαβαίνει νά περάσει ἕνας χρόνος καί τόν ξεχνᾶς σάν νά μήν συνέβη τίποτε. Ἑπομένως δέν θρηνεῖς τόν ἀπελθόντα, γιά τήν ἔλλειψη τῆς προστασίας του... Ἀλλά μήπως δέν ἀντέχεις τόν χωρισμό καί τήν διακοπή τῆς συνήθειας; Τότε, σ'αὐτήν τήν περίπτωση, τί θά μποροῦσαν νά ποῦν αὐτές πού ἔκαναν δεύτερο γάμο; ...Ἀλλά ἄς τίς ἀφήσουμε αὐτές καί ἄς ἀπευθύνουμε τό λόγο σ' αὐτές πού διατηροῦν τήν συμπάθειά τους στούς ἀπελθόντας. Γιατί πενθεῖς τό παιδί; γιατί τόν ἄνδρα;»


-«Τό παιδί τό πενθῶ διότι δέν τό χάρηκα», ἀπαντᾶ, «καί τόν ἄνδρα μου ἐπειδή ἐπερίμενα νά τόν χαρῶ ἀκόμη περισσότερο».


-«Αὐτό ὅμως πόση ἀπιστία δέν μαρτυρεῖ..., τό νά νομίζεις δηλ., ὅτι ὁ ἄνδρας ἤ τό παιδί σέ ἀσφαλίζει καί ὄχι ὁ Θεός; Πῶς δέν καταταλαβαίνεις ὅτι Τόν παροργίζεις; Γιαυτό πολλές φορές τούς παίρνει (ὁ Θεός), γιά νά μήν εἶσαι τόσο δεμένη μ' αὐτούς· γιά νά ἀπομακρύνει τήν ἐλπίδα σου ἀπ' αὐτούς. Διότι ὁ Θεός εἶναι ζηλότυπος καί θέλει νά ἀγαπᾶται ἀπό ὅλους μας· διότι πάρα πολύ μᾶς ἀγαπᾶ. Γνωρίζετε, βέβαια, ὅτι αὐτό εἶναι ἡ συνήθεια καί τό γνώρισμα ἐκείνων, πού ἀγαποῦν πάρα πολύ: εἶναι ὑπερβολικά ζηλότυποι καί θά προτιμοῦσαν νά χάσουν τή ζωή τους, παρά νά παραμερισθοῦν ἀπό κάποιον ἀντεραστή. Γιαυτό καί ὁ Θεός τόν πῆρε...γιαυτούς τούς λόγους». Συνεχίζει δέ ὁ ἱερός Πατήρ:


«-Πές μου, γιατί στά ἀρχαῖα χρόνια δέν συνέβαιναν χηρεῖες καί ὀρφανεύματα πρόωρα; Γιατί ἄφησε τόν Ἀβραάμ καί τόν Ἰσαάκ νά ζήσουν πολλά χρόνια;( Ὁ Ἀβραάμ ἔζησε 175 χρόνια (Γεν. 25, 7) καί ὁ Ἰσαάκ 180 (Γεν. 35, 28). Ἡ Σάρρα ἔζησε 127 χρόνια (Γεν. 23, 1))Διότι καί ὅταν ἐζοῦσε ,προτιμοῦσε τόν Θεό (ἀπό τήν γυναίκα του καί τό παιδί του). Εἶπε λοιπόν (ὁ Θεός): θυσίασε· καί θυσίασε τότε (παρ' ὀλίγον) τόν υἱό του.


-Γιατί ἔφερε, πάλι, τή Σάρα σέ τόσο βαθειά γηρατειά;


-Διότι καί ὅταν (ἐκείνη) ἐζοῦσε, περισσότερο ἄκουε τόν Θεό, παρά τόν ἑαυτό της... Τότε κανείς δέν παρόργιζε τόν Θεό, ἐπειδή δέν Τόν προτιμοῦσε, περισσότερο ἀπό τόν σύζυγο, τή σύζυγο ἤ τό παιδί του. Τώρα, ὅμως, ἐπειδή γίναμε χαμερπεῖς καί ἔχουμε πάρα πολύ ξεπέσει, οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶμε τίς γυναῖκες περισσότερο ἀπό τόν Θεό· καί οἱ γυναῖκες ἐπίσης προτιμοῦν τούς ἄνδρες περισσότερο ἀπό τόν Θεό. Διά τοῦτο, καί χωρίς νά τό θέλουμε, μᾶς τραβᾶ κοντά Του γιά νά Τόν ποθήσουμε (χωρίζοντάς μας ἀπό τά πρόσωπα πού τά ἔχουμε βάλει στή θέση Του, δηλ. τά ἔχουμε κάνει εἴδωλα-Θεούς καί τά «λατρεύουμε»· ἔχουμε γίνει ἔτσι εἰδωλολάτρες, λατρεύοντες τά κτίσματα παρά τόν Κτίστη). Μήν ἀγαπᾶς τόν ἄνδρα περισσότερο ἀπό τόν Θεό καί δέν θά αἰσθανθεῖς ποτέ τή χηρεία. Ἀκόμη καί ἄν συμβεῖ, δέν θά τήν ἀντιληφθεῖς.Γιατί;


-Διότι ἔχεις προστάτη Ἐκεῖνον πού σέ ἀγαπᾶ πολύ περισσότερο καί ὁ Ὁποῖος εἶναι Ἀθάνατος. Ἐάν ἀληθινά ἀγαπᾶς περισσότερο τόν Ἀθάνατο, μήν πενθεῖς. Διότι Αὐτός ἐπειδή εἶναι Ἀθάνατος δέν ἐπιτρέπει νά λάβεις αἴσθηση τῆς ἔλλειψης ἐκείνου πού ἀγαπᾶς λιγότερο (π.χ. τοῦ ἀνδρός σου ἤ τοῦ παιδιοῦ σου). Μ' ἕνα παράδειγμα θά στό κάνω φανερό αὐτό πού λέγω (συμπληρώνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος).


-Πές μου, ἐάν ἔχεις ἕναν ἄνδρα, πού ἐνεργεῖ σέ ὅλα σύμφωνα μέ τήν γνώμη σου, πού προοδεύει καί σέ κάνει σέ ὅλα λαμπρή καί σπουδαία· πού σέ ὅλους ἔχει καλή φήμη καί εἶναι συνετός, σοφός, πού σέ ἀγαπᾶ καί μακαρίζεσαι γιαυτό... Καί μετά ἀπό αὐτά γεννήσεις παιδί, τό ὁποῖο προτοῦ ἐνηλικιωθεῖ πεθάνει, ἄραγε θά τό αἰσθανθῆς αὐτό τό πένθος;


-Καθόλου, γιατί ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶς πιό πολύ(δηλ. ὁ ἄνδρας σου) τό ἀποκρύπτει (σέ κάνει νά τό ξεπεράσεις μέσα σου). Ἔτσι καί τώρα ἄν ἀγαπᾶς πιό πολύ τόν Θεό ἀπό τόν ἄνδρα, δέν θά πάρει αὐτόν πολύ γρήγορα. Ἀλλά καί ἄν τόν πάρει δέν θά ἀντιληφθεῖς καθόλου τό πένθος. Γιαυτό καί ὁ μακάριος Ἰώβ καθόλου δέν ὑπέφερε ὅταν ἔμαθε ὅτι τά παιδιά του πέθαναν διά μιᾶς, ἐπειδή ἀγαποῦσε τόν Θεό περισσότερο ἀπό αὐτά.. Ἀφοῦ λοιπόν ἦταν ζωντανός Ἐκεῖνος πού ἀγαποῦσε, καθόλου δέν ἐπρόκειτο νά τόν λυπήσουν ἐκεῖνα (μέ τήν ἀπουσία τους). Συνεχίζει δέ ὁ ἱερός Πατήρ ἀπαντώντας στόν ἰσχυρισμό ὅτι ἔμεινε ἡ χήρα χωρίς προστάτη:


