Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

Εις την Πάνδοξον Κοίμησιν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Παναχράντου Θεοτόκου- Αγίου Νικολάου Καβάσιλα (1322-1391)


00.JPG        
Kανείς νομίζω δεν αγνοεί ότι σπουδαιότερος αγώνας ρητορικής εγκωμιαστικού λόγου δεν μπορεί να υπάρξη από αυτόν εδώ, εάν βέβαια ήθελε προσπαθήσει κανείς να τηρήση τα καθιερωμένα και πρέποντα. Εγώ προσωπικά δυσκολεύομαι τόσο περισσότερο να επιδιώξω στην προκειμένη περίσταση τον πρέποντα λόγο, όσο νομίζω ότι όλοι μεν οι άνθρωποι οφείλουν ασφαλώς αυτό τον άθλο των εγκωμίων προς την Παρθένο, πλην όμως ούτε είναι καν δυνατόν να ελπίζουν ότι θα ανταποκριθούν με τα εγκώμιά τους στο μεγαλείο της πραγματικότητας. Γι' αυτό ακριβώς δεν είναι δυνατόν να μας κατηγορήσουν για τόλμη. Γιατί πού υπάρχει τόλμη; Το να καταπιάνεται βέβαια κανείς με υψηλά θέματα και να εγκαταλείπη την προσπάθεια εμπρός στο ενδεχόμενο μιας ήττας δεν θα ήταν λογικό.
Πράγματι κανείς απολύτως δεν θα μπορούσε να κατηγορήση όσους υστέρησαν στον αγώνα τον οποίο κανείς δεν είναι δυνατόν να κερδίση. Πώς λοιπόν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθή υποχώρηση ή ήττα ό,τι είναι έκτος ευθύνης και κατηγορίας; Αφού λοιπόν προσήρμοσα το λόγο με τις δυνάμεις μου, θα πλέξω το εγκώμιο της Παρθένου, προσθέτοντας ότι δεν το επιχειρώ αυτό για να κάμω γνωστές στους ακροατές τις χάριτες της Παρθένου που τυχόν αγνοούν, γιατί δεν υπάρχει κανείς που θα μπορούσε ν' αγνοή το κοινό αγαθό, αλλά για να κάμω, με την ανάμνηση της αιτίας της σωτηρίας μου, καλύτερη την ψυχή, σε όσους βέβαια είναι τούτο δυνατόν, αφού θυμηθώ και τη δική μου σωτηρία. Γιατί γι' αυτόν ακριβώς το λόγο μου φαίνεται ότι όλοι ύμνησαν την Παναγία και δεν υπάρχει κανείς που να μην έκαμε αυτόν τον αγώνα, επιτυγχάνοντας βέβαια άλλος λιγώτερο και άλλος περισσότερο το σκοπό του. Γιατί είναι πολυύμνητη η Παρθένος όχι μόνο αφότου γεννήθηκε, αλλά και πριν ακόμη χαρισθή στους ανθρώπους.

2. Γιατί βέβαια και οι προφήτες και οι οραματισμοί και οι προφητείες τους τη μακαρία Παρθένο υμνούσαν. Κι αν υπήρχε κάτι πραγματικά σεβαστό, όπως η Σκηνή και η Κιβωτός και τα ιερά στρατόπεδα του Μωυσή κι όλα εκείνα για τα οποία υπερηφανεύονταν οι Εβραίοι, πέρα από την ονομασία τους το θαύμα της Παρθένου συμβόλιζαν. Γιατί όλα αυτά όχι μόνο ήσαν σεβαστά, αλλά και δημιουργήθηκαν από την αρχή ακριβώς για να την προεικονίσουν και να την προαναγγείλουν στους ανθρώπους. Αλλά τι λέγω; Αφού τα εγκώμια που ψάλθηκαν στους ανθρώπους, είτε σε έπαινο γενικά του ανθρωπίνου γένους είτε για ιδιαίτερα αγαθά, πρέπει να αποδοθούν όλα στην Παρθένο. Γιατί δεν υπάρχει κι ούτε είναι δυνατό να υπάρξη μικρό ή μεγάλο αγαθό άξιο να τιμήση το ανθρώπινο γένος, που να μην το έφερε στον κόσμο η καινή μητέρα και ο καινός τόκος της. Κι όχι μόνο όταν φανερώθηκε, αλλά από πολύ πιο πρίν, με μόνο το γεγονός ότι επρόκειτο να φανερωθή.
Γιατί, αν όλα τα κάνουμε για να αποκτήσουμε το Θεό, αν αυτή είναι η κατάληξη όλων των αγαθών, η οποία όμως δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή από τους ανθρώπους χωρίς τις δωρεές της Παρθένου, πώς δεν αναφέρονται τα πάντα σ' αυτήν; Αυτή λοιπόν είναι η αιτία να επαινήται ο,τιδήποτε επαινετό υπάρχει στους ανθρώπους. Αλλα η αιτία πάλι όλων των αγαθών που έχουμε είναι η ένωση με το Θεό. Κι αυτή όμως η ένωση στην Παρθένο οφείλεται. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο η πολυύμνητη πρέπει να θεωρήται η αιτία όλης της ωραιότητας και της μεγαλοπρέπειας και κάθε άλλου πράγματος που είναι άξιο να υμνήται μέσα στο ανθρώπινο γένος. Και γι' αυτό όλα τα εγκώμια προς αυτή πρέπει να αναφέρωνται μόνο. Αλλά και για το γεγονός ότι υπάρχουμε κι είμαστε άνθρωποι, τη μακαρία Παρθένο πρέπει να θεωρούμε αιτία. Ακόμη περισσότερο: όπως για χάρη του καρπού υπάρχει το δένδρο, έτσι για χάρη της Παρθένου δόθηκε και η αρμονία και η ίδια η ύπαρξη σ' όλη την κτίση, και στον ουρανό και στη γη και στον ήλιο και σε καθετί που υπάρχει. Αν λοιπόν για τον καρπό επαινούμε το δένδρο, αν τον καρπό επιδοκιμάζη όποιος χαίρεται για το δένδρο, ποιος δεν γνωρίζει ότι όλη η ιερή μεγαλοπρέπεια της κτίσεως και η χάρη και η ωραιότης, «καθετί που είναι αγαθό και άξιο επαίνου», σύμφωνα με το ρητό του Παύλου, πρέπει ν' αποδοθή αποκλειστικά και μόνο στην Παρθένο; Ώστε μπορούμε να πούμε πως η κρίση που διατύπωσε ο Θεός λέγοντας ότι τα δημιουργήματά Του είναι καλά και «καλά λίαν», αποτελούσε εγκώμιο της Παρθένου.

3. Από τόσο λοιπόν παλαιά εγκωμιαζόταν. Αλλ' επί πλέον το ότι η Παρθένος είναι ο καρπός των δημιουργημάτων και ότι αυτή ακριβώς είναι η αναφορά και σχέση της μακαρίας προς το υλικό σύμπαν, γίνεται φανερό από τα παραπάνω. Εφόσον δηλαδή σε όλη τη φύση καρπός είναι ό,τι την επαναφέρει από την εξαφάνιση προς την οποία βαδίζει και την καθίστά και πάλι νέα με τη νέα ζωή της καρποφορίας, ποιος (στην περίπτωση της ανθρωπίνης φύσεως) ανέπλασε και αναγέννησε τους ανθρώπους; Από πού προήλθε η «καινή κτίση»; Ποιος άλλαξε ριζικά όλο το σύμπαν; Γιατί βέβαια είναι γεγονός ότι ο ουρανός δέχθηκε νέους αναγεννημένους πολίτες. Κι αυτούς τους μετέφερε από τη γη η Παρθένος! Η γη πάλι είχε σαν κάτοικό της τον καινό άνθρωπο, τον ίδιο τον Δεσπότη του ουρανού. Κι αυτό, γιατί δεν παρήγαγε πια τον παλιό καρπό της αμαρτίας, αγκάθια και τριβόλια, αλλά το νέο άνθος της δικαιοσύνης, την Παρθένο. Δεν έδιωξε έτσι η Παρθένος τα γηρατειά μόνο από την ανθρώπινη φύση, χαρίζοντας σ' όλους τους ανθρώπους τη δυνατότητα να ξαναζήσουν, αλλά χάρη σ' αυτή θα γίνη καλύτερος, θα ελευθερωθή δηλαδή από τη φθορά, και ο ίδιος ό ουρανός, καθώς και η σελήνη και η γη και τ' αστέρια. Γιατί βέβαια δεν ήταν δυνατό να αναστηθή η κτίση από τη φθορά, αν τα τέκνα του Θεού δεν εύρισκαν την ελευθερία τους. Και το λύτρο αυτής της ελευθερίας, τον πρωτότοκο των νεκρών, το έφερε ακριβώς στη γη η Παρθένος.
Θα απαλλάξη λοιπόν τη γη από τη φθορά και θα εκπληρώση το διακαή πόθο της αποδίδοντας την αφθαρσία, που «περίμενε αναστενάζοντας», όπως λέγει ο Παύλος. Έτσι είναι φανερό ότι αυτό που ο προφήτης λέγει προς το Θεό: «θα χορτάση η γη από τον καρπό των έργων σου», αναφέρεται σ' αυτόν τον καρπό, στην Παρθένο. Και Αυτήν ακριβώς υπονοεί σαν πόθο της γης, γιατί, σύμφωνα με το ψαλμικό, κι η γη θα χορτάση, όταν φανερωθή η «δόξα του Σωτήρος». Αν πάλι η Γραφή αποκαλή γη και τους ανθρώπους, είναι φανερό ότι και αυτοί χάρις στην Παρθένο είδαν να πραγματοποιούνται όλες οι επιθυμίες τους κι έφθασαν στην ημέρα εκείνη, που είχαν επιθυμήσει οι Προφήτες να φθάσουν. Γιατί βέβαια οι άνθρωποι, αφού χάσαμε με τη πτώση την ευτυχία, για την οποία πλασθήκαμε, την ποθούσαμε από τότε αδιάκοπα. Κανείς όμως ούτε από τους Αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους δεν είχε τη δύναμη να μας την ξαναπροσφέρη. Και πέφταμε συνέχεια σε χειρότερα, ώστε να είναι έτσι αδύνατο να ξαναγυρίσουμε στην πρώτη κατάστασή μας. Κι όμως αυτή μόνο την ευτυχία ποθώντας στενάζαμε. Αυτήν ακριβώς την ευτυχία μας έδωσε τη δυνατότητα να την ξαναβρούμε μόνη η Παρθένος. Αυτή ξεπλήρωσε την επιθυμία μας ενώνοντας με τους ανθρώπους τον μόνον Επιθυμητό, Αυτόν που, όταν κανείς τον βρή, δεν μπορεί να ζήτηση τίποτε παραπέρα. Και τον ένωσε τόσο στενά, ώστε να μετάσχη όχι μόνο στον τρόπο και τον τόπο της ζωής μας, αλλά και στην ίδια μας τη φύση. Αλλ' όμως δεν περιορίσθηκε να ευεργετήση μόνο τους ανθρώπους κι αυτόν εδώ τον κόσμο, σαν να είχε βάλει όριο στις δωρεές της τον ουρανό. Αντίθετα κι αυτόν τον ουρανό τον ξεπέρασε, κι αυτόν τον «εκάλυψε» με την αρετή της. Γιατί φάνηκε χρήσιμη και στους Αγγέλους, στις ίδιες τις «Αρχές» και «Εξουσίες». Έκαμε να άνατείλη και γι' αυτούς το φως, τους έδωσε τη δυνατότητα να γίνουν σοφώτεροι από πριν και καθαρώτεροι, να γνωρίσουν την αγαθότητα και τη σοφία του Θεού καλύτερα. Γιατί η «πολυποίκιλη σοφία του Θεοϋ δια μέσου αυτής γνωρίσθηκε στις Αρχές και στις Εξουσίες και το βάθος του πλούτου της σοφίας και της γνώσεως του Θεού» διά μέσου αυτής, σαν να χρησιμοποιούσαν τα μάτια ή το φως το δικό της, το είδαν καθαρά όλοι. Έτσι η Παρθένος υπήρξε ο μοναδικός οδηγός κάθε ψυχής και κάθε νου προς την αλήθεια του Θεού.

4. Μ' αυτόν τον τρόπο δημιούργησε η Παρθένος καινό ουρανό και γη καινή. Ή καλύτερα αποτελεί αυτή η ίδια την καινή γη και τον καινό ουρανό. Και είναι βέβαια γη, γιατί προήλθε από τη γη. Είναι όμως γη καινή, γιατί σε τίποτε δεν ταίριαζε με τους προγόνους της, ούτε κληρονόμησε την παλιά ζύμη, αλλά έγινε, σύμφωνα με το λόγο του Παύλου, αυτή η ίδια «νέο φύραμα» κι έκαμε την αρχή ενός γένους καινούργιου. Αλλά ποιος αγνοεί το γιατί η Παρθένος είναι ουρανός; Είναι όμως πάλι ουρανός καινός, γιατί βρίσκεται πέρα από κάθε είδους γηρατειά κι είναι ασύγκριτα ανώτερη από κάθε φθορά και γιατί ακόμη μόλις τον τελευταίο καιρό, σ' αυτές τις έσχατες ημέρες, χαρίσθηκε στους ανθρώπους, σύμφωνα με την επαγγελία του Θεού, που κήρυξε ο Ησαΐας: «ουρανόν καινόν και γην καινήν δώσω υμίν». Κι αν θέλης να προχωρήσουμε περισσότερο, η Παρθένος είναι μια γη και ένας ουρανός θαυμαστός και υπέροχος γιατί κι από τη γη υψώθηκε παραπάνω και τον ουρανό τον ξεπέρασε τόσο στην καθαρότητα, όσο και στη μεγαλωσύνη. Σε ό,τι αφορά βέβαια το μέγεθος, η Παρθένος είχε ένοικον Εκείνον, που ο ουρανός δεν μπορούσε να χωρέση. Αλλά ήταν και αφάνταστα καθαρώτερη από τον ουρανό, αφού εκείνα που δεν ήσαν δυνατό να τα δουν οι άνθρωποι, χωρίς αυτός να σχισθή ή να ανοιχθή, τίποτε δεν τους εμποδίζει να τα απολαύσουν δια μέσου της Παρθένου. Ακόμη περισσότερο, η Παρθένος γίνεται οδηγός σ' όσους ανυψώνονται προς το Θεό, ενώ ο ουρανός αντιστέκεται. Κι ενώ εκείνος πρέπει να φύγη από τη μέση, αν δεν έμπαινε η Παρθένος ανάμεσα στο Θεό και στους ανθρώπους, δεν θα ήταν δυνατόν να λάβουν μέρος οι γήινοι στα υπερκόσμια.
Πραγματικά, κατά το γραφικό λόγο, ο ουρανός δεν μπόρεσε να υποφέρη τη θεία ακτίνα και σχίσθηκε, μόλις αυτή πέρασε. Γιατί, λέγει η Γραφή, όταν το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε με τη μορφή περιστεριού πάνω στον ομότιμο Ιησού, ο μέγας Ιωάννης «είδε τους ουρανούς να σχίζωνται». Αντίθετα, η μακαρία, όταν την επισκέφθηκε το Πνεύμα, απήλαυσε ακόμη μεγαλύτερη μέσα της την ειρήνη του Θεού, για την οποία ο Παύλος είπε ότι «ξεπερνά κάθε ανθρώπινο νου». Κι έγινε θαυμαστός τόπος της υποστάσεως του ίδιου του Σωτήρα, που είναι πέρα από κάθε τοπικό όριο. Και Τον έφερε μέσα της με τόσο μεγάλη άνεση, ώστε να κυοφορήση και να γέννηση ανώδυνα. Επομένως, είναι φανερό πως εκείνο που ο προφήτης ονομάζει «ουρανόν ουρανού» και τονίζει ότι αρμόζει μόνο στο Θεό, λέγοντας το γνωστό «ο γαρ ουρανός του ουρανού τω Κυρίω», είναι η Παρθένος. Γιατί άλλωστε «ούτε ο ίδιος ο ουρανός, λέγει αλλού η Γραφή, είναι καθαρός ενώπιόν σου». Ενώ αυτή που βρίσκεται κοντά στο Θεό, δηλαδή η Παρθένος, δεν είναι απλώς καθαρή από κάθε κακία, αλλά και θετικά «καλή»; Κι όχι πάλι σ' ένα μόνο σημείο, αλλά εξ ολοκλήρου καλή: «όλη γαρ ει καλή», λέγει. Και δεν πρόκειται εδώ για ανθρώπινη κρίση, αλλά ο ίδιος ο Θεός ανακηρύσσει «καλή» τη μακαρία. Κι αυτό όχι κατά τρόπο συνηθισμένο, αλλά με θαυμασμό και με έκπληξη: «Τι γαρ ει καλή, η πλησίον μου;» λέγει. Κι όλα αυτά, μολονότι μπροστά στο Θεό «κάθε ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι, κατά τη Γραφή, σιχαμερώτερη από οποιοδήποτε βδέλυγμα» κι αποκαλείται πονηρία. Όπως λοιπόν, γίνεται φανερό, η δικαιοσύνη της Παρθένου δεν βρισκόταν μέσα στα ανθρώπινα όρια. Η Παρθένος ξεπέρασε την υπόλοιπη ανθρώπινη φύση όχι απλώς λίγο ή πολύ, τόσο δηλαδή που να υπάρχη αντιστοιχία, αλλά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι εντελώς αδύνατο να μετρηθή η μεταξύ τους απόσταση.