-Τί λέγεις γυναίκα; ὁ ἄνδρας καί τό παιδί σέ προστάτευαν καί ὁ Θεός δέν σέ εὐσπλαχνίζεται; Ἐκεῖνον λοιπόν τόν ἴδιο ποιός σοῦ τόν ἔδωσε; ὄχι Αὐτός; Ἐσενα δέ, ποιός σέ ἔπλασε; ὄχι ὁ Ἴδιος; Αὐτός, πού σέ ἐφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη καί σοῦ ἔδωσε ψυχή καί σοῦ ἔβαλε νοῦ καί σέ θεώρησε ἄξια νά σοῦ χαρίσει τήν γνώση Του καί δέν λυπήθηκε γιά χάρη σου τόν Μονογενῆ Του Υἱό, δέν μεριμνᾶ γιά σένα, καί μεριμνᾶ ὁ συνάνθρωπός σου;... Πόση ὀργή δέν ἀξίζουν αὐτά τά λόγια;... Τί παρόμοιο ἔχεις ἀπό τόν ἄνδρα σου; Τίποτε δέν θά μπορέσεις νά πεῖς. Διότι καί ἄν σοῦ ἔκανε (ὁ ἄνδρας σου) κάποια εὐεργεσία (στήν ἔκανε), ἐπειδή καί σύ τόν εὐεργέτησες καί ἐπειδή προϋπῆρξες· στήν περίπτωση ὅμως τοῦ Θεοῦ κανείς δέν μπορεῖ νά πεῖ κάτι τέτοιο». (Δηλ. ὁ Θεός μᾶς εὐεργέτησε ἐνῶ δέν ὑπήρχαμε καί ἐνῶ δέν εἶχε ἀπολαύσει τίποτε ἀπό ἐμᾶς· ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνιδιοτελής, μυστική, τέλεια). «Γιατί, ὁ Θεός» συνεχίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος «συμβαίνει νά μᾶς εὐεργετεῖ, ὄχι ἐπειδή εὐεργετήθηκε ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά ἀπό ἀγαθότητα καί μόνο, εὐεργετεῖ τό ἀνθρώπινο γένος. Σοῦ ὑποσχέθηκε τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, τήν αἰώνια ζωή, τή δόξα, τήν ἀδελφοσύνη· σοῦ ἔδωσε τήν υἱοθεσία, σέ ἔκανε συγκληρονόμο τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ Του. Ἐσύ ὅμως ἐνθυμεῖσαι ἀκόμη τόν ἄνδρα σου, ὕστερα ἀπό τόσα ἀγαθά...


-Τί παρόμοιο σοῦ ἐχάρισε ἐκεῖνος; (ὁ ἄνδρας σου)


- (Ἀντίθετα ὁ Θεός) Ἀνέτειλε τόν ἥλιόν Του, σοῦ ἐχάρισε τίς βροχές Του, σέ τρέφει μέ τίς ἐτήσιες τροφές Του... Ἀλλοίμονό μας γιά τήν τόσο μεγάλη μας ἀχαριστία... Γιαυτό παίρνει τόν ἄνδρα σου, γιά νά μήν τόν ἐπιζητεῖς. Ἐσύ ὅμως ἀφοῦ πεθάνει, ἐξακολουθεῖς νά εἶσαι προσηλωμένη σ' αὐτόν καί ἐγκαταλείπεις τόν Θεό· ἐνῶ ἔπρεπε νά Τόν εὐχαριστεῖς, ἐνῶ ἔπρεπε νά στηρίζεις τά πάντα σ' Αὐτόν...


-Τί λοιπόν εἶναι αὐτό πού ἔχεις ἀπό τόν ἄνδρα; Ὠδίνες καί πόνους καί ἐπιτιμήσεις καί λοιδορίες πολλές φορές, καί βρισιές καί ἀγανακτήσεις. Δέν εἶναι αὐτά πού ἔχετε ἀπό τούς ἄνδρες;».


-«Ὑπάρχουν ὅμως», λέγει ἡ χήρα γυναίκα, «καί ἄλλα καλά».


-«Ποιά εἶναι αὐτά; σέ στόλισε μέ πολυτελῆ ροῦχα; σοῦ φόρεσε χρυσᾶ κοσμήματα στό πρόσωπό σου; σέ ἔκανε σεβαστή σέ ὅλους; Ἀλλ΄ ἐάν θέλεις καί ὅταν πεθάνει(ὁ ἄνδρας σου), Αὐτός (ὁ Θεός δηλ.) θά σέ στολίσει μέ στολίδια πολύ καλύτερα. Διότι ἡ σεμνότητα κάνει ἐκείνην πού τήν ἔχει νά θαυμάζεται πολύ περισσότερο ἀπό ἐκείνην πού ἔχει τά χρυσᾶ κοσμήματα». Ἡ τίμια χηρεία κάνει τήν γυναίκα ἀξιοθαύμαστη μπροστά στούς ἀγγέλους καί φοβερή ἀπέναντι στούς δαίμονες.


-Μά ἐνδιαφέρεσαι καί ἀνησυχεῖς γιά τό ποιός θά θρέψει τά παιδιά σου;


-Ὁ Πατέρας τῶν ὀρφανῶν.


-Γιά πές μου (ἐρωτᾶ πάλι ὁ ἱερός Χρυσόστομος) ποιός σοῦ τά ἔδωκε τά παιδιά; Δέν ἀκοῦς τόν Χριστό πού λέγει στά εὐαγγέλια, «Δέν ἀξίζει ἡ ζωή πιό πολύ ἀπό τήν τροφή καί τό σῶμα ἀπό τό ἔνδυμα (Ματθ. 6, 25);


Βλέπεις (συνεχίζει ὁ ἱερός Πατήρ) ὅτι δέν γίνεται ἀπό συνήθεια ἀλλά ἀπό ἀπιστία ὁ θρῆνος μας; Ἄλλωστε δέν εἶναι καί τά παιδιά λαμπρά ὅταν πεθάνει ὁ πατέρας; Ἀφοῦ ἔχουν τόν Θεό Πατέρα, εἶναι δυνατόν νά μήν εἶναι λαμπρά; Πόσα νά σοῦ δείξω τά ὁποῖα ἔχουν ἀνατραφεῖ ἀπό γυναῖκες χῆρες καί ἔγιναν ἐξαίρετα; Καί πόσα, πού τά ἐπιβλέπουν οἱ πατέρες, καί ἔχουν καταστραφεῖ; Γιατί ἄν τά ἀνατρέφεις ἀπό τήν πρώτη ἡλικία ὅπως πρέπει, θά ἀπολαύσουν εὐεργεσία πολύ πιό μεγάλη ἀπό τήν πατρική προστασία. Αὐτό ἄλλωστε εἶναι τό ἔργο τῶν χηρῶν, δηλ. τό ἀνατρέφουν τά παιδιά. Ἄκουσε τόν ἀπ. Παῦλο πού λέγει: «Εἰ ἐτεκνοτρόφησε»· καί πάλι· «θά σωθεῖ διά τῆς τεκνογονίας» καί ὄχι διά τοῦ ἀνδρός. Μάλιστα «ἐάν ἐπιμείνωσι τῇ πίστει καί τῇ ἀγάπῃ καί τῷ ἁγιασμῷ μετά σωφροσύνης» (Α΄ Τιμ. 5, 10· 2, 15). Βάλτε τους μέσα τόν φόβο τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν πρώτη τους ἡλικία, καί αὐτός θά τά διατηρήσει καλύτερα ἀπό κάθε πατέρα. Αὐτός θά εἶναι στερεό τεῖχος. Διότι ὅταν κάθεται μέσα ὁ φύλακας, δέν μᾶς χρειάζεται κανένα ἀπό τά ἔξω τεχνάσματα· ὅταν ὅμως δέν ὑπάρχει ἐκεῖνος, τότε ὅλα τά ἔξω γίνονται στά χαμένα. Αὐτό (δηλ. ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ) θά εἶναι στά παιδιά καί πλοῦτος καί δόξα καί ἔπαινος· αὐτό θά τά κάνει λαμπρά, ὄχι μόνο στή γῆ, ἀλλά καί στούς οὐρανούς. Μή λοιπόν, βλέπεις πρός ἐκεῖνα (τά παιδιά), πού φοροῦν τίς χρυσές ζῶνες, οὔτε ἐκεῖνα (τά παιδιά) , πού μεταφέρονται ἐπάνω σέ ἵππους, οὔτε ἐκεῖνα, πού ἀκτινοβολοῦν μέσα στά παλάτια ἐξ αἰτίας τῶν πατέρων τους, οὔτε ἐκεῖνα πού ἔχουν ἀκολούθους καί παιδαγωγούς. Αὐτά βέβαια ἴσως κάνουν τίς χῆρες νά κόπτωνται γιά τά ὀρφανά τους, μέ τό νά σκέπτωνται ὅτι καί ὁ ἰδικός μου υἱός, ἐάν βέβαια τόν ἐπροστάτευε ὁ πατέρας του, θά ἀπελάμβανε τόση εὐτυχία· τώρα ὅμως εἶναι κατηφής καί χωρίς τιμές καί δέν ἀξίζει τίποτε. Μήν σκέπτεσαι αὐτά...Ἄν κάποιοι εὐδοκιμοῦν στήν γῆ, αὐτό δέν ἀξίζει τίποτε.