5. Γι' αυτό και συγκάλυψε κάθε ανθρώπινη κακία κι απέδειξε τους ανθρώπους άξιους να ενωθούν και να ζήσουν μαζί με το Θεό και τη γη αξία να γίνη διαμονή του Σωτήρα. «Όλοι ξέφυγαν από το σκοπό τους και ταυτόχρονα αχρηστεύθηκαν». Κανείς δεν ήταν σε θέση να βοηθήση το γένος που κινδύνευε ούτε να αναχαίτιση την αμαρτία, που είχε ξεχυθή σαν ποτάμι. Γιατί και οι ιερείς και οι κριτές και όλοι οι προφήτες κι όσοι γενικώτερα από τους υπόλοιπους ανθρώπους ήσαν θεοσεβεϊς από τους οποίους ήταν βέβαια δυνατόν να ελπίζη κανείς πως θα έλθη κάποια καλυτέρευση στο γένοςκανείς από όλους αυτούς δεν μπορούσε να βοηθήση στο παραμικρό την ανθρωπότητα. Αφού ούτε τους ίδιους τους εαυτούς τους δεν μπόρεσαν να αναδείξουν καθαρούς από κατηγορίες και τιμωρίες, αλλ' όταν έφευγαν από εδώ, τους υποδεχόταν όλους ο Άδης. Κι ήταν έτσι αδύνατο να ξανάρθη σε μας η προηγούμενη ζωή μας, αφού οι άνθρωποι δεν μπορούσαν οι ίδιοι να επαρκέσουν στους εαυτούς τους, οι δε αγαθοί Άγγελοι, μολονότι ζητούσαν από το Θεό την καλυτέρευσή μας και προσπαθούσαν ν' αγωνισθούν μαζί μας, νικιόνταν μπρος στο μέγεθος των ανθρωπίνων κακών, κι ενώ, από το άλλο μέρος, εκείνος του οποίου η πληγή ήταν απαραίτητη, ήταν εξ αιτίας της αμαρτίας στους ανθρώπους μισητός. «Έσκυψε, πράγματι, και κοίταξε πάνω στη γη και δεν βρήκε κανέναν που να σκέπτεται στα σοβαρά και να ζητή το Θεό». Αλλά συνέβηκε με την ανθρωπότητα ό,τι συμβαίνει με ένα σώμα, που έχει καταστραφή ολόκληρο από την αρρώστια και δεν του απομένει κανένα σημείο, από το οποίο εκείνος που θέλει να το θεραπεύση να ανακαλέση την υγεία. Γιατί ήθελε βέβαια ο Θεός τη σωτηρία μας, σαν φιλάνθρωπος που είναι, αλλά δεν εύρισκε τους ανθρώπους εκείνους από τους οποίους θα μπορούσε ν' άρχίση την προσφορά των δωρεών του κατά τρόπο δίκαιο. Γιατί αποτελεί νόμο της θείας δικαιοσύνης το να προσφέρη μερικές φορές τίς ευεργεσίες εκεΐνες που κάνουν την ανθρώπινη φύση καλύτερη και χωρίς οι άνθρωποι να το θέλουν. Αλλ' αποτελεί εξ ίσου νόμο οι ευεργεσίες, που επανορθώνουν τη θέληση και την διάθεση του ανθρώπου και φέρνουν μέσα μας το Θεό και μας δίνουν τον αρραβώνα της ουράνιας ειρήνης, να είναι βέβαια μεγάλες και να ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη ελπίδα, να μη χορηγούνται όμως σε όλους, αλλά μόνο σε όσους συμβαίνει να έχουν προηγουμένως συνεισφέρει από την πλευρά τους ό,τι συντελεί στην προσέλκυση και διατήρησή τους. Γι' αυτό, πριν κατέβη ο Σωτήρας στη γη και πριν υπάρξουν τα μυστήρια της θείας του οικονομίας, τα οποία επανέφεραν μεμιάς τη θέλησή μας, που είχε ξεπέσει από τη θεία αγάπη, χρειαζόταν μια ανθρώπινη δικαιοσύνη ικανή όχι μόνο να αντισταθμίση την τόσο μεγάλη ανθρώπινη κακία, αλλά με πολύ μεγαλύτερη δύναμη. Αυτή έπρεπε να συντελέση αποφασιστικά στο να ξεπλυθή η ανθρώπινη φύση από το μίασμα, να εξαλειφθή η αισχύνη που της προκαλούσε η αμαρτία, να καταργηθή η ύβρις του εχθρού Διαβόλου και, αφού συμφιλιωθή, να προσφέρη ο Θεός το χέρι του στους ανθρώπους.

6. Και να που πρόσφερε η Παρθένος για χάρη όλου του κόσμου αυτή την υπέροχη δικαιοσύνη κι έγινε σ' εμάς η κάθαρση κι ο ιλασμός κι εξάγνισε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Κι όπως η φλόγα ή η φωτοχυσία μεταδίδεται σ' όποιο σώμα συναντήση, έτσι και η Παρθένος μετέδωκε σ' όλους το λαμπρό φως της. Υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στην Παρθένο και τον ήλιο: το φυσικό φως παρουσιάζεται σαν η ωραιότης των ορατών πραγμάτων, χωρίς να ανήκη στη φύση όλων, γιατί το έδωσε ο Θεός μόνο στο δίσκο του ηλίου, παρόμοια ακριβώς και η ωραιότης των ανθρώπων και όλο το σεμνό μεγαλείο της φύσεως και όλη η χάρη, όπως ανθούσε πριν να χάση ο άνθρωπος το Θεό και την οποία θα είχε, αν είχε τηρήσει το νόμο του Θεού και την δικαιοσύνη που είχε και κείνη που έπρεπε να έχη, αλλά δεν είχε, όλα αυτά βρέθηκαν συγκεντρωμένα μόνο στην Παρθένο και εδικαίωσαν όλους τους ανθρώπους, πράγμα που ο Παύλος είπε για το Σωτήρα. Υπήρξε έτσι η Παρθένος θησαυρός ή περιουσία ή πηγή ή δεν ξέρω πώς αλλοιώς να το πω της αγιότητος όλων των ανθρώπων.

Γι' αυτό από τους ανθρώπους όλων των εποχών αυτή μόνη κατοίκησε στο θυσιαστήριο. Και προσφέρθηκε σαν μια προπαρασκευαστική και καθαρτήρια θυσία πριν από το μεγάλο θύμα για το καλό όλου του γένους. Έτσι «πρόδρομος του ανθρωπίνου γένους εισήλθεν εις τα Άγια των Αγίων ο Ιησούς». Σαν πρόδρομος δε του Σωτήρα εισήλθε στα ενδότερα του καταπετάσματος η μακαρία Παρθένος και προσέφερε τον εαυτό της στον Πατέρα. Και ο Ιησούς βέβαια συμφιλίωσε απόλυτα τους ανθρώπους με τον Πατέρα πεθαίνοντας πάνω στο σταυρό. Ενώ η μακαρία, με το να προσφερθή στο Θεό, τόσο μπόρεσε να συμβάλη στην καταλλαγή, όσο χρειαζόταν για να φέρη τον κυβερνήτη ανάμεσα στους ανθρώπους, να κάνη αδελφό τους τον πρεσβευτή, αυτόν που επρόκειτο να έλθη για χάρη τους μπροστά στο Θεό και να διεκδίκηση τη σωτηρία γι' αυτούς που ήσαν πλέον δικοί του, που είχαν την ίδια με αυτόν φύση. Γιατί όφειλε να ομοιωθή κατά πάντα με τους αδελφούς του, «ίνα ελεήμων γένηται και πιστός αρχιερεύς τα προς τον Θεόν». Και αυτός βέβαια, όντας μέσα στη μια του υπόστάση και τα δύο: και αυτό που είμαστε εμείς και Θεός, έγινε το κοινό όριο καθεμιάς από τις δύο φύσεις. Είναι γι' αυτό και ένωση του Θεού με τους ανθρώπους και καταλλαγή και ειρήνη και έρως και ο,τιδήποτε άλλο οδηγεί προς αυτά. Ενώ η μακαρία με το να είναι από το ένα μέρος άνθρωπος, εφ' όσον καταγόταν από τους ανθρώπους, και να ταιριάζη από το άλλο σε ό,τι αφορά την υπέροχη αρετή της μόνο με τον Θεό, αυτό και τους ανθρώπους μεγαλύνει και τον Θεό κινεί σε έρωτα προς το ανθρώπινο γένος, ελκύοντάς Τον με το κάλλος της. Και ο Σωτήρας βέβαια εξόφλησε όλα εκείνα τα οποία εμείς χρωστούσαμε. Γιατί δεν ένοιωθε ο ίδιος να είχε κάμει κάτι για το οποίο να είναι υπεύθυνος, αφού «αμαρτίαν ουκ εποίησεν», αλλά πήρε πάνω Του τις δικές μας αμαρτίες και βασανίσθηκε για χάρη μας. Έτσι η πληγή ενός, που δεν είχε αδικήσει σε τίποτα, με το να πάρη τη θέση της ποινής που άξιζε σ' όλους τους ανθρώπους που έσφαλαν τα μέγιστα, ήταν αρκετή να διαλύση τις κατηγορίες εναντίον όλων. Η δε Παρθένος με το να παρουσίαση μόνη αυτή ανάμεσα σ' όλους τους ανθρώπους την ψυχή της αξία του Θεού μπόρεσε να υπερασπισθή και τους άλλους.
Γι' αυτό, ενώ πολλοί και πολλές φορές δέχθηκαν από τον ουρανό μηνύματα, μόνο σ' αυτή ο Θεός είπε το «χαίρε». Γιατί δεν υπήρξε πριν από αυτή κανείς που, απαλλαγμένος από κατηγορίες, να μπορή να είναι απαλλαγμένος και από τη σχετική ποινή. Όλους πράγματι τους έκρινε ο Θεός άξιους να πονούν και να βασανίζωνται. Αυτή ακριβώς ήταν η τιμωρία των ανθρώπων για το ότι καταπάτησαν το νόμο της αληθινής χαράς και ειρήνης. Με το να θεωρήση λοιπόν τη μακαρία Παρθένο αξία να χαίρεται και με το γεγονός ότι την αποκάλεσε «ευλογημένη» και «κεχαριτωμένη», φανέρωσε ότι δεν είχε να της καταλογίση τίποτε από όλα εκείνα για τα οποία η ανθρώπινη φύση ήταν υπεύθυνη.

7. Γιατί έπρεπε το καινούργιο θύμα, που προσφέρθηκε για μας, οι οποίοι είχαμε ανάγκη από πολλούς εξαγνισμούς, να είναι άμωμο και άγιο. Εάν βέβαια το θυσιαστήριο, το οποίο ήταν σχεδίασμα και εικόνα των χαρίτων της Παρθένου, έπρεπε να είναι το πιο άγιο από όλα τα άγια πράγματα, τι γνώμη θα έπρεπε να διατυπώσουμε για την ίδια την αλήθεια; Γιατί το θυσιαστήριο δεν υστερούσε από την Παρθένο μόνο όσο υπολείπεται από την αλήθεια η σκιά και το αποτύπωμα της αλήθειας, αλλά υπάρχει ανάμεσα τους πολύ μεγαλύτερη, άπειρη απόσταση. Γιατί το θυσιαστήριο το επισκιάζουν, όπως είπε ο Παύλος, τα Χερουβίμ. Ενώ την πολυύμνητη δεν την επισκιάζουν απλώς τα Χερουβίμ ή κάτι σπουδαιότερο από αυτά, αλλά ο ίδιος εκείνος, τον όποιο υπηρετούν τα Χερουβίμ, η δύναμις του Υψίστου, όπως ανήγγειλε ο θειότατος Γαβριήλ. Εξ άλλου η θυσία είναι αγιώτερη από το ιερό, γιατί αυτή ακριβώς το κάνει ιερό. Το χρίσμα του αίματος είναι εκείνο που το αγιάζει. Αλλά η μακαρία Παρθένος τόσο πολύ είναι αγιώτερη από οποιαδήποτε άλλη θυσία, ώστε να μην μπορή κανείς ούτε να περιγράψη τη διαφορά. Γιατί το αίμα της καινούργιας αυτής θυσίας δεν το δέχθηκε απλώς το θυσιαστήριο ούτε το κατέφαγε η φωτιά, αλλά το πήρε πάνω του ο ίδιος ο Θεός και το φόρεσε σαν «ιμάτιον σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης», ξαναχαρίζοντάς το στους ανθρώπους σαν όπλο εναντίον κάθε κάκου και κάθε πόνου. Και δεν ντράπηκε γι' αυτή την περιβολή, αλλά την ονομάζει αντίθετα δόξα και βασιλεία του. Και σωστά, γιατί όταν φορώντας αυτό το «ιμάτιο» πήρε μέρος στη ζωή των ανθρώπων λέγει η Γραφή ότι «(έφθασε στη γη η βασιλεία των ουρανών». Γι' αυτή τη βασιλική ενδυμασία ρωτούσαν οι Άγγελοι το Σωτήρα: «γιατί είναι κόκκινη η στολή σου;» Κι αυτή τη βασιλεία «ο Κύριος εβασίλευσε», σύμφωνα μ' αυτό που λέει η Γραφή. Αυτή τη δύναμη κι αυτή τη δόξα φόρεσε. Μ' αυτήν ακριβώς την περιβολή και μ' αυτή τη ζώνη νίκησε το Διάβολο, άρπαξε από τα χέρια του κι ελευθέρωσε τους δεμένους, αλυσοδένοντας τον ίδιο. Κι έγινε σ' εμάς τους σωσμένους η σάρκα του Σωτήρα «δύναμις Θεού», όπως γράφει ο Παύλος.
Ω πόσο πρωτοφανή και υπέροχα είναι αυτά τα μυστήρια Ι Πόσο θαυμαστή αυτή η δικαιοσύνη! Ω μεγαλείο ψυχής, που με τέτοια αγνότητα στόλισε το σώμα της! Ω σώμα που ξεπερνώντας τη φύση του τόσο πολύ υψώθηκε μαζί με την ψυχή! Ω φως λαμπρό που καταύγασε εκείνο το νου! «Τι να πω και τι να διαλαλήσω»; ρωτάει έκπληκτος ο προφήτης. Το Θεό, που κανένας ποτέ δεν περιέλαβε τόπος, που η κτίση όλη, κι αν ακόμα γίνη μύριες φορές μεγαλύτερη, δεν τον χωρεί, Αυτόν τον περιέβαλε με το αίμα της η Παρθένος. Κι όχι απλώς τον περιέβαλε, αλλά του ύφανε με το αίμα της τέτοιο χιτώνα, που από κάθε άποψη να ταιριάζη στο βασιλιά. Αν και βέβαια δεν ενώθηκε ο Θεός με την ανθρώπινη σάρκα απλώς όσο το σώμα ενώνεται με το ένδυμα ούτε η ανθρώπινη φύση έλαβε μέρος στη θεία ακτίνα όσο η στολή στη βασιλική ευτυχία. Αλλά τόσο μόνο επιτρέπεται να ονομάσουμε το μυστήριο της ενανθρωπήσεως του Σωτήρα περιβολή και ενδυμασία, όσο χρειάζεται για να εκφρασθή ότι δεν έχει γίνει σύγχυση ανάμεσα στις δύο φύσεις, αλλά ότι η κάθε μια μένει ακέραιη και διατηρεί όλα τα ιδιώματά της. Ενώ σ' ό,τι αφορά τα υπόλοιπα, τόσο πολύ ξεπερνά η πραγματικότης αυτή την εικόνα, όσο η τελεία ένωση την πλήρη διαίρεση. Γιατί αυτή η ένωση ούτε μπορεί να γίνη παράδειγμα σε τίποτε άλλο ούτε από κανένα άλλο παράδειγμα μπορεί να εκφρασθή. Αλλά είναι μια ένωση μοναδική, πρωτοφανής και ανεπανάληπτη. Γιατί το αίμα της μακαρίας έγινε αίμα Θεού πώς να το εκφράσω; και, συμμετέχοντας τόσο στενά σε καθετί που Αυτός είχε, αναδείχθηκε ομότιμο και ομόθρονο και ομόθεο με τη θεία φύση. Σε τέτοιο ύψος αγιότητος έφθασε η Παρθένος, τόσο η αρετή της ξεπερνά κάθε ανθρώπινο νου!

8. Άνθρωπος ήταν. Από τους ανθρώπους εβλάστησε. Κι ήταν μέτοχος σε κάθε κοινό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου γένους. Δεν κληρονόμησε όμως την ίδια νοοτροπία ούτε παρασύρθηκε από την τόσο μεγάλη κακία που επικρατεί σ' αυτή τη ζωή. Αλλά νίκησε την αμαρτία κι αντιστάθηκε στη φθορά της φύσεώς μας κι έδωσε τέλος στην κακία. Έγινε έτσι αυτή η ίδια αγία απαρχή και βάδισε πρώτη και υπήρξε οδηγός των ανθρώπων στο δρόμο προς το Θεό. Γιατί διατήρησε τη θέλησή της τόσο καθαρή, σαν να ήταν μόνη της σ' αυτή τη ζωή, σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος άνθρωπος ούτε κανένα άλλο πλάσμα να είχε ποτέ δημιουργηθή, σαν να βρισκόταν μόνη μπροστά στο μόνο Θεό. Δεν συγκέντρωσε την προσοχή της σε κανένα από τα κτίσματα ούτε προσηλώθηκε σε τίποτε απολύτως από ό,τι υπάρχει στον κόσμο. Αλλά από την πρώτη κιόλας στιγμή που ήρθε ανάμεσα στους ανθρώπους τους αποχωρίσθηκε κατά το καλύτερο μέρος. Κι έτσι, έχοντας ξεπεράσει όλη την κτίση, τη γη, τον ουρανό, τον ήλιο, τα αστέρια, τον ίδιο το χορό των Αγγέλων, που περιβάλλει το Θεό, δεν σταμάτησε παρά αφού ενώθηκε με τον καθαρό Θεό, η καθαρή. Κι αναδείχθηκε ιερώτερη από τις θυσίες, τιμιώτερη από τα θυσιαστήρια για το Θεό, τόσο πιο άγια από τους δικαίους και τους προφήτες και τους ιερείς, όσο αγιώτερος από αυτούς που αγιάζονται είναι εκείνος που τους αγιάζει. Γιατί βέβαια κανείς δεν ήταν άγιος πριν γεννηθή η μακαρία. Αυτή πρώτη και μοναδική, απαλλαγμένη εντελώς από την αμαρτία, παρουσιάσθηκε να είναι πραγματικά αγία, και αγία αγίων κι ό,τι ακόμη περισσότερο θα μπορούσε κανείς να πη. Κι άνοιξε και στους άλλους την πόρτα της αγιωσύνης με το να έχη προετοιμασθή κατάλληλα για την υποδοχή του Σωτήρα, από όπου ήλθε η αγιότης και στους προφήτες και στους ιερείς και σε οποιονδήποτε άλλον αξιώθηκε να συμμετάσχη στα θεία μυστήρια.
Γιατί ο καρπός της Παρθένου είναι εκείνος που πρώτος και μόνος έφερε την αγιότητα στον κόσμο. Αυτό ακριβώς σημαίνει εκείνο που είπε ο μακάριος Παύλος: «πρόδρομος για χάρη μας εισήλθε ο Ιησούς εις τα άγια». Γιατί, αν συμβαίνη να λέγεται ότι και πριν να έρθη ο Σωτήρας πολλοί άνθρωποι αξιώθηκαν να έχουν αυτή την επωνυμία, αυτό οφείλεται στο ότι έλαβαν μέρος στα μυστήρια της θείας οικονομίας, συμμετέχοντας στις προτυπώσεις τους. Γι' αυτό το λόγο λέγει ο Παύλος ότι και πριν ακόμη «ονειδισθή» ο Χριστός, ο Μωυσής προτίμησε «από τους θησαυρούς της Αιγύπτου τον ονειδισμό του Χριστού». Για τον ίδιο λόγο και πριν ακόμη να έλθη στη γη ο άρτος «ο εκ του ουρανού καταβάς», πριν να δοθή στους ανθρώπους το Πνεύμα το Άγιον αφού «ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθή»ήταν δυνατόν στους Εβραίους το βάπτισμα και η πνευματική μετάδοση ψωμιού και νερού. Και ακόμη, για να μπορέσουν να είναι καλά παρασκευασμένοι για την αληθινή αγιότητα κι έτοιμοι να υποδεχθούν, την ακτίνα εκείνη από την οποία ανέτειλε η σωτηρία. Με αυτά συμφωνεί ακριβώς εκείνο που είπε ο ίδιος ο Σωτήρας: «υπέρ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία». Έτσι καταλαβαίνουμε πως οι παλιοί εκείνοι άγιοι, μια και ο Σωτήρας δεν είχε ακόμη φανερωθή, δέχθηκαν τον αγιασμό δια" μέσου σκιών και συμβόλων. Είναι αυτό που λέγει ο Παύλρς, ότι δηλαδή «όλοι αυτοί οι άγιοι άνδρες, καίτοι έλαβαν εγκωμιαστική μαρτυρία για την πίστη τους, δεν απήλαυσαν την υπόσχεση της ουράνιας κληρονομιάς...για να μην τελειωθούν χωρίς εμάς»!

9. Και γιατί αναφέρω τους προφήτες, οι οποίοι δεν ήταν δυνατόν ούτε από τα δεσμά του Άδη να ελευθερωθούν, πριν να λάβουν τις δωρεές της Παρθένου, αφού και από τους ίδιους τους Αγγέλους και τους Αρχαγγέλους, τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ, είναι αγιώτερη η μακαρία; Αν πάλι προσφέρεται σαν βραβείο της αγιότητος κατά τον ίδιο τρόπο σε όλους ο Θεός, τον κερδίζει όμως περισσότερο εκείνος που έχει καλύτερα προπαρασκευασθή, πώς δεν είναι αναγκαίο να κρίνουμε την αγιότητα από τα βραβεία και να χρησιμοποιούμε σαν βέβαιο μέτρο της το πόσο ο καθένας βρίσκεται κοντά στο Θεό; Αλλά η Αγία Γραφή λέγει ότι τα Χερουβίμ στέκονται γύρω από το Θεό και δέχονται τις θείες ακτίνες Του, χωρίς ούτε να τολμούν να Τον ατενίσουν. Ενώ η Παρθένος, κατά ένα πρωτοφανή κι απερίγραπτο τρόπο, περιέλαβε μέσα της αυτόν που δεν μπόρεσε να χωρέση κανένας τόπος. Και δεν δέχθηκε μέσα της απλώς κάποια θεία λαμπρότητα και δόξα, αλλά την ίδια την υπόσταση του Θεού. Όσο λοιπόν φανερώτερα ενώθηκε ο Θεός με την Παρθένο, παρά με τα Χερουβίμ κι η διαφορά είναι τόσο μεγάλη, ώστε να μη μπορή ούτε να περιγραφήτόσο αγιώτερη κι ιερώτερη είναι η Παρθένος.
Όλες πράγματι τις υπάρξεις, δια μέσου των οποίων φανερώνεται ιδιαίτερα η σοφία του Θεού, η Παρθένος τις ξεπερνά στην καθαρότητα και την αγιότητα, όπως ακριβώς από όλα τα σώματα είναι φυσικό να είναι καθαρώτερα εκείνα που βρίσκονται πιο κοντά στο φως. Γιατί, αφού ο Θεός βρίσκεται κατά τον ίδιο τρόπο παντού, η διαφορετική φανέρωσή Του πρέπει να συμπεράνουμε ότι οφείλεται στα κτίσματα. Κι αν αυτό είναι σωστό, ποιος τότε δεν αναγνωρίζει ότι η Παρθένος είναι από όλους τους ανθρώπους και από όλους τους Αγγέλους πιο ιερή; Γιατί βέβαια δια μέσου των Αγγέλων δόθηκαν στους ανθρώπους οι εντολές του Θεού, ο παλαιός νόμος, ο «δι' Αγγέλων λαληθείς λόγος», όπως είπε ο Παύλος, και τα άλλα σημεία που φανέρωναν τη δικαιοσύνη και τη δύναμη του Θεού. Ενώ η Παρθένος δεν ανήγγειλε το Θεό ως αυτό μόνο το σημείο, αλλά αποκάλυψε στους ανθρώπους την ίδια την ενυπόστατη Σοφία του Θεού. Κι όχι απλώς με σημεία και εικόνες, αλλά με τρόπο άμεσο, φανέρωσε δηλαδή τον ίδιο το Θεό, το Σωτήρα, κι αυτό όχι μόνο στους ανθρώπους, αλλά και στις αγγελικές Αρχές και Εξουσίες, γιατί «έπρεπε να γίνη γνωστή, λέγει ο Παύλος, και στις Αρχές και στις Εξουσίες η πολυποίκιλη σοφία του Θεού». Και δεν είπε: «για να γίνη περισσότερο γνωστή», σαν να είχε και προηγουμένως ως ένα σημείο γίνει γνωστή, αλλά απλώς: «για να γίνη γνωστή». Γιατί θέλει έτσι, νομίζω, να υποδηλώση ότι η πριν από την Παρθένο γνώση του Θεού ήταν τόσο αμυδρή, ώστε να μην μπορή να γίνη καμμιά σύγκριση με τη δεύτερη, αυτή που μας έφερε η Παρθένος. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι όχι μόνο στους ανθρώπους, τους δικαίους και τους αδίκους, τους πονηρούς καί τους αγαθούς, αλλά και σ' αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις φανέρωσε τον Ήλιο της δικαιοσύνης.
Ή Παρθένος είναι επομένως τόσο ανώτερη από όλα τα κτίσματα, όσο αυτά που πραγματοποίησε για τη σωτηρία μας ο Σωτήρας είναι αδύνατο να συγκριθούν με ο,τιδήποτε άλλο. Καί πράγματι, εάν τόσο πολύ καλύτερους από τους ίδιους τους εαυτούς τους έκαμε τους Αγγέλους, ώστε να υποστηρίζη ο Απόστολος ότι είναι αδύνατη η οποιαδήποτε σύγκριση ανάμεσα στη δεύτερη και στην πρώτη τους ευτυχία, ας εξετάσουμε πόσο μεγάλη είναι αυτή η υπεροχή. Γιατί, αν «το μικρότερο ευλογήται από το μεγαλύτερο», όπως λέγει η Γραφή, ποια σύγκριση μπορεί να υπάρξη ανάμεσα στο να ευεργετή κανείς και στο να ευεργετήται; Γι' αυτό το λόγο ο προφήτης έβλεπε την Παρθένο να είναι ο θρόνος του Θεού και μάλιστα ένας θρόνος «υψηλός και επηρμένος», ενώ τα Χερουβίμ τα έβλεπε γύρω από το θρόνο. Κι όχι απλώς γύρω από το θρόνο, αλλά και να στέκωνται με συστολή και με φόβο, χωρίς να τολμούν ούτε να τον αντικρύσουν. Η παράδοση λέγει, επί πλέον, ότι οι Άγγελοι αγρυπνούν πάντοτε κι ότι δεν υπάρχει τέρμα στις προς το Θεό υμνωδίες τους. Αλλά τόσο πιο πολύ πρέπει να θεωρήσουμε ότι ισχύει και αυτό για την Παρθένο και δεν εννοώ μόνο μετά την εκδημία της από τη γη, αλλά κι όταν ακόμη ήταν σ' αυτήν εδώ τη ζωή όσο περισσότερο αισθάνθηκε αυτή τη θεία ακτίνα. Γιατί και στις Δυνάμεις, που κυκλώνουν το Θεό, περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο ξυπνά το ζήλο και τις κάνει να αγρυπνούν το ότι έχουν γευθή τις θείες ευεργεσίες. Ώστε εκείνο που στους άλλους αγίους συμβαίνει αφού αποχωρισθούν το σώμα, το να είναι δηλαδή αμετακίνητοι στο αγαθό και στην αρετή, στην Παρθένο συνέβη και πριν ακόμη αποθέση το σώμα Της.

10. Και αυτό ήταν φυσικό επακόλουθο. Γιατί βέβαια το σώμα της Παρθένου, το οποίο θα έπρεπε κανονικά να παραμερισθή, είχε ξεπεράσει την ονομασία του. Και ήταν σώμα όχι ψυχικό, ούτε τίποτε άλλο, αλλά, όπως λέγει ο Παύλος, «σώμα πνευματικό», αφού το Πνεύμα είχε σκηνώσει μέσα του καί είχε μεταθέσει όλους τους νόμους της φύσεως. Αλλά, ανεξάρτητα από αυτά, το σώμα το οποίο, όταν υπήρχε σ' εκείνους (τους αγίους), δεν τους επέτρεπε να στραφούν και να προσκολληθούν στο Θεό, βοηθούσε υπερβολικά τη μακαρία Παρθένο. Γιατί σ' εκείνους, και όταν ακόμη είχαν πληρωθή από κάθε επιθυμία να βρίσκωνται κοντά στο ακρότατο επιθυμητό και όταν είχαν όλη τη νοερή δύναμη για τη θεωρία του αληθινά Όντος, δεν ήταν δυνατό να προχωρήσουν προς κάτι άλλο, πολύ λιγώτερο δε να στρέψουν εξ ολοκλήρου το νου τους, όπως στρέφουμε το βλέμμα, επειδή όλα τα ορατά πράγματα έμπαιναν μεταξύ τους. Ποιος όμως δεν γνωρίζει ότι όλα αυτά έλαβαν χώρα στην Παρθένο πέρα από κάθε λογική κατανόηση και ότι αυτή μόνη δέχθηκε μέσα της το Θεό με τρόπο που δεν μπορεί να περιγραφή;
Γίνεται επομένως φανερό ότι και πριν πέραση στην άλλη ζωή, είχε μέσα της αμετακίνητο το υπέροχο εκείνο αγαθό και τη θαυμαστή αρετή της. Είχε από τώρα τα μέλλοντα αγαθά κι εβασίλευσε από την παρούσα ζωή με τη βασιλεία που προορίζεται για τους δικαίους. Κι έζησε μέσα στο ρεύμα αυτής εδώ της ζωής τη μόνιμη, αυτή που είναι κρυμμένη «εν τω Χριστώ» και που γι' Αυτή φανερώθηκε από τώρα. Γιατί έπρεπε βέβαια να υπάρξουν όλα τα πράγματα με έναν καινούργιο τρόπο για την μακαρία, μπρος στην οποία υποχώρησαν και της φύσεως οι νόμοι. Αυτό ακριβώς ήθελε και η ίδια να δείξη ανυμνώντας τις θείες ευεργεσίες πού αξιώθηκε να λάβη και είπε: «εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός».

11. Τι πρωτοφανή τα κατορθώματα! Τί υπέροχοι οι αγώνες! Και όμως μετά τα βραβεία και τα στεφάνια που έλαβε, μετά δηλαδή τον Ήλιο της δικαιοσύνης που δέχθηκε μέσα της και με τον οποίον ενώθηκε, δοκίμασε για χάρη μας θλίψεις και οδύνες, «αντί της χαράς που βρισκόταν μπροστά της». Και συμμετείχε με τον Υιό της στην αισχύνη και στις ύβρεις και σε όλα όσα αποκάλυπταν τη φτώχεια, στην οποία ήρθε για χάρη μας. Και ανεχόταν το επάγγελμα του φαινομενικού πατέρα του (του Ιωσήφ), και μακροθυμούσε, παίρνοντας το μέρος του Υιοϋ της για τη δική μου σωτηρία. Κι όταν Εκείνος έκανε τα θαύματά του κι επανόρθωνε τη φύση, ήταν πάντα κοντά του. Κι όταν εκείνοι τους οποίους ευεργετούσε τον φθονούσαν και τον μισούσαν, η Παρθένος πονούσε μαζί του κι εδεχόταν τα βέλη του μίσους των. Αφού, κινούμενη από την υπερβολική φιλανθρωπία της, πρώτη αυτή παρότρυνε τον Υιό της προς αυτές τις ευεργεσίες, κι αυτό πριν ακόμη να έλθη η ώρα του «ούπω ήκει η ώρα μου», είπε ο ίδιος" πράγμα που φανερώνει καθαρά πόση παρρησία έδωκε στη μητέρα του, ώστε να μπορή να αλλάξη ακόμη και τα χρονικά όρια, που αυτός είχε καθορίσει.
Όταν πάλι χρειάσθηκε να υποφέρη για μας ο Σωτήρας και να πεθάνη, πόσο μεγάλες ήσαν οι οδύνες, με τις οποίες του συμπαραστάθηκε η Παρθένος! Τι βέλη την διαπέρασαν! Γιατί κι αν ο Υιός της ήταν μόνο άνθρωπος και τίποτε άλλο, τίποτε οδυνηρότερο δεν θα μπορούσε να πρόσθεση κανείς σε μια μητέρα. Αλλά τώρα είναι ο μόνος Υιός της, που τον έφερε στον κόσμο μόνη της, κατά τρόπο παράδοξο, που δεν λύπησε ποτέ ούτε την ίδια ούτε κανέναν από τους ανθρώπους, που τους ευεργέτησε, αντίθετα, όλους τόσο, ώστε να ξεπεράση όλες τις προσδοκίες τους. Τί λοιπόν συναισθήματα είναι φυσικό να είχε η Παρθένος, όταν έβλεπε τον Υιό της σε τόσο φοβερές οδύνες, αυτόν που ήταν ο ευεργέτης της ανθρώπινης φύσεως, «τον πράον, τον ταπεινόν τη καρδία», αυτόν που δεν υπήρξε ποτέ «ερίζων ουδέ κραυγάζων», τον οποίον κανείς ποτέ δεν μπορούσε να κατηγορήση για το παραμικρό, όταν τον έβλεπε να σέρνεται από εκείνα τα άγρια θηρία, να γυμνώνεται, να δέρνεται, να κρίνεται άξιος της χειρότερης καταδίκης, να πεθαίνη τον έξευτελιστικώτερο θάνατο μαζί με τους αμαρτωλότερους ανθρώπους, έξω από κάθε έννοια δικαιοσύνης και νόμου, όπως συμβαίνει σε τυραννικά καθεστώτα; Προσωπικά πιστεύω ότι τέτοια οδύνη ποτέ σε κανέναν άνθρωπο δεν μπορεί να υπάρξη. Γιατί, αν είναι ανάγκη να κλαίμε γι' αυτούς που αδικούνται, τίποτε δεν είναι τόσο άδικο, όσο ο θάνατος με τον οποίο πέθανε ο Σωτήρας. Μολονότι κανένας βέβαια δεν αδικήθηκε εξ ολοκλήρου ξεπληρώνοντας την ποινή, με την οποία καταδικάσθηκε, έστω κι αν ο ίδιος δεν ένοιωθε ενοχή για τίποτε από αυτά, για τα οποία καταδικάστηκε, γιατί ασφαλώς έπραξε εκείνα για τα οποία θα μπορούσε δίκαια να κατηγορηθή. Ενώ για το Σωτήρα, λέγει ο προφήτης ότι «αμαρτίαν ουκ εποίησεν». Αν πάλι δεν επιτρέπεται να μη βασανιζώμαστε για τις συμφορές, που τυχαίνουν στους δικούς μας, είναι φανερό ότι κανείς ποτέ δεν είχε τόσο στενό δεσμό με άλλον άνθρωπο, όσο η Παρθένος με το Σωτήρα. Γι' αυτό την ώρα των Παθών κατέλαβε την Παρθένο θλίψη υπερβολική και απερίγραπτη, τέτοια που παραπλήσια ποτέ δεν ένοιωσε άνθρωπος. Γιατί αυτή είδε τη Σταύρωση σαν μητέρα, αλλά και σαν άνθρωπος με σωστή κρίση, σαν κάποιος που μπορεί να διακρίνη καθαρά την αδικία.

12. Έπρεπε βέβαια να λάβη μέρος σε καθετί που έκανε ο Υιός της για τη σωτηρία μας. Όπως του μετέδωκε το αίμα και τη σάρκα της κι έλαβε αμοιβαία μέρος στις δικές του χάριτες, κατά τον ίδιον τρόπο έλαβε μέρος και σε όλους τους πόνους και την οδύνη του. Κι αυτός βέβαια καρφωμένος στο σταυρό δέχθηκε στην πλευρά την λόγχη, ενώ διαπέρασε την καρδιά της Παρθένου ρομφαία, όπως ανήγγειλε ο αγιώτατος Συμεών. Με τον ίδιο τρόπο καί όλα τα άλλα μαρτύρια τα προξενούσαν οι «κύνες» εκείνοι από κοινού στον Υιό και στη μητέρα. Το ίδιο κι όταν χρησιμοποιώντας παλαιοτέρους λόγους του τον κατηγορούσαν σαν αλαζόνα κι όταν τον ονόμαζαν πλάνο κι αγωνίζονταν ν' αποδείξουν την πλάνη του.
Έτσι, χάρις σ' αυτές τις ομοιότητες αυτή ήταν η πρώτη που έγινε «σύμμορφος» με το θάνατο του Σωτήρα και γι' αυτό έλαβε πριν από όλους μέρος και στην ανάστασή Του. Γιατί, όταν ο Υιός της διέλυσε την τυραννία του Άδη κι αναστήθηκε, τον είδε βέβαια και τον άκουσε και τον προέπεμψε, όσο ήταν δυνατόν, καθώς έφευγε για τον ουρανό και πήρε, μετά την Ανάληψη, τη θέση του ανάμεσα στους Αποστόλους και τους άλλους συντρόφους του, αυξάνοντας έτσι τις ευεργεσίες με τις όποιες Εκείνος ευεργέτησε την ανθρώπινη φύση, «αναπληρώνοντας», δηλαδή, πιο άξια από όλους «τα υστερήματα του Χριστού». Γιατί σε ποιόν άλλο μπορούσε όλα αυτά να ταιριάζουν παρά στη μητέρα;
Ήταν όμως ανάγκη η παναγία εκείνη ψυχή να χωρισθή από το υπεράγιο εκείνο σώμα. Και χωρίζεται βέβαια και ενώνεται με την ψυχή του Υιού της, με το πρώτο φως ενώνεται το δεύτερο. Και το σώμα, αφού έμεινε για λίγο στη γη, αναχώρησε κι αυτό μαζί με την ψυχή. Γιατί έπρεπε να πέραση από όλους τους δρόμους από τους οποίους πέρασε ο Σωτήρας, να λάμψη και στους ζωντανούς και στους νεκρούς, να αγιάση δια μέσου όλων την ανθρώπινη φύση και να λάβη αμέσως μετά τον αρμόζοντα τόπο. Το δέχθηκε έτσι για λίγο ο τάφος, το παρέλαβε δε και ο ουρανός, αυτό το πνευματικό σώμα, την καινή γη, το θησαυρό της δικής μας ζωής, το τιμιώτερο από τους Αγγέλους, το αγιώτερο από τους Αρχαγγέλους. Ξαναδόθηκε έτσι ο θρόνος στον βασιλιά, ο παράδεισος στο ξύλο της ζωής, ο δίσκος στο φως, στον καρπό το δένδρο, η μητέρα στον Υιό, αξία καθόλα αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους.