Εἶναι δυνατόν, ἄν θέλεις νά στρατεύσεις τόν γιό σου στό οὐράνιο στράτευμα. Ἐκεῖνοι πού κατατάσσονται ἐκεῖ, δέν φέρονται πάνω σέ ἵππους, ἀλλά σέ σύννεφα· δέν βαδίζουν ἐπάνω σέ χῶμα, ἀλλά ἁρπάζονται στόν οὐρανό· δέν ἔχουν δούλους νά προηγοῦνται, ἀλλά αὐτούς τούς ἀγγέλους· δέν παραστέκουν σέ θνητό βασιλέα, ἀλλά στόν ἀθάνατο, στό βασιλέα τῶν βασιλέων καί στόν Κύριο τῶν κυρίων· δέν φοροῦν στή μέση τους ζώνη ἀπό δέρμα, ἀλλά ἐκείνη τήν ἀνέκφραστη δόξα, καί γίνονται πιό λαμπροί ἀπό τούς βασιλεῖς. Κοίταξε τόν οὐρανό καί πρόσεξε πόσο λαμπρότερος εἶναι ἀπό τή στέγη τῶν ἀνακτόρων.


-Ἐάν τό δάπεδο τῶν ἀνακτόρων τοῦ οὐρανοῦ εἶναι σχεδόν τόσο λαμπρότερο ἀπό τά ἀνάκτορα τῆς γῆς, ὥστε συγκρινόμενο αὐτό πρός ἐκεῖνο νά νομίζεται ὅτι εἶναι βοῦρκος... ἐάν κανείς θά καταξιωθεῖ νά ἰδῆ ἀκριβῶς(ὄχι μόνο τό δάπεδο ἀλλά καί ὁλόκληρα) τά ἀνάκτορα, ποιᾶς εὐτυχίας δέν θά εἶναι ἄξιος;.


«Ἡ δέ ὄντως χήρα καί μεμονωμένη ἤλπικεν ἐπί τόν Θεόν».


-Αὐτό σέ ποιές ἔχει λεχθεῖ;


-Σ' ἐκεῖνες πού δέν ἔχουν παιδιά. Αὐτές ἔχουν πιό μεγάλη ἀφορμή νά ἀρέσουν στόν Θεό· διότι ἔχουν ἐλευθερωθεῖ ἀπό ὅλες τίς δεσμεύσεις. Ἐχωρίσθηκες ἀπό τόν ἄνδρα σου, ἀλλά ἑνώθηκες μέ τόν Θεό. Δέν ἔχεις σύντροφο τόν ὁμόδουλο, ἀλλά ἔχεις τόν Κύριό Σου.


-Ὅταν προσεύχεσαι, δέν συνομιλεῖς μέ τόν Θεό; Τί λοιπόν σοῦ λέγει; (ἐρωτᾶ ὁ ἱερός Πατήρ)


-Πολύ πιό κολακευτικά λόγια ἀπό τόν ἄνδρα... Γιατί ὁ ἄνδρας καί ἄν ἀκόμη κολακεύει, δέν σοῦ κάνει μεγάλη τιμή, διότι εἶναι ὁμόδουλός σου. Ὅταν ὅμως ὁ Κύριος κολακεύει τή δούλη, τότε εἶναι μεγάλη ἡ περιποίηση καί ἡ τιμή. -Πῶς λοιπόν μᾶς περιποιεῖται ὁ Θεός;


-«Ἐλᾶτε», λέγει «πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς». Καί πάλι μέ τό στόμα τοῦ Προφήτου λέγει: «Μή ἐπιλήσεται γυνή τοῦ ἐλεῆσαι τά ἔκγονα τῆς κοιλίας αὐτῆς; εἰ δέ καί ἐπιλάθοιτο γυνή, ἀλλ' ἐγώ οὐκ ἐπιλήσομαι, λέγει Κύριος». Πόσης ἀγάπης ἀπόδειξή δέν εἶναι αὐτά τά λόγια;


Καί πάλι: «Ἐπιστράφητε πρός με»· καί μυστικώτερα: «Ἡ καλή μου, ἡ περιστερά μου»· αὐτά τά λέγει σέ κάθε ψυχή πού μοιάζει μέ Αὐτόν.


-Τί εἶναι πιό γλυκό ἀπό αὐτά τά λόγια; Βλέπεις συνομιλία τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους; Ἄς βασιζόμαστε λοιπόν σ' αὐτά... γιαυτά ἄς φροντίζουμε. Τότε, τίποτε τό λυπηρό δέν θά μᾶς συμβεῖ... τότε, θά περάσουμε ὅλο τόν χρόνο τῆς ζωῆς μας μέ πνευματική χαρά καί ἀγαλλίαση».