13. Ποιος λόγος είναι αρκετός για να υμνήση, ω μακαρία, την αρετή σου, τις χάριτες που σου δώρισε ο Σωτήρας, αυτές που Συ δώρισες στην κοινωνία των ανθρώπων; Κανείς, έστω κι αν «λαλή τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων», όπως θάλεγε ο Παύλος. Προσωπικά μου φαίνεται ότι το να καταλαβαίνη κανείς και να διακηρύσση σωστά και όπως πρέπει τα μεγαλεία Σου αποτελεί τμήμα της αιώνιας μακαριότητας, που απόκειται στους δικαίους. Γιατί κι αυτά «οφθαλμός δεν τα είδε και αυτί ανθρώπινο δεν τα άκουσε» κι «ο κόσμος ολόκληρος δεν μπορεί να τα χωρέση», σύμφωνα με τον περιώνυμο Ιωάννη. Τα δικά Σου μεγαλεία ανήκουν μόνο στο χώρο εκείνο όπου ο ουρανός είναι καινός και η γη καινή, το χώρο που φωτίζεται από τον Ήλιο της δικαιοσύνης, ο οποίος Ήλιος ούτε προηγείται ούτε έπεται από το σκοτάδι, εκεί όπου υμνητής των μεγαλείων Σου είναι ο ίδιος ο Σωτήρας και Άγγελοι αυτοί που χειροκροτούν. Σ' αυτόν μόνο πράγματι το χώρο μπορεί να Σου προσφερθή η υμνωδία που Σου αξίζει. Οι άνθρωποι είναι αδύνατον να ολοκληρώσουμε την ύμνησή Σου. Τόσο μόνο μπορούμε να Σε υμνήσουμε, όσο χρειάζεται για να αγιάσουμε τη γλώσσα και την ψυχή μας. Γιατί και μόνο ένας λόγος και μια ανάμνηση, που αναφέρεται σε κάποιο από τα δικά Σου μεγαλεία, ανυψώνει την ψυχή και κάνει καλύτερο το νου και μας μετατρέπει όλους από σαρκικούς σε πνευματικούς και από βέβηλους σε αγίους.

Αλλ', ω Παρθένε, Συ που είσαι κάθε αγαθό, καθετί που ξέρουμε σ' αυτή τη ζωή κι ό,τι θα μάθουμε, όταν αφήσουμε τον κόσμο! Ω Συ, που αρχίζοντας από τον εαυτό σου οδήγησες και τους άλλους προς τη μακαριότητα και την αγιωσύνη ! Ω σωτηρία των ανθρώπων και φως του κόσμου και οδός που οδηγεί στον Σωτήρα και θύρα και ζωή, Συ που είσαι αξία να ονομάζεσαι με όλα εκείνα τα ονόματα με τα όποια προσφωνήθηκε για τη σωτηρία που μας χάρισε ο Σωτήρας. Γιατί αυτός είναι ο αίτιος καί Συ η «συναίτιος» του δικού μου αγιασμού και όλων εκείνων τα οποία από το Σωτήρα δια μέσου Σου και των δικών Σου απήλαυσα μόνο' Αίμα δικό Σου είναι το αίμα που καθαρίζει τις αμαρτίες του κόσμου. Δικό Σου μέλος είναι το σώμα μέσα στο οποίο αγιάστηκα, μέσα στο οποίο βρίσκεται η Καινή Διαθήκη και κάθε ελπίδα σωτηρίας. Δικό Σου σπλάχνο είναι η βασιλεία του Θεού.

Ω Σύ Παρθένε, που είσαι ανώτερη από κάθε έπαινο κι από κάθε όνομα, που θα μπορούσε να σε χαρακτηρίση, δέξου αυτόν τον ύμνο μας και μην παραβλέψης την προθυμία. Και δώσε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε και να ψάλλουμε κάπως καλύτερα τα μεγαλεία Σου και τώρα, σ' αυτή τη ζωή, και μετά από αυτήν, στην αιωνία. Αμήν.

Aπό το «Η Θεομήτωρ».
Κείμενο-Μετάφραση-Εισαγωγή-Σχόλια
Παναγιώτης Νέλλας (+).
Έκδ. 4η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ,
Αθήνα 1995.
http://agioritikesmnimes.pblogs.gr/2010/08/663792.html

Η Παναγία κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα


Μαρία Αλεξοπούλου
 Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΚΑΒΑΣΙΛΑ
 
        Η Παναγία, ως ένα ξεχωριστό και μοναδικό πρόσωπο, δεσπόζει μέσα στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η πλατυτέρα των Ουρανών είναι η αρχηγός που οδηγεί τους πιστούς όλων των εποχών προς το Χριστό και την αναδημιουργία. Ταυτόχρονα αποτελεί την χορηγό κάθε θεϊκής αγαθότητας προς τον άνθρωπο και την κτίση1. Για το λόγο αυτό, το να προσπαθεί κανείς να παρουσιάσει το μεγαλείο της Θεοτόκου ξεπερνά τις ανθρώπινες δυνάμεις. Μόνο οι άγγελοι, τονίζει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, μπορούν επάξια να εκφράζουν τη δόξα της Θεοτόκου στην Ουράνια Βασιλεία, ενώ εμείς τόσο μόνο μπορούμε να την εγκωμιάσουμε, όσο χρειάζεται για να αγιάσουμε τη γλώσσα και την ψυχή μας. Αρκεί και μόνο ένας λόγος και μια ενθύμηση για τη δόξα της Παναγίας, για να ανυψώσει την ψυχή και την διάνοια και να μας μεταμορφώσει από σαρκικούς σε πνευματικούς και από βέβηλους σε αγίους2.

       Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας όχι μόνο εγκωμιάζει τη ζωή και «την ευεργετική παρουσία της Παναγίας στον κόσμο, αλλά με βάση το πρόσωπό της προσπαθεί να δώσει απάντηση στο μεγάλο πρόβλημα που είχε θέσει ο ανθρωπισμός. Γιατί όταν υποτιμάται το μεγαλείο της χριστιανικής ανθρωπολογίας φαλκιδεύεται η ίδια η χριστιανική ζωή3. Ζώντας ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας αυτή την κρίσιμη εποχή του δέκατου τέταρτου αιώνα, προβάλλει την ορθόδοξη ανθρωπολογία μέσα από το πρόσωπο της Θεοτόκου. Στην πρόκληση του ανθρωποκεντρικού Ουμανισμού αντιπαραθέτει το πρόσωπο της Παναγίας που εκπροσωπεί τον «κατ' εικόνα» Θεού άνθρωπο, τον προικισμένο με τη δύναμη του «καθ' ομοίωσιν»4. Με τον τρόπο αυτό έδωσε μια νέα διάσταση στο δόγμα της Παρθένου Μαρίας. Δεν το ερμήνευσε μόνο Χριστολογικά, όπως οι προηγούμενοι Πατέρες της Εκκκλησίας5, αλλά πρόβαλε συγχρόνως και την ανθρωπολογική σημασία του. Η Παναγία αποκαλύπτει την ανθρώπινη φύση, την καταξιώνει και την προσανατολίζει προς το Χριστό. Έτσι η ανθρωπολογία του αγίου Νικολάου Καβάσιλα και η διδασκαλία του για το πρόσωπο της Θεοτόκου αλληλοπλέκονται έχοντας ως κέντρο το Χριστό, που είναι ο μόνος αληθινός και τέλειος άνθρωπος.
 
Η Παναγία ο πρώτος και τέλειος άνθρωπος
 
       Η Παναγία καταγόταν από την αγία ρίζα του Ιωακείμ και της Άννας. Η γέννησή της δεν ήταν απλά μόνο «φύσεως τόκος», αλλά και καρπός της ενάρετης ζωής και της δύναμης της προσευχής των γονιών της6. Ο Ιωακείμ και η Άννα υπερείχαν στην αρετή από όλους τους δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης και ξεχώριζαν για την ακρίβεια της τήρησης του θελήματος του Θεού, με αποτέλεσμα να γίνουν οι πιο αγαπητοί στο Θεό, «θεοφιλείς» και οικείοι σ' Αυτόν7. Ήταν πιστοί τηρητές του νόμου, δίκαιοι με ένθερμο ζήλο προς κάθε αγαθό, γι' αυτό ο Θεός έλυσε τη στειρότητα της φύσεώς τους και εισάκουσε το αίτημα των προσευχών τους. Για τη μεγάλη αρετή τους αξιώθηκαν από το Θεό να φέρουν τον τελειότερο καρπό του νόμου, το θησαυρό της χάριτος, την Παρθένο Μαρία και με τον τρόπο αυτό έγιναν συνεργοί Θεού στο έργο της θείας Οικονομίας8. Η Παναγία ήταν το δώρο του Θεού που τιμούσε τους αγώνες τους για τη βίωση της αληθινής ζωής, ήταν η φανέρωση της αγιότητάς τους9.
       Η αγία αυτή καταβολή της Παναγίας αποτελεί για τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα τη βάση και την αφετηρία της πνευματικής πορείας της10. Η Παναγία, θυγατέρα σωφρόνων γονέων που τελειώθηκαν στην προσευχή και την άσκηση, ήταν εύλογο να παρέμενε πάναγνη και πανάρετη. Η αγιότητά της προετοιμαζόταν από τους ευσεβείς γονείς της σ' όλη τη διάρκεια του επίγειου βίου τους11. Η Παναγία ως άνθρωπος κληρονόμησε από τους γονείς της την αγιότητα και την καθαρότητα. Αυτές τις κληρονομικές καταβολές χρησιμοποιώντας στη ζωή της12 τελειοποίησε την αγιότητα των γονιών της και έφτασε στο σημείο να ανα­δειχθεί ο «πρώτος άνθρωπος» της δημιουργίας13.
       Ο πρώτος άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό προικισμένος με το νου, τη θέληση, το αυτεξούσιο και πολλά άλλα χαρίσματα. Αξιοποιώντας τα χαρίσματα αυτά της «κατ' εικόνα» Θεού δημιουργίας του, ο άνθρωπος θα μπορούσε να ζήσει μ' έναν θαυμαστό τρόπο που θα ξεχώριζε ως το τελειότερο και ωραιότερο δημιούργημα της κτίσης. Τα στοιχεία που συνθέτουν τον αληθινό άνθρωπο και προσδιορίζουν τον ξεχωριστό τρόπο της ζωής του είναι το ν' αγαπά το Θεό με καθαρό τρόπο, να ζει έλλογα, να κυριαρχεί στα πάθη του και να είναι άγευστος από την πίκρα της αμαρτίας14. Η δύναμη αυτή του ανθρώπου να νικά κάθε αμαρτία δεν σημαίνει απόλυτη ελευθερία από τους πειρασμούς, όπως συμβαίνει στο Θεό. Σημαίνει όμως πως η διάπραξή της δεν οφείλεται στη φύση του ανθρώπου αλλά στην ελευθερία της γνώμης, στην προαίρεσή του15. Χωρίς την ελευθερία αυτή ο άνθρωπος χάνει την ταυτότητά του, εξισώνεται με τα άλογα ζώα και δεν είναι υπεύθυνος ούτε για την επιβράβευση, ούτε για την τιμωρία των πράξεών του. Γι' αυτό αν στο νου, στη θέληση και στο αυτεξούσιο βρίσκεται το «είναι» του ανθρώπου, στη σωστή χρήση αυτών έγκειται το «ευ είναι», η δυνατότητα να ζει κανείς χωρίς ν' αμαρτάνει στη ζωή του16. Επομένως ο Θεός από την αρχή της δημιουργίας έβαλε μέσα στη φύση του ανθρώπου τη δύναμη ν' αντιστέκεται και να νικά την αμαρτία. Στην αρχή βέβαια του έδωσε τη δυνατότητα να μετατρέπει τη δύναμη αυτή σε ενέργεια με τη δική του προσπάθεια και τους δικούς του κόπους, ώστε να γίνει από μόνος του «οίκοθεν» αγαθός. Στη συνέχεια, θα σταματούσαν οι κόποι του, θα έμενε αναμάρτητος και εδραιωμένος στο καλό με τη χάρη του Θεού χωρίς τους αγώνες του17. Ζώντας ο άνθρωπος με αυτή την καθαρότητα και διατηρώντας αμόλυντη την εικόνα του Θεού μέσα του, θα μπορούσε να αποκαλύψει τον ίδιο το Θεό στον κόσμο: «μόνος γαρ άνθρωπος του Θεού την εικόνα κομίζων, αν αυτός καθαρός, όπερ εστί, φανή, προσγεγραμμένον έχων νόθον ουδέν, αληθώς δείξαι δύναιτ' αν αυτόν τον Θεόν»18. Με την πτώση όμως ο άνθρωπος άλλαξε την πορεία της ζωής του, γιατί κατολίσθησε στην πολύμορφη αμαρτία. Η δύναμη κατά της αμαρτίας, που υπήρχε στη φύση του, έμενε ανενέργητη. Κανένας άνθρωπος δεν ήταν καθαρός και φαινόταν ότι το κακό βρισκόταν στην ίδια τη φύση του. Με αποτέλεσμα η φυσική ωραιότητα του ανθρώπου παρέμενε κρυμμένη μέσα σε αναρίθμητα ανθρώπινα σώματα και ο αληθινός άνθρωπος δεν είχε φανερωθεί ακόμη19.
       Μόνο η Παναγία, αν και ήταν μέτοχος του προπατορικού αμαρτήματος κληρονομώντας όπως όλοι οι άνθρωποι την ευαισθησία και την ροπή προς το κακό, αντιστάθηκε από την αρχή ως το τέλος σε κάθε κακία. Αγωνίστηκε χωρίς να λάβει επιπλέον βοήθεια από το Θεό και χωρίς να έχει κανένα ξεχωριστό προνόμιο, αλλά μόνο ως άνθρωπος20 που ήταν, χρησιμοποίησε τη δύναμη και τα όπλα του «κατ' εικόνα» που δώρισε ο Θεός στον άνθρωπο κατά τη δημιουργία του21. Με την αγάπη της στο Θεό, τη ρωμαλεότητα της σκέψης της, τη σταθερότητα της θέλησής της και τη μεγαλειώδη σωφροσύνη της νίκησε κάθε αμαρ­τία22. Το πιο θαυμαστό γεγονός είναι ότι η Παναγία δεν ζούσε μέσα στην τρυφή του Παραδείσου, όπως ο Αδάμ, ούτε μέσα στη χάρη των μυστηρίων, όπως οι άνθρωποι μετά την έλευση του Χριστού. Κατάφερε όμως «εν μεσημβρία κακών», στον τόπο της καταδίκης που κανένας δεν μπορούσε να αντισταθεί στο κακό, αξιοποιώντας μόνο τα κοινά χαρίσματα του «κατ' εικόνα», να ξεφύγει την κοινή αρρώστια της αμαρτίας23. Με τον τρόπο αυτό διαφύλαξε την ανθρώπινη φύση ανόθευτη «παντός αλλο­τρίου»24 και απέδωσε στο Θεό αμόλυντη την ωραιότητα που χάρισε στον άνθρωπο25. Γι' αυτό η Παναγία απ' όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών ήταν η μόνη και η πρώτη που φανέρωσε τον αληθινό άνθρωπο, καθαρό και ακέραιο όπως είχε δημιουργηθεί από τα χέρια του Θεού. Αποκάλυψε το πρωτόκτιστο κάλλος του και τη δύναμη που είχε μέσα του να νικά την αμαρτία: «και ούτως εν τω κόσμω τούτω καθάπερ εν τω παραδείσω, καθαρόν και ολόκληρον τον άνθρωπον έδειξε και οίος την αρχήν επλάσθη και οίον αυτόν μένειν εχρήν και οποίος αν ην έπειτα περί της ευγενείας ηγωνισμένος»26.
       Το μεγαλείο της Παναγίας έγκειται στο ότι δεν ήταν μόνο ο πρώτος άνθρωπος αλλά και ο τέλειος, γιατί πραγματοποίησε το σκοπό για τον οποίο πλάστηκε ο άνθρωπος. Σκοπός του ήταν να ενωθεί με το Θεό, αφού πρώτα με τη δική του προσπάθεια νικούσε την αμαρτία. Η Παναγία διατήρησε αμόλυντη την ανθρώπινη φύση από κάθε αμαρτία και αξιώθηκε να γίνει η μητέρα του Θεού, Θεοτόκος27. Ολόκληρος ο βίος της Παναγίας ήταν μια πορεία προς την τελειότητα, «καθ' ομοίωσιν» Θεού. Αυτόν τον «καθ' ομοίωσιν» Θεού άνθρωπο, εκπροσωπεί η Παναγία28. Για το λόγο αυτό ο ιερός συγγραφέας τονίζει πως η Θεοτόκος αποτελούσε τον κανόνα και το πρότυπο για τη δημιουργία του ανθρώπου. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με τελικό σκοπό τη θέωση έχοντας ως πρότυπό Του την Παναγία, γιατί ήταν η μόνη που ανέδειξε την τέλεια ανθρώπινη φύση. Τον δημιούργησε έτσι, ώστε να μπορέσει να πάρει αργότερα από τους ανθρώπους τη Μητέρα Του, όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου29. Άλλωστε για να μπορέσει να γίνει δυνατή η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, έπρεπε η κάθε φύση να παρουσιαστεί μόνη της και χωριστά από την άλλη. Ο Θεός φανερώθηκε, όπως ήταν δυνατόν σ' Αυτόν να φανερωθεί, και η Παναγία φανέρωσε την ανθρώπινη φύση30. Επομένως για την έλευση του Χριστού ήταν ανάγκη να υπάρξει κάποιος άνθρωπος, που θα υλοποιούσε το σκοπό τον οποίο έθεσε ο Θεός από την αρχή της δημιουργίας του. Να υπάρξει εκείνος ο άνθρωπος που θα μπορούσε να αμαρτήσει, αλλά με τη δική του δύναμη, την προθυμία και το ζήλο του θα νικούσε την αμαρτία και θα ζούσε χωρίς την πικρή γεύση της. Ζώντας χωρίς την αμαρτία θα φανέρωνε τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός ήθελε να ζει ο άνθρωπος στη γη31. Σ' αυτή την τελειότητα όμως είχε φτάσει μόνο η Παναγία που με τη ζωή της αποκάλυψε το μεγαλείο του δημιουργού. Φανέρωσε την άφατη σοφία Του και την απέραντη φιλανθρωπία Του, αποδίδοντας σ' Αυτόν την πρέπουσα τιμή και δόξα32.