Δίδαγμα: «Τά οὐράνια ἀγαθά καί ὄχι τά ἐπίγεια, πρέπει νά ποθοῦν οἱ μητέρες γιά τά παιδιά τους καί γιά τίς ἴδιες. Νά μήν παρασύρονται ἀπό τήν μάταιη δόξα τοῦ κόσμου καί ζητοῦν νά ἀναδειχθοῦν «κοσμικά» τά παιδιά τους. Νά ἐπιζητουν τόν Παράδεισο καί τήν Βασιλεία Του, φυτεύοντας τόν φόβο τοῦ Θεοῦ στίς ψυχές τῶν παιδιῶν τους. Κληρονομιά νά τούς ἀφήνουν τήν θεοσέβεια καί τίς ἄλλες ἀρετές: τήν ταπείνωση, τήν ὑπακοή, τήν πραότητα, τήν ἀνεξικακία, τήν ἀγάπη, τήν ὑπομονή. Τότε, δέν θά λυποῦνται ἄν τά παιδιά τους, δέν προοδεύουν στά γήινα ἀξιώματα, ἀλλά θά χαίρονται διότι τά παιδιά τους σώζονται καί μαζί μ' αὐτά καί οἱ ἴδιες. «Ἄν οἱ γονεῖς δέν σώσουν τά παιδιά τους (δέν κάνουν ὅ,τι μποροῦν γιά νά τά σώσουν), οὔτε οἱ ἴδιοι θά σωθοῦν» λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος. Ὁ θάνατος τοῦ συζύγου δέν εἶναι ἀφορμή λύπης ἀλλά δοξολογίας πρός τόν Θεό· ἡ τίμια χηρεία εἶναι μία πολύ καλή ἀφορμή γιά μία ἐξαγιασμένη, ἀνωτέρου ἐπιπέδου πνευματική ζωή, τόσο γιά τήν χήρα μητέρα ὅσο καί γιά τά τέκνα της, ἐάν ὑπάρχουν. Ὅ,τι δίνει ὁ Θεός εἶναι γιά τό καλό μας (τό αἰώνιο καλό μας) καί μάλιστα εἶναι τό καλλίτερο γιά ἐμᾶς προσωπικά. Ἐάν ἀντιδροῦμε, εἶναι σάν νά λέμε ὅτι «δέν Τά κάνεις καλά Θεέ Μου», ὅτι «Δέν μ' ἀγαπᾶς»· δηλ. σέ τελευταία ἀνάλυση βλασφημοῦμε στήν ἀγαθότητά Του. Ἡ στενοχώρια γιά τόν ἐνδεχόμενο θάνατο τῶν οἰκείων μας φανερώνει ὀλιγοπιστία, ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στήν Θεία Πρόνοια καί στήν Θεία Ἀγάπη. Πρέπει νά λέμε πάντα «δόξα τῷ Θεῷ γιά ὅλα».


Τῼ ΔΕ ΘΕῼ ΔΟΞΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΝΥΝ ΚΑΙ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ, ΑΜΗΝ.
π. Σάββας


Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

ΘΑΝΑΤΟΣ Ἤ ΚΟΙΜΗΣΗ; Το μυστήριο και η διαδικασία του θανάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Συνέντευξη

Το μυστήριο και η διαδικασία του θανάτου
του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
στον δρ. Pavel Chirila, Καθηγητή Ιατρό (Ρουμανία)
Αναδημοσίευση από: http://www.parembasis.gr/2007/07_03_02.htm#nowhere



Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε στον Καθηγητή-Ιατρό του Νοσοκομείου της Αγίας Ειρήνης Βουκουρεστίου και μέλος της εκεί Χριστιανικής Κοινότητος δρ. Παύλο Chirila, ο οποίος γνωρίζει τον Σεβασμιώτατο από τα βιβλία του που έχουν μεταφρασθή στα ρουμανικά και δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα θέματα που θίγονται στην συνέντευξη όχι μόνον ακαδημαϊκά, αλλά κυρίως ποιμαντικά.


1. Ερώτηση: Πείτε μας κάτι για τον θάνατο, κάτι που έρχεται αυθόρμητα στην σκέψη σας, κάτι που θεωρείτε εξαιρετικά σημαντικό.


Απάντηση: Εκείνο που έρχεται αυθόρμητα στην σκέψη μου είναι ότι ο θάνατος είναι ένα φοβερό μυστήριο, όπως ψάλλουμε σε κάθε νεκρώσιμη ακολουθία που είναι ποίημα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Και αυτό συνδέεται με το ότι η ψυχή χωρίζεται βιαίως από την αρμονία της ενώσεώς της με το σώμα. Είναι δε και λυπηρό γεγονός, διότι συνδέεται με την φθαρτότητα και θνητότητα του ανθρώπου που εκδηλώνεται σε όλη την ζωή.

Ακόμη, έρχεται στην μνήμη μου η ακολουθία της Αναστάσεως του Χριστού, την οποία εμείς οι Ορθόδοξοι εορτάζουμε με λαμπρότητα. Κρατάμε στα χέρια μας τις αναμμένες λαμπάδες και ψάλλουμε θριαμβευτικά τον παιάνα της νίκης: «Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος». Αυτή η ωραία εικόνα δείχνει την στάση μας απέναντι στην ζωή και τον θάνατο. Είμαστε φθαρτοί και θνητοί, αλλά έχουμε το «φάρμακο της αθανασίας», που είναι ο αναστάς Χριστός. Πράγματι, χρησιμοποιώντας μια σύγχρονη ορολογία, μπορούμε να πούμε ότι με την ενανθρώπηση του Υιού και την ένωση της ανθρωπίνης με την θεία φύση στο πρόσωπο του Λόγου, έγινε μια «πνευματική κλωνοποίηση», η θνητή φύση μας ενώθηκε με την ζωή του Θεού. Γι' αυτό και ο θάνατος αλλάζει όνομα και λέγεται κοίμηση και οι χώροι που ενταφιάζονται όσοι φεύγουν
από τον κόσμον αυτόν δεν λέγονται νεκροταφεία, αλλά κοιμητήρια.

Έτσι, όταν βλέπω το βράδυ της Αναστάσεως του Χριστού τους ανθρώπους να κρατάνε μια αναμμένη λαμπάδα και να ψάλλουν το «Χριστός Ανέστη», καταλαβαίνω καλύτερα ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τον θάνατο ως μια διαδικασία διελεύσεως από την «γη της Αιγύπτου» στην «γη της Επαγγελίας», από τον θάνατο στην ζωή, που γίνεται εν Χριστώ και ως ελπίδα της αναστάσεώς μας που πάλι γίνεται εν Χριστώ. Θα ήταν ευτύχημα αν περιμέναμε τον θάνατο με αυτήν την στάση, κρατώντας την αναστάσιμη λαμπάδα και ψάλλοντας το «Χριστός ανέστη». Άλλωστε στην ζωή αυτή είμαστε «πάροικοι» και «παρεπίδημοι», φιλοξενούμενοι, αλλού είναι η πραγματική μας πατρίδα. Πάντοτε μου κάνει εντύπωση ο λόγος του ιερού Νικολάου Καβάσιλα (14ος αιώνας) ότι όσο ζούμε εδώ στην γη, ομοιάζουμε με το έμβρυο που βρίσκεται στην μήτρα της μητέρα του, ενώ κατά την στιγμή του θανάτου γεννιόμαστε, εξερχόμαστε από αυτήν την μήτρα. Γι' αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι άγιοι εορτάζουν την ημέρα που κοιμήθηκαν η μαρτύρησαν και όχι την ημέρα που γεννήθηκαν σωματικά.


2. Ερώτηση: Εμείς εννοήσαμε από την Αγία Γραφή ότι υπάρχουν δύο είδη φόβου: ο ιερός φόβος, που είναι ο φόβος του Θεού και αρχή σοφίας κατά τον ψαλμωδό, και ένα άλλο είδος φόβου, που εμπνέουν οι δαίμονες και που πρόκειται για παθολογικό φόβο. Πείτε μας, ο φόβος του θανάτου σε ποιά κατηγορία ανήκει;


Απάντηση: Πράγματι, υπάρχει ο φόβος του Θεού που είναι ενέργεια της Χάριτος του Θεού και αρχή της σωτηρίας, δηλαδή ο άνθρωπος φοβάται - σέβεται τον Θεό και αρχίζει να τηρή τις εντολές Του, και υπάρχει ο φόβος που εμπνέουν οι δαίμονες και δημιουργεί ταραχή και αγωνία. Όμως, εκτός από τους δύο αυτούς φόβους, υπάρχει και ένας άλλος φόβος, ο λεγόμενος ψυχολογικός που συνδέεται με την ανασφάλεια του ανθρώπου και την συναισθηματική ανεπάρκειά του.