Η άσκηση και η συνεργία της Παναγίας
       Η ανάδειξη της Παναγίας ως του κατ' εξοχήν προσώπου της Ορθόδοξης πνευματικής ζωής συμπορεύεται απαραίτητα με το επίπονο στάδιο της άσκησης. Άλλωστε η βάση της πνευματικής ζωής είναι η άσκηση και ο άνθρωπος καταξιώνεται ως πρόσωπο μόνο μέσα από την άσκηση. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας προβάλλει την εσωτερική άσκηση της Παναγίας, που πραγματοποιείται στα βάθη της ψυχής, δίνοντας έμφαση στην τριμερή κάθαρσή της - του νου, της θέλησης και της επιθυμίας.Ο βίος της Παναγίας ήταν α­σκητικός33. Αυτό σημαίνει ότι από τα πρώτα χρόνια του βίου της βάδισε το δρόμο της τελειώσεως. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τονίζει πως η Παναγία από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκε είχε βάλει σαν σκοπό της να οικοδομεί κατάλυμα κατάλληλο για τον Θεό, αντάξιο για Εκείνον που θα έφερνε τη σωτηρία στον κόσμο. Όπως ακριβώς μια πόλη λαμπρή που ξεχωρίζει για την ομορφιά, τον πλούτο, τον πολιτισμό αποτελεί για τον βασιλιά την πρωτεύουσα του κράτους του, το σύμβολο της εξουσίας και της δύναμής του, έτσι και η Παναγία ξεχώρισε από την κτίση ως η μοναδική κατοικία του Θεού χωρίς να έχει το παραμικρό σπίλο ή ψεγάδι34.
       Η άσκηση της Παναγίας ξεπέρασε τα ανθρώπινα μέτρα. Ήταν «υπερφυής» γιατί τίποτα δεν εμπόδιζε το διαρκή προσανατολισμό του νου της προς τον Θεό. Αν και ζούσε μέσα στον «κατακλυσμό της κακίας», παρέμεινε ανεπηρέαστη από κάθε μολυσμό της αμαρτίας, απροσπέλαστη από κάθε αρνητική επιρροή της και ούτε καν αισθάνθηκε την κακία που κατέκλυζε τη γη. Ήταν ξένη προς όλα εκείνα που θα μπορούσαν να νοθεύσουν την καθαρότητα του νου της35. Με τον τρόπο αυτό διατήρησε τη σκέψη της «άσυλη» και ιερή σαν να ζούσε μέσα στην «αρχαία εστία» του Παραδείσου, όπου καμιά αμαρτία δεν είχε συντελεστεί ακόμη από κανέναν άνθρωπο36. Ο νους της Παναγίας ήταν σταθερά προσηλωμένος στον Θεό, όμοιος με φτερούγισμα που δε δείλιαζε μπρος σε κανένα ύψος, ξεπερνώντας και αυτό το πέταγμα των Αγγέλων. Αυτή η ολοκληρωτική αφοσίωση του νου της στο Θεό είχε ως αποτέλεσμα και κάθε επιθυμία της ψυχής της να είναι στραμμένη προς Αυτόν, τον μόνον Εφετόν. Ο θείος έρωτάς της επεσκίασε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής της37, γι' αυτό όταν ο Θεός θέλησε να κατεβεί στη γη, καμιά αμαρτία δεν Τον εμπόδισε να εισέλθει και να σκηνώσει σ' αυτήν, τη μόνη αγνή και καθαρή38.
       Η κοπιώδης άσκηση της Παναγίας, με τη σύμπραξη όλων των δυνάμεών της για την κάθαρση του νου και της επιθυμίας, αναγνωρίστηκε και επιβραβεύτηκε με την είσοδό της στον ιερότερο χώρο του Ναού του Σολομώντα, τα Άγια των Αγίων, από τη βρεφική ως τη νεανική της ηλικία. Η Παναγία χρησιμοποιούσε το χώρο αυτό ως μόνιμη κατοικία χωρίς να έχει ανάγκη από τις εξιλαστήριες θυσίες. Ενώ ο Αρχιερέας έμπαινε στα Άγια των Αγίων μια φορά το χρόνο, αφού προηγουμένως είχε καθαριστεί με μεγάλη προσοχή από κάθε αμαρτία, τελώντας τις απαραίτητες θυσίες. Μέσα στο Ναό Άγγελος Κυρίου είχε αναλάβει την καθημερινή διατροφή της, γεγονός που φανέρωνε την αποδέσμευση του νου της από τα γήινα και τη διηνεκή ενασχόλησή της με τα ανώτερα και πνευμα­τικά39. Το ένθεο αυτό ψυχικό κάλλος της Παναγίας ήταν αδύνατο να μείνει κρυμμένο και από τους ανθρώπους. Το λαμπρό φως του ενάρετου βίου της γίνεται αισθητό και επηρεάζει όλους όσους ήταν τυφλοί και βυθισμένοι στο σκοτάδι της αμαρτίας40. Γι' αυτό οι άνθρωποι την ξεχώρισαν και την τίμησαν προσφέροντας για κατοικία της τον πιο ιερό χώρο, που ήταν αφιερωμένος σαν δώρο όλης της κτίσης μόνο στο Θεό. Η καθαρότητά της ήταν τόσο τέλεια, ώστε οι άνθρωποι θεώρησαν πως ο ίδιος χώρος που ήταν ναός του Θεού έπρεπε να γίνει και κατοικία της Παναγίας ή καλύτερα έπρεπε η κατοικία της Παναγίας να είναι και ναός του Θεού41.
       Η συνεχής και επίπονη άσκηση της Παναγίας ολοκληρώνεται με την κάθαρση της θέλησής της. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, που αναγνωρίζεται ως ο δογματικός θεμελιωτής της αγιότητας της Παναγίας42, τονίζει πως η Παναγία έφτασε στην κορυφή της αγιότητας, γιατί είχε συμμορφώσει το θέλημά της με το θέλημα του Θεού. Ο ιερός συγγραφέας συνεχίζει υπογραμμίζοντας ότι η Παναγία, αν και μετείχε σ' όλα τα χαρακτηριστικά του πεσόντος γένους των ανθρώπων43, δεν υιοθέτησε την ίδια νοοτροπία, ούτε παρασύρθηκε από τη συνήθεια και τη ροπή προς το κακό. Αλλά αντιστάθηκε στη φθορά της ανθρώπινης φύσης και νίκησε την αμαρτία δίνοντας ένα τελειωτικό χτύπημα σ' αυτήν. Πέτυχε την νίκη αυτή διατηρώντας τη θέλησή της τόσο καθαρή σαν να μην υπήρχε κανένας άνθρωπος πάνω στη γη, και μάλιστα σαν να βρισκόταν μόνη μπροστά στο μόνο Θεό44. Τίποτα το ανθρώπινο δεν αποσπούσε την προσοχή της. Σε κανένα δημιούργημα της κτίσης δεν συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της, αλλά προσέφερε όλη την ύπαρξή της στο Θεό. Αναλώνει τη θέλησή της στο Θεό, εγκαταλείπει τον εαυτό της και ζει μόνο γι' Αυτόν. Αυτή η πλήρης εγκατάλειψη και η εκούσια προσφορά της στο Θεό ανακαινίζει και μεταμορφώνει τη θέλησή της. Η ύπαρξή της δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνον ως απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Θεού που γίνεται και δικό της θέλημα.
       Η πρωτοφανής καθαρότητα της θέλησης της Παναγίας συμβολιζόταν από τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης με τον ιερό και άβατο χώρο, τα Άγια των Αγίων. Η Παναγία, αν και «της γης ανασχούσα», αποχωρίστηκε με τη θέλησή της όλα τα χοϊκά πράγματα και δεν έφερε στην ψυχή της κάτι που να μην ήταν εξ' ολοκλήρου άγιο και ιερό45. Γι' αυτό τα Άγια των Αγίων συμβόλιζαν την πλήρη καθαρότητα, την τέλεια αγνότητα και την μοναδική αγιότητα της Παναγίας. Η είσοδός της στον ιερό αυτό χώρο δεν τιμά την Παναγία, αλλά περισσότερο η ίδια καταξιώνει τον χώρο αυτό. Ο ναός ήταν τόσο πολύ σεβαστός, και απαγορευόταν η είσοδος στους ανθρώπους, επειδή θα δεχόταν την ίδια την Παναγία. Τιμούσε και κρατούσε τον εαυτό του μόνο γι' αυτήν, που διατήρησε τη θέλησή της απρόσβλητη από κάθε κακία και ανώτερη από κάθε ανθρώπινη μικρότητα. Ούτε το μάννα, ούτε η ράβδος του Ααρών, ούτε οι πλάκες των δέκα εντολών που φυλάσσονταν στα Άγια των Αγίων, δεν ήταν τόσο πολύτιμα και ιερά όσο η Παναγία. Όλα αυτά ήταν σύμβολα που είχαν την αναφορά τους και οδηγούσαν στη Θεοτόκο. Είχαν ξεχωριστή αξία, γιατί προεικόνιζαν την αγιότητά της46.
       Στον Ευαγγελισμό η Παναγία αξιώθηκε ν' ακούσει από τον Άγγελο το «χαίρε κεχαριτωμένη», ότι της αρμόζει η τέλεια χαρά, γιατί με την υπακοή της στο θέλημα του Θεού δεν είχε κανένα κοινό με την αμαρτία, είχε καθαρίσει τη θέλησή της από κάθε ρύπο φτάνοντας στην ύψιστη τελείωση και αγιότητα. Ενώ αντίθετα η Εύα δοκίμασε τη λύπη στη ζωή της, γιατί, λόγω της παρακοής και της αποστροφής της προς το θέλημα του Θεού, οδηγήθηκε στην πρόξενο κάθε λύπης και πόνου, την αμαρ­τία47.
       Η καθαρότητα της θέλησης της Παναγίας αποκαλύπτεται και όταν ρώτησε τον Άγγελο με ποιο τρόπο θα κυοφορήσει το Σωτήρα Χριστό. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ της απάντησε κάνοντας λόγο μόνο για την έλευση του Αγίου Πνεύματος και τη δύναμη του Υψίστου: «Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι»48. Δεν αναφέρει όμως πουθενά για άφεση αμαρτιών και για απαλλαγή από τις ενοχές. Αυτό φανερώνει πως η Παναγία με τον προσωπικό αγώνα και την άσκησή της τη στιγμή του Ευαγγελισμού ήταν αμόλυντη και ακηλίδωτη, άξια της θείας εκλογής. Η έλευση του Αγίου Πνεύματος επισφραγίζει τον Ευαγγελισμό της Παρθένου Μαρίας και ολοκληρώνει την τελείωσή της49. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας υπογραμμίζει χαρακτηριστικά πως η έλευση του αγίου Πνεύματος στην Παναγία δεν σημαίνει κάθαρση αλλά προσθήκη χαρισμάτων, όπως συμβαίνει με τους αγγέλους που δεν έχουν καμιά σχέση με την αμαρ­τία50. Με τον τρόπο αυτό ο ιερός συγγραφέας θέλει να τονίσει πως η Παναγία μετά την έλευση του αγίου Πνεύματος έμεινε αμετακίνητη στο αγαθό, όπως οι άγγελοι που μετά την ελεύθερη εκλογή της αρετής έμειναν σταθεροί στο κα­λό51. Την ίδια γνώμη έχει και ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο οποίος συνοψίζει και ανακεφαλαιώνει την πατερική σκέψη πάνω στο θέμα αυτό: «η καθαρά καθαίρεται και η αγία αγιάζεται προς έτι μείζονα αγιασμόν αυτής»52.
       Η Παναγία αφοσιώθηκε στην έμπρακτη εφαρμογή του νόμου του Θεού και δεν παρέβηκε ποτέ το θέλημά Του. Για το λόγο αυτό πριν ακόμη φανερώσει σωματικά τον Θεό στους ανθρώπους, Τον αποτύπωσε και τον απεικόνισε πρώτα με τα ίδια τα έργα της πάνω στον εαυτό της53. Τηρώντας σε τέλειο βαθμό και με απόλυτη ακρίβεια τις θείες εντολές, ολοκληρώθηκε ως πρόσωπο και έγινε μέτοχος στη θεία ζωή54. Την Παναγία, που ήταν άσπιλη και άχραντη, διάλεξε ο Θεός ως ναό για τον εαυτό Του προτιμώντας την από όλη την κτίση55. Με την εκούσια αποδοχή του θείου θελήματος η Παναγία ξεπέρασε κάθε κορυφή αγιότητας, «πάσαν έδειξαν υπερβάσαν αγιωσύνης υπερβολήν». Γι' αυτό ο Θεός όχι μόνο την αποκάλεσε τιμητικά μητέρα, αλλά την έκανε πραγματικά Μητέρα Του56. Η υπερβολή της αγιότητας καταξίωσε την Παναγία να γίνει Μητέρα του Θεού.
       Η αδιάκοπη άσκηση της Παναγίας για την καθαρότητα και την υπακοή στο θέλημα του Θεού μεταμόρφωσε όχι μόνο την ψυχή της αλλά και το σώμα της σε Ναό του Θεού ιερώτερο από το θυσιαστήριο, τα Άγια των Αγίων. Για το λόγο αυτό το σώμα της δεν το επεσκίαζαν μόνο οι Άγγελοι, τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ, όπως το ιερό θυσιαστήριο, αλλά το επεσκίαζε ο ίδιος ο Θεός, η «δύναμίς» Του57. Η πρωτοφανής αγνότητα του σώματος της Παναγίας ήταν μια «καινή θυσία» ιερώτερη και αγιώτερη από κάθε άλλη θυσία που προσφέρθηκε στο Θεό. Γι' αυτό το αίμα της θυσίας αυτής δεν το δέχτηκε το θυσιαστήριο ή δεν το κατέφαγε η φωτιά, αλλά το προσέλαβε ο ίδιος ο Θεός και το φόρεσε ως «ιμάτιο σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης»58. Αυτή η περιβολή του έδωσε τη δυνατότητα να γίνει μέτοχος στην ανθρώπινη φύση και να την σώσει. Για το λόγο αυτό δεν την υποτιμά καθόλου, αλλά αντίθετα τη θεωρεί δόξα Του και βασιλεία Του. Τον Θεό που κανένας τόπος μέσα στην κτίση, όσο και αν γινόταν μύριες φορές μεγαλύτερη δεν μπορούσε να τον χωρέσει, Τον περιέβαλε όμως το αίμα της Παναγίας, και το αίμα της έγινε αίμα Θεού59. Τόσο άγιο και ιερό ήταν το σώμα της Παναγίας που αξιώθηκε να γίνει η σκηνή του Θεού, η χώρα του αχωρήτου60.
       Η ασύγκριτη ακεραιότητα και καθαρότητα της Παναγίας μετέβαλε το σώμα της σε πνευματικό, που με την παρουσία του αγίου Πνεύματος ξεπέρασε τους νόμους της φύσης. Το σώμα της είχε υπερβεί τη γήινη φθαρτότητα, με αποτέλεσμα να μην την εμποδίζει να ζει και να απολαμβάνει από την εδώ ζωή την αιώνια μακαριότητα της μέλλουσας Βασιλείας σε τελειότερο βαθμό από όλους τους αγίους. Ακόμη είχε μείνει αμετακίνητη στο αγαθό και στην αρετή πριν αποχωριστεί το σώμα της, γεγονός που συμβαίνει στους αγίους μετά το θάνατό τους61. Το πιο θαυμαστό όμως αποτέλεσμα αυτής της υπέρλαμπρης αγιότητας αποτελεί η ενσώματη μετάστασή της62. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας προσπαθώντας να δώσει λύση στο πρόβλημα της Μετάστασης ή της Κοίμησης της Θεοτόκου63 το συσχετίζει όχι μόνο με την αγιότητα του βίου της αλλά και με την οντολογική σχέση της με το Χριστό ως Μητέρας Του64. Η Παναγία ενώθηκε τόσο στενά με το Χριστό, ώστε συμμετείχε απόλυτα στη ζωή Του. Ζούσε πλήρως «εν Χριστώ». Αυτό σημαίνει πως ζούσε, ήταν, βρισκόταν όπου και ο Χριστός: «Έδει δια πασών ελθείν των οδών δι' ων ο Σωτήρ»65 ήλθε. Γι' αυτό η Παναγία έγινε όχι μόνο «σύμμορφος» του θανάτου του Χριστού αλλά και της ένδοξης Ανάστασής Του66. Η ψυχή της Παναγίας χωρίζεται από το σώμα της, παραδίδεται στην ταφή, αλλά δεν κατεξουσιάζεται από το θάνατο ούτε διαλύεται από τη φθορά, όπως υπαγορεύει η φυσική νομοτέλεια. Το πανάγιο σώμα της Παναγίας, όπως και το σώμα του Χριστού, μένει τρεις μέρες στη γη και μεταβαίνει στον ουρανό. Μετά την Κοίμησή της το θείο σώμα της Παναγίας μένει αδιάφθορο και γεύεται από τώρα την ανάσταση, αυτό που θα συμβεί εσχατολογικά με την καθολική και κοινή ανάσταση67.
       Η Παναγία με την αδιάκοπη άσκηση κατακόσμησε την προσωπικότητά της με την λαμπρότητα όλων των αρετών. Αυτό το πλήρωμα της ωραιότητας με το αγγελικό και παρθενικό κάλλος της είλκυσε την εύνοια του Θεού, ο οποίος, «εν αγίοις αναπαυόμενος», έστρεψε τα μάτια Του πάνω της, για να συνεργαστεί μαζί της στο έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας καταγράφει αυτά που με την άσκησή της η Παναγία πραγματοποίησε στο σώμα και στην ψυχή της, εκείνα που προσείλκυσαν τον Θεό στη γη. Ποια είναι αυτά; «Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνος, άρνηση κακίας απάσης, ψυχή καθαρωτέρα φωτός, σώμα δια πάντων πνευματικόν, ηλίου φαιδρότερον, ουρανού καθαρώτερον, θρόνων χερουβικών ιερώτερον»68. Με την άσκησή της η Παναγία προετοίμαζε επί έτη την προσωπική πνευματική ολοκλήρωσή της, γι' αυτό αναδείχθηκε η μόνη βοηθός του Δημιουργού. Όπως η Εύα έγινε η μόνη βοηθός του Αδάμ από όλο το βασίλειο των ζώων και των φυτών, γιατί ήταν ο μόνος άνθρωπος. Κατά παρόμοιο τρόπο μόνο η Παναγία από όλη την κτίση βοήθησε τον Θεό, για να φανερώσει την αγαθότητα και την φιλανθρωπία Του. Γιατί ήταν η μόνη που με την αγιότητα και την ενάρετη ζωή της συμμετείχε στην χρηστότητα του Θεού. Ο Θεός δεν βρήκε στο πρόσωπο της Παναγίας απλά μόνο ένα κατάλληλο όργανο, όπως ο γλύπτης ψάχνει να βρει ένα κατάλληλο εργαλείο που να εξυπηρετεί στην υλοποίηση του σκοπού του, αλλά βρήκε ένα ξεχωριστό και ικανό συνεργάτη, «συνεργού τυχών επικαιροτάτου», που μπορούσε να συμβάλει στο έργο της θείας Οικονομίας69.
       Στο έργο αυτό της αναδημιουργίας του ανθρώπου και της ανύψωσής του σε πρόσωπο απαραίτητη είναι και η ελεύθερη συνεργασία του ανθρώπου με το Θεό. Η Παναγία, ως εκπρόσωπος του ανθρώπου, αποτελεί πρότυπο συνεργίας με το Θεό. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας διαπιστώνει πως από την μια πλευρά, αν η Παναγία δεν είχε με δική της προσωπική επιλογή προετοιμαστεί κατάλληλα, ο Θεός δεν θα έβλεπε με ευμένεια το ανθρώπινο γένος και δεν θα μπορούσε να διακονήσει στο έργο της σωτηρίας. Και από την άλλη πλευρά, αν η Παναγία δεν πίστευε στα λόγια του Αγγέλου και δεν αποδεχόταν ελεύθερα και με την θέλησή της να συνεργαστεί με τον Θεό, δεν θα πρωτοστατούσε στο έργο της Οικονομίας. Αυτό γίνεται φανερό από το ότι, όσο η Παναγία ζητούσε από τον Άγγελο εξηγήσεις για τον παράδοξο τρόπο της κυοφορίας, ο Θεός δεν ερχόταν μέσα της. Από τη στιγμή όμως που άκουσε την απάντηση του Αγγέλου, πίστεψε στο έργο της σωτηρίας και δέχτηκε ελεύθερα την πρόσκληση, ο Θεός αμέσως φόρεσε την ανθρώπινη σάρκα και έγινε Μητέρα του Θεού70. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Θεός για τη δημιουργία του ανθρώπου δεν ζητά τη συνδρομή του Αδάμ. Ενώ για την ανακαίνισή του ο Θεός προϋποθέτει την ενεργητική συμμετοχή του ανθρώπου και περιμένει την δεκτικότητα και την ανταπόκρισή του. Επομένως την ενσάρκωση του Χριστού για την ανάπλαση του ανθρώπου την αποφάσισε ο Τριαδικός Θεός και την κύρωσε η Παναγία με την σύμφωνη γνώμη της. Η ενανθρώπηση υπήρξε όχι μόνο έργο του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά και έργο της θέλησης και της πίστης της Παναγίας. Η παρουσία της Παναγίας ήταν απαραίτητα συνθήκη για την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού71. Χωρίς την συγκατάθεσή της και χωρίς τη συνδρομή της πίστης της το θείο σχέδιο θα έμενε απραγματοποίητο72. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας παρατηρεί πως η Παναγία έπρεπε να επιδείξει χαρακτηριστικά αντίστοιχα με τον Υιό της. Όπως ο Χριστός έγινε άνθρωπος «εκουσίως», με τη θέλησή του, έτσι και η Παναγία γίνεται Μητέρα του Θεού ελεύθερα και με τη θέλησή της, «μετ' εθελουσίου γνώμης γένηται Μήτηρ» Θεού. Και όπως ο Χριστός δεν προσέλαβε μόνο την σάρκα αλλά καθετί το ανθρώπινο και είχε και ψυχή και νου και θέληση, έτσι και η Παναγία δεν πρόσφερε μόνο το σώμα της για τη σάρκωση του Χριστού, σαν μια απλή ετεροκίνητη μηχανή που χρησιμοποιείται για μια ορισμένη δουλειά, αλλά προσέφερε στο Θεό και το νου και τη θέλησή της, όλη την ύπαρξή της. και γίνεται Μητέρα Θεού και ως προς το σώμα και ως προς την ψυχή73.
       Μέσα από τη στιχομυθία του Αγγέλου με την Παναγία κατά τον Ευαγγελισμό διαπιστώνεται η συγκατάθεση και η συναίνεσή της στην κλήση του Θεού. Η Παναγία όμως δεν δέχεται άκριτα και αβασάνιστα το μήνυμα του Αγγέλου. Τα λόγια του ακούγονται παράδοξα και δεν μπορεί εύκολα να τα παραδεχτεί74. Ο αρχάγγελος της αναγγέλει κάτι εντελώς πρωτάκουστο, ασυνήθιστο, μοναδικό, που ανατρέπει τους νόμους της φύσης και ξεπερνά τη λογική. Γι' αυτό εύλογη προβάλλει η απορία της Παναγίας: «Πώς έσται μοι τούτο;»75. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας επιμένει ιδιαίτερα στην ερώτηση της Παναγίας για τον τρόπο πραγματοποίησης της παράδοξης σύλληψης. Την θεωρεί απαραίτητη, γιατί ενισχύει την πίστη της Παναγίας στο σχέδιο του Θεού και ταυτόχρονα φανερώνει την βαθιά και ειλικρινή πίστη της, το θαυμαστό ηρωισμό της, την ασύλληπτη ακεραιότητά της, το άμετρο ψυχικό μεγαλείο της76.
       Η Παναγία δεν εκπλήσσεται, ούτε ταράζεται από τα λόγια του Αγγέλου, όπως ακριβώς δεν ενοχλούνται τα μάτια από το φως και η μέρα από τον ήλιο, γιατί γνωρίζει καλά πως σκοπός του ανθρώπου είναι να ενωθεί με τον Θεό77. Ούτε πάλι παρασύρεται από τα υπερβολικά εγκώμια του Αγγέλου, αλλά το μόνο που την απασχολεί και σ' αυτό που συγκεντρώνει την προσοχή της είναι να μάθει και να ερευνήσει με ακρίβεια τον τρόπο της θείας σύλλη­ψης78. Απορεί πώς είναι δυνατόν να κυοφορήσει, ενώ έχει διαλέξει τη ζωή της παρθενίας, και με ποιο τρόπο μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο στη φύση: «ει δε και η φύσις ακολουθήσει, διδάσκοις αν», γιατί «παρά τοις παρθενεύειν προηρημένοις, ώσπερ εγώ ζην ειλόμην, ουκ οίδε κύειν η φύσις»79. Σ' αυτό το διάλογο αξιοπρόσεκτο είναι ότι η Παναγία αντιπαρέρχεται καθετί που έχει σχέση με την δική της προετοιμασία. Δεν ενδιαφέρεται να ρωτήσει αν έχει καθαρίσει ικανοποιητικά το σώμα και την ψυχή της για σπουδαία διακονία, γιατί ξέρει καλά τον εαυτό της πως δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο, είναι κατάλληλα προετοιμασμένη και έτοιμη για την υποδοχή του Θεού: «Εγώ μεν του Θεού προς υποδοχήν έτοιμος και ικανώς έχω παρασκευής»80. Η Παναγία είναι συνειδητοποιημένη ως προς την ψυχοσωματική της ακεραιότητα και αγνότητα81, γι' αυτό όταν μαθαίνει τον τρόπο κυοφορίας, «εκ Πνεύματος αγίου», ξεπερνά κάθε αμφιβολία και υποτάσσει στην πίστη όλα τα τυχόν ερωτηματικά που της γεννήθηκαν και δέχεται πρόθυμα να υπηρετήσει στο έργο της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους.
       Η αποδοχή του αγγελικού μηνύματος δεν ήταν μια επιπόλαιη και βιαστική κατάφαση στο σχέδιο του Θεού, αλλά μια ελεύθερη, ενσυνείδητη και προσωπική ανταπόκριση στην κλήση Του. Μέσα από το διάλογο αυτό αποκαλύπτεται η σύνεση, η σωφροσύνη και η αληθινή πίστη της Παναγίας82 με την οποία αντιμετώπισε το όλο πρόβλημα, χωρίς να φτάσει στη διστακτικότητα του Ζαχαρία και στην απιστία της Εύας83. Η αρχική επιφυλακτικότητα της Παναγίας έναντι του Αγγέλου δεν είχε κίνητρο την δυσπιστία, αλλά ήταν ενδεικτική της σύνεσης, της πίστης και της ακεραιότητάς της. Μ' ένα λόγο ήταν απαύγασμα ολόκληρου του ψυχικού μεγαλείου της.
      Η στάση και η αντιφώνηση της Παναγίας προς τον αρχάγγελο με τα απλά λόγια: «Ιδού η δούλη Κυρίου» υπαινίσσεται την ξεχωριστή αρετή της Παναγίας, την ταπείνωσή της. Η ταπείνωση αποτελεί περιεκτική αρετή, η άσκηση της οποίας μαρτυρεί ήδη την άσκηση και βίωση όλων των άλλων αρετών84. Αυτή η βαθειά ταπείνωση της Παναγίας σαν μαγνήτης είλκυσε το πλήρωμα της χάρης του Θεού85. Το «μέγιστον και υπερφυές» στην άφατη ταπείνωση της Παναγίας είναι το γεγονός ότι χωρίς να ξέρει τίποτα, χωρίς καμιά προειδοποίηση, ήταν τόσο καλά προετοιμασμένη για το μυστήριο της ενσάρκωσης, ώστε μόλις ο Θεός θέλησε ξαφνικά να κατεβεί στη γη, ήταν σε θέση να τον υποδεχθεί με ψυχή έτοιμη, άγρυπνη και καθαρή86. Αυτή ακριβώς η άγνοια της Παναγίας απέδειξε καλύτερα το πόσο πολύ τελειοποίησε την ψυχή της, το ότι έφτασε στην κορυφή της αγιότητας, ώστε ο Θεός την διάλεξε για Μητέρα Του από ολόκληρη την κτίση.
 