Ο φόβος του θανάτου σε κάθε άνθρωπο έχει ιδιαίτερη ερμηνεία. Για τους κοσμικούς και αθέους ανθρώπους έχει σχέση με την πορεία προς το «μηδέν», δηλαδή νομίζουν ότι φεύγουν από τον μόνον και υπαρκτό κόσμο και καταλήγουν στο μηδέν της ανυπαρξίας, που φυσικά δεν υπάρχει για μας τους ορθοδόξους. Για τους Χριστιανούς ο φόβος του θανάτου συνδέεται με την έξοδο της ψυχής από τον κόσμο που γνωρίζουν, τους φίλους, τους συγγενείς και την είσοδό της σε έναν άλλο κόσμο τον οποίον δεν γνωρίζουν από τώρα, ούτε γνωρίζουν πως θα ζουν και τι θα γίνη με την κρίση του Θεού που ακολουθεί τον θάνατο. Γι' αυτό χρειάζεται προσδοκία και προετοιμασία κατάλληλη.

Βέβαια, όσοι από τους Χριστιανούς έχουν φθάσει στον φωτισμό του νου και την θέωση και έχουν ενωθή με τον Χριστό υπερβαίνουν τον φόβο του θανάτου, όπως το βλέπουμε στην ζωή των Αποστόλων, των Μαρτύρων και γενικά των αγίων της Εκκλησίας. Όταν διαβάζουμε τα «Συναξάρια των αγίων», βλέπουμε ότι γράφεται: «τη αυτή ημέρα ο άγιος (τάδε) εν ειρήνη τελειούται» η «ξίφει τελειούται» κλπ. Εδώ πρέπει να επισημανθή ότι στην ελληνική γλώσσα άλλο σημαίνει το ρήμα «τελειούται», δηλαδή τελειοποιείται, οδηγείται προς το τέλειο και άλλο το ρήμα «τελειώνει» δηλαδή παύει να υπάρχη. Επίσης, άλλο σημαίνει η λέξη «βίος» και άλλο η λέξη «ζωή». Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε ότι με τον θάνατο τελειώνει ο αισθητός βίος, αλλά η ζωή τελειούται και όχι τελειώνει.

Πάντως θα πρέπη με την πνευματική ζωή που θα ζούμε να υπερνικήσουμε τον φόβο του θανάτου και να αισθανόμαστε τον θάνατο ως μια πορεία για μια συνάντηση με τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους.


3. Ερώτηση: Γνωρίζουμε από την Ιερά Παράδοση ότι στο θάνατο ενός ανθρώπου παρευρίσκονται οι άγγελοι, οι άγιοι αλλά και οι δαίμονες. Τι μπορείτε να μας πήτε περί αυτού;


Απάντηση: Από την διδασκαλία του Χριστού και την όλη παράδοση της Εκκλησίας γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και οι άγγελοι και οι δαίμονες, οι οποίοι δεν είναι προσωποποίηση του καλού η του κακού, αλλά ιδιαίτερα όντα δημιουργημένα από τον Θεό. Οι δαίμονες ήταν άγγελοι που έχασαν την κοινωνία με τον Θεό. Πολλοί άγιοι αξιώθηκαν να δουν αγγέλους όσο ζούσαν, καθώς επίσης είδαν και τους πειράζοντας δαίμονας.

Κατά την διδασκαλία των Πατέρων μας οι άγγελοι και οι άγιοι, πολλές φορές και ο Χριστός και η Παναγία, εμφανίζονται στους μελλοθανάτους για να τους ενισχύσουν, να τους ενδυναμώσουν ώστε να αποφύγουν τον φόβο ο οποίος προκαλείται από τον θάνατο. Αλλά και οι δαίμονες εμφανίζονται, ιδιαιτέρως όταν έχουν επίδραση σε συγκεκριμένους ανθρώπους, λόγω των παθών και διεκδικούν την εξουσία πάνω στις ψυχές τους. Αυτό μας υπενθυμίζει και η προσευχή στην Παναγία κατά την ακολουθία του Αποδείπνου: «και εν τω καιρώ της εξόδου μου την αθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα».

Είναι γνωστόν από την διδασκαλία της Εκκλησίας ότι κάθε άνθρωπος έχει τον «φύλακα άγγελο», που τον προστατεύει, γι' αυτό και στην ακολουθία του Αποδείπνου υπάρχει ειδική προσευχή στον φύλακα άγγελο. Ο π. Παΐσιος, ένας μοναχός του Αγίου Όρους, μου έλεγε ότι πολλές φορές έβλεπε δίπλα του τον φύλακα άγγελό του και τον ασπαζόταν. Επίσης, με την φιλοτιμία που τον διέκρινε έλεγε ότι πρέπει να αγωνιζόμαστε για να σωθούμε, ώστε ο φύλακας άγγελός μας, που έκανε τόσο κόπο να μας προστατεύη σε όλη την ζωή μας και να μας βοηθά, να μη πάη άπρακτος στον Θεό, εάν εμείς με την αδιαφορία μας δεν σωθούμε.

Με συγκίνηση ενθυμούμαι τον πατέρα μου που όταν εισερχόταν στον Ιερό Ναό, πήγαινε στην βορεινή πύλη του ιερού Βήματος και ασπαζόταν την εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και τον παρακαλούσε να παραλάβη την ψυχή του στον κατάλληλο καιρό, όταν θα έχη μετάνοια, να την προστατεύση από τους πονηρούς δαίμονας και να την οδηγήση στον Θεό. Ίσως αυτή η προσευχή του, εκτός των άλλων, τον βοήθησε να έχη καλή κοίμηση και το πρόσωπό του στο φέρετρο ήταν χαρούμενο, γελαστό.


4. Ερώτηση: Διαβάζουμε στην Αγία Γραφή ότι το έλεος υπερκέρασε την κρίση. Αυτό σημαίνει ότι η ελεημοσύνη καλύπτει πλήθος αμαρτιών;


Απάντηση: Πρέπει να δούμε τι σημαίνει έλεος. Το έλεος στην πραγματικότητα είναι αίσθηση της θείας Χάριτος, της αγάπης του Θεού. Όταν προσευχόμαστε με την ευχή «Κύριε ελέησον», ζητούμε το έλεος του Θεού, την Χάρη του Θεού. Ο άνθρωπος ο οποίος βιώνει την θεία Χάρη είναι ελεήμων στους αδελφούς του, με την ποικιλότροπη αγάπη του, που εκφράζεται με προσευχή, θεολογικό λόγο και υλική προσφορά, και έτσι εφαρμόζει τον μακαρισμό «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε , 7). Με αυτήν την έννοια λέγεται ότι η αίσθηση του ελέους του Θεού και της ελεημοσύνης υπερβαίνει την κρίση.

Ο άνθρωπος, που έχει μεταμορφωθή πνευματικά και έχει ενωθή με τον Θεό, δεν φοβάται την κρίση, αλλά συμβαίνει αυτό που είπε ο Χριστός: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. ε , 24).

Κατά την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, υπάρχουν τρεις κρίσεις. Η πρώτη γίνεται καθ' όλη την διάρκεια της ζωής μας, όταν βρισκόμαστε στο δίλημμα να τηρήσουμε το θέλημα του Θεού η να το αρνηθούμε, όταν έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ ενός καλού η κακού λογισμού. Η δεύτερη κρίση γίνεται κατά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, σύμφωνα με τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις» (Εβρ. θ , 27). Και η τρίτη τελική κρίση θα γίνη κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Η πρώτη κρίση είναι σημαντική.

Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγει ότι, όταν ο άνθρωπος ενώνεται με τον Χριστό από αυτήν την ζωή και βλέπει το άκτιστο Φως, τότε γι' αυτόν η κρίση έγινε και δεν την αναμένει κατά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Αυτό μας υπενθυμίζει τον λόγο του Χριστού που ανέφερα προηγουμένως.

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμίσω τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες σωζομένων, ήτοι οι δούλοι, που τηρούν το θέλημα του Θεού για να αποφύγουν την κόλαση, οι μισθωτοί που αγωνίζονται για να κερδίσουν ως μισθό τον Παράδεισο, και οι υιοί που υπακούουν στο θέλημα του Θεού από αγάπη στον Θεό. Έτσι, σε όλη μας την ζωή πρέπει να προοδεύουμε πνευματικά και να περνούμε από την κατάσταση του δούλου, στην κατάσταση του μισθωτού και από εκεί στην νοοτροπία του υιού. Δηλαδή από τον φόβο και την ανταπόδοση να φθάσουμε στην αγάπη. Να αγαπούμε τον Χριστό, γιατί Αυτός είναι Πατέρας μας, μητέρα μας, φίλος μας, αδελφός μας, νυμφίος και νύμφη μας. Έτσι υπερβαίνουμε την κρίση.


5. Ερώτηση: Πείτε μας κάτι για τον αιφνίδιο θάνατο.


Απάντηση: Η αξιολόγηση του αιφνιδίου θανάτου εξαρτάται από ποιά οπτική πλευρά βλέπει κανείς το θέμα. Για τους κοσμικούς ανθρώπους ο αιφνίδιος θάνατος είναι καλός, αποδεκτός και επιθυμητός, γιατί δεν θα ταλαιπωρηθούν και δεν θα βασανισθούν από διάφορες ασθένειες και την γήρανση. Όμως για τους πιστούς Χριστιανούς ο αιφνίδιος θάνατος είναι κακός, διότι δεν δίνεται η δυνατότητα της καλύτερης προετοιμασίας τους για την συνάντηση με τον Χριστό και την εν ουρανοίς Εκκλησία. Όταν επισκέπτεται κανείς έναν αξιωματούχο προετοιμάζεται κατάλληλα. Το ίδιο πρέπει να γίνεται με μας ως προς την συνάντησή μας με τον Χριστό.

Η προετοιμασία, δια της μετανοίας, είναι απαραίτητη. Γι' αυτό ο αείμνηστος π. Παΐσιος έλεγε ότι η ασθένεια του καρκίνου είναι αγία, διότι γέμισε τον Παράδεισο με αγίους, που σημαίνει ότι η πολυχρόνια ασθένεια προετοιμάζει τους ανθρώπους με την προσευχή και την μετάνοια. Άλλωστε, κατά την διδασκαλία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού η οδύνη-πόνος θεραπεύει την ηδονή.

Πάντως, ο θάνατος είναι το πλέον βέβαιο γεγονός. Αυτό το βλέπουμε γύρω μας, αφού τα πάντα πεθαίνουν, η άλογη κτίση, οι φίλοι μας, οι συγγενείς μας. Εκείνο που δεν είναι βέβαιο και είναι άγνωστο σε μας είναι η ώρα του θανάτου, το πότε θα έλθη ο θάνατος. Μπορεί να συμβή την ώρα που κοιμόμαστε, που βαδίζουμε, που ταξιδεύουμε, που εργαζόμαστε, που ψυχαγωγούμαστε κλπ. Γι' αυτό κάθε μέρα πρέπει να προσευχόμαστε στον Θεό, όπως το κάνει η Εκκλησία: «Τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής ημών εν ειρήνη και μετανοία εκτελέσαι, παρά του Κυρίου αιτησώμεθα» και: «Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν παρά του φοβερού βήματος του Χριστού, αιτησώμεθα».

Στην διδασκαλία των αγίων Πατέρων συναντούμε την αλήθεια ότι ένα από τα μεγαλύτερα χαρίσματα που μπορεί να έχη ο άνθρωπος είναι η καθημερινή «μνήμη του θανάτου». Όταν αυτό γίνεται με την Χάρη του Θεού δεν οδηγεί τον άνθρωπο στην απόγνωση, την απελπισία, τον ψυχολογικό φόβο, αλλά στην έμπνευση, την προσευχή, την δημιουργικότητα, ακόμη και σε ανθρώπινα πράγματα, αφού προσπαθεί να τελειώση τις εργασίες του και να προετοιμασθή κατάλληλα. Όταν καθημερινά ζούμε ως την τελευταία ημέρα της ζωής μας, τότε και ο αιφνίδιος θάνατος να έλθη, θα μας βρη έτοιμους.


6. Ερώτηση: Ποιά έκφραση είναι πιο σωστή: η ώρα του θανάτου η η στιγμή του θανάτου;


Απάντηση: Εξαρτάται από το πως εκλαμβάνονται οι λέξεις «ώρα» και «στιγμή». Πολλές φορές στον προφορικό λόγο χρησιμοποιούμε την λέξη ώρα και εννοούμε την στιγμή. Αντιλαμβάνομαι όμως τι εννοείτε με την ερώτησή σας, αν δηλαδή ο θάνατος είναι μια διαδικασία η μια στιγμή.

Εκείνο που μπορεί να πη κανείς είναι ότι υπάρχει μια διαδικασία θανάτου, δηλαδή σε μακροχρόνιες ασθένειες ο άνθρωπος οδηγείται προοδευτικά προς τον θάνατο, αλλά ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα γίνεται σε μια συγκεκριμένη στιγμή, με την βούληση του Θεού.

Αυτή η στιγμή είναι σημαντική, γιατί αλλάζει ο τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου που δεν μπορούμε να ξέρουμε πως θα είναι. Εμείς ξέρουμε την κατάσταση που η ψυχή είναι συνδεδεμένη με το σώμα μας που επικοινωνεί με την κτίση δια των αισθήσεων. Δεν γνωρίζουμε εκ πείρας τι θα συμβή τότε και πως θα είμαστε. Τώρα συνήθως δεν βλέπουμε αγγέλους, δαίμονες, αλλά τον κόσμο που δημιούργησε ο Θεός, τους ανθρώπους, τους φίλους, τα ωραία της γης. Τότε, όμως, η ψυχή δεν θα βλέπη δια των αισθήσεων του σώματος, αλλά θα βλέπη αυτά που τώρα είναι αόρατα. Γι' αυτό οι άγιοι θέλουν να έχουν συνείδηση κατά την διαδικασία του θανάτου και να προσεύχωνται, ώστε να φύγουν από τον κόσμο αυτό με προσευχή και να έχουν την δύναμη και την Χάρη του Θεού που θα τους συνοδεύη.

Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι το προνόμιο να προσεύχεται κανείς τις ώρες αυτές και να κοινωνή του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, ώστε την στιγμή που η ψυχή θα χωρισθή από το σώμα να περιβάλλεται από την Χάρη του Θεού, σήμερα εκμηδενίζεται με την λεγόμενη μηχανική υποστήριξη στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Η ώρα και η στιγμή του θανάτου απαιτεί, από χριστιανικής πλευράς, μια κατάλληλη προετοιμασία, ήτοι εξομολόγηση, θεία Κοινωνία, ιερό Ευχέλαιο, προσευχή των οικείων και δική μας προσευχή. Όμως, στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας δεν μπορεί να εξασκηθή μια τέτοια εκκλησιαστική - ποιμαντική διακονία. Έτσι, όλο και περισσότερο οι άνθρωποι σήμερα, με τις σύγχρονες τεχνικές και τα φάρμακα, πεθαίνουν χωρίς να έχουν συνείδηση του τι γίνεται εκείνη την ώρα και στιγμή. Αυτό είναι ένα ουσιαστικό πρόβλημα. Άλλωστε, με τους σύγχρονους ιατρικούς τρόπους τίθεται ένα δίλημμα. «Παράταση της ζωής η παρεμπόδιση του θανάτου;». Δηλαδή, με όλα αυτά που προσφέρονται από ιατρικής πλευράς παρατείνεται η ζωή για να μετανοήσουμε και να την αφιερώσουμε στον Θεό η παρεμποδίζεται ο θάνατος που δημιουργεί έναν μεγάλο πόνο, σωματικό και υπαρξιακό;

Πάντως, είναι μεγάλη ευλογία από τον Θεό να πεθάνη κανείς πλαισιούμενος από τα αγαπητά του πρόσωπα που θα προσεύχωνται και κυρίως να πεθάνη ζώντας μέσα στην Εκκλησία, με την θεία Κοινωνία, την προσευχή, την ευχή του Πνευματικού του Πατέρα, την Χάρη του Θεού και τις προσευχές των αγίων. Η εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που δείχνει ότι η Παναγία μας, όταν κοιμήθηκε, βρισκόταν στο κέντρο και όλοι, ο Χριστός, οι άγγελοι, οι Απόστολοι, οι Ιεράρχες την περιέβαλαν με αγάπη, πρέπει να είναι διαρκής και δική μας επιθυμία.