Η προσφορά και το έργο της Παναγίας
       Η τελειότητα της αρετής της Παναγίας ήταν η δύναμή της. Με τη δύναμη αυτή των αρετών της έδωσε τέλος στην κυριαρχία της αμαρτίας που καταδυνάστευε τους ανθρώπους: «και ήρκεσε μιας ψυχής αρετή προς την των απάντων των εξ αιώνος ανθρώπων στήναι κακίαν»87. Με τον τρόπο αυτό η Παναγία έγινε η Κιβωτός που διέσωσε το ανθρώπινο γένος από το φοβερό κατακλυσμό της αμαρτίας, όπως ακριβώς έκανε και η Κιβωτός του Νώε στην Παλαιά Δια­θήκη88. Η δικαιοσύνη και η αρετή της Παναγίας ξέπλυνε την ανθρώπινη φύση από το μίασμα της αμαρτίας και εξάλειψε την αισχύνη που της προκαλούσε καταργώντας ταυτόχρονα και την «ύβρι» του κοινού εχθρού του ανθρώπου, του διαβόλου89. Η νίκη αυτή της αμαρτίας δεν περιορίστηκε μόνο στην Παναγία, αλλά μεταδόθηκε σ' όλους τους ανθρώ­πους90. Γιατί σύμφωνα με τη θεμελιώδη αλήθεια της ορθοδόξου πίστης η ύπαρξη κάθε ανθρώπου είναι στενά συνδεδεμένη με την ύπαρξη των άλλων. Αυτή η οντολογική κοινωνία και η ενότητα της ανθρώπινης φύσης έχει ως αποτέλεσμα η αρετή και η καθαρότητα ενός προσώπου να ρέει σ' ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Επομένως η νίκη της Παναγίας κατά της αμαρτίας δεν θεωρήθηκε ποτέ ως προσωπική της μόνο δόξα, αλλά σαν νίκη που την πέτυχαν όλοι οι άνθρωποι. Με τη δική της νίκη κόσμησε το ανθρώπινο γένος αποκρύπτοντας την ασχήμια του. Δεν το έκανε να ντρέπεται σα να νικήθηκε, αλλά το φανέρωσε λαμπρότερο. Ούτε με το να γίνει εξαιρετικά καλή και ωραία αποκάλυψε την αμαρτωλότητα των άλλων, αλλά με την νίκη της απάλλαξε από κάθε κακία όλους τους νικημένους και τους χάρισε πνευματικό κάλλος και ωραιότη­τα91. Η υπεροχή της αρετής της Παναγίας εξάγνισε όλους τους ανθρώπους και έγινε η κάθαρση και ο ιλασμός τους92. Η δική της καθαρότητα προσφέρθηκε σαν θυσία «προτέλειος και καθαρτήριος» πριν από την σταυρική θυσία του Χριστού για το καλό όλου του ανθρώπινου γένους. Μόνη αυτή από όλους τους ανθρώπους παρουσίασε ψυχή απόλυτα καθαρή, που «συνεκάλυψε πάσαν ανθρωπίνην πονηρίαν» και υπερασπίστηκε με την αρετή της και όλους τους άλλους ανθρώπους93.
       Η μοναδική ωραιότητα της Παναγίας ανέδειξε ωραία και την ανθρώπινη φύση94, γι' αυτό η Παναγία θεωρείται η αιτία κάθε ωραιότητας και μεγαλοπρέπειας που υπάρχει στον άνθρωπο. Στην Παναγία, βέβαια, βασίζεται και όλο το «είναι» του ανθρώπου, γιατί η Παναγία αποκάλυψε την ωραιότητα της αρχικής του δημιουργίας, συνέβαλε στην αποκατάσταση του «κατ' εικόνα» που είχε αμαυρωθεί με την πτώση του και ανέπλασε την ευπρέπεια του κάλλους του που είχε αφανιστεί με την κυριαρχία του κακού95. Με τον τρόπο αυτό η Παναγία συνέπραξε στο έργο της ανακαίνισης του ανθρώπινου προσώπου. Όπως το φως του ήλιου διαχέεται στην ατμόσφαιρα και παρουσιάζει την ωραιότητα των πραγμάτων που φωτίζονται, παρόμοια και η Παναγία μεταδίδει σ' όλους το δικό της λαμπρό φως και προβάλλει όλη την ωραιότητα και τη χάρη του ανθρώπου, όπως αυτή ανθούσε πριν να τη χάσει με την πτώση του96. Επειδή η Παναγία μόνη από όλη την κτίση αποκαλύπτει την πρωτόκτιστη ωραιότητα του ανθρώπου, είναι και η μόνη δια μέσου της οποίας μπορεί κάθε άνθρωπος να γνωρίσει αληθινά τον Δημιουργό: «και μόνη των κτισμάτων αληθώς εξήν από ταύτης τον δημιουργόν επιγνώναι»97. Όπως η διαύγεια του αέρα μας επιτρέπει να βλέπουμε καθαρά το φως του ήλιου, έτσι και η καθαρότητα της Παναγίας δεν εμποδίζει κανέναν, αλλά φανερώνει σ' όλους το αληθινό φως του Θεού. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τονίζει χαρακτηριστικά πως μόλις η Παναγία παρουσιάστηκε στη γη, αποκαλύφτηκε αμέσως και ο Χριστός: «επεί η Παρθένος ην, και αυτός (ο Χριστός) παντάπασι δήλος ην»98.
       Το υποβλητικό κάλλος της Παναγίας είλκυσε την αγάπη του Θεού, κατέκτησε Αυτόν που ήταν απαθής και έγινε άνθρωπος για χάρη της Παναγίας, Εκείνος που εξ αιτίας της αμαρτίας ήταν μισητός στους ανθρώπους99. Η Παναγία με την αγιότητα του βίου της γκρέμισε το διαχωριστικό τείχος της αμαρτίας που υπήρχε ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό, διέλυσε το μεταξύ τους μίσος, τους συμφιλίωσε και τους συνένωσε μεταφέροντας τις προσευχές των ανθρώπων στον ουρανό100. Με τη λύση της έχθρας αυτής η Παναγία ως Μητέρα του Θεανθρώπου προσέφερε τη δυνατότητα σε όλους τους ανθρώπους να ενωθούν με το Θεό και μάλιστα να γίνουν ομότιμοι, ομόθρονοι και ομόθεοι με τη θεία φύση101. Η Παναγία έγινε η «γέφυρα» και η «κλίμακα» μεταξύ ουρανού και γης102. Χάρη στην ύπαρξή της ο ουρανός γέμισε αναγεννημένους ανθρώπους που τους μετέφερε η Παναγία από τη γη στον ουρανό. Και η γη δέχτηκε σαν κάτοικό της τον καινό άνθρωπο, τον Δεσπότη του ουρανού, τον Χριστό103.
       Η Παναγία δεν ήταν «καρπός της αμαρτίας», αλλά «νέον δικαιοσύνης άνθος»104 που νίκησε τον κόσμο της φθοράς και μετέπλασε το ανθρώπινο γένος. Το απάλλαξε από την εξασθένηση και το μαρασμό που φέρνουν τα γηρατειά και του έδωσε τη δυνατότητα να αναγεννηθεί ελευθερώνοντάς το από το θάνατο και τη φθορά της αμαρτίας105. Η Παναγία εκπροσωπεί ακριβώς αυτή την ελευθερία των τέκνων του Θεού, γιατί «εμηχανήσατο», έφερε την ανάσταση στους ανθρώπους106. Οι άνθρωποι χάρη στην παρουσία της δεν υπόκεινται πια στις συνέπειες της προγονικής τιμωρίας και δεν υπηρετούν πλέον τη φθορά και το θάνατο, αλλά ελεύθεροι ανυψώνονται προς τον Θεό107.
       Δια μέσου της Παναγίας εξαφανίζεται η λύπη της αμαρτίας και ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να βρει και να απολαύσει την αναλλοίωτη χαρά και την αληθινή ευτυχία. Ο άνθρωπος με την πτώση του, αφού έχασε την ευτυχία για την οποία πλάστηκε, την αναζητούσε και την ποθούσε από τότε αδιάκοπα. Κανείς όμως ούτε από τους Αγγέλους, ούτε από τους ανθρώπους δεν είχε τη δύναμη να του την ξαναπροσφέρει. Έπεφτε συνεχώς στα χειρότερα χωρίς να μπορεί να ξαναγυρίσει στην πρώτη κατάσταση. Αυτήν ακριβώς την ευτυχία μόνο η Παναγία έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο να την ξαναβρεί. Γιατί η Παναγία εκπλήρωσε την επιθυμία του ανθρώπου ενώνοντάς τον με τον μόνο Επιθυμητόν, Αυτόν που όταν τον βρει κανείς δεν μπορεί να ζητήσει τίποτε περισσότερο. Και ένωσε τόσο στενά τον Θεό με τον άνθρωπο, ώστε ο Χριστός να μετέχει όχι μόνο στον τρόπο και στον τόπο της ζωής του ανθρώπου αλλά και στην ίδια την φύση του108. Για το λόγο αυτό η Παναγία είναι η μοναδική οδηγός, που οδηγεί κάθε άνθρωπο να βρει τον Θεό και την αλήθειά Του: «Μόνη γαρ ηγεμών υπήρξε πάση ψυχή και νω της περί Θεόν αληθείας»109.
       Η ύπαρξη της Παναγίας έχει κοσμικές διαστάσεις. Η Παναγία είναι ο «καρπός των κτισμάτων»110. Γιατί για χάρη της Παναγίας δόθηκε η αρμονία και η ίδια η ύπαρξη στον ουρανό, στη γη, στον ήλιο και στο καθετί που υπάρχει στην κτίση. Όπως ακριβώς για χάρη του καρπού υπάρχει και επαινείται το δέντρο, έτσι αποκλειστικά και μόνο στην Παναγία που είναι ο «καρπός των κτισμάτων» πρέπει ν' αποδοθεί κάθε μεγαλοπρέπεια, χάρη και ωραιότητα της κτίσης111. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας υπογραμμίζει πως, όταν ο Θεός δημιούργησε τα πάντα και βλέποντάς τα είπε ότι ήταν «καλά λίαν», αυτό το κάλλος αφορούσε και ήταν εγκώμιο για την Παναγία. Ήταν «καλά λίαν», επειδή η Παναγία θα ερχόταν στη γή112. Γι' αυτό την ημέρα της γέννησής της ολόκληρη η κτίση αγάλλεται και πανηγυρίζει την αναγέννησή της. Ο ουρανός και ο ήλιος την ημέρα της γέννησης της Παναγίας συνειδητοποίησαν πως δεν δημιουργήθηκαν άσκοπα, αφού φανερώθηκε αυτή για την οποία πλάστηκαν. Η Παναγία είναι ο σκοπός όλης της δημιουργίας, γι' αυτό η γενέθλιος ημέρα της Παναγίας είναι τα γενέθλια και της οικουμένης: «Νυν πάσα κτίσις εαυτής ήσθετο καλλίονος και λαμπροτέρας, του κοινού κόσμου λάμψαντος»113.
        Η παρουσία της Παναγίας στον κόσμο αλλοίωσε προς το καλύτερο όλο το σύμπαν. Αποκάλυψε την ωραιότητα και τη λαμπρότητα όλης της δημιουργίας. Απάλλαξε την κτίση από τη φθορά και της χάρισε την πολυπόθητη αφθαρσία. Γι' αυτό ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας γράφει πως η κτίση θα γίνει καλύτερη χάρη στην Παναγία και θα ελευθερωθεί από τη φθορά και ο ουρανός και η σελήνη και η γη και τα αστέρια114. Η Παναγία ενσαρκώνει την ελευθερία της κτίσης από τη δουλεία της φθοράς. Αποκατέστησε την ταραγμένη σχέση της κτίσης με τον Θεό - Δημιουργό, ελευθερώνοντάς την από τα δεσμά που της επέβαλε η αδαμική πτώση, και εκπλήρωσε το διακαή πόθο της κτίσης με τη φανέρωση του Χριστού στη γη, ολοκληρώνοντας την απελευθέρωσή της115.
       Η ευεργετική παρουσία της Παναγίας δεν περιορίζεται μόνο στον άνθρωπο και την κτίση, αλλά επεκτείνεται πέρα από τον ουρανό. Το μεγαλείο και η πρωτοφανής αρετή της Παναγίας «εκάλυψε» τον ουρανό και ξεπέρασε το χορό των Αγγέλων. Ενώ οι Άγγελοι, τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ στέκονται γύρω από τον Θεό και δέχονται τις θείες ακτίνες Του, η Παναγία δεν δέχεται κάποια θεία λαμπρότητα και δόξα αλλά την ίδια την υπόσταση του Θεού μέσα της. Γι' αυτό η Παναγία τοποθετείται ψηλότερα από τις αγγελικές δυνάμεις. Είναι η «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ»116.
       Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας σχολιάζοντας τα λόγια του Αποστόλου Παύλου τονίζει πως δια μέσου των Αγγέλων δόθηκε στους ανθρώπους ο παλαιός νόμος του Θεού, οι εντολές Του. Η Παναγία όμως αποκάλυψε στους ανθρώπους τον ίδιο τον ενυπόστατο Λόγο του Θεού. Όχι με σύμβολα και εικόνες αλλά με άμεσο τρόπο φανέρωσε τον ίδιο τον Θεό, τον Χριστό, όχι μόνο στους ανθρώπους αλλά και στις αγγελικές Αρχές και Εξουσίες, για να γίνει και σ' αυτές γνωστή η πολυποίκιλος του Θεού σοφία. Γιατί πριν από την Παναγία η γνώση του Θεού ήταν τόσο αμυδρή, ώστε να μη μπορεί να συγκριθεί μ' αυτή που έφερε η Παρθένος Μαρία. Η Παναγία όχι μόνο στους ανθρώπους, τους δίκαιους και τους άδικους, τους πονηρούς και τους αγαθούς αλλά και σ' αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις φανέρωσε τον Ήλιο της δικαιοσύ­νης117. Γι' αυτό η ύπαρξή της ήταν πολύτιμη και για τους Αγγέλους. Έκανε ν' ανατείλει και γι' αυτούς το φως, τους έδωσε τη δυνατότητα να γίνουν σοφότεροι και καθαρότεροι από πριν και να γνωρίσουν την αγαθότητα και τη σοφία του Θεού καλύτερα118.
       Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας φτάνοντας στην αποκορύφωση της ομιλίας του διαπιστώνει πως η Παναγία είναι η «καινή γη και καινός ουρανός». Με τον τρόπο αυτό ο ιερός συγγραφέας θέλει να κάνει σαφή υπαινιγμό στις εκκλησιολογικές διαστάσεις της Παναγίας. Είναι καινή γη, γιατί αν και προέρχεται από τη γη, όπως όλοι οι άνθρωποι, δεν νικήθηκε από την αμαρτία και έγινε η απαρχή ενός νέου γένους πνευματικά ωραιότερου. Και είναι καινός ουρανός επειδή έχει απαλλαγεί από κάθε κακία και μολυσμό και είναι ασύγκριτα ανώτερη από κάθε φθορά, γι' αυτό με την παρουσία της ανακαινίζει όλη τη δημιουργία ακόμη και τους Αγγέ­λους119. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας συνεχίζει υπογραμμίζοντας πως η Παναγία είναι γη θαυμαστή και υπέροχος ουρανός, γιατί με την καθαρότητα και την ακεραιότητά της ανυψώθηκε από την γη και ξεπέρασε όλο το πλάτος και το ύψος του ουρανού. Είναι αφάνταστα καθαρότερη από τον ουρανό, γιατί είναι αδύνατο να δει κανείς τον Θεό μέσα από τον ουρανό, ενώ η Παναγία δεν εμποδίζει κανένα να δει και να απο­λαύσει το Χριστό. Και το πιο σημαντικό είναι πως κατοίκησε στην Παναγία Εκείνος που ο ουρανός δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να τον χωρέσει120. Η Παναγία έγινε ο ναός ο ακατάλυτος και ο άγιος, στον οποίο σκήνωσε ο Λόγος του Θεού121. Συνεπώς το πρόσωπο της Παναγίας ταυτίζεται με το μυστήριο και το ρόλο της Εκκλησίας. Η Παναγία είναι ο «τύπος της Εκκλησίας», η χώρα του αχωρήτου και η πλατυτέρα των ουρανών, γιατί μέσα στην αγία και παρθενική μήτρα της πραγματοποιήθηκε η υποστατική ένωση Θεού και ανθρώπου, η ανάκραση κτιστού και Ακτίστου. Η Παναγία κατά τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά είναι «το μεθόριο κτιστής και ακτίστου φύσεως». για το λόγο αυτό αποτελεί τη Μεσίτρια που ενώνει τη γη με τον ουρανό, τον αισθητό κόσμο με τη νοητή ωραιότη­τα122. Η Παναγία με την παρουσία της, τονίζει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, μετέτρεψε τη γη σε ουρανό, άδειασε τον άδη από τους δεσμώτες. Έκανε τους ανθρώπους  πολίτες του ουρανού. Συνένωσε τους αγγέλους με τους ανθρώπους123.
       Η φανέρωση της Εκκλησίας ως «νέας κτίσης» θεωρείται παράλληλη με την ύπαρξη της Παναγίας124. Από αυτή γεννήθηκε ο καινούργιος άνθρωπος, ο Χριστός, που σήμανε την προσδιοριστική τομή στο χρόνο με την μετάβαση στην νέα πραγματικότητα της καινής κτίσης125. Γι' αυτό η Παναγία είναι η μητέρα της καινής κτίσης126. Στο πρόσωπό της η ιερά ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης ολοκληρώνεται και καταυγάζεται από τη νέα προοπτική της χάριτος του Θεού127, η κτίση ανακαινίζεται, και κάθε άνθρωπος μεταπλάθεται σε νέα «εν Χριστώ» ύπαρξη. Η παρουσία της Παναγίας σώζει τον κόσμο και όλη την ανθρωπότητα. για το λόγο αυτό η Παναγία είναι η απαρχή της καινής κτίσης και η οδηγός κάθε πνευματικής τελείωσης: «απαρχή αγία και της προς Θεόν φερούσης ηγεμών τοις ανθρώποις»128.
       Η Παναγία όπως υποδηλώνει η λέξη κατέχει το πλήρωμα της αγιότητας. Βρίσκεται πάνω απ' όλους τους αγίους. Είναι η κατ' εξοχήν αγία μεταξύ όλων των δικαίων, μεγάλων πατριαρχών και προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, γιατί κανείς δεν μπορούσε να ήταν άγιος πριν γεννηθεί η Παρθένος Μαρία. Η Παναγία είναι η πρώτη αγία που μόνη αυτή από όλους νίκησε ολοκληρωτικά την αμαρτία και ξεπέρασε όλους σε αρετή και αγιότητα. Είναι όχι απλώς αγία αλλά η αγία των αγίων που, με την προσωπική της προετοιμασία για την υποδοχή του σωτήρα Χριστού, άνοιξε τη θύρα της αγιωσύνης σε όλους και στους προφήτες και στους ιερείς αλλά και σ' εκείνους που αξιώθηκαν να συμμετέχουν στα θεία μυστήρια129. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας προσπαθώντας να εκφράσει αυτή την άφατη αγιότητα και μεγαλοπρέπεια της Παναγίας γράφει ότι είναι θησαυρός ή περιουσία ή πηγή κάθε αγιότητας των ανθρώπων: «και ην ουσίας τις ή θησαυρός ή πηγή ή ουκ οίδ' ό,τι φως της των ανθρώπων αγιωσύνης»130.
       Το κάλλος και το φως της αγιότητας το οποίο πηγάζει από την Παναγία είναι έσωθεν, είναι ο της κοιλίας αυτής καρπός131. Γιατί ο καρπός της Παναγίας, ο Χριστός, είναι εκείνος που πρώτος και μόνος έφερε την αγιότητα στον κόσμο: «ο γαρ της Παρθένου καρπός πρώτος και μόνος την αγιωσύνην εισήνεγκεν εις τον κόσμον»132. Επομένως η αγιότητα της Θεοτόκου πραγματώνεται από τον Υιό της, το Χριστό που την αγιάζει. Η Μαρία είναι αγία, Παναγία, Παρθένος, Θεοτόκος, γιατί ο Υιός της είναι γι' αυτήν ο αγιάζων, ο παναγιάζων, ο τηρών την Παρθενία, ο σωτήρας Θεός133. Η Παναγία δεν σώζει, αλλά δεν σώζεται κανείς χωρίς αυτήν. Μόνο μέσω της Παναγίας οικειοποιείται κάθε άνθρωπος κατά το μέτρο της καθαρότητάς του τον σωτήρα Χρι­στό134.