7. Ερώτηση: Ορισμένοι άνθρωποι πεθαίνουν, όταν δεν το περιμένουμε. Αληθεύει αυτό που λέγεται, ότι ο Θεός παίρνει τον άνθρωπο, όταν οι πιθανότητες σωτηρίας του είναι οι μέγιστες;


Απάντηση: Ως Χριστιανοί πιστεύουμε απόλυτα ότι δημιουργηθήκαμε από τον Θεό της αγάπης και ότι ο Θεός διευθύνει την ζωή μας, Αυτός μας δίνει την ζωή και Αυτός την παίρνει όποτε κρίνει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή. Επίσης γνωρίζουμε ότι ο Θεός αγαπά τον άνθρωπο, τον οποίο Αυτός δημιούργησε και θέλει την σωτηρία του. Οπότε, είναι βέβαιο ότι ο Θεός επιτρέπει να γίνεται ο θάνατος του κάθε ανθρώπου την πιο κατάλληλη στιγμή.

Φυσικά, η αγάπη του Θεού δεν καταργεί την ελευθερία του ανθρώπου. Έτσι, ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να ενεργή θετικά η αρνητικά, να ανταποκρίνεται στην αγάπη του Θεού η να τον αρνήται.

Πάντως, επειδή είπατε ότι μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς να το περιμένουμε, θα ήθελα να σας υπενθυμίσω και πάλι ότι θα πρέπη συνεχώς να έχουμε μνήμη θανάτου, να μη αισθανόμαστε ότι θα ζήσουμε αιώνια πάνω στην γη, γιατί αυτό είναι μια πνευματική αρρώστια. Όπως υπάρχει εναλλαγή ημέρας και νύκτας, έτσι υπάρχει και εναλλαγή ζωής και θανάτου. Η σύγχρονη μοριακή βιολογία τονίζει ότι ο θάνατος είναι συνυφασμένος με την ζωή, αφού μεταξύ των γονιδίων υπάρχουν και τα γονίδια της γηράνσεως, που βρίσκονται στα μιτοχόνδρια. Έτσι, την στιγμή της συλλήψεώς μας, μέσα στο DNA βρίσκεται και ο θάνατος, τον δε θάνατο τον βλέπουμε στο σώμα μας με τον θάνατο των κυττάρων και γενικά με την γήρανση, τα χρόνια που περνούν, τις ρυτίδες, τις ασθένειες, όλο αυτό που λέγεται θεολογικά φθαρτότητα και θνητότητα. Δεν πρέπει να μυωπάζουμε και να διακρινόμαστε για στρουθοκαμηλισμό.

Μέσα σε όλη αυτήν την διαδικασία πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός δεν μας έπλασε για να πεθαίνουμε, ότι ο θάνατος είναι συνέπεια της αμαρτίας των Πρωτοπλάστων και ότι ο Θεός μας αγαπά και ενδιαφέρεται για μας. Είναι πατέρας μας στοργικός. Δεν είναι σωστό αφ' ενός μεν να προσευχόμαστε με την «Κυριακή προσευχή», το γνωστό «Πάτερ ημών», και να αποκαλούμε τον Θεό «Πατέρα», αφ' ετέρου δε να ζούμε ωσάν να είμαστε ορφανοί.


8. Ερώτηση: Η ορθόδοξος πίστη δίνει ιδιαίτερη σημασία στην μετάνοια. Ευχαριστούμε Σοι Κύριε ότι έδωκας ημίν την μετάνοιαν. Μπορεί η μετάνοια κατά την ώρα του θανάτου να είναι τόσο μεγάλη ώστε να σώση τον άνθρωπο, παρόλο που τον βαρύνουν μεγάλες αμαρτίες;


Απάντηση: Είναι γνωστόν από την Ορθόδοξη Παράδοσή μας ότι η αμαρτία δεν είναι ένα ηθικολογικό γεγονός, αλλά οντολογικό, δηλαδή η πορεία από το κατά φύσιν στο παρά φύσιν. Έτσι και η μετάνοια είναι η επιστροφή του ανθρώπου από το παρά φύσιν στο κατά φύσιν. Δηλαδή με την αμαρτία ο άνθρωπος έχασε την κοινωνία του με τον Θεό, τον αδελφό του και την κτίση και με την μετάνοια αποκτά εκ νέου αυτήν την κοινωνία. Έτσι, η μετάνοια συνδέεται με μια πορεία ελευθερώσεως του ανθρώπου από κάθε τι που τον υποδουλώνει. Οι Πατέρες αυτήν την πορεία την περιέγραψαν με τρεις λέξεις: κάθαρση, φωτισμός, θέωση, και είναι αυτό που λέγεται θεραπεία. Αυτό γίνεται και κατά την διάρκεια όλης της ζωής. Επομένως η σωτηρία συνδέεται με την θεραπεία. Ο ιατρός του σώματος μας εξετάζει, κάνει διάγνωση και μας συνιστά την κατάλληλη θεραπευτική μέθοδο, την οποία πρέπει να εφαρμόσουμε. Το ίδιο συμβαίνει και με την αρρώστια της ψυχής.

Η εξομολόγηση που γίνεται κατά την ώρα του θανάτου ανοίγει στον άνθρωπο τον δρόμο προς την σωτηρία. Εάν δεν πρόλαβε να θεραπευθή πνευματικά, τότε η Εκκλησία με τις προσευχές της βοηθά τον άνθρωπο στην σωτηρία, αφού η τελειότητα είναι ατέλεστη, δεν είναι στατική κατάσταση, αλλά δυναμική.

Σε όλη μας την ζωή πρέπει να έχουμε αυτό το «πνεύμα μετανοίας». Να βλέπουμε πως μας δημιούργησε ο Θεός και σε ποιό σημείο φθάσαμε με την αμαρτία. Αν διαβάσουμε προσεκτικά το βιβλίο της Γενέσεως, σύμφωνα με τις διδασκαλίες των Πατέρων της Εκκλησίας, και δούμε πως ζούσαν οι Πρωτόπλαστοι, και πως έγιναν στην συνέχεια με την αμαρτία, τότε θα αναπτυχθή μέσα μας η μετάνοια.

Έτσι όποιος σε όλη του την ζωή διακατέχεται από το «πνεύμα» της μετανοίας τότε κατά την ώρα του θανάτου αισθάνεται αυτήν την μετάνοια, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Αντίθετα, όταν ζη την ζωή του χωρίς μετάνοια, είναι δύσκολο να εκδηλωθή μετάνοια την τελευταία στιγμή.

Ο αείμνηστος Γέροντάς μου Μητροπολίτης Εδέσσης Καλλίνικος ζούσε συνεχώς με την μνήμη του θανάτου. Και όταν του είπαν οι ιατροί ότι έχει όγκο στον εγκέφαλο, αμέσως εξομολογήθηκε, συνέταξε την διαθήκη του, προσευχήθηκε και είχε απόλυτη πίστη στον Θεό λέγοντας: «Ίσως ο Θεός μου είπε stop. Δεν σε χρειάζομαι άλλο». Και συνεχώς προσευχόταν με την προσευχή «Γεννηθήτω το θέλημά Σου». Παραδόθηκε τελείως στον Θεό και είχε ειρηνικά και οσιακά τέλη, όπως ζούσε σε ολόκληρη την ζωή του.

Επομένως, αν και υπάρχη περίπτωση κάποιος που είχε κάποια σπίθα μέσα του αγάπης στον Θεό, να μετανοήση κατά την ώρα του θανάτου, όμως εμείς θα πρέπη να μετανοούμε όταν έχουμε την υγεία μας, ώστε να έχουμε τις δυνατότητες και να θεραπευθούμε, δηλαδή από την φιλαυτία να οδηγηθούμε στην φιλοθεΐα και την φιλανθρωπία, από την ιδιοτελή αγάπη να φθάσουμε στην ανιδιοτελή αγάπη.


9. Ερώτηση: Μετά τον θάνατο του ανθρώπου τι δεσμοί υπάρχουν μεταξύ ψυχής και του κόσμου τούτου;


Απάντηση: Καίτοι η ψυχή χωρίζεται από το σώμα, εν τούτοις παραμένει η υπόσταση του ανθρώπου. Όπως βλέπουμε στην παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου, ο πλούσιος έχει αίσθηση της καταστάσεώς του, των συγγενών του που ζούσαν και ενδιαφερόταν γι' αυτούς. Έτσι, οι άνθρωποι μετά τον θάνατό τους ενδιαφέρονται γι' αυτούς που αγαπούσαν και παρακαλούν τον Θεό για την σωτηρία τους. Άλλωστε πάνω σ' αυτήν την αλήθεια στηρίζονται οι προσευχές όλων μας προς τους αγίους. Βέβαια, αυτός ο δεσμός μεταξύ της ψυχής και των ζώντων ανθρώπων είναι πνευματικός και όχι υλικός.

Στο βιβλίο της Αποκαλύψεως του Ιωάννου, που περιγράφει την ουράνια θεία Λειτουργία, μεταξύ των άλλων φαίνονται αυτές οι σχέσες των αγίων με εμάς και η προσευχή τους για όλους τους ανθρώπους που ζουν στην γη. Γι' αυτό και οι Πατέρες μας με την θεία Λειτουργία εξεικόνισαν αυτήν την άκτιστη θεία Λειτουργία, που γίνεται στον ουρανό, στον άκτιστο Ναό. Έτσι, στην θεία Λειτουργία ζούμε την ατμόσφαιρα της ουρανίου Λειτουργίας και την προσδοκούμε.

Άλλωστε, και εμείς πολλές φορές αισθανόμαστε την αγάπη και την προστασία των αγίων, αλλά και των δικών μας ανθρώπων που έφυγαν από τον κόσμο αυτόν, και επιθυμούμε την συνάντησή τους. Ένα πνευματικό μου παιδί, όταν απέθνησκε είχε μεγάλη χαρά, γιατί, όπως έλεγε, θα συναντούσε αυτήν την ουράνια Εκκλησία.

Επομένως, η ψυχή μετά την έξοδό της από το σώμα ζη, δεν οδηγείται στο μηδέν και εάν ο άνθρωπος κατά την διάρκεια της ζωής του ζούσε εν μετανοία, τότε η ψυχή του μετά την έξοδό της από το σώμα θα εισέλθη σε αυτήν την ουράνια θεία Λειτουργία και θα προσεύχεται, ως πνευματικός ιερεύς, για όλον τον κόσμο, θα αναμένη δε και την ανάσταση του σώματος μέσα στο οποίο θα εισέλθη η ψυχή, ώστε και το σώμα να συμμετάσχη στο ουράνιο αυτό πασχαλινό πανηγύρι.


10. Ερώτηση: Τι συμβουλές να δίνουμε στους οικείους μας σχετικά με τη στάση μας προς τον μελλοθάνατο την ημέρα, την ώρα η την στιγμή του θανάτου;


Απάντηση: Η διαδικασία του θανάτου είναι πολύ σημαντική για κάθε άνθρωπο, διότι μπροστά του ανοίγεται ο δρόμος προς την σωτηρία η ο δρόμος προς την αιώνια απώλεια. Δυστυχώς πολλοί φροντίζουν σε τέτοιες περιπτώσεις μόνον για την σωματική υγεία των συγγενών και φίλων τους και αδιαφορούν για την αιώνια πορεία τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα πρέπη να φροντίζουμε ώστε ο άνθρωπος που πεθαίνει να εξομολογηθή, να κοινωνήση, να δεχθή την Χάρη του Θεού δια του μυστηρίου του Ευχελαίου και να κάνη όλα εκείνα τα οποία έχει η Εκκλησία μας. Ιδιαιτέρως τις τελευταίες στιγμές της ζωής του αγαπητού μας προσώπου θα πρέπη να τις ζούμε με προσευχή. Να μη βλέπουμε απλώς το ότι χάνουμε τον συγγενή μας, τον φίλο μας, αλλά το ότι μεταβαίνει από τον ένα τρόπο ύπαρξης (με το σώμα και τις αισθήσεις) σε έναν άλλον τρόπο ύπαρξης χωρίς σώμα. Χρειάζεται λοιπόν εντατική προσευχή.

Ενθυμούμαι ότι τις τελευταίες στιγμές του Γέροντός μου, που ήμουν δίπλα στο κρεββάτι του και δεν μπορούσα τίποτα άλλο να προσφέρω, προσευχόμουν στον Θεό για την ψυχή του, να την παραλάβουν οι άγγελοι. Κάποια θεία μου που ήταν παρούσα νόμισε ότι καθώς ήμουν έτσι συγκεντρωμένος και προσευχόμουν, ήμουν στενοχωρημένος. Όμως προσευχόμουν γιατί εκείνη η ώρα είναι ιερή και κρίσιμη.

Τελικά, πρέπει να ζούμε καθημερινά, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, ότι η παρούσα ζωή είναι ένα «πανδοχείον». Εισήλθαμε στο πανδοχείο αυτό, διανύουμε την ζωή, αλλά θα πρέπη να φροντίσουμε να εξέλθουμε με καλή ελπίδα και να μην αφήσουμε τίποτε εδώ, για να μη χάσουμε τα εκεί. Έπειτα, θα πρέπη να καταλάβουμε όλοι εμείς οι Χριστιανοί ότι ο θάνατος έχει νικηθή με τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, ότι η κοινωνία με τον Χριστό είναι μια διαρκής υπέρβαση του θανάτου και υπέρβαση του φόβου του θανάτου, ότι η έξοδος της ψυχής από το σώμα είναι πορεία προς την εν ουρανοίς Εκκλησία και την συνάντηση με τον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους και ότι η ψυχή θα επιστρέψη στο σώμα, το οποίο θα αναστηθή για να ζήση αιώνια, σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίον έζησε εδώ στην γη. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει ότι από την στιγμή του θανάτου, κυρίως δε από την μελλοντική Κρίση υπάρχουν δύο δυνατότητες, δηλαδή όσοι έχουν κοινωνία με τον Χριστό θα ζήσουν το «αεί ευ είναι» και οι άλλοι το «αεί φευ είναι». Δηλαδή, το «αεί είναι» θα το απολαύσουν όλοι. Η διαφορά είναι στο ευ και το φευ.

Έτσι, η συμβουλή μας στους οικείους των μελλοθανάτων είναι να έχουν πίστη στον Χριστό και βεβαιότητα ότι δεν είμαστε απλώς πολίτες αυτού του κόσμου, αλλά είμαστε οδοιπόροι που οδηγούμαστε στην πραγματική μας πατρίδα, που είναι ο ουρανός. Το πολίτευμά μας είναι άνω. Να μας καταλάβη ο πόθος της ουράνιας πατρίδας.-

http://anavaseis.blogspot.com/



egolpion.net
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...