  • 1.        Από τους Χαιρετισμούς της Παναγίας: «Χαίρε, αρχηγέ νοητής αναπλάσεως. Χαίρε, χορηγέ θεϊκής αγαθότητος».
  • 2.        ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την πάνδοξον Κοίμησιν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Παναχράντου Θεοτόκου 13, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ. 218. Βλ. Δ. ΤΣΑΜΗ, Θεομητερικόν, Γενική εισαγωγή, Θεσσαλονίκη 1998, τ. 1ος, σελ. 13-15.
  • 3.        Βλ. Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, Πρόσωπο και θεσμοί, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 32.
  • 4.        Βλ. ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΓΙΟΥΛΤΣΗ, Η Παναγία πρότυπο πνευματικής τελειώσεως, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 12.
  • 5.        Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός.
  • 6.        ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την υπερένδοξον της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου Γέννησιν 2, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ. 46: «επεί μηδέ φύσεως απλώς εγένετο τόκος, αλλά της υμετέρας ευχής και δικαιοσύνης έργον υπήρξεν». Το χωρίο αυτό μας δίνει μια ορθόδοξη προσέγγιση του «μυστηρίου» της συλλήψεως της Παναγίας. Η ένωση των Θεοπατόρων γίνεται «εν Θεώ», «σωφρόνως», για την πλήρωση του Νόμου της παιδοποιΐας και όχι λόγω της σαρκικής επιθυμίας. Αυτό σημαίνει ότι η σύλληψη της Θεοτόκου ήταν αγνή, αλλά όχι άσπιλη κατά το ρωμαιοκαθολικό δόγμα. Βλ. ΑΜΑΛΙΑΣ ΣΠΟΥΡΛΑΚΟΥ - ΕΥΤΥΧΙΑΔΟΥ, Η Παναγία Θεοτόκος τύπος χριστιανικής αγιότητας, Αθήνα 1990, σελ. 465-467 και Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, Αθήνα 1974, σελ. 48-49.
  • 7.        ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 2 και 3 Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ. 46 και 50-52.
  • 8.        Στο ίδιο 2 και 3, σελ. 44-46 και 50-52.
  • 9.        Στο ίδιο 2, σελ. 48.
  • 10.      ΑΜΑΛΙΑΣ ΣΠΟΥΡΛΑΚΟΥ-ΕΥΤΥΧΙΑΔΟΥ, ό.π., σελ. 480.
  • 11.      ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΓΙΟΥΛΤΣΗ, μν. έρ., σελ. 57. Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Ομιλία 52, 7, έκδ. Σ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, σελ. 127.
  • 12.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 4, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ. 54.
  • 13.      Στο ίδιο 4, σελ. 56.
  • 14.      Στο ίδιο 5, σελ. 58.
  • 15.      ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Ε.Π.Ε., τ. 1ος, σελ. 212: Η προαίρεση είναι η εξουσία που έχει ο άνθρωπος να μένει σταθερός και να προβαίνει στο καλό βοηθούμενος από τη θεία χάρη, αλλά και αντίστροφα, να εκτρέπεται από το καλό καταλήγοντας στο κακό.
  • 16.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 8, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ. 76.
  • 17.      Στο ίδιο 5, σελ. 58 και 62.
  • 18.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 6, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ. 68.
  • 19.      Στο ίδιο 5, σελ. 64.
  • 20.      Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας προσπαθεί με κάθε φραστικό τρόπο να αντιπαραθέσει την ορθόδοξη παράδοση για το πρόσωπο της Παναγίας προς την αιρετική δοξασία των Ρωμαιοκαθολικών για την άσπιλη σύλληψη της Θεοτόκου. Ο M. Jugie όμως στο άρθρο του "La doctrine mariale de Nicolas Cabasilas, Ε.Ο. 18 (1919), σελ. 375-388 προσπαθεί να υποστηρίξει το αντίθετο αλλοιώνοντας το νόημα των λόγων του αγίου Πατέρα. Καταγράφω τα χωρία τα σχετικά με το θέμα μας: ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 6, Π. ΝΕΛΛΑ. Η Θεομήτωρ, σελ. 64-66: «η πανάμωμος Παρθένος ου πόλιν σχούσα τον ουρανόν, ουκ από των εκεί γενομένη σωμάτων, αλλ' από γης τον ίσον άπασι τρόπον αυτού του πεσόντος γένους». Στο ίδιο 6, σελ. 68: «μόνον άνθρωπος ούσα. και των κοινών τούτων ανθρώποις μετασχούσα πλέον ουδέν, έπειτα μόνη την κοινήν διέφυγε νόσον». Στο ίδιο 7, σελ. 74: «μόνον εαυτή χρησαμένη και ταις κοινή πάσι δοθείσαις εις αρετήν αφορμαίς». Στο ίδιο 8, σελ. 78: «ουκούν ην αν εβοήθησε τη μητρί βοήθειαν, ουδεμία κατελείπετο μείζων της απασών μεγίστης κοινή προτεθείσης ανθρώποις άπασιν». Αυτή η συχνότατη αναφορά στην ανθρώπινη καταγωγή της Παρθένου αποσκοπεί να καταδείξει την πλήρη συμμετοχή της στις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά και την προαίρεσή της με τον εκούσιο προσανατολισμό της στην αρετή. Βλ. ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΓΙΟΥΛΤΣΗ, μν. έρ., σελ. 76. Βλ. ΑΜΑΛΙΑΣ ΣΠΟΥΡΛΑΚΟΥ-ΕΥΤΥΧΙΑΔΟΥ, μν. έρ., σελ. 359: «Η Θεοτόκος δεν υπήρξε ένα extra δημιούργημα του Θεού χωρίς τα κοινά γνωρίσματα του γένους και  κυρίως την προπατορική αμαρτία. Αλλά αντίθετα όλη η θεολογία της αγιότητας της Θεοτόκου στηρίζεται στην αρχή της μεταβιβάσεως και στην Παναγία όλων των χαρακτηριστικών της ανθρώπινης φύσης».
  • 21.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 6, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.66.
  • 22.      Στο ίδιο 6, σελ. 66.
  • 23.      Στο ίδιο 7, σελ. 68-74.
  • 24.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 6, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 68: «Η δε ταύτα δυνηθείσα και την ανθρωπείαν ιδέαν σώσασα λαμπρώς είδους ειλικρινή παντός αλλοτρίου μόνη των γενομένων και των έπειτ' εσομένων ανθρώπων, η μακαρία Παρθένος».
  • 25.      Στο ίδιο 6, σελ. 66: «μόνη... κατά πάσης έστη κακίας και τω Θεώ το παρ' αυτού δοθέν ημίν ακήρατον απέδωκε κάλλος».
  • 26.      Στο ίδιο 16, σελ. 104.
  • 27.      Στο ίδιο 15, σελ. 102.
  • 28.      ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΟΥΛΤΣΗ, μν. έρ., σελ. 12.
  • 29.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της υπεραγίας Δεσποίνης ημών και αειπαρθένου Μαρίας  8, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.150-152.
  • 30.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 16, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.104-106.
  • 31.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 14, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.98, ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 8, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.150.
  • 32.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 8, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.152-154.
  • 33.       Βλ. Α. ΦΥΤΡΑΚΗ, Αι αντιδράσεις κατά της τιμής των Αγίων εν τη αρχαία Εκκλησία και τα αίτια αυτών, Αθήνα 1956, σελ. 40: «η Μήτηρ του Κυρίου ήδη υπό του Ωριγένους εθεωρείτο και ετιμάτο ως το πρότυπον της εγκρατείας και της ασκήσεως και οι Πατέρες του τρίτου και τετάρτου αιώνος απέδιδον εις αυτήν πάσας τας αρετάς, ας απήτει υπό των ηρώων το τότε διαμορφούμενον κατά την εποχήν ταύτην ασκητικόν και μοναχικόν ιδεώδες».
  • 34.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 3, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.128-130.
  • 35.      Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Λόγος εις το Γενέσιον της Θεοτόκου, PG 96, 676 BC.
  • 36.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 3, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.126-128.
  • 37.      Στο ίδιο 2, σελ. 124.
  • 38.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 10, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.80-82.
  • 39.      Στο ίδιο 11, σελ. 88-90.
  • 40.      Στο ίδιο 11, σελ. 90-92.
  • 41.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 12, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ.92-94: «Ο Θεός άτε μάλλον ταύτην γινώσκων ... Και από των ιερών τούτων αδύτων εξαγαγών επ' άλλην ήγε σκηνήν... αλλ' αυτός υπήρξε τη μακαρία σκηνή, ... Μόνον γαρ ο Θεός εαυτόν αξίαν έγνω σκηνήν τη μόνη γενομένη αξία του Θεού σκηνή».
  • 42.      Αμαλίας Σπουρλακου-Ευτυχιαδου, μν. έρ., σελ. 325.
  • 43.      Βλ. Αμαλίας Σπουρλακου-Ευτυχιαδου, ό.π., σελ. 496: «Η αγιότητα της θεομήτορος δεν είναι προνόμιον έξωθεν αυτή δοθέν, αλλ' ο καρπός των προσωπικών αυτής βιωμάτων, οφειλομένων τούτο μεν εις την ηθελημένην αξιοποίηση της κληροδοτηθείσης αυτή αγαθής φύσεως, τούτο δε εις την κατευθύνουσαν την ελευθέραν βούλησιν αυτής θείαν χάριν». Δ. Τςαμη, Θεομητορικόν, σελ. 16: «Η προσωπική αγιότητά της είναι καρπός της βουλήσεώς της με τη συνεργία της θείας χάρης, και γι' αυτό είναι τύπος αγιότητας για κάθε Χριστιανό». Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 8, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 194.
  • 44.      Στο ίδιο 8, σελ. 194.
  • 45.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 13, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.94-96: «την μακαρίαν Παρθένον ουδέποτε μηδέν ενεγκείν επί της ψυχής, ο μη παντάπασιν ιερόν».
  • 46.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ, Λόγος εις την Γέννησιν 13, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ.96-98.
  • 47.      Στο ίδιο 10, σελ. 82. Για το θέμα της αντιπαράθεσης του προτύπου της Παναγίας με της Εύας περισσότερα βλ. Ευτυχίας Γιουλτςη, μν. έρ., σ. 106-110 & Αμαλίας Σπουρλακου-Ευτυχιαδου, μν. έρ., σελ. 421 εξ.
  • 48.      Λουκ. 1, 35.
  • 49.      Ευτυχίας Γιουλτςη, μν. έρ., σελ. 93.
  • 50.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 10, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 82-84.
  • 51.      Αμαλίας Σπουρλακου-Ευτυχιαδου, μν. έρ., σελ. 615.
  • 52.      Γρηγοριου ΠΑΛΑΜΑ, Ομιλία ιδ', Εις τον Ευαγγελισμόν της Θεοτόκου, PG151, 176C. Για το θέμα της απαλλαγής της Παναγίας από το προπατορικό αμάρτημα και της αναμαρτησίας μετά τον Ευαγγελισμό βλέπε Αμαλίας Σπουρλακου-Ευτυχιαδου, μν. έρ., σελ. 557εξ. και 615 εξ.
  • 53.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 6, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 66: «τούτον πρότερον δια των έργων εφ' εαυτής έγραψε».
  • 54.      Βλ. Γ. Μαντζαριδη, Πρόσωπο και θεσμοί, σελ. 14 και 36 εξ.
  • 55.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 15, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 100-102: «εργάτην μεν παντάπασιν ακριβή των θείων επιταγμάτων, ... η μακαρία Παρθένος, ην αυτός εξείλεν εαυτώ, καθάπερ τι τέμενος απάσης προκρίνας της οικουμένης".
  • 56.      Στο ίδιο 10, σελ. 86. Βλ. Λουκ. 8, 21: «μήτηρ μου, φησί, και αδελφοί μου ούτοι εισιν, οι τον λόγον του Θεού ακούοντες και ποιούντες αυτόν».
  • 57.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 7, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 190.
  • 58.      Ησ. 61, 10.
  • 59.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 7, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 190-194.
  • 60.      Βλ. αρχιμ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΕΒΤΙΤΣ, «Η Θεοτόκος - χώρα του Αχωρήτου», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου Θεσ/νίκης εις τιμήν της υπεραγίας Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 137-147.
    61.      ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ,  Λόγος εις την Κοίμησιν 9-10, Π. ΝΕΛΛΑ, Η Θεομήτωρ, σελ. 204-208.
  • 62.      Βλ. ΑΜΑΛΙΑΣ ΣΠΟΥΡΛΑΚΟΥ-ΕΥΤΥΧΙΑΔΟΥ, μν. έρ., σελ. 84: «Η ενσώματος μετάστασις της Θεοτόκου δεν αποτελεί μόνον το θαυμαστόν γεγονός της εκ μέρους του Υιού και Θεού αυτής προσδιορισμένης τη μητρί οφειλής και τιμής. Αύτη πληροί ωσαύτως και απάσας τας περί αγιότητος αξιώσεις, ώστε να εκδιδάσκηται ως θαυμαστόν μεν, αλλά φυσικόν αποτέλεσμα της αγιότητος της Παναγίας».
  • 63.      Στην Ορθόδοξη Εκκλησία το επίμαχο πρόβλημα εστιάζεται στην κατάσταση του σώματος της Θεοτόκου μετά το φυσικό θάνατό της. Η απουσία ιστορικών πληροφοριών στην Καινή Διαθήκη και η έλλειψη αναφορών στα πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων πάνω στο θέμα αυτό ήταν επόμενο να οδηγήσει σε συγκρούσεις και θεολογικές συζητήσεις. Η Ρωμαιοκαθολική όμως Εκκλησία διατύπωσε σε δόγμα τη θέση της για την ενσώματη μετάσταση της Θεοτόκου. Βασισμένη στη διδασκαλία της για την άσπιλη Σύλληψή της δέχεται ότι ήταν απαλλαγμένη από το θάνατο, οπότε η «ζώσα μετέστη», αναλήφθηκε η ως Νέα Εύα «υπέστη θάνατον μη υποκείμενον εις φθοράν». Βλ. Ευτυχίας Γιουλτςη, μν. έρ., σελ. 137-142. Αμαλίας Σπουρλακου-Ευ­τυχιαδου, μν. έρ., σελ. 61-92. Μητρ. Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος του Β', «Θεοτόκος - Παναγία, κατά τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου Θεσσαλονίκης εις τιμήν της υπεραγίας Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 50-55.
  • 64.      Βλ. Ευτυχίας Γιουλτςη, μν. έρ., σελ. 144.
  • 65.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 12, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 214.
  • 66.      Στο ίδιο 11-12, σελ. 208-214: «Και τω Υιώ της αισχύνης και των ονειδισμών εκοινώνει και την πενίαν προφερόντων, υπέρ ων πένης εκείνος... Δια ταύτα υπερφυής τις και ξένη κατέσχε την Παρθένον ανία... Ούτω πρώτη σύμμορφος εγένετο τω ομοίω μετά του θανάτου του Σωτήρος και δια τούτο και της αναστάσεως προ πάντων μετέσχεν». Βλ. Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 206-207 και 212-213 και 214-217.
  • 67.      Στο ίδιο 12, σελ. 214-216. Ευτυχίας Γιουλτςη, μν. έρ., σελ. 140-142.
  • 68.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 2, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 122-124.
  • 69.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 6, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 108-110.
  • 70.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 4, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 130-132.
  • 71.      Α. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Η Κόρη της Βασιλείας, σελ. 382.
  • 72.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 4, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 132-134. Βλ. Π. ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ, ΗΓυναίκα και η σωτηρία του κόσμου, έκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 21985, σελ. 307-308.
  • 73.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 5, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 134-136.
  • 74.      «Το παράδοξόν σου της φωνής δυσπαράδεκτόν μου τη ψυχή φαίνεται». από τον Ακάθιστο Ύμνο.
  • 75.      Λουκ. 1,34. Βλ. Αρχιμ. Κ. Λυρακη, Η Παρθενομήτωρ, Αθήνα 31999, σελ. 215εξ.
  • 76.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 5, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 136: «Δια ταύτα μανθάνει πρότερον και πιστεύει και βούλεται και εύχεται το μυστήριον, πριν υποστήναι την λειτουργίαν. Άλλως τε του Θεού δείξαι βουλομένου την αρετήν της Παρθένου και όση μεν αυτή προς αυτόν η πίστις, όσον δεν το φρόνημα της ψυχής, ευγνωμοσύνη πάση και μεγαλοψυχία τον καινότατον λόγον παραδεξαμένης και πιστευσάσης...».
  • 77.      Στο ίδιο 5, σελ. 140.
  • 78.      Στο ίδιο 5, σελ. 140: «Και την μεν προσλαλιάν βασάνων χωρίς ου παρέδραμεν, ουδ' έπαθεν εύκολον ουδέν, ουδ' εξεχύθη προς την των εγκωμίων υπερβολήν. αλλ' επισχούσα συνεώρα τον ασπασμόν και τον της κυήσεως πυνθάνεται τρόπον και τα τοιαύτα ζητεί μανθάνειν».
  • 79.      Στο ίδιο 6, σελ. 142.
  • 80.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 6, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 142.
  • 81.      Αρχιμ. Κ. ΛΥΡΑΚΗ, Η Παρθενομήτωρ, Αθήνα 31999, σελ. 237.
  • 82.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 6, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 142.
  • 83.      Ο διάλογος της Παναγίας με τον Άγγελο συσχετίζεται στην πατερική σκέψη με το διάλογο της Εύας με το φίδι και με το διάλογο του Ζαχαρία με τον Άγγελο. Περισσότερα βλ. ΑΜΑΛΙΑΣ ΣΠΟΥΡΛΑΚΟΥ-ΕΥΤΥΧΙΑΔΟΥ, μν. έρ., σελ. 511-537.
  • 84.      ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΓΙΟΥΛΤΣΗ, μν. έρ., σελ. 44.
  • 85.      Ιακ. 4,6 «ταπεινοίς δίδωσι χάριν».
  • 86.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 7, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 146: «μηδέ προειρημένον αυτή μηδέ γνούσα πρότερον, ούτω προς το μυστήριον ετοίμως έσχε και καταλλήλως, ώστε τον Θεόν αθρόον παραγενόμενον, η προσήκεν υποδεδέχθαι εστώση και παρεσκευασμένη και γρηγορούση ψυχή».
  • 87.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 3, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 126.
  • 88.      Στο ίδιο 3, σελ. 126.
  • 89.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 5, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 184.
  • 90.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 3, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 128: «και ουκ αυτή μόνον, αλλά δι' αυτήν και παντί τω των ανθρώπων υπεχώρησε γένει».
  • 91.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 6, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 80.
  • 92.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 6, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 184.
  • 93.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 6, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 186-188 & 5, σελ. 180.
  • 94.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 2, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 124: «και τη παρ' εαυτής ώρα καλήν την κοινήν απέδειξε φύσιν».
  • 95.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 2, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 168. Βλ. ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΓΙΟΥΛΤΣΗ, μν. έρ., σελ. 45 & 61.
  • 96.      Στο ίδιο 6, σελ. 184-186.
  • 97.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 6, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 66-68.
  • 98.      Στο ίδιο 17, σελ. 110.
  • 99.      Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 2, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 124. 
  • 100.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 4, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 54 & 7, σελ. 74.
  • 101.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 7, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 194.
  • 102.   « Χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι' ης κατέβη ο Θεός. Χαίρε γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν». Από τον Ακάθιστο ύμνο της Παναγίας.
  • 103.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 3, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 170-172.
  • 104.   Στο ίδιο 3, σελ. 172.
  • 105.   Στο ίδιο 3, σελ. 172.
  • 106.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 1, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 122.
  • 107.   Βλ. Ευτυχίας Γιουλτςη, μν. έρ., σελ. 98.
  • 108.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 3, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 172-174. Παρόμοιες σκέψεις για την επιθυμία του ανθρώπου βλ. στο έργο του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, Περί της εν Χριστώ ζωής ΙΙ 355, σελ. 218-220. PG 150, 560D-561A.
  • 109.    Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 3, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 176.
  • 110.    Στο ίδιο 3, 170.
  • 111.   Στο ίδιο 2, 168.
  • 112.   Στο ίδιο 2, 168-170. Βλ. Αρχιμ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ, Η θέση της Παναγίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ΚΛΕΙΤΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Η Ορθοδοξία σήμερα, τόμ. 1ος, Λευκωσία 1992, σελ. 61.
  • 113.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Γέννησιν 18, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 110.
  • 114.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 3, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 172.
  • 115.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 3, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 172 και ΕΥΤΥΧΙΑΣ ΓΙΟΥΛΤΣΗ, μν. έρ., σελ. 110.
  • 116.   Στο ίδιο 3 και 9, σ. 174 & 200. Βλ. Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, Ορθόδοξη πνευματική ζωή, Θεσσαλονίκη 21993, σελ. 112.
  • 117.   Στο ίδιο 9, σελ. 202.
  • 118.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 3, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 174.
  • 119.   Στο ίδιο 4, σελ. 176-178.
  • 120.   Στο ίδιο 4, σελ. 178.
  • 121.   Χ. Σταμουλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 214.
  • 122.   Ευτυχίας Γιουλτςη, μν. έρ., σελ. 130.
  • 123.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 10, Π. Νελλα, Η Θεομή­τωρ, σελ. 158-160.
  • 124.   Βλ. Χ. Σταμουλη, ό.π., σελ. 219.
  • 125.   Ευτυχίας Γιουλτςη, μν. έρ. σελ. 85.
  • 126.   Γ. Μαντζαριδη, Ορθόδοξη πνευματική ζωή, Θεσσαλονίκη 21993, σελ. 108.
  • 127.   Ευτυχίας Γιουλτςη, μν. έρ., σελ. 85.
  • 128.   Νικολάου Καβάσιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 8, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 194-196.
  • 129.   Στο ίδιο 8, σελ. 196.
  • 130.   Στο ίδιο 6, σελ. 186.
  • 131.   Βλ. αρχιμ. Βασίλειου Γοντικακη, Η θέση της Παναγίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, Κλειτου Ιωαννιδη, Η Ορθοδοξία σήμερα, τόμ. 1ος, Λευκωσία 1992, σελ. 63.
  • 132.   Νικολάου Καβασιλα, Λόγος εις την Κοίμησιν 8, Π. Νελλα, Η Θεομήτωρ, σελ. 196-198.
  • 133.   Χ. Σταμουλη, μν. έρ., σελ. 227.
  • 134.   Ευτυχίας Γιουλτςη, όπ., σελ. 131.
  http://www.impantokratoros.gr/panagia-NikolaosKavasilas2.el.aspx
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